HeadShort.png

Πρωτοχρονιά και Άγιος Βασίλειος [Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ]

 

Η 1η Ιανουαρίου καθιερώθηκε ως πρώτη του έτους από τον Αυτοκράτορα της Ρώμης Ιούλιο Καίσαρα, που μεταρρύθμισε το Ημερολόγιο το 45 π.Χ. Μέχρι τότε πρωτοχρονιά στη Δύση εθεωρείτο η 1η Μαρτίου.Κατά τη Βυζαντινή περίοδο η χρονολόγηση γινόταν με βάση το υποτιθέμενο έτος κτίσεως του κόσμου και τις Ινδικτιώνες, ενώ πρωτοχρονιά ήταν η 1η Σεπτεμβρίου, ήδη από το 312 μ.Χ., βάσει διατάγματος του Αγίου Κωνσταντίνου του Μεγάλου.

Αυτή την 1η Σεπτεμβρίου καθαγίασε και η Εκκλησία μας ως αρχή του νέου έτους, κι αυτήν τιμά λειτουργικώς μέχρι σήμερα. Ο Άγιος Ιερομάρτυς Κύριλλος Λούκαρις, κατά την β πατριαρχεία του στον Οικουμενικό Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, το 1623, καθιέρωσε την χρονολόγηση από θεογονίας (δηλ. από της Γεννήσεως του Χριστού), αντί της από κοσμογονίας που ίσχυε και σε μας ως τότε. Εκκλησιαστική Πρωτοχρονιά όμως παρέμεινε η 1η Σεπτεμβρίου.
Η ακολουθία της 1ης Σεπτεμβρίου στο Μηναίο είναι άμεσα και απόλυτα συνδεδεμένη με το νέο έτος. Διαβάζουμε στο Συναξάρι: «Τη Α' τοῦ μηνός Σεπτεμβρίου, Αρχή της Ινδίκτου, ήτοι του νέου έτους. Ίνδικτον ημίν ευλόγει νέου χρόνου, ω και Παλαιέ, και δι’ ανθρώπους Νέε». Γι’ αυτό στο Οικουμενικό Πατριαρχείο την 1η Σεπτεμβρίου γίνεται επίσημη τελετή ευλογίας του νέου χρόνου. Ο Πατριάρχης χοροστατεί μαζί με τη Σύνοδο και όλους τους παρευρισκόμενους Μητροπολίτες κατά τη Θεία Λειτουργία. Η περίπυστη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Παμμακαρίστου έχει κατέβει από το μόνιμο προσκυνητάρι της πίσω από τον δεξιό χορό κι έχει τοποθετηθή μπροστά στα «ηγεμονικά στασίδια» στον σολέα, στεφανωμένη με άνθη της εποχής. Μετά την απόλυσι της Λειτουργίας, ο Πατριάρχης φοράει επιτραχήλι κι ωμοφόριο, βάζει «Ευλογητός…», ψάλλονται ύμνοι κατάλληλοι, γίνεται δέηση «υπέρ των χειμαζομένων του Θεού Εκκλησιών, του φωτισμού και αγαθών επινεύσεων των ισχυρών της γης, και του ευλογηθήναι τον στέφανον του νέου ενιαυτού της χρηστότητος του Κυρίου».

Κατόπιν ο Αρχιγραμματεύς με τον Υπογραμματέα φέρνουν τον επίσημο Κώδηκα που περιέχει την Πράξι της Ινδίκτου κι ο Πατριάρχης αναπέμπει την ειδική ευχή ευλογίας και αγιασμού του νέου έτους κ’ ύστερα κατεβαίνει, κάνει τρεις μετάνοιες στην εικόνα της Παμμακαρίστου, προσκυνά, ασπάζεται και το Ευαγγέλιο που κρατάει ο Μέγας Εκκλησιάρχης, και κατόπιν κάθεται και υπογράφει στον Κώδικα την Πράξι ευλογίας της Ινδίκτου (νέου έτους), ευλογεί τον λαό με το τρικέρι και ψάλλεται ο πολυχρονισμός του. Ένας – ένας οι αρχιερείς κατεβαίνουν από τα στασίδια τους, προσκυνούν την Παμμακάριστο, περιβάλλονται επιτραχήλι κι ωμοφόριο, ασπάζονται το Ευαγγέλιο, κάθονται και υπογράφουν κι αυτοί στον Κώδικα με τη σειρά τους κι ασπάζονται τον Πατριάρχη ανταλλάσσοντας ευχές για το νέο έτος. Οι χοροί ψάλλουν τα ιδιόμελα των αίνων: «Προαιώνιε Λόγε του Πατρός, ο εν μορφή Θεού υπάρχων και συστησάμενος την κτίσιν εκ του μη όντος εις το είναι και καιρούς και χρόνους εν τη ιδία εξουσία θέμενος, ευλόγησον τον στέφανον του ενιαυτού της χρηστότητός σου…», «Η βασιλεία Σου, Χριστέ ο Θεός, βασιλεία πάντων των αιώνων, και η δεσποτεία Σου εν πάση γενεά και γενεά πάντα γαρ εν σοφία εποίησας, καιρούς ημίν και χρόνους προθέμενος…», «Αι πορείαι Σου, ο Θεός, αι πορείαι σου μεγάλαι και θαυμασταί…» Όντως, ουράνια απηχήματα, που θάλεγε κι ο Κόντογλου! Μεγαλείο, κατάνυξι, ατμόσφαιρα χάριτος, που αξίζει να τη ζήσει κανείς έστω και μια φορά στη ζωή του!

Παρά ταύτα, επειδή στις ημέρες μας έχει πια ολοκληρωτικά επικρατήσει η αρχαία ρωμαϊκή πρωτοχρονιά του Ιουλίου Καίσαρος, γι’ αυτό σιωπηλά και κατ’ οικονομίαν η Εκκλησία την ανέχθηκε, και καθιέρωσε μάλιστα, αρχής γενομένης από την Αυτοκέφαλο Εκκλησία της Ελλάδος, να τελείται την 1η Ιανουαρίου επίσημη Δοξολογία «επί τη εισόδω εις το νέον έτος», κι εμείς ανταλλάσσουμε ευχές.
Αν οι αρχαίοι εθνικοί, οι ειδωλολάτρες, γιόρταζαν την 1η Ιανουαρίου με θυσίες, μεθύσια, μεταμφιέσεις, τυχερά παιχνίδια και όργια, κι αν κάποιοι σημερινοί λεγόμενοι Χριστιανοί ακολουθούν ανάλογη πρακτική με χαρτοπαίγνια, ρουλέτες και ξενύχτια στα καζίνα και στις λέσχες του «τζόγου», η με ποδαρικά, δεισιδαιμονίες, μεθύσια, ακολασίες κι εξωφρενισμούς, οι πιστοί χρωστούμε να υποδεχόμαστε τον καινούργιο χρόνο με την επιβαλλόμενη σεμνότητα και σοβαρότητα, και με ευχαριστία προς τον Θεό που μας τον χαρίζει. «Ευσχημόνως περιπατούντες, μη κώμοις και μέθαις, μη κοίταις και ασελγείαις, μη έριδι και ζήλω», όπως θα συνιστούσε ο άγιος Απόστολος Παύλος (Ρωμ. 13, 13). Με περισυλλογή και τίμιο λογαριασμό των πεπραγμένων μας κατά το προηγούμενο έτος. Με μετάνοια για όσα άτοπα και άθεσμα εκάμαμε και είπαμε και για όσα καλά και θεάρεστα παραλείψαμε να κάνουμε. Με καλό λογισμό και θεοφιλείς αποφάσεις για καλή χρήσι του νέου έτους ως «καιρού», δηλ. ευκαιρίας για αγιασμό και σωτηρία, για περισσότερη συνέπεια στα χριστιανικά μας χρέη απέναντι στο Θεό, στους συνανθρώπους μας, στο περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε, και στον ίδιο τον εαυτό μας. Για φιλότιμες προσπάθειες να βιώσουμε την Ορθόδοξη πίστι μας και τις όμορφες παραδόσεις του ευσεβούς Γένους μας, ακολουθώντας τα ίχνη των πατέρων μας και των Αγίων.

Πολλοί που χαιρετούν την ανατολή της μιας χρονιάς, δεν προλαβαίνουν να καλωσωρίσουν την αυγή της επομένης. Μεσολαβεί το έκτακτο δρομολόγιο για την αιωνιότητα, κι όλοι περιμένουμε το ξαφνικό κάλεσμά μας …από το μεγάφωνο!. Γι’ αυτό και κάπου πρέπει να μας συνέχη ο ένθεος φόβος. Όχι για να μαραζώνουμε και να μας λειώνει η θλίψη για το «μοιραίον», μα για να φιλοτιμούμαστε και να εξαγοράζουμε με σύνεση τον καιρό, όπως μας προτρέπει ο ουρανοδρόμος Απόστολος Παύλος: «Βλέπετε ουν πως ακριβώς περιπατείτε, μη ως άσοφοι, αλλ’ ως σοφοί, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, ότι αι ημέραι πονηραί εισιν» (Εφεσ. 4, 15-16). Να εξαγοράζουμε τον καιρό με τη λογική του Χριστού. Με προσευχή και προσοχή σε κάθε μας κίνηση, πράξη η λόγο. Με υπομονή στις θλίψεις, τους πειρασμούς και τα «οϊζυρά και δακρυώδεα» εν γένει της ζωής. Με μακροθυμία σ’ όσους ενεργούν αδικίες εναντίον μας. Με καλλιέργεια της φιλαδελφίας και της αγάπης, που είναι η συγκεφαλαίωση των χριστιανικών αρετών. Με λιβανισμένη και λειτουργημένη ζωή, που θα μας συνδέει δια των ιερών Μυστηρίων με την πηγή της ζωής και της αθανασίας, τον Χριστό.

Η 1η Ιανουαρίου είναι και η ημέρα της μνήμης του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, Αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας. Ενός από τους υψηλότερους και σταθερότερους στύλους της Εκκλησίας και της Θεολογίας, που στη μεν προσωπική του ζωή «τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησε» («νόμος αρετής» ήταν η ζωή του κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο ), με τη διδασκαλία του δε «θεοπρεπώς εδογμάτισε». Η μελίρρυτη διδαχή του, τα θεόσοφα συγγράμματά του και το ηλιόφωτο παράδειγμά του, μας φανερώνουν εναργέστατα τα θεία μυστήρια και μεγαλεία του νοητού ουρανού, δηλ. της Βασιλείας του Θεού, γι’ αυτό και άξια ονομάσθηκε «Ουρανοφάντωρ». Τελείται μάλιστα και η Λειτουργία που ο ίδιος συνέταξε, στην οποία, μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, την ώρα που είναι ορθάνοιχτα τα ουράνια κ’ η γη έχει γίνει ουρανός με την αναίμακτη θυσία μας και την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, εκεί, μπροστά στο άγιο θυσιαστήριο, καταπρόσωπο στο Σώμα και το Αίμα του Χριστού, ανάμεσα στα πολλά αιτήματα που αναφέρει ο λειτουργός, δέεται: «Ευλόγησον τον στέφανον του ενιαυτού της χρηστότητός Σου». Δηλ. Κύριε, ευλόγησε τον κύκλο της χρονιάς που μας χαρίζει η αγάπη Σου!

Ο Άγιος Βασίλειος, περιττεύει και να το σημειώσουμε, δεν έχει καμμιά σχέσι μ’ εκείνον τον κοκκινοφορεμένο χοντρούλη γέροντα που σκαρφίστηκε ο γελοιογράφος Thomas Nast στις ΗΠΑ το 1863 και τον «ετελειοποίησε» ο ομότεχνός του Haddon Sundblom το 1931 για να χρησιμέψη ως διαφημιστικό σήμα της εριτίμου Coca Cola, η οποία και το εθεάτρισε παγκοσμίως. Ο Σάντα Κλως η Φάδερ Κρίστμας η Μπαμπά Νοέλ (υπάρχει, βλέπετε, και η τουρκική «εκδοχή»!) με τους ταράνδους του, τα έλκυθρά του, τις σακκούλες με τα παιχνίδια, τις καθόδους από τις καμινάδες κ.λπ. κ.λπ., είναι απλώς ένα κακόγουστο εμπορικό κατασκεύασμα, προοριζόμενο αποκλειστικώς και μόνο για αλισβερίσι και μπεζαχτά. Τίποτε περισσότερο! Ο Άγιος Βασίλειος ήταν ένας ωχρός ξερακιανός ασκητής, ολότελα σαρακοστινός, λειωμένος από τη νηστεία, τις μετάνοιες και τις αγρυπνίες! Ένας ασυμβίβαστος με οποιαδήποτε κοσμικότητα και ανθρώπινη ανάπαυση μοναχός, που μάλιστα πέθανε νεώτατος, σαρανταεννέα μόλις χρόνων, εξουθενωμένος από την υπερβολική άσκηση και εξαντλητική εργασία, και τον έκλαψε με απαρηγόρητους θρήνους όλη η Χριστιανοσύνη!
Αυτός ο άνθρωπος της προσευχής, της εγκρατείας, της παρθενίας, της νηστείας, της εντελούς αυταπαρνήσεως, της μελέτης των Γραφών, της υπομονής, του κατά Θεόν πένθους και της υψηλής πνευματικής θεωρίας, της σπάνιας αγιότητος, ήταν μια τρυφερότατη καρδιά που την πλήγωνε ο πόνος των ανθρώπων, η φτώχεια τους, η μοναξιά τους κ’ η δυστυχία τους. Και στάθηκε πατέρας στοργικός του λαού του Θεού κι εσιτοδότησε το ποίμνιό του απλόχερα. Με τη στέρεα τροφή της απλανούς Θεολογίας και της ευαγγελικής διδαχής. Οργάνωσε τον Μοναχισμό σε υγιείς κοινοβιακές βάσεις. Εδίδαξε με θεϊκό φωτισμό όλες τις αλήθειες που χρειάζεται να ξέρει κανείς για να βρει τον Θεό του και να σωθεί. Εστήριξε την Εκκλησία σε καιρούς χαλεπούς και την προστάτεψε από τους λύκους της αθεΐας και των αιρέσεων. Από τους διωγμούς του συμπλεγματικού νεοειδωλολάτρη Αυτοκράτορα Ιουλιανού του Αποστάτη, που μαγάρισε το βάφτισμά του και πολέμησε την Εκκλησία, πιστεύοντας, ο παράφρων τύραννος, πως θα μπορούσε να νεκραναστήσει το «οδωδός και τυμπανιαίον» πτώμα της δωδεκάθεης αθεΐας του Ολύμπου. Εδιαφέντεψε τις ανάγκες της Εκκλησίας της Καππαδοκίας (και όχι μόνο!) με τον καλλίτερο τρόπο, κατά το θέλημα του Θεού. Αλλά παράλληλα νοιάστηκε τους γέρους, τους αρρώστους, τους σακάτηδες, τους λεπρούς, τα ορφανά, τους ξεπεσμένους, τους φτωχούς, τις απροστάτευτες χήρες, τους ξένους, τους μοναχικούς, τους παραστρατημένους. Όλους εκείνους που ο κόσμος δεν θέλει να τους ξέρη και να τους θυμάται. Και τους έφτιαξε σπίτι ζεστό, γεμάτο στοργή και χριστιανική αγάπη, γεμάτο φροντίδα και περιποίηση. Την περίφημη «Βασιλειάδα», πολιτεία ολόκληρη, που έμεινε στην ιστορία ως έργο πρωτοποριακό, όχι μόνο για την εποχή του, που η κοινωνική πρόνοια ήταν έννοια ολότελα άγνωστη ανά τον κόσμο, αλλά και για όλους τους μετέπειτα αιώνες! Κι εκεί, ο ίδιος, με τα αποστεωμένα άγια χέρια του διακονούσε τις χρείες των περιθαλπομένων, καθαρίζοντας τις φυσικές ακαθαρσίες των ανήμπορων και περιποιούμενος με τις πλούσιες ιατρικές γνώσεις του τις πληγές των λεπρών και τ’ αρρωστήματα των ασθενών! Αυτό το μεγάλο κοινωνικό έργο του Αγίου που μοίρασε ψωμί και χαρά σ’ όσους τα υστερούνταν, μας θυμίζει το έθιμο της Βασιλόπιττας.
Και τηρώντας το, αγιάζουμε την είσοδο του νέου έτους με την υπενθύμιση του κεφαλαιώδους ιερού χρέους της έμπρακτης αγάπης! Άλλο που σήμερα μερικοί τόχουν ολότελα διαστρέψει σε «γκαλά» και κόβουν «βασιλόπιτες» μέχρι τη Μεγάλη Σαρακοστή, «μετά χορών και τυμπάνων».
Τα Πρωτοχρονιάτικα Κάλαντα, όπως ψάλλονται σε πολλά μέρη, έχουν ένα σωρό ανακρίβειες σχετικά με τον Μέγα Βασίλειο. Αλλού τον παρουσιάζουν αγράμματο, αυτόν που ήταν ένας αληθινός πανεπιστήμονας, η σοφία προσωποποιημένη και κινούμενη επί της γης! Αλλού τον παρουσιάζουν ζευγολάτη, ακατάδεχτο και άλλες χειρότερες ανοησίες, που φθάνουν συχνά στα όρια της βλασφημίας. Τέτοιας λογής Κάλαντα ας έλλειπαν! Και είναι λυπηρό, ενώ τα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα είναι συνήθως όμορφα και με ιστορική και θεολογική βάση, τα Πρωτοχρονιάτικα να είναι από αφελή και ληρώδη μέχρι βλάσφημα! Μια προσπάθεια είχε γίνει από κάποιους λογίους που βυζαντινόφερναν, κι έφτιαξαν Κάλαντα Πρωτοχρονιάς νόστιμα, με όμορφο περιεχόμενο και ηθικοπλαστικά μηνύματα. Αρχίζουν έτσι:
«Και νέον έτος αριθμεί
η του Χριστού Περιτομή,
και η μνήμη του Αγίου
Ιεράρχου Βασιλείου.
Του χρόνου μας αρχή καλή,
και ο Χριστός μας προσκαλεί
την κακίαν ν’ αρνηθώμεν,
μ’ αρετάς να στολισθώμεν.
Να ζώμεν βίον τέλειον,
κατά το Ευαγγέλιον.
Με αγάπην, με ειρήνην
και με την δικαιοσύνην…»

Αλλ' ας κρατήσουμε τη μορφή και τη ζωή του Μεγάλου Βασιλείου ως «κοινόν αρετής πίνακα και πρόγραμμα σωτήριον» για την προσωπική μας πορεία, κι ας κατακλείσουμε τις γραμμές αυτές, επικαλούμενοι τις υπέρ ημών θεοπειθείς ευχές του Θεοφόρου Πατρός, μ’ έναν πυκνό σε άγια επίκαιρα νοήματα ύμνο της Λιτής της εορτής της Ινδίκτου (1ης Σεπτεμβρίου):
«Ο Πνεύματι Αγίω συνημμένος, άναρχε Λόγε και Υιέ, ο πάντων ορατών και αοράτων συμπαντουργός και συνδημιουργός, τον στέφανον του ενιαυτού ευλόγησον, φυλάττων εν ειρήνη των Ορθοδόξων τα πλήθη, πρεσβείαις της Θεοτόκου και πάντων των Αγίων Σου». Άμποτε!…

ΕΝΟΡΙΑΚΑ ΝΕΑ

1/1 Μέγας Βασίλειος: Ο φωτισμένος ιεράρχης [Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου]

 

ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ο φωτισμένος ιεράρχης, ο πολυμαθής επιστήμων, ο σπουδαίος κοινωνικός αναμορφωτής, ο άγιος της αγάπης

Γεννήθηκε το 330 μ.Χ. στη Νεοκαισάρεια του Πόντου. Μεγάλωσε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Οι γονείς του ήταν μαθητές αγίων και απόγονοι μαρτύρων. Από τα 9 παιδιά της οικογένειάς του τα 4 έγιναν άγιοι. Μαθήτευσε στην Κωνσταντινούπολη, στον ονομαστό εθνικό ρήτορα Λιβάνιο. Σπούδασε ακόμη στην Νικομήδεια, ακολούθως στο πανεπιστήμιο της Αθήνας για 5 χρόνια (350-355), και αναδείχτηκε πολυμαθής στις κυριότερες επιστήμες της εποχής του (Φιλοσοφία, Ρητορική, Αστρονομία, Μαθηματικά, Ιατρική). Στην Καισάρεια διέπρεψε στην δικηγορία για 5 χρόνια. Μοίρασε την τεράστια πατρική περιουσία του στους φτωχούς. Για 5 χρόνια ασκήτεψε στον Πόντο, στον Ίρι ποταμό. Ταξίδεψε στην Αίγυπτο, Συρία, Μεσοποταμία, Παλαιστίνη και γνώρισε από κοντά τον αγγελικό βίο των μοναχών. Βαπτίστηκε σε ηλικία 30 ετών. Χειροτονήθηκε διάκονος και κατόπιν πρεσβύτερος σε ηλικία 35 ετών και εργάστηκε με ζήλο για 6 χρόνια. Αντιμετώπισε άριστα τους πλανεμένους οπαδούς του Αρείου, που με αιρετική έπαρση αρνιόντουσαν την θεότητα του Ιησού Χριστού.
Πρωτοπόρος αναδείχθηκε και στον φιλανθρωπικό και κοινωνικό τομέα. Με τα φλογερά κηρύγματά του μαλάκωνε τις καρδιές των πλουσίων -τους συγκινούσε το έργο του, η αγιότητά του και η αγάπη του- και εκείνοι συνεισέφεραν υπέρ των αναγκεμένων,
και μάλιστα στη μεγάλη πείνα του 368 μ.Χ., κατά την οποία οι ενέργειες του Μ. Βασιλείου έσωσαν πολλούς από την καταστροφή και το θάνατο. Δημιούργησε μάλιστα ολόκληρη πόλη, την πασίγνωστη ‘Βασιλειάδα’, στην οποία περιέθαλπε και
εξυπηρετούσε πάσχοντες και φτωχούς, ενώ περιλάμβανε πτωχοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο, ξενοδοχείο και νοσοκομείο. Σε ηλικία 40 ετών χειροτονήθηκε επίσκοπος, το 370 μ.Χ. Τότε έλαμψαν πιο πολύ οι αρετές του και η αγιότητά του. Για την πνευματικότητά του και την τεράστια κοινωνική δράση του ονομάστηκε Μέγας, ενώ ακόμη ζούσε. Βροντή και αστραπή χαρακτηρίστηκαν το κήρυγμά του και η ζωή του.

Επενέβαινε υπέρ των αδικουμένων, εφάρμοσε τέλεια το μήνυμα της αγάπης του Χριστού. Διαμόρφωσε μάλιστα και θεία Λειτουργία, που έμεινε με το όνομά του σε χρήση από την Εκκλησία, και τελείται 10 φορές το χρόνο (τις Κυριακές Μ. Σαρακοστής, Μ.Πέμπτη, Μ. Σάββατο, Αγίου Βασιλείου, παραμονή Χριστουγέννων, παραμονή των Φώτων). Άριστος θεολόγος και κοινωνικός αναμορφωτής καθώς ήταν, επιβλήθηκε πνευματικά σ’ όλο τον κόσμο. Υπήρξε εξαίρετος μάλιστα συγγραφέας. Μόνο τα ασκητικά του συγγράμματα περιλαμβάνουν περίπου 500 ομιλίες του, και οι επιστολές του είναι 366. Θαυμάσιες θα παραμείνουν για πάντα οι ομιλίες του στην Εξαήμερο, στους Ψαλμούς, «Προς τους πλουτούντας», η περί Αγίου Πνεύματος πραγματεία του και ο λόγος του: «Προς τους νέους, πώς να ωφελούνται από τα ελληνικά γράμματα». Η φήμη του, ως καθηγητή των θείων και επουρανίων διδασκαλιών, της χριστιανικής παιδαγωγικής και θεμελιωτή του κοινοβιακού μοναχισμού, διοχετεύθηκε παντού.
Τέλη του 378 μ.Χ. μετατέθηκε η αγία ψυχή του στους Ουρανούς, σε ηλικία 49 ετών, και την 1η Ιανουαρίου του 379 έγινε η υπερβολικά πολυπληθής κηδεία του, την οποία παρακολούθησαν χριστιανοί, εβραίοι και εθνικοί. Γι’ αυτό και η Εκκλησία όρισε να τιμάται κάθε πρωτοχρονιά το θαυμαστό πρόσωπό του, που συνδύασε τόσο έξοχα την αγιότητα με την κοινωνική αγάπη, ώστε να μένει παράδειγμα στους αιώνες και δείκτης προς τους ανθρώπους για μίμησή του και προσπάθεια εφαρμογής χριστιανικών αληθειών και ευσεβούς ζωής. Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, στον Επιτάφιό του προς τον Μ. Βασίλειο, λέγει τα εξής: «Εκείνος (ο Βασίλειος) περισσότερο από όλους μάς έπεισε στ’ αλήθεια ότι, αφού είμαστε άνθρωποι, δεν πρέπει να περιφρονούμε τους ανθρώπους.

Ούτε με την απανθρωπιά μας προς εκείνους, δηλαδή τους πάσχοντες, να προσβάλλουμε το Χριστό, που είναι ο αρχηγός όλων» (Ε.Π. 36, 577-580). Τα τελευταία λόγια τού όντως αγίου Βασιλείου, λίγο πριν κοιμηθεί, ήταν άλλωστε τα ίδια τα λόγια του Χριστού, όταν πάνω στο Σταυρό Του είπε: «Στα χέρια σου θα παραδώσω το πνεύμα
μου».

Από τη διδασκαλία του Μ. Βασιλείου:

«Ονομάζω λοιπόν εγώ το κοινόβιο (το μοναστηριακό) τελειότατη μορφή κοινωνικής συμβίωσης, μέσα στην οποία δεν υπάρχει ο θεσμός της ιδιοκτησίας, δεν υπάρχουν διαφωνίες. Επίσης κάθε αναταραχή και φιλονικία και έριδες βρίσκονται μακριά. Μέσα σ’ αυτή την κοινωνία βρίσκονται όλα κοινά. Κοινός ο Θεός, κοινή η σωτηρία, κοινοί οι πνευματικοί αγώνες, … ο άρρωστος σωματικά έχει πολλούς να συμπάσχουν μαζί του. Ο άρρωστος και εξαντλημένος ψυχικά έχει πολλούς που τον θεραπεύουν και με τη βοήθειά τους τον ανορθώνουν» (‘Ασκητικές διατάξεις’, 18ο κεφ., Ε.Π. 31, 1381).

«Αυτός που έγραψε για τη δημιουργία του κόσμου (ο ιερός συγγραφέας), αμέσως με τα πρώτα λόγια φώτισε τέλεια το νου μας με το όνομα του Θεού, γιατί είπε: ‘Εν αρχή εποίησε ο Θεός’. Μίλησε πρώτα για την αρχή, για να μην νομίσουν μερικοί ότι ο κόσμος δεν έχει αρχή. Έπειτα πρόσθεσε το ‘εποίησε’ για να φανερωθεί ότι η δημιουργία του κόσμου είναι ελάχιστη εκδήλωση της δυνάμεως του Δημιουργού… Αυτός δημιούργησε στην αρχή τον ουρανό και τη γη… Όσα άρχισαν σε ορισμένο χρόνο, είναι απόλυτα αναγκαίο και να τελειώσουν μέσα στο χρόνο» (1η Ομιλία στην Εξαήμερο, Ε.Π. 29, 5-9). «Είναι καλό και ωφέλιμο να κοινωνείς καθημερινά και να μεταλαβαίνεις το άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού, γιατί ο ίδιος ο Χριστός σαφώς μας λέει: ‘Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου έχει ζωή αιώνια’…. Εμείς βέβαια παίρνουμε τη θεία Κοινωνία τέσσερις φορές κάθε βδομάδα, την Κυριακή, την Τετάρτη, την Παρασκευή και το Σάββατο. Κοινωνούμε ακόμη και τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας, σε περίπτωση όμως που εορτάζεται η μνήμη κάποιου αγίου» (93 η Επιστολή «Προς Καισαρίαν πατρικίαν …, Ε.Π. 32, 484).
«Γιατί λοιπόν κλαις γι’ αυτόν που έφυγε από τη ζωή αυτή, για να αλλάξει το παλαιό φθαρτό ένδυμα και να φορέσει νέο ένδυμα της αφθαρσίας; Ούτε να θρηνείς για τον εαυτόν σου… γιατί η Γραφή λέγει ότι είναι καλό να ελπίζει κανείς στον Κύριο παρά να ελπίζει σε άνθρωπο. Ούτε να κλαις αυτόν, γιατί τάχα έχει πάθει φοβερά πράγματα. Γιατί μετά από λίγο (στη Δευτέρα Παρουσία), θα τον ξυπνήσει (το σώμα του) η σάλπιγγα από τον ουρανό και θα τον ιδείς να παρουσιάζεται μπροστά στον θρόνο του Χριστού» (‘Περί ευχαριστίας’, Ε.Π. 31, 232-233).

«Εμείς λέμε ότι τον Θεό τον γνωρίζουμε από τις ενέργειές Του. Δεν διαβεβαιώνουμε ότι προσεγγίζουμε την ουσία Του με τη δύναμη του νου μας. Και τούτο γίνεται γιατί οι ενέργειές Του φτάνουν σ’ εμάς, ενώ η ουσία Του μένει ανεξιχνίαστη… Λοιπόν με ποιο τρόπο σώζομαι; Με την πίστη…. Και να γνωρίζει κάποιος επίσης ότι ο Θεός ανταμείβει εκείνους που τον αγαπούν. Επομένως η γνώση της θείας ουσίας είναι να αντιλαμβανόμαστε ότι δεν μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό με τη δύναμη του νου μας. Και άξιο σεβασμού είναι όχι να κατανοήσουμε ποια είναι η θεία ουσία, αλλά ότι υπάρχει η ουσία (ο Θεός)» (234 η Επιστολή, προς Αμφιλόχιο, Ε.Π. 32, 869).

«Και η εμφάνιση και το ένδυμα και ο τρόπος του βαδίσματος και το κάθισμα και ο τρόπος της τροφής και το σπίτι και τα σκεύη του σπιτιού, ας είναι όλα τακτοποιημένα με απλότητα. Ακόμη και ο λόγος και το άσμα και η συνάντηση με τον πλησίον, και αυτά ας αποβλέπουν καλύτερα στη χρήση του μέτρου, παρά στην επιδεικτική εξόγκωση… Σε όλα να ελαττώνεις την επιδεικτική μεγαλοποίηση. Να είσαι ωφέλιμος στο φίλο, ήμερος προς τον υπηρέτη, ανεξίκακος στους θρασείς, φιλάνθρωπος προς εκείνους που βρίσκονται σε χαμηλή κοινωνική κατάσταση. Να παρηγορείς τους πάσχοντες. Να επισκέπτεσαι εκείνους που βρίσκονται σε θλίψεις. Να μην περιφρονείς κανέναν απολύτως. Να μην εγκωμιάζεις τον εαυτόν σου …. Να κρύβεις όσα μπορείς απ’ τα πλεονεκτήματά σου… Να μην ελέγχεις γρήγορα και με εμπάθεια… ούτε να καταδικάζεις τον άλλο για μικρά σφάλματα… Να μην βλάπτεις λοιπόν τον εαυτόν σου θέλοντας να φαίνεσαι σπουδαίος στους ανθρώπους …. Με ποιο τρόπο θα φτάσουμε στην ταπεινοφροσύνη, που είναι σωτήρια αρετή; Μήπως όταν αποβάλλουμε το ολέθριο εξόγκωμα της υπερηφάνειας;» (20 η Ομιλία ‘Περί ταπεινοφροσύνης’, Ε.Π. 31, 537-540).

«‘Είτε τρώτε, λέγει ο απ. Παύλος, είτε πίνετε, είτε κάνετε οτιδήποτε άλλο, όλα να τα κάνετε για τη δόξα του Θεού’. Λοιπόν, όταν κάθεσαι στο τραπέζι, να προσεύχεσαι. Όταν τρως το ψωμί, να ευχαριστείς εκείνον που στο έχει δώσει. Όταν πίνεις το κρασί … να θυμάσαι εκείνον που σου παρέχει το δώρο αυτό. … Περνά η ανάγκη των τροφών; Ας μην περνά όμως η θύμηση του ευεργέτη…. Τελειώνει η μέρα; Να ευχαριστείς Αυτόν που μας χάρισε τον ήλιο για να κάνουμε τις εργασίες της ημέρας, και μας έδωσε τη φωτιά, για να φωτίζει τη νύχτα και για να εξυπηρετεί τις υπόλοιπες ανάγκες της ζωής» (Λόγος στη μάρτυρα Ιουλίττα, Ε.Π. 31, 244).

«Καθαρισμός όμως ψυχής είναι η περιφρόνηση των ηδονών που προέρχονται από τις αισθήσεις. Να μην τρέφουμε δηλαδή τα μάτια μας με τις απρεπείς επιδείξεις των θαυματοποιών, ούτε να κατακλύζουμε τις ψυχές μας με ανήθικη μελωδία μέσω των

αυτιών μας. Γιατί από το είδος αυτό της μουσικής γεννιούνται … μέσα στην ψυχή πάθη,

τα οποία την υποδουλώνουν και την ταπεινώνουν. Αλλά πρέπει να επιδιώκουμε την άλλη μουσική, την ανώτερη, που οδηγεί και στο καλύτερο. Τη μουσική αυτή χρησιμοποιώντας και ο Δαβίδ, ο ποιητής των ιερών ψαλμών, ελευθέρωνε το βασιλιά Σαούλ από τη βαριά ψυχική κατάθλιψη…. Τόσο μεγάλη είναι λοιπόν η διαφορά στον άνθρωπο όταν γεμίζει την ψυχή του με καλή ή με κακή μελωδία» (Προς τους νέους, Ε.Π. 31, 581-584). «Ο ψαλμός γαληνεύει τις ψυχές, βραβεύει την ειρήνη, καταπραΰνει το θόρυβο και τα κύματα των ανήσυχων λογισμών… Πράγματι, ποιος μπορεί να θεωρεί ακόμη ως εχθρό του εκείνον με τον οποίον συμπροσευχήθηκε στο Θεό; Ώστε η ψαλμωδία προσφέρει και το μέγιστο από τα αγαθά, την αγάπη» (Ομιλία στον 1ο ψαλμό, Ε.Π. 29, 212).
«Εσύ δεν είσαι πλεονέχτης; Εσύ δεν είσαι κλέφτης, αφού σφετερίζεσαι εκείνα που δέχτηκες από το Θεό για να τα διαχειριστείς ως οικονόμος; Μήπως νομίζεις ότι θα ονομαστεί λωποδύτης μόνο εκείνος που γδύνει κάποιον και του αρπάζει τα ρούχα, ενώ εκείνος που δεν ντύνει το γυμνό, αν και μπορεί να το κάμει, αξίζει να πάρει άλλο όνομα;
Πρόσεξε! Το ψωμί που εσύ κατακρατείς, είναι του πεινασμένου. Το ένδυμα που φυλάγεις στις αποθήκες σου, είναι του γυμνού. Το παπούτσι που σαπίζει στο σπίτι σου, είναι του ξυπόλητου. Τα χρήματα που τα κατακρατείς χωμένα στη γη, είναι εκείνου που έχει ανάγκη. Ώστε λοιπόν, τόσους αδικείς, όσους θα μπορούσες να βοηθήσεις και το αρνήθηκες» (Περί πλεονεξίας, Ε.Π. 31, 276-277) - «Αυτός που αγαπάει τον συνάνθρωπό του, δεν κατέχει τίποτε περισσότερο απ’ αυτόν… Όσο κάποιος πλεονάζει
στον πλούτο, τόσο υστερεί στην αγάπη» (Προς τους πλουτούντας, ΒΕΠΕΣ, 54, Αποστ. Διακονία, 1976, σελ. 67) - «Όταν πεινάμε, τρώμε, αλλά περιφρονούμε τον φτωχό. Αν και ο Θεός είναι πλούσιος χορηγός, είμαστε σφιχτοχέρηδες και αδιάφοροι στις ανάγκες των φτωχών. Οι αποθήκες μας είναι γεμάτες από αγαθά, αλλά δεν ελεούμε αυτόν που στενάζει από δυστυχία. Γι’ αυτό και η δίκαιη κρίση μάς απειλεί. Γι’ αυτό και ο Θεός δεν ανοίγει το χέρι Του. Εμείς αποκλείσαμε την αγάπη προς τον διπλανό μας ως αδελφό μας. Γι’ αυτό και τα χωράφια μας είναι ξερά, γιατί πάγωσε η αγάπη ανάμεσά μας»

(Ομιλία εν λιμώ…. ΒΕΠΕΣ, τ. 54, εκδ. Αποστ. Διακονία, 1978, σελ. 78,79).

 

 

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ

1. ‘Ο Ουρανοφάντωρ Μέγας Βασίλειος’, Νικολάου Νευράκη, Αθ. 1979

2. ‘Ανθολόγιο Πατερικών κειμένων’, Ευαγγ. Θεοδώρου, ΟΕΔΒ, 1983

3. ‘Οι Τρεις Ιεράρχες Χθες- Σήμερα - Αύριο’, Ν. Νευράκη, Αθ. 2004

4. ‘Ο ρόλος του Μ. Βασιλείου στη συμφιλίωση Ελληνισμού – Χριστιανισμού’, Αναστ. Β. Γιαννικόπουλου, εκδ. Μ. Γρηγόρης, Αθ. 1991

5. ‘Μέγας Βασίλειος, Βίος και Θεολογία’, Στυλιανού Παπαδοπούλου, τ. Α΄, έκδ. Β΄, Αθ. 1989

Γράφει: Μιχαήλ Χούλης, Θεολόγος

Άγιος Βασίλειος ο Μέγας



Βίος και Πολιτεία του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου

Ο Άγιος Βασίλειος, γεννημένος το 330μ.Χ. στη Νεοκαισάρεια του Πόντου από γονείς ευγενείς με δυνατό χριστιανικό φρόνημα, έμελλε να γίνει Μέγας πνευματικός διδάσκαλος και κορυφαίος θεολόγος και Πατέρας της Εκκλησίας, αφού η χριστιανική του ανατροφή και η πνευματική του πορεία τον οδήγησαν στην Θεία θεωρεία του Αγίου Ευαγγελίου, και στην αυστηρή ασκητική ζωή, παράλληλα με το ποιμαντικό, παιδαγωγικό και φιλανθρωπικό του έργο.

Ο πατέρας του Βασίλειος ήταν καθηγητής ρητορικής στη Νεοκαισάρεια και η μητέρα του Εμμέλεια απόγονος οικογένειας Ρωμαίων αξιωματούχων. Στην οικογένεια εκτός από το Βασίλειο υπήρχαν άλλα οκτώ παιδιά. Μεταξύ αυτών, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο Όσιος Ναυκράτιος ασκητής και θαυματουργός, η Οσία Μακρίνα και ο Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Σεβαστείας.
Τα πρώτα γράμματα, τού τα δίδαξε ο πατέρας του. Συνέχισε τις σπουδές του στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα. Εκεί σπούδασε γεωμετρία, αστρονομία, φιλοσοφία, ιατρική, ρητορική και γραμματική. Οι σπουδές του διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια. Η ασκητική του ζωή ξεκίνησε ήδη από τα χρόνια όπου φοιτούσε στην Αθήνα. Ο σοφός δάσκαλος του Εύβουλος εντυπωσιασμένος από την αυστηρή νηστεία, του Άγίου, και μετά την παραίνεση του, λέγεται ότι έγινε Χριστιανός.

Συμφοιτητές του ήταν και δύο νέοι που έμελλε να διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο στην ιστορία. Ο ένας, φωτεινό ο Άγιος και Μέγας Πατέρας της Εκκλησίας ο Θεολόγος Γρηγόριος και ο άλλος μελανό στον αντίποδα, προδότης του Ιησού, ειδωλολάτρης και διώκτης των Χριστιανών, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης. Κατά την διάρκεια αυτών των ετών, ο Άγιος Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ανέπτυξαν μεγάλη και ισχυρή φιλία. Ταυτόχρονα με τις σπουδές τους, είχαν ιεραποστολική δράση. Διοργάνωναν χριστιανικές συγκεντρώσεις, στις οποίες ανέλυαν θρησκευτικά ζητήματα. Ίδρυσαν επίσης και τον πρώτο φοιτητικό χριστιανικό σύλλογο.

Επέστρεψε στην Καισαρεία το καλοκαίρι του 356μ.Χ. και συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του, έγινε καθηγητής της ρητορικής. Το 358 μ.Χ. επηρεασμένος από το θάνατο του αδερφού του μοναχού Ναυκρατίου, καθώς και με την παρότρυνση της αδερφής του Μακρίνας, βαπτίζεται Χριστιανός, και αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό του στην ασκητική πολιτεία. Αποσύρθηκε λοιπόν σε ένα κτήμα της οικογενείας του στον Πόντο. Χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας του είναι, ότι μετά την βάπτιση του δώρισε στους φτωχούς και στην εκκλησία το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ξεκινά ένα οδοιπορικό σε γνωστά κέντρα ασκητισμού της Ανατολής, Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία, επιθυμώντας να συναντήσει πολλούς ασκητές και μοναχούς για να γνωρίσει τον τρόπο ζωής τους. Όταν γύρισε στο Πόντο από το ταξίδι αυτό, μοίρασε και την υπόλοιπη περιουσία του και αποσύρθηκε στο κτήμα του επιθυμώντας να ζήσει πλέον ως μοναχός. Εκεί έγραψε τους: «Κανονισμούς δια τον Μοναχικόν βίον», κανόνες που ρυθμίζουν την ζωή στα μοναστήρια μέχρι τις μέρες μας. Με την υψηλή του κατάρτιση στην Ορθόδοξη Πίστη και τον ασκητικό, θαυμαστό του βίο, η φήμη του Αγίου Βασιλείου εξαπλώθηκε με τον καιρό σε όλη την Καππαδοκία. Έτσι και ο Μητροπολίτης της Καισαρείας Ευσέβιος πραγματοποιώντας την Θεία Βούληση αλλά και αυτή των χριστιανών της περιοχής, χειροτόνησε το 364 μ.Χ. τον Άγιο Βασίλειο πρεσβύτερο. Το 370 μ.Χ., μετά τον θάνατο του Ευσεβίου και σε ηλικία 41 ετών, τον διαδέχθηκε ο Άγιος Βασίλειος στην επισκοπική έδρα, με τη συνδρομή τού Ευσεβίου επισκόπου Σαμοσάτων και του Γρηγορίου επισκόπου Ναζιανζού. Επίσκοπος πλέον, ο Άγιος Βασίλειος αντιμετώπισε την προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Ομοιανισμό (ρεύμα του Αρειανισμού), επικοινωνώντας μέσω επιστολών με τον Μέγα Αθανάσιο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τον Πάπα Ρώμης Δάμασο. Στον τόπο του ,στην περιφέρεια της δικής του ποιμαντικής ευθύνης είχε να αντιμετωπίσει την έντονη παρουσία του αρειανικού στοιχείου και άλλων κακοδοξιών. Από τις επιστολές του φαίνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε για την καταπολέμηση της σιμωνίας των επισκόπων, για την ανάδειξη άξιων κληρικών στο ιερατείο, καθώς και για την πιστή εφαρμογή των ιερών κανόνων από όλους τους πιστούς και φανερώνεται επίσης η ποιμαντική φροντίδα στα αποκομμένα και περιθωριοποιημένα μέλη της Εκκλησίας.

Στην οικουμενική Εκκλησία ο Μέγας Βασίλειος ουσιαστικά αναλαμβάνει τα πνευματικά ηνία από το Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος γηραιός πλέον, αποσύρεται από την ενεργό δράση. Εργάζεται συνεχώς για την επικράτηση των ορθόδοξων χριστιανικών αρχών και υπερασπίζεται με σθένος το δογματικό προσανατολισμό της Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας.

Ο Άγιος Βασίλειος, βοηθούσε πάντοτε τους αδικημένους και κουρασμένους, τους πεινασμένους και τους αρρώστους, ανεξάρτητα από το γένος, τη φυλή και το θρήσκευμα. Έτσι το όραμά του το έκανε πραγματικότητα ιδρύοντας ένα πρότυπο και για τις μέρες μας κοινωνικό και φιλανθρωπικό σύστημα, τη «Βασιλειάδα». Ένα ίδρυμα που λειτουργούσε νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο και ξενώνας για την φροντίδα και ιατρική περίθαλψη των φτωχών αρρώστων και ξένων. Τις υπηρεσίες του τις πρόσφερε το ίδρυμα δωρεάν σε όποιον τις είχε ανάγκη. Το προσωπικό του ιδρύματος αυτού ήταν εθελοντές που προσφέρανε την εργασία για το καλό του κοινωνικού συνόλου. Ήταν ένα πρότυπο και σε άλλες επισκοπές και στους πλουσίους ένα μάθημα να διαθέτουν τον πλούτο τους με ένα αληθινά χριστιανικό τρόπο. Πραγματικά είναι άξιο θαυμασμού η έμπνευση που είχε ο Άγιος Βασίλειος ,τον 4ο αιώνα μ.Χ. να ιδρύσει και να λειτουργήσει ένα τέτοιο ίδρυμα - πρότυπο.

Καταπονημένος από την μεγάλη δράση που ανέπτυξε σε τόσους πολλούς τομείς ,εναντίον των διαφόρων κακοδοξιών και ειδικά της αιρέσεως του Αρειανισμού, μη διστάζοντας πολλές φορές να αντιταχθεί με την εκάστοτε πολιτική εξουσία, με όπλα του την πίστη και την προσευχή, με τα κηρύγματα και τους λόγους του, με τα πολλά ασκητικά και παιδαγωγικά συγγράμματα, καθώς και την ασκητική ζωή του ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας παραδίδει το πνεύμα στο Θεό την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών. Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος όχι μόνο το ποίμνιό του αλλά και όλο το χριστιανικό κόσμο της Ανατολής. Στην κηδεία του συμμετέχει και ένα πλήθος ανομοιογενές από άποψη θρησκευτικής και εθνικής διαφοροποιήσεως. Το υψηλής σημασίας θεολογικό και δογματικό του έργο καθώς και η λειτουργική και πρωτότυπη ανθρωπιστική του δράση, είναι η μεγάλη παρακαταθήκη που μας άφησε. Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία την 1ην Ιανουαρίου. Από το 1081μ.Χ. ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως - Νέας Ρώμης Ιωάννης Μαυρόπους (ο από Ευχαΐτων) θέσπισε έναν κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννη του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου, στις 30 Ιανουαρίου, ως προστατών των γραμμάτων και της παιδείας.

Με σοφία, στο απολυτίκιο του αναφέρεται η φράση «... τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας...». Και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στον Επιτάφιο για τον καλό και Μέγα φίλο του Άγιο Βασίλειο, αποδίδει σ' αυτόν, με την ποιητική και βαθιά στοχαστική ματιά του, το χαρακτηρισμό «παιδαγωγός της νεότητος»

Ο Μ. Βασίλειος, εκτός των άλλων θαυμάσιων και Θείας εμπνεύσεως έργων του, έγραψε και την εκτενή και κατανυκτική Θεία Λειτουργία, που, μετά την επικράτηση της συντομότερης Θείας Λειτουργίας του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τελείται 10 φορές το χρόνο:

την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του),
τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής,
τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων,
την Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο.

Λίγα θαυμαστά γεγονότα από τον βίο του Αγίου

Ιουλιανός ο Παραβάτης

Όταν ο Ιουλιανός ο παραβάτης, ο ασεβής και διώκτης των Χριστιανών, θέλησε να πάει στην Περσία να πολεμήσει πέρασε κοντά από την Καισαρεία. Ο Άγιος Βασίλειος γνωρίζοντας τον από την Αθήνα όπου ήταν συμφοιτητές πήγε μαζί με τον λαό να τον τιμήσει. Ο Ιουλιανός απαίτησε να του δωρίσει, αφού ο Άγιος δεν είχε τίποτε άλλο, τρεις από τους κριθαρένιους άρτους του. Ο Άγιος το έκανε και ο Ιουλιανός διέταξε τους υπηρέτες να ανταμείψουν τη δωρεά και να δώσουν χόρτο από το λειβάδι. Ο Άγιος Βασίλειος βλέποντας την καταφρόνηση του βασιλιά του είπε «εμείς, βασιλιά ότι μας ζήτησες από κείνο που τρώμε σου το προσφέραμε κι εσύ μας αντάμειψες από κείνο που τρως». Τότε ο Ιουλιανός θύμωσε πάρα πολύ και απείλησε, ότι όταν θα επιστρέψει από την Περσία νικητής, θα κάψει την πόλη και τον λαό θα τους πάρει δούλους. Όσο για τον ίδιο τον Άγιο Βασίλειο θα τον ανταμείψει όπως πρέπει.

Ο Άγιος Βασίλειος όταν πήγε στην πόλη ζήτησε από το λαό να μαζέψουν ότι πολύτιμο είχαν και να το αποθηκεύσουν κάπου έως ότου επιστρέψει ο φιλοχρήματος Ιουλιανός για να του το προσφέρουν. Ίσως κι έτσι κατευνάσουν την οργή του.

Όταν έμαθε ότι επιστρέφει ο άφρων βασιλιάς, ο Άγιος Βασίλειος ζήτησε από τους πολίτες να προσευχηθούν και να νηστεύσουν τρεις μέρες. Μετά όλοι μαζί ανέβηκαν στο δίδυμον όρος της Καισαρείας όπου στη μια από τις δύο κορυφές ήταν ο ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου. Εκεί προσευχόμενος ο Άγιος είδε σε οπτασία, μια μεγάλη ουράνια στρατιά, να κυκλώνει το όρος και στη μέση να κάθεται σε θρόνο μια γυναίκα (η Παναγία) και να δοξάζεται, η οποία γυναίκα είπε στους αγγέλους να της φέρουν τον Μερκούριο για να φονεύσει τον Ιουλιανό, τον εχθρό του υιού της. Έπειτα είδε τον Μάρτυρα Μερκούριο να φθάνει οπλισμένος μπροστά στην βασίλισσα των Αγγέλων κι όταν εκείνη τον πρόσταξε αυτός να φεύγει γρήγορα. Κατόπιν προσκάλεσε τον Άγιο Βασίλειο και του έδωσε ένα βιβλίο που ήταν γραμμένη όλη η δημιουργία της κτίσεως κι έπειτα του ανθρώπου. Στην αρχή του βιβλίου ήταν η επιγραφή «Είπε» και στο τέλος του βιβλίου εκεί που έγραφε για την πλάση του ανθρώπου ήταν η επιγραφή «Τέλος». Μόλις είδε την οπτασία αυτή ο Άγιος ξύπνησε.

Το νόημα της οπτασίας του βιβλίου, ήταν ότι ο Άγιος Βασίλειος έγραψε, όντως, ερμηνεία στην Εξαήμερον του Μωϋσέως στην οποία διηγείται, πως ο Θεός εποίησε τον ουρανό, την γη, τον ήλιο, την σελήνη, τη θάλασσα, τα ζώα και όλα τα αισθητά κτίσματα. Όταν όμως, έμελλε να γράψει και για την έβδομη ημέρα κατά την οποία ο Θεός έπλασε τον Αδάμ και την Εύα, τότε ο Μέγας αυτός Άγιος άφησε την τελευταία του πνοή στη γη και πήγε στους ουρανούς να συναντήσει τον Κύριον του που με δύναμη αγάπησε και που γι' Αυτόν μέσα σε πολύ σύντομο διάστημα που έζησε έπραξε τόσα πολλά και τόσο μεγάλα. Το έργο του συμπλήρωσε κατόπιν ο αδελφός του ο Άγιος Γρηγόριος ο Αρχιεπίσκοπος Νύσσης, που έγραψε για την έβδομη ημέρα της πλάσεως του ανθρώπου.

Όταν ο Άγιος είδε την οπτασία, πήγε στην πόλη με μερικούς κληρικούς, στο Ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, όπου μη βρίσκοντας το λείψανο του Αγίου και τα όπλα του που φυλάσσονταν στον Ναό έναν αιώνα αφότου μαρτύρησε επί της βασιλείας του Βαλεριανού και Βαλερίου, κατάλαβε τι είχε συμβεί κι έτρεξε αμέσως στο λαό να τους ειδοποιήσει ότι ο άφρων Ιουλιανός φονεύθηκε.

Βλέποντας το θαύμα οι Χριστιανοί και την παρρησία του Αγίου Βασιλείου δεν θέλησαν να πάρουν πίσω την περιουσία που είχαν αποθηκεύσει για τον τύραννο Ιουλιανό. Ο Άγιος όμως αφού τους επαίνεσε για την πράξη τους, το ένα τρίτο του ποσού τους το έδωσε και τα υπόλοιπο ποσό το διέθεσε για να κτίσουν πτωχοτροφεία, ξενοδοχεία, νοσοκομεία, γηροτροφεία και ορφανοτροφεία.

Ουάλης

Μετά τον Ιουλιανό τον παραβάτη, βασίλευσε ο θεοσεβής Ιοβιανός μόνο για ένα χρόνο και κατόπιν τη βασιλεία παρέλαβαν ο Ουαλεντιανός και ο αδελφός του Ουάλης που ήταν αιρετικός, οπαδός του Αρειανισμού και διώκτης των Ορθοδόξων Χριστιανών. Ο Ουάλης αφού πήρε με το μέρος του όλους τους επισκόπους, θέλησε να κάμψει και τον Μέγα Βασίλειο που έμαθε ότι ήταν ανένδοτος. Έστειλε δύο δικούς του ανθρώπους, οι οποίοι με απειλές προσπάθησαν να αποδεχθεί ο Άγιος τις αιρετικές και βλάσφημες δοξασίες του Αρείου. Ο ένας, μάλιστα ο άρχοντας Μόδεστος αφού γύρισε άπραγος στον βασιλιά του είπε ότι, ευκολότερο είναι να μαλακώσει κανείς το σίδηρο παρά την γνώμη του Βασιλείου. Ακούγοντας αυτά ο βασιλιάς Ουάλης θέλησε να πάει ο ίδιος στον Μέγα Βασίλειο. Αυτό και έκανε. Ήταν η μεγάλη εορτή των Θεοφανείων, όταν έφθασε ο βασιλιάς στον Ναό. Εκεί είδε την τάξη και την ησυχία των Χριστιανών που παρακολουθούσαν, τον Άγιο Βασίλειο να τους διδάσκει, σεμνός, απέριττος, με λόγο δυνατό, γεμάτο σοφία και χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο βασιλιάς έδειξε να μετανιώνει κι αφού μίλησε με τον Άγιο, έφυγε.

Οι Αρειανοί Αρχιερείς, όμως και πάλι μετέβαλαν τη γνώμη του βασιλιά και τον έπεισαν να εξορίσει τον Άγιο. Όρισε τότε ο βασιλιάς να συντάξουν ένα κείμενο με την απόφαση της εξορίας του Αγίου. ‘Ομως, βλέποντας ότι το χέρι εκείνου που θα έγραφε την απόφαση της εξορίας, ξεράθηκε και το ίδιο του το παιδί αρρώστησε βαριά, κάλεσε τον Άγιο να προσευχηθεί. Και κείνος μόνο που είδε το παιδί το ίασε. Και τον Μόδεστο, ακόμη γιάτρευσε που και κείνος κινδύνευε να πεθάνει. Αυτά είδε ο βασιλιάς και γύρισε στο θρόνο του.

Ο βασιλιάς Ουάλης αργότερα, θέλησε να χωρίσει την επαρχία της Καππαδοκίας σε δύο επαρχίες, με έδρα την Καισάρεια στη μία και τα Τύανα στην άλλη. Οι επίσκοποι αιρετικοί όπως ήταν βρήκαν ευκαιρία, γιατί συνέχεια φιλονικούσαν με τον Άγιο Βασίλειο να χωρίσουν και τις Μητροπόλεις σε δύο, ορίζοντας δικό τους Μητροπολίτη στα Τύανα. Τότε ο Άγιος με ταπείνωση τους είπε ότι η Εκκλησία δεν έχει υποχρέωση να ακολουθεί την βασιλεία, αλλά η βασιλεία την Εκκλησία, ούτε είναι πρέπον να χωρίζουν οι Μητροπολίτες, οι μιμητές του Χριστού επειδή χώρισαν οι έπαρχοι. Δεν τον άκουσαν όμως οι επίσκοποι και όρισαν Μητροπολίτη Τυάνων κάποιον Άνθιμον. Κι όχι μόνο αυτό αλλά έκλεψαν και κάποια κτήματα του Ναού του Αγίου Ορέστου που ήταν στη δικαιοδοσία του Αγίου Βασιλείου. Ο Άγιος ως μιμητής Χριστού, ειρήνευσε και αρκέσθηκε στην επαρχία της Καισαρείας. Βλέποντας ο Θεός την υπομονή του, σύντομα τιμώρησε τον Μητροπολίτη Τυάνων Άνθιμον και ενώθηκαν και πάλι οι επαρχίες. Τότε είναι καθώς λένε ότι χειροτόνησε ο Άγιος Βασίλειος τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο Επίσκοπο στα Σάσιμα.

Αργότερα πάλι, με περίσσιο θράσος οι Αρειανοί επίσκοποι και με την άδεια του βασιλιά Ουάλη εκδίωξαν τον Ορθόδοξο Αρχιερέα της Νίκαιας και τους Χριστιανούς της πόλης και κατέλαβαν τον Μητροπολιτικό Ναό. Τότε έδρασε γι' άλλη μια φορά ο Μέγας αυτός Άγιος της Εκκλησίας μας και αφού πήρε την άδεια του βασιλιά να διευθετήσει όπως αυτός ήθελε με τον τρόπο του, αρκεί να είναι δίκαιος και για τα δύο μέρη, έφθασε στη Νίκαια και είπε να σφραγίσουν τον Ναό και οι Ορθόδοξοι και οι Αρειανοί και αφού προσευχηθούν πρώτα οι οπαδοί του Αρείου, εάν ανοίξουν οι πύλες να πάρουν αυτοί τον Ναό, εάν όμως όχι να προσευχηθούν οι Ορθόδοξοι και εάν ανοίξουν οι πύλες να τους δοθεί και πάλι ο Ναός εάν όχι να πάει στους Αρειανούς. Συμφώνησαν όλοι και περισσότερο οι Αρειανοί αφού πλεονεκτούσαν στη περίπτωση που δεν άνοιγαν οι πύλες. Έτσι κι έγινε. Προσευχήθηκαν πρώτα οι Αρειανοί, για τρεις ημέρες. Πώς να τους ακούσει ο Υιός του Θεού, όταν αυτοί τον υβρίζουν; Οι πύλες και βέβαια έμειναν κλειστές. Μετά προσευχήθηκαν οι Ορθόδοξοι με τον Άγιο Βασίλειο στο Ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Διομήδους, που ήταν κοντά στον Μητροπολιτικό Ναό. Κατόπιν ο Άγιος Βασίλειος με όλο το πλήθος των Ορθοδόξων Χριστιανών πήγαν στο Μητροπολιτικό Ναό και όταν ακούσθηκε ο Μέγας Βασίλειος να λέει «Ευλογητός ο Θεός των Χριστιανών εις τους αιώνας των αιώνων», έσπασαν οι μοχλοί και οι κλειδαριές και οι πύλες άνοιξαν. Μετά από αυτό το θαύμα ο Ναός επανήλθε στους Ορθοδόξους και πολλοί από τους πιστούς του Αρείου έγιναν Ορθόδοξοι.

Οσιος Εφραίμ ο Σύρος

Μαθαίνοντας ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, τα θαύματα του Αγίου Βασιλείου, παρακάλεσε τον Θεό να του αποκαλύψει ποιος είναι ο Άγιος. Είδε τότε στήλη πυρός που έφθανε μέχρι τον ουρανό και άκουσε μια φωνή να λέει «Εφραίμ, Εφραίμ, καθώς την πυρίνην ταύτην στήλην, τοιούτος είναι ο Μέγας Βασίλειος». Τότε γρήγορα έφυγε από την έρημο παίρνοντας μαζί του ένα διερμηνέα που να μιλάει την Ελληνική και Συριακή γλώσσα και πήγε να βρει τον Άγιο Βασίλειο. Έφθασε την ημέρα της εορτής των Θεοφανείων, όταν την ώρα εκείνη λειτουργούσε ο Μέγας Βασίλειος και βλέποντας ο Όσιος Εφραίμ τα λαμπρά και πολύτιμα άμφια τα οποία φορούσε ο Άγιος Βασίλειος, θέλησε να φύγει γιατί νόμιζε ότι μάταια πήγε. Τότε έστειλε, ο Άγιος Βασίλειος ένα διάκονο να βρει στη δυτική πύλη τον Όσιο Εφραίμ και να τον φέρει στο ιερό. Ο Όσιος δεν θέλησε να πάει λέγοντας στον διάκονο, ότι μάλλον πλανήθηκε ο Αρχιερέας, γιατί αυτοί είναι ξένοι. Έστειλε πάλι τον διάκονο ο Άγιος Βασίλειος λέγοντας του να του πει «Κύριε Εφραίμ, ελθέ εις το Άγιον Βήμα, διότι σε καλεί ο Αρχιεπίσκοπος». Κατάλαβε έτσι ο Όσιος ότι στήλη πυρός ήταν ο Μέγας Βασίλειος και πήγε στο Άγιο Βήμα και αφού τον ασπάσθηκε συνομίλησε μαζί του για πνευματικά θέματα και θεία νοήματα.

Μια χάρη σου ζητώ, Άγιε Δέσποτα του είπε μέσω του διερμηνέα του ο Όσιος εφραίμ, να προσευχηθείς στον Κύριο μας να μου χαρίσει το Πανάγιο Πνεύμα την δύναμη να μιλήσω Ελληνικά. Προσευχήθηκε ο Άγιος Βασίλειος μαζί με τον Όσιο Εφραίμ και να το θαύμα. Ο Όσιος πραγματικά μίλησε Ελληνικά. Κατόπιν ο Άγιος Βασίλειος εχειροτόνησε τον Όσιο Εφραίμ Ιερέα και τον διερμηνέα του Διάκονο.

Μιμητής Χριστού

Όταν κάποτε παρατήρησε τον τοπικό άρχοντα για μία αδικία που έκανε σε μια χήρα γυναίκα, κι αφού ο άρχοντας δεν συμμορφώθηκε, αναγκάσθηκε ο Άγιος να του πει, ότι όπως έμενε ασυγκίνητος στις εκκλήσεις αυτής της αδικημένης γυναίκας έτσι κάποιοι θα μένουν ασυγκίνητοι όταν αυτός ο ίδιος θα έχει την ανάγκη τους. Έτσι έγινε όταν ο βασιλιάς του έδειξε την οργή του, οδηγώντας τον σιδηροδέσμιο οι στρατιώτες του στις πόλεις για να πληρώσει τις αδικίες που είχε κάνει. Τότε κατάλαβε την πρόρρηση του αγίου και παρακάλεσε τον Άγιο Βασίλειο και τον Θεό να τον λυπηθεί. Ο αμνησίκακος Άγιος προσευχόμενος στον Θεό και μόνο με την ευχή του ηρέμησε το βασιλιά και μετά από έξι μέρες αφ' ότου ο δυστυχής άρχοντας παρακάλεσε τον Άγιο Βασίλειο έφθασε γράμμα από το βασιλιά όπου τον ελευθέρωνε. Μ' αυτό τον τρόπο συνετίσθηκε ο άρχοντας κι αναγνώρισε την καλωσύνη του Αγίου τον οποίο κι ευχαρίσθησε. Και στη γυναίκα που είχε αδικήσει έδωσε διπλάσιο το ποσό.

Προς το τέλος της επίγειας πορείας του, καθώς μετέβαινε στην Εκκλησία, μία αμαρτωλή γυναίκα έπεσε στα πόδια του ρίχνοντας ένα γράμμα στο οποίο έγραψε τις αμαρτίες της, γιατί ντρεπόταν η ίδια να τις ξεστομίσει και κλαίγοντας παρακαλούσε τον Άγιο να το διαβάσει και να συγχωρήσει τις αμαρτίες της. Ο Άγιος την παρηγόρησε, και είπε ότι μόνο ο Κύριος συγχωρεί τις αμαρτίες μας. Φιλεύσπλαχνος, όπως ήταν, κρατούσε το γράμμα σ' όλη τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Στο τέλος κάλεσε τη γυναίκα και της επέστρεψε το γράμμα. Εκείνη μόλις το άνοιξε δεν βρήκε τίποτε γραμμένο, παρά μόνο ένα σημείο όπου αναφέρει ένα θανάσιμο αμάρτημά της. Κλαίγοντας πάλι τον παρακαλούσε να την λυπηθεί και να προσευχηθεί και πάλι στο Θεό να τη συγχωρήσει. Ο Άγιος Βασίλειος τότε της είπε να πάει αμέσως στην έρημο να βρει τον Όσιο Εφραίμ και να δεηθεί αυτός, στον Θεό για το αμάρτημα της. Η γυναίκα χωρίς να χρονοτριβήσει με την ευχή του Αγίου πήγε αμέσως στην έρημο. Εκεί βρήκε τον Όσιο Εφραίμ κι αφού του διηγήθηκε την ιστορία της, τον παρακάλεσε θερμά.
Ο Όσιος όμως της αρνήθηκε, λέγοντας της να πάει στον Άγιο Βασίλειο όπου οι δικές του δεήσεις έσβησαν τις αμαρτίες της έτσι αυτός πάλι μπορεί να δεηθεί στον Κύριο και για τη μία αμαρτία που έμεινε. Να το κάνει σύντομα όμως γιατί ο Άγιος σε λίγο πεθαίνει. Εκείνη μόλις το άκουσε έφυγε τρέχοντας να προλάβει ζωντανό τον Άγιο. Όταν έφθασε, όμως η δύστυχη βρήκε το φέρετρο του και πλήθος κόσμου πάνω του. Έκλαιγε και φώναζε, ρίχνοντας το γράμμα στα πόδια του Αγίου είπε σε όλους την ιστορία. Κλαίγοντας έλεγε ότι ο Άγιος μπορούσε να δεηθεί και γι' αυτή την αμαρτία αλλά την έστειλε σε άλλον. Ένας Ιερέας τότε θέλησε να δει στο γράμμα για ποια αμαρτία μιλούσε η γυναίκα. Και τότε να το θαύμα. Δεν υπήρχε στο γράμμα τίποτε γραμμένο.
Κατά την τελευταία μέρα πάλι της ζωής του ο Άγιος και Μέγας Βασίλειος έκανε Χριστιανό τον Εβραίο γιατρό και φίλο του Ιωσήφ καθώς και όλη του την οικογένεια με θαυμαστό τρόπο. Αφού ο γιατρός τον επισκέφθηκε, ρώτησε ο Άγιος να του πει πόσες ώρες του μένουν. Αυτός πιάνοντας τον σφυγμό του, του είπε ότι μένουν λίγες ώρες, κι ότι στη δύση του ηλίου θα πεθάνει. Ο Άγιος τότε του είπε ότι αν ζήσει μέχρι την επόμενη ημέρα τι θα κάνει. Ο Ιωσήφ του είπε ότι αν συμβεί κάτι τέτοιο να πεθάνει ο ίδιος. Καλά το λες του είπε ο Άγιος να πεθάνεις την αμαρτία και να ζήσεις εν Χριστώ. Δέχθηκε ο Ιωσήφ γιατί ήταν αδύνατο με τους φυσικούς νόμους να συνέβαινε κάτι τέτοιο. Όταν έφυγε ο Εβραίος, προσευχήθηκε ο Άγιος Βασίλειος στον Θεό να του παρατείνει τη ζωή και για να δώσει την πραγματική ζωή στο φίλο του Ιωσήφ και στην οικογένεια του και για να προλάβει να έρθει εκείνη η δυστυχισμένη γυναίκα, που έστειλε στην έρημο στον Όσιο Εφραίμ. Ο Θεός άκουσε τη δέηση του αγαπημένου δούλου του. Την επόμενη ημέρα το πρωΐ ζήτησε να του φέρουν τον Εβραίο γιατρό. Εκείνος αμέσως πήγε στο σπίτι του Αγίου νομίζοντας ότι θα τον βρει νεκρό. Βλέποντας όμως ότι ο Άγιος Βασίλειος ήταν ζωντανός χωρίς καν σφυγμό και ζωή στις φλέβες του έπεσε στα πόδια του κι αναγνώρισε τον αληθινό Θεό και Σωτήρα Ιησού Χριστό. Σε λίγο ο ίδιος ο Άγιος βάπτισε τον Ιωσήφ με το όνομα Ιωάννη και όλη του την οικογένεια.
Γύρω στις δέκα ρώτησε πάλι ο Άγιος τον φίλο του «Κύριε Ιωάννη πότε θα πεθάνω;» κι εκείνος του απάντησε «όταν ορίσεις εσύ Δέσποτα»

Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου

Κατανοώντας ο Άγιος Βασίλειος τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί και στον κλήρο και στο λαό, να παρακολουθήσουν την μακρά Θεία Λειτουργία και τις ευχές προς τον Θεό, στην όλη ακολουθία του Αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου, παρακάλεσε τον Κύριο με νηστεία και προσευχή να του φανερώσει τον τρόπο να βοηθήσει τους πιστούς. Ο τρόπος, θαυμαστός, όπως μόνο σε έναν Μεγάλο διδάσκαλο, Πατέρα και Άγιο της Εκκλησίας θα ταίριαζε. Σε οπτασία, λοιπόν, είδε ο Άγιος, ο σοφότατος Βασίλειος, τον Κύριο με τους Αποστόλους, να τελεί την Θεία Μυσταγωγία, λέγοντας τις ευχές όχι όπως ακριβώς είναι γραμμένες στη Θεία λειτουργία του αδελφοθέου Ιακώβου, αλλά συντετμημένες με τέτοιο τρόπο, όπως τις συνέθεσε κατόπιν ο Άγιος στη Θεία Λειτουργία του.

Απολυτίκιο. Ήχος α'.
Εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος σου,
ως δεξαμένην τον λόγον σου
δι' ου θεοπρεπώς εδογμάτισας,
την φύσιν των όντων ετράνωσας,
τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας,
Βασίλειον ιεράτευμα, Πάτερ όσιε,
Χριστόν τον Θεόν ικέτευε,
δωρήσθαι ημίν το μέγα έλεος.
Πηγή: http://www.impantokratoros.gr/