HeadShort.png

8/9 Πώς το Γενέσιον της Θεοτόκου συνιστά την απαρχή της σωτηρίας μας



Τί έκανε λοιπόν ο πλάστης και κηδεμόνας μας; Άφησε άραγε μέχρι το τέλος το πλάσμα του να ταλαιπωρείται, να μένει δούλος των παθών; Όχι βέβαια. Πώς δηλαδή θα ανεχόταν, αυτό που έπλασε από υπερβολική αγάπη, να το βλέπει μ’ ευχαρίστησή του να μένει αιχμάλωτο και να ζει στην πλάνη; Γι’ αυτό, αφού συνεδρίασε με τον εαυτό της, αν επιτρέπεται να το πω έτσι, η ενό­τητα της αγίας Τριάδας (είναι όμως θεμιτό να το πούμε για την ανάπλαση, επειδή και το, «ας δημιουργήσουμε άνθρωπο σύμφω­να με την εικόνα μας και όμοιο με μας» έχει λεχθεί για την αρχική πλάση) με την ενιαία θέλησή της διευθέτησε την ανάπλα­ση του πλάσματός του που είχε συντριβή.

genesion-theotokou

Κι αυτή (γιατί είχαν εξαγριωθεί και ρημαχτεί φοβερά οι άνθρωποι και δεν επέστρεφαν ούτε με απειλές ούτε με ποινές ούτε με νόμους ούτε με προφήτες), ζητούσε άνθρωπο που είχε την ίδια μ’ εμάς φύση, στον οποίο θα ήταν δυνατό να δει απαράβατη την τήρηση της νομοθεσίας, ώστε και για να μπορούν οι άνθρωποι, με όσα έβλε­παν τους συνανθρώπους τους να πράττουν, να τους μιμούνται, και αυτό με το οποίο έλαβε τη δύναμή του εναντίον μας αυτός ο μηχανορράφος, με το ίδιο να καθαιρεθεί από την κυριότητα με νόμιμη νίκη και αγώνισμα.

Έπρεπε λοιπόν κάποιο από τα πρόσωπα της Τριάδας να έρθει στους ανθρώπους, ώστε, όποιας φύσης ήταν το δημιούργημα, αυτής να φανεί ότι είναι και το αναδημιούργημα· και έπρεπε οπωσδήποτε εκείνο να γίνει κάτω Υιός και να μην ατιμάσει το άνω αξίωμά του, που από τους αιώνες το είχε και δοξαζόταν μ’ αυτό. Αλλά να βρεθεί ανάμεσα στους υιούς των ανθρώπων δεν ήταν δυνατό χωρίς τη σάρκωση. Γιατί η σάρκωση είναι η οδός για τη γέννηση, και γέννηση είναι η κατάληξη της κυοφορίας. Κι αυτή, περιγράφοντας μητέρα, ζητούσε εύλογα να γίνει από πριν η ετοιμασία της. Έπρεπε άρα να ετοιμαστεί κάτω μητέρα του πλάστη για την ανάπλαση εκείνου που είχε συντριβεί, κι αυτή να είναι παρθένος, ώστε, όπως από παρθένα γη πλάσθηκε ο πρώτος άνθρωπος, έτσι κι από παρθενική μήτρα να πραγμα­τοποιηθεί η ανάπλαση, και καμιά παρέμβαση ηδονής ούτε νόμιμη, ούτε και να επινοηθεί στη γέννηση του δημιουργού· γιατί ήταν αιχμάλωτος της ηδονής αυτός που ο Δεσπότης θέλη­σε να ελευθερώσει και καταδέχθηκε να γεννηθεί.

Αλλά ποια ήταν άξια να γίνει διάκονος του μυστη­ρίου; Ποια ήταν άξια να γίνει μητέρα του Θεού και να δανείσει σάρκα σ’ εκείνον που πλουτίζει τα σύμπαντα; Ποια λοιπόν ήταν άξια; Ή είναι φανερό ότι είναι αυτή που σήμερα βλάστησε με τρόπο παράδοξο από την άκαρπη ρίζα, τον Ιωακείμ και την Άννα, της οποίας εμείς εορτάζουμε λαμπρά τη γέννησή της και της οποίας η γέννηση κάνει την αρχή του θαύματος του μεγί­στου μυστηρίου, εννοώ της ένσαρκης γέννησης του Σωτήρα και για την οποία συγκροτήθηκε αυτή η θεία και πάνδημη σύναξη; Γιατί έπρεπε, έπρεπε αυτή που από τα σπάργανα διατήρησε αγνό το σώμα της, αγνή τη ψυχή και αγνούς τους λογισμούς με ανώτερο λόγο, να προοριστεί αυτή μητέρα του πλάστη.

Έπρεπε αυτή που από βρέφος προσφέρθηκε στο ναό και εισήλθε στους άβατους χώρους, να φανεί έμψυχος ναός εκείνου που της έδωσε τη ψυχή. Έπρεπε αυτή που γεννήθηκε από άγονη μήτρα με λόγο παράδοξο και εξάλειψε το όνειδος των γονέων της, να ανα­καλέσει και το σφάλμα των προπατόρων. Γιατί είχε τον προορι­σμό η απόγονος να αποκαταστήσει την ήττα την προγονική γεν­νώντας με γέννα χωρίς άνδρα τον Σωτήρα του γένους και δίνο­ντας σώμα σ’ αυτόν. Έπρεπε αυτή που με το κάλλος της ψυχής της έδωσε ωραία στον εαυτό της μορφή, να εμφανισθεί ξεχωρι­στή νύμφη που να ταιριάζει στον ουράνιο νυμφίο. Έπρεπε αυτή, που με τις σαν άστρα εκδηλώσεις των αρετών της, κατέστησε τον εαυτό της ουρανό, ανατέλλοντας τον ήλιο της δικαιοσύνης να γίνει γνωστός σε όλους τους πιστούς. Έπρεπε αυτή που μία φορά έβαψε τον εαυτό της με το πορφυρό χρώμα των παρθενικών αιμάτων της, να γίνει αλουργίδα (βασιλικό ένδυμα) του Βασιλιά των πάντων.

Πω πω θαύμα! αυτόν που η φύση όλη δεν χωρεί, τον κυοφο­ρεί άνετα η παρθενική μήτρα. Αυτόν που δεν τολμούν να ατενί­σουν τα Χερουβίμ, η Παρθένος τον κρατεί στην αγκαλιά της με τα πήλινα χέρια της. Το όρος το άγιο προέρχεται από την έρημη και άγονη μήτρα, από το οποίο, αφού αποκόπηκε χωρίς σύμπραξη χεριών λίθος πολύτιμος ακρογωνιαίος ο Χριστός ο Θεός μας, συνέτριψε τους ναούς των δαιμόνων και τα βασίλεια του Άδη μαζί με την ίδια την τυραννική εξουσία. Ο έμψυχος και ουράνιος κλίβανος κατασκευάζεται στη γη, μέσα στον οποίο ο πλάστης, αφού έψησε της δικής μου ζύμης την απαρχή και κατέκαψε μαζί και τα ζιζάνια που φύτρωσαν, καθαρή όλη τη ζύμη την κάνει άρτο για τον εαυτό του. Αλλά τί θα μπορούσε να πει κανείς και τί δεν θα πάθει διαπλέοντας το πέλαγος των χαρι­σμάτων και κατορθωμάτων της Παρθένου; Δειλιάζει και χαίρε­ται και ηρεμεί κι αναπήδα από χαρά. Και πάλι σωπαίνει και βρί­σκει τη μιλιά του, συστέλλεται και πλατύνεται, συρόμενος ταυτό­χρονα από τη μια από το φόβο, και από την άλλη από τον πόθο.

Εγώ όμως παραδίδοντας τον εαυτό μου στον πόθο μάλλον παρά στο φόβο, με ευχαρίστηση, γνωρίζετε καλά, ήρθα και πολλά λέγοντάς σας, αν και είναι άχρηστα, με τον σαν ποτάμι λόγο μου, καθώς τα παρθενικά αίματα με κάνουν να λιμνάζω (να ακινητοποιούμαι) και να πλημμυρώ, και μάλιστα βλέποντας και εσάς να ανοίγετε πρόθυμα τις ακοές σας και όλο σας το νου να τον έχετε στρέψει στον ύμνο της Αειπάρθενου, και συνάμα να εξαγνίζεσθε, αν εγώ έχω μυηθεί κάπως στα παρθενικά μυστήρια. Αλλ’ όμως η περίσταση σε άλλα μας παρακινεί, σε άλλου είδους τιμή της Παρθένου· εννοώ να αρχίσουμε τη μυστική και αναίμακτη θυσία (γιατί τιμή της μητέρας είναι η ανάμνηση των εκού­σιων παθημάτων του Υιού), προς την οποία έλκομαι στη συνέχεια και την οποία είναι πολύ επίκαιρο να τελέσω ως ιερουργός.

Αλλά εσύ, Παρθένε και μητέρα του Λόγου, ο δικός μου εξιλασμός και η καταφυγή, που με παράδοξο τρόπο καλλιεργή­θηκες από τη στείρα και που καρποφόρησες για μας ακόμα πιο παράδοξα το στάχυ της ζωής, πρεσβεύοντας και μεσιτεύοντας προς τον Υιό σου και Θεό μας για μας που είμαστε υμνητές σου να καθαρισθούμε από κάθε ρύπο και κάθε μόλυσμα, ανάδειξέ μας άξιους για τον ουράνιο νυμφώνα προς αιώνια ανάπαυση και καταφωτιζόμενους από το τριπλό φως της υπερούσιας Τριάδας και εντρυφώντας μέσα στα υπερφυσικά και άρρητα θεάματα αυτής με τη χάρη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη στους αιώνες των αιώ­νων. Αμήν.
(Αγίου Φωτίου του Μεγάλου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Ομιλία Θ΄, Εις το Γενέσιον της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, ΕΠΕ 12, σ. 248-273 (αποσπάσματα).

https://www.pemptousia.gr

 

Όταν η Παναγία καθόταν στο τραπέζι μας [ π. Δημητρίου Μπόκου ]


Κατά το Μάιο του 1929, τα λίγα χωράφια του χωριού και τα αμπέλια του κινδύνευαν να καταστραφούν τελείως από την επιδρομή αμέτρητων παμφάγων ακρίδων. Τρόπος να τις διώξουν δεν υπήρχε, ούτε μέσο να τις καταστρέψουν. Τα χτήματα ήταν στην απόλυτη κυριαρχία της φοβερής ακρίδας. Όλοι οι χωρικοί έβλεπαν με δέος, πόνο και απελπισία την επικείμενη καταστροφή. Μόνο ο πανάγαθος Θεός μπορούσε να βοηθήσει με το άπειρο έλεός του και με τις ικεσίες της προστάτιδάς μας Παναγίας της Πυρσόγιαννης.
Το ίδιο απόγευμα οι κάτοικοι του χωριού, με πρώτο τον ιερέα παπα-Ηλία Παπακώστα, πηγαίνουν ασθμαίνοντας να φέρουν τη θαυματουργό εικόνα της Παναγίας για να γλυτώσει η Χάρη της τα χτήματα από την ολική καταστροφή και εξαφάνιση.
Όλο το βράδυ έψαλαν με κατάνυξη και με ιδιαίτερη προσοχή τη μεγάλη Παράκληση και πουρνό-πουρνό, ψάλλοντας σε όλο τον δρόμο το «Εν τη Γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε…», τη μετέφεραν στο χωριό μας και στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου. Γονατιστοί μέσα στο ναό έψαλαν τη μεγάλη Παράκληση και πήραν Αγιασμό, για να ραντίσουν τα δοκιμασμένα από τη λαίλαπα των ακρίδων χτήματα. Στο τέλος όλο το χωριό με επικεφαλής τον ιερέα παπα-Ηλία Παπακώστα, ψάλλοντας συνεχώς και ικετεύοντας, έφεραν τη θαυματουργή Εικόνα έξω από τον Ναό του Αγίου Μηνά, με πρόσωπο προς τα χτήματα και προσεύχονταν για να κάνει το θαύμα η Παναγία μας.
Και ω των θαυμασίων σου, Μητέρα του Θεού, Μητέρα της ψυχής μας και προστασία όλων!
Οι ακρίδες, σύννεφα ολόκληρα, φεύγοντας από τα χτήματα, έπεφταν στον Σαραντάπορο ποταμό και πνίγονταν. Η φωνή απελπισίας, η θερμή ικεσία και παράκληση των συγχωριανών εισακούσθηκε. Η Παναγία μας, η προστάτις όλων των πονεμένων, έσωσε για μια ακόμη φορά το χωριό μας. Δοξασμένο ας είναι το άγιο όνομά της!
(Ελεύθερη παράθεση από το βιβλίο: Νικολάου Τσίπα, Σεργιάνισμα στους χώρους και στην ιστορία της Πυρσόγιαννης).
Τέτοια γινόντουσαν τις εποχές που οι άνθρωποι είχαν μονάχα τον γείτονα και τον Θεό. Τον γείτονα για τα πέρα-δώθε, τον Θεό για τα δύσκολα. Είτε χαρά είχαν είτε λύπη, εκεί θα έτρεχαν. Έλεγαν π.χ. οι Φαρασιώτες της Καππαδοκίας, οι συμπατριώτες του αγίου Παϊσίου: «Εμείς στην πατρίδα μας τί θα πει γιατρός δεν ξέραμε. Στον Χατζεφεντή τρέχαμε (στον άγιο Αρσένιο, που τους διάβαζε κάποια ευχή και γίνονταν καλά). Στην Ελλάδα μάθαμε από γιατρούς, αλλ’ αν τα πούμε αυτά εδώ στους ντόπιους, τους φαίνονται παράξενα».
Ο Θεός, η Παναγία και οι Άγιοι, ήταν η απαντοχή τους, η παρέα, το αποκούμπι τους. Μ’ αυτούς τα λέγανε, μ’ αυτούς τρωγόντουσαν νύχτα και μέρα. Στον Θεό λέγαν την καλημέρα τους με το που άνοιγαν τα μάτια τους, σ’ αυτόν και την καληνύχτα τους. Ο μεγάλος Μακρυγιάννης διηγείται πως μάλωσε κάποτε, φτωχό παιδί, με τον Αϊ-Γιάννη τον Πρόδρομο, πικραμένος από την ανθρώπινη κακία. Και μια με τις απειλές, μια με τα παρακάλια, έκαμα, λέει, τις συμφωνίες μου με τον άγιο, να με βοηθήσει αυτός να προκόψω, κι εγώ να του φτιάξω καινούργια την εκκλησία του.
Ο ατίθασος Καραϊσκάκης είχε την Παναγία την Προυσιώτισσα, την «Κυρά της Ρούμελης», σαν μάνα του. Στο μοναστήρι της είχε τη μόνιμη κατοικία του. Της μιλούσε με απόλυτη οικειότητα. Με τη γνωστή του αμετροέπεια, χαριεντίζονταν μαζί της με απλότητα, όταν ασήμωσε την εικόνα της, μετά από μια θεραπεία του από τους πυρετούς και τις θέρμες που τον τσάκιζαν αδιάκοπα: «Γυναίκα δεν είσαι και συ, Μεγαλόχαρη; Έπρεπε, βλέπεις, να σου τάξω μπιχλιμπίδια για να με κάνεις καλά!»
Αυτά δείχνουν σχέση. Οικεία, ζεστή σχέση. Ο Θεός, οι άγιοι, μα ιδιαίτερα η Παναγία, δεν ήταν κάποιοι ξένοι, άγνωστοι, μα σπιτικοί, οι δικοί τους άνθρωποι. Μέλη της οικογένειάς τους. Δεν βάδιζαν μόνοι τον τραχύ δρόμο της ζωής τους, αλλά παρέα με τους αγίους τους, «συν πάσι τοις αγίοις». Οικοδέσποινα, νοικοκυρά σε κάθε σπίτι, είχαν πάντα τη Μεγαλόχαρη. Σε κάθε συμφορά, την Παναγιά καλούσαν πρώτη-πρώτη να συνδράμει. Δεν ήταν γάμος και χαρά, που να μη ζητήσουν με τα όμορφα τραγούδια τους να παρευρεθεί κι εκείνη στη χαρούμενη συντροφιά τους.
- Έλα Θεέ και Παναγιά με τον Μονογενή σου,
κι ευλόγα μας τούτ’ την δουλειάν, που ’ναι ’πο την βουλήν σου…
Δεν ήταν πόνος και καημός, που δεν θα τον ακουμπούσαν στα πόδια της πιο πονεμένης μάνας του κόσμου. Τα δάκρυα της Παναγιάς για τον μοναχογιό της, γίνονταν βάλσαμο και παρηγοριά, ένα με τα δικά τους δάκρυα. Έσμιγε το πικρό μοιρολόι τους με τον θρήνο της Μεγάλης Μάνας τους.
- Άρχοντες, αφουγκράστε μου της Δέσποινας τον θρήνον,
πώς κλαίει τον Μονογενή εις τον Σταυρόν εκείνον…
Δεν έβαζαν ψωμί στο στόμα τους, αν δεν καλούσαν Χριστό και Παναγιά συντροφιά στο τραπέζι τους, αχώριστους συνδαιτυμόνες τους.
- Σε τουτ’ την τάβλα που ’μαστε, σε τούτο το τραπέζι,
τον Άγγελο φιλεύουμε και το Χριστό κερνάμε
και την Παρθένα Δέσποινα διπλά την προσκυνάμε,
να μας χαρίσει τα κλειδιά, κλειδιά του Παραδείσου,
ν’ ανοίξω τον Παράδεισο, να μπω να σεργιανίσω,
να δω τους πλούσιους πώς περνούν και τους φτωχούς τί κάνουν…
Και η Παναγιά; Να μη συντρέχει, όταν τ’ αγαπημένα της παιδιά την προσκαλούν; Να μη σκοτώνεται να τα σκεπάσει, όταν απελπισμένα τη φωνάζουν; Σχέση αγάπης, βλέπεις, είναι αυτή, αμφίδρομη, πώς να φανεί αδιάφορη; Αισθάνεται μάνα κι αυτή για όσους αισθάνονται παιδιά της. Ξεχειλίζει ο μητρικός της πόθος για μας.
Εμείς όμως; Σήμερα που δεν μας νοιάζει ο γείτονας και τον Θεό δεν τον ντρεπόμαστε μήτε τον θέλουμε, που νοιώθουμε τάχα δυνατοί και άτρωτοι στον, παρά ταύτα, ετοιμόρροπο τενεκεδένιο μας παράδεισο, θα παραμείνουμε αδιάφοροι σε μια τέτοια μητέρα; Που καταδέχεται να μας θεωρεί, όχι κάποιους μακρινούς, αλλά καταδικούς της οικείους, λατρεμένους της συγγενείς; Πού θα ξαναβρούμε μια τέτοια αγάπη;
«Συγγενούς οικειότητος μη επιλάθη, Δέσποινα…»
Εορτή Κοιμήσεως Θεοτόκου
Αύγουστος 2018

Α ν τ ι ύ λ η
Ι. Ναός Αγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα
Τηλ. 26820-25861/23075/6980.898.504
e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

15/8 Λόγος εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου [Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας]

Τον καθένα από μας τον βασανίζει το ερώτημα: τι θα γίνει με μας και τι μας περιμένει μετά το θάνατο; Μία σαφή απάντηση σ' αυτό το ερώτημα μόνοι μας δεν μπορούμε να την βρούμε. Αλλά η Αγία Γραφή και πρώτα απ' όλα ο λόγος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μας αποκαλύπτουν αυτό το μυστικό. Μας το αποκαλύπτουν επίσης το απολυτίκιο και το κοντάκιο της μεγάλης αυτής γιορτής της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι που ψάλλονται σ' αυτή τη γιορτή.
Θέλω όλοι σας να καταλάβετε, γιατί ο θάνατος της Υπεραγίας Θεοτόκου και Παρθένου Μαρίας λέγεται Κοίμησή της. Ο μέγας απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγοςστο 20ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως μιλάει για τον πρώτο και το δεύτερο θάνατο. Ο πρώτος μόνο θάνατος, ο οποίος είναι αναπόφευκτος για όλους τους ανθρώπους, περιμένει και τους αγίους και τους δικαίους. Αλλά ο δεύτερος, ο φοβερός και αιώνιος θάνατος, περιμένει τους μεγάλους και αμετανόητους αμαρτωλούς, οι οποίοι αρνήθηκαν την αγάπη και την δικαιοσύνη του Θεού και είναι καταδικασμένοι να βρίσκονται αιωνίως σε κοινωνία με το διάβολο και τους αγγέλους του.
Στο Ευαγγέλιο του ίδιου μεγάλου αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου διαβάζουμε τα λόγια του Χριστού, τα οποία είναι πολύ στενά συνδεδεμένα με όσα γράφει η Αποκάλυψη: «αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24).
Το ακούτε, το καταλαβαίνετε; Νομίζω ότι ακόμα και θα πρέπει να σας κινήσει την περιέργεια το γεγονός ότι όλοι όσοι υπακούουν στο λόγο του Χριστού και πιστεύουν στον Ουράνιο Πατέρα του, ο οποίος τον έστειλε, αμέσως μετά το θάνατο τους θα περάσουν στην αιώνια ζωή. Δεν υπάρχει λόγος να δικαστούν αυτοί που έχουν ζωντανή πίστη στο Θεό και υπακούουν στις εντολές του.
Και στους μεγάλους δώδεκα αποστόλους είπε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός: «αμήν λέγω υμίν ότι υμείς οι ακολουθήσαντές μοι, εν τη παλιγγενεσία, όταν καθίση ο Υιός του ανθρώπου επί θρόνου δόξης αυτού, καθίσεσθε και υμείς επί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ» (Ματθ. 19, 28). Δικαστές και κατήγοροι θα είναι κατά την Φοβερά Κρίση του Θεού οι Απόστολοι του Χριστού και, βεβαίως, είναι τελείως αδύνατο να φανταστούμε να δικάζονται η Υπεραγία Θεοτόκος και Αειπάρθενος Μαρία, ο Βαπτιστής του Κυρίου Ιωάννης, οι μεγάλοι προφήτες του Θεού, ο Ηλίας και ο Ενώχ τους οποίους ζωντανούς τους πήρε ο Θεός στον Ουρανό, όλο το αμέτρητο πλήθος των μαρτύρων του Χριστού, οι δοξασμένοι από τον Θεό άγιοι αρχιερείς και θαυματουργοί με επί κεφαλής τον άγιο Νικόλαο, αρχιεπίσκοπο Μύρων της Λυκίας.
Είναι αδύνατον ακόμα και να περάσει από το μυαλό μας η σκέψη πως θα δικαστούν αυτοί, οι όποιοι άκουσαν από το στόμα του Χριστού: «Η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν» (Λκ. 17, 21). Σ' αυτούς τους μεγάλους αγωνιστές του Χριστού, σαν σε πολύτιμους ναούς κατοικούσε το Άγιο Πνεύμα. Ακόμα και ζώντας στη γη, αυτοί βρισκόταν στην άμεση κοινωνία με τον Θεό, επειδή έτσι είπε ο Κύ¬ριος μας Ιησούς Χριστός: «Εάν τις αγαπήση με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυ¬τόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ' αυτώ ποιήσομεν» (Ίωάν. 14, 23).
Ή Υπεραγία Παρθένος Μαρία υπήρξε άχραντος ναός του Σωτήρος και σ' αυτήν κατοίκησε το Άγιο Πνεύμα και από την αγιότατη μήτρα της έλαβε το ανθρώπινο σώμα ο Υιός του Θεού, ο Οποίος κατέβηκε από τους Ουρανούς. Γι' αυτό ο σωματικός της θάνατος δεν ήταν θάνατος αλλά Κοίμηση, δηλαδή ένα άμεσο πέρασμα από τη Βασιλεία του Θεού εντός της στη Βασιλεία των Ουρανών και την αιώνια ζωή.
Μού ήρθε τώρα στο μυαλό και κάτι καινούριο. Σ' ένα από τα προηγούμενα κηρύγματα μου σάς έλεγα, ότι έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, ότι και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου με τη δύναμη του Θεού έγινε άφθαρτο και ανελήφθη στους ουρανούς. Αυτό μάς λέει και το κοντάκιο της μεγάλης γιορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου: «Την εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον, και προστασίαις αμετάθετον ελπίδα, τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν ως γαρ ζωής Μητέρα, προς την ζωήν μετέστησεν, ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον».
Προσέξτε: «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν». Σκεπτόμενοι αυτό, ας θυμηθούμε και τι γράφει η Αγία Γραφή για το θάνατο του μεγαλυτέρου προφήτη της Παλαιάς Διαθήκης, του Μωυσή στο 34ο κεφάλαιο του βιβλίου του Δευτερονομίου, ότι πέθανε σύμφωνα με το λόγο του Θεού στο όρος Νεβώ και τάφηκε στη γη Μωάβ. Ο τάφος του μεγάλου αυτού προφήτη έπρεπε να είναι για πάντα τόπος προσκυνήματος για όλο το λαό του Ισραήλ. Όμως στη Βίβλο διαβάζουμε, ότι: «ουκ οίδεν ουδείς την ταφήν αυτού έως της ημέρας ταύτης» (Δευτ. 34, 6). Όμως κατά τη Μεταμόρφωση του Κυρίου στο όρος Θαβώρ εμφανίστηκε ο Μωυσής στον Κύριο και Δεσπότη του τον Ιησού μαζί με τον προφήτη Ηλία, ο οποίος αρπάχτηκε ζωντανός στους ουρανούς.
Νομίζω ότι δεν θα είναι αμαρτία αν θα πούμε, ότι το σώμα του μεγάλου Μωυσή, όπως και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου, με τη δύναμη του Θεού, έμεινε άφθαρτο. Γι' αυτό και ο τάφος του είναι άγνωστος.
Να σκεφτόμαστε, αδελφοί και αδελφές μου, την μακάρια Κοίμηση της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας και να θυμόμαστε τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24). Να μάς αξιώσει ο Θεός να γευθούμε και εμείς οι αμαρτωλοί τη μεγάλη αυτή χαρά, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, φ η δόξα και το κράτος συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω Αυτού Πνεύματι εις τους αιώνας. Αμήν.
ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ 
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ 

15/8 Η Θεοτόκος στην Ορθόδοξη Εκκλησία

 


Το γλυκύτερο και αγιότερο πλάσμα του Θεού είναι αναμφίβολα η Παναγία, η μητέρα του Κυρίου και μάνα επίσης των πιστών. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία και τον Καθολικισμό τής αποδίδεται μεγάλη τιμή. Ο Λούθηρος αναφέρει γι’ αυτήν: «Δεν είναι δυνατόν να εκφραστεί με λόγια ο έπαινος που αρμόζει στη Μαρία» (Έργα Λούθηρου, τόμος 1,219, 494). Στον Ισλαμισμό επίσης αντιμετωπίζεται με μεγάλο σεβασμό. Στο Κοράνιο υπάρχουν 20 περίπου χωρία που αναφέρονται στην Παρθένο. Η Σούρα (κεφάλαιο) 21 γράφει: «Ψάλε τη δόξα της Μαρίας που διατήρησε ανέπαφη την παρθενία της. Αυτή και ο γιος της έγιναν ο θαυμασμός του σύμπαντος» (στίχος 91).
Ο επιφανέστερος μαθητής του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, άγιος Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως, αρνείται πως υπάρχει μεγαλύτερο θαύμα από την Θεοτόκο (P.G. 65,717). Ο εκ των κορυφαίων δογματικών της Εκκλησίας μας, άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, την ονομάζει «το σεμνόν κειμήλιον όλης της οικουμένης» (P.G. 77, 992). Αρκετοί ετερόδοξοι δεν καταλαβαίνουν γιατί στην Ορθόδοξη Εκκλησία τιμάμε τόσο πολύ την Θεοτόκο. Η ιδιαίτερη τιμή προς το πρόσωπό της είναι όμως ξεκάθαρη ήδη από την Καινή Διαθήκη, διότι ο αρχάγγελος Γαβριήλ την προσφωνεί ως εξής: «Χαίρε εσύ, η προικισμένη με τη χάρη του Θεού! Ο Κύριος είναι μαζί σου. Ευλογημένη από το Θεό είσαι εσύ, περισσότερο απ’ όλες τις γυναίκες» (Λουκ. 1,28).  Στην Ορθόδοξη Εκκλησία τιμάμε βαθύτατα την Παναγία, σύμφωνα και με τον προφητευμένο από το στόμα της λόγο: «Από τώρα θα με καλοτυχίζουν όλες οι γενιές» (1,48). Όταν μάλιστα ο Χριστός, πάνω από το σταυρό Του, έδωσε στον Ιωάννη τη μητέρα Του για να την φροντίζει, και εκείνος την ανέλαβε πλέον ως μητέρα του, από τότε η Παναγία έγινε και μητέρα της Εκκλησίας και μητέρα όλων των πιστών. Αλλά και κατά την Πεντηκοστή, την ημέρα δηλαδή που γεννήθηκε η Εκκλησία πάνω στη γη, η Θεοτόκος βρισκόταν ανάμεσα στους αποστόλους και δέχθηκε επίσης το Άγιο Πνεύμα. Στο εξής, η Κυρία των αγγέλων και των ανθρώπων δεν σταμάτησε, δια της μεσιτείας και των προσευχών της, να προστατεύει την Εκκλησία του Γιού της στην οποία είναι μοναδικά ενταγμένη, ενώ το άγιο πρόσωπό της και η μεγάλη της συνεισφορά στη σωτηρία μας απασχόλησε τους Πατέρες της Εκκλησίας και την χριστιανική πίστη στους αιώνες. Στην Αποκάλυψη, ακόμη, εκθειάζεται το μεγαλείο της: «Μια γυναίκα ντυμένη τον ήλιο, με το φεγγάρι κάτω από τα πόδια της, και στο κεφάλι της στεφάνι με δώδεκα αστέρια…. Η γυναίκα γέννησε παιδί αρσενικό, που θα κυβερνήσει όλα τα έθνη με σιδερένια ράβδο» (12, 1-5).
Ο ελληνικός λαός ευλαβείται και αγαπά βαθύτατα την Παναγία, την νοιώθουμε πολύ κοντά μας και ότι τρέχει εις βοήθειά μας, και της αποδίδουμε επτακόσιες περίπου επωνυμίες (Ελευθερώτρια, Μεγαλόχαρη, Γλυκοφιλούσα, Εκατονταπυλιανή, Ελεούσα κ.λπ.). Προς τιμήν της έχουν ανεγερθεί σ’ όλη την χριστιανοσύνη χιλιάδες ναοί, έχουν φιλοτεχνηθεί άπειρες εικόνες της σ’ όλη την ιστορία, πάρα πολλοί Έλληνες φέρουν το όνομά της, και ολόκληρη η Θεία Λειτουργία προσφέρεται εξαιρετικά προς τιμήν της Θεοτόκου. Εν τούτοις και στη Θεοτόκο αποδίδουμε τιμητική προσκύνηση (όπως και στους αγίους) και όχι λατρεία, που αρμόζει μόνο: στον Τριαδικό Θεό, τον Ιησού Χριστό ως Θεάνθρωπο, και στην Θεία Ευχαριστία. Και όπως η σελήνη αντλεί από το φως του ηλίου, έτσι και η Θεοτόκος είναι Παν-αγία (σε σχέση με τους ανθρώπους) διότι ενώθηκε απ’ αυτή τη ζωή όχι μόνο αγιοπνευματικά, αλλά και οργανικά-βιολογικά με τη χάρη του Θεού, αφού έφερε άλλωστε στα σπλάχνα της για εννέα μήνες, γαλούχησε και ανέθρεψε τον ίδιο τον Υιό του Θεού ως άνθρωπο. Η Παλαιά Διαθήκη, ακόμη, είναι γεμάτη από προτυπώσεις της Παρθένου. Ονομάζεται Κλίμαξ Ιακώβ, Νεφέλη φωτεινή, άφλεκτος βάτος, δάσος του Αββακούμ, όρος αλατόμητον κ.α. Στο λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο (Γέν. 3,15), ο Θεός απευθυνόμενος στο φίδι-σατανά αναφέρει για την Θεοτόκο ότι ο Απόγονός της (ο Χριστός) θα του συντρίψει το κεφάλι (του φιδιού), και ότι ο διάβολος θα καταφέρει απλά να του πληγώσει (του Χριστού) την φτέρνα (τριήμερος θάνατός Του και στην συνέχεια ανάστασή Του).
Για την αειπαρθενία της Θεοτόκου, διαχρονική έμεινε στη Δύση η διατύπωση του ιερού Αυγουστίνου ότι «Παρθένος συνέλαβε, Παρθένος έτεκε, Παρθένος έμεινε» (βλ. Π. Τρεμπέλα, «Δογματική», τ. β΄, κεφ. 12, εκδ. Ο Σωτήρ, Αθ. 1979). Οι Διαμαρτυρόμενοι από αντίδραση προς τους Ρωμαιοκαθολικούς απέρριψαν την αειπαρθενία της. Η ιερή μας Παράδοση και η Αγία Γραφή είναι όμως ξεκάθαρες. Ο προφήτης Ησαΐας λ.χ. αναφέρει: «Ιδού, η Παρθένος θα συλλάβει, θα γεννήσει Υιό και θα τον ονομάσουν Εμμανουήλ (σημαίνει ‘ο Θεός μαζί μας’) (7,14). Και ο Ιεζεκιήλ λέγει: «Ο Κύριος μού είπε: ‘Αυτή η πύλη θα παραμείνει κλειστή. Κανείς δεν θα περάσει ποτέ απ’ αυτήν, γιατί έχω μπει απ’ αυτήν εγώ, ο Κύριος ο Θεός του Ισραήλ. Γι’ αυτό θα μείνει κλειστή’» (44, 2). Άγγελος Κυρίου λέγει στον Ιωσήφ: «Μην διστάσεις να πάρεις στο σπίτι σου τη Μαριάμ, τη γυναίκα σου, γιατί το παιδί που περιμένει προέρχεται από το Πνεύμα το Άγιο» (Ματθ. 1,20). Και πάλι του λέει: «Σήκω, πάρε το παιδί και τη μητέρα του και φύγε στην Αίγυπτο» (Ματθ. 2,13) και δεν του λέει: ‘σήκω, πάρε τη γυναίκα και το παιδί σου’. Γιατί; Διότι ο Πατέρας του Ιησού Χριστού είναι ο Θεός Πατήρ και η σύλληψή Του έγινε εκ Πνεύματος Αγίου.
Αλλά και η Μαριάμ, όταν της μεταφέρθηκε από τον Ουρανό το θείο μήνυμα, ρώτησε με αθωότητα τον άγγελο: «Πώς θα μου συμβεί αυτό, αφού δεν έχω συζυγικές σχέσεις με κανέναν άντρα;» (Λουκ. 1,34). Επιπλέον, αν είχε κι άλλα παιδιά η Παναγία, ο Χριστός, λίγο πριν ξεψυχήσει, θα ανέθετε την προστασία της μητέρας Του στην πολυπληθή οικογένειά Του (σύμφωνα με τα ισχύοντα έθιμα) και όχι στον ευαγγελιστή Ιωάννη (Ιω. 19,26-27), όπως και έγινε. Οι Πατέρες της Εκκλησίας πιστοποιούν μάλιστα δια της αγιοπνευματικής ερμηνείας τους πως «Ο Χριστός γεννήθηκε από την Μαρία την αειπάρθενο και δια Πνεύματος Αγίου» (Άγιος Επιφάνιος: P.G. 42, 665). Αλλά και με τη λέξη «Πρωτότοκος», που κάποιοι προτάσσουν για να εμμείνουν στην κακοδοξία τους, ο ευαγγελιστής Ματθαίος δεν ισχυρίζεται φυσικά ότι προέκυψαν και άλλα παιδιά στη συνέχεια από την Παρθένο και τον Ιωσήφ, παρά μόνο ότι ο Χριστός ήταν το πρώτο παιδί της Θεοτόκου. Πράγματι, ‘πρωτότοκος’ ονομαζόταν το πρώτο παιδί που γεννιόταν σε κάθε σπιτικό, που άνοιγε μήτρα, ακόμα κι αν δεν ακολουθούσαν άλλα παιδιά (βλ. Εξόδου 2,12-13 / 34,19 κ.ε.). Συχνά, μάλιστα, στην Αγία Γραφή η λέξη ‘πρωτότοκος’ έχει και την έννοια του Αγαπητού, του Ξεχωριστού, του Μοναδικού. Έτσι, ο Αδάμ και η Εύα αποκαλούνται στη Π.Δ. ‘πρωτόπλαστοι’, αν και δεν επακολούθησε η δημιουργία από τον Θεό άλλων ανθρώπων (Σοφ. Σολ. 7,1/10,1). Ακόμη, για τους αδελφούς και τις αδελφές του Ιησού που αναφέρονται στα Ευαγγέλια (Ιάκωβος, Ιωσής, Ιούδας, Συμεών, Μαρία και Σαλώμη), πρόκειται είτε για ξαδέλφια του Ιησού (άγιος Ιερώνυμος) είτε για παιδιά του Ιωσήφ από προηγούμενη γυναίκα του, που είχε στο μεταξύ πεθάνει (άγιος Επιφάνιος και Ωριγένης). Αυτή τη δεύτερη άποψη δέχεται δια πολλών μαρτυριών η παράδοση στην Ορθόδοξη Εκκλησία (βλ.  πχ.  Ωριγένη: P.G.  τόμ. 13,876 Β' και αγίου Επιφανίου:  Πανάριον, κατά αιρέσεων, 78,1 P.G.42 τόμ.42).
 Ο αιρετικός Νεστόριος (ο Νεστοριανισμός καταδικάστηκε από την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο, που συνήλθε στην Έφεσο το 431) αρνήθηκε και αυτήν την ονομασία ‘Θεοτόκος’ που αποδίδουμε στην Παναγία και την ονόμαζε ‘Χριστοτόκο’. Την αρνούνται ως Θεοτόκο και ακραίες προτεσταντικές ομάδες (λ.χ. Μάρτυρες του Ιεχωβά), διότι αρνούνται ότι ο Χριστός είναι ο Θεός. Η Ελισάβετ, όμως, μόλις η Παναγία την επισκέφθηκε, φωτισθείσα από το Άγιο Πνεύμα τής είπε: «Και πως συνέβη τούτο, να έλθει η μητέρα του Κυρίου μου προς εμένα;» (Λουκ. 1,43). Την ονομάζει η Ελισάβετ ‘μητέρα του Κυρίου’, δηλαδή του Θεού και άρα είναι Θεοτόκος. Αλλά και στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, ο αρχάγγελος αποκαλύπτει: «Το άγιο παιδί που θα γεννήσεις θα ονομαστεί Υιός Θεού» (Λουκ. 1,35). Που σημαίνει ότι στα σπλάχνα της Παναγίας ενώθηκε, αρμονικά, ασύγχυτα, αδιαίρετα και άτρεπτα, Θεός και άνθρωπος στο πρόσωπο του Χριστού, γέννησε ως άνθρωπο τον ίδιο τον Υιό του Θεού, και γι’ αυτό της αρμόζει πέρα ως πέρα ο τίτλος "Θεοτόκος". Γρηγόριος ο Θεολόγος επισημαίνει ότι «όποιος δεν ονομάζει Θεοτόκο την αγία Μαρία βρίσκεται μακριά από το Θεό» P.C. 37, 177), ενώ οι Γ΄, Δ΄, Ε΄ και ΣΤ΄ Οικουμενικές Σύνοδοι την ονομάζουν ‘όντως Θεοτόκον’.  
Το ότι η Παναγία βρίσκεται τόσο ψηλά στην συνείδηση των Ορθοδόξων δεν σημαίνει ότι γεννήθηκε χωρίς το προπατορικό αμάρτημα, όπως δέχεται η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία (η λεγόμενη «Αμίαντος Σύλληψις», που ως δόγμα κηρύχθηκε το 1870 από την Α΄ Βατικανή Σύνοδο) –το τελευταίο δεν απαντάται ούτε στην Αγία Γραφή ούτε και στην αποστολική παράδοση. Η Ορθοδοξία πιστεύει πως και η ίδια η Θεοτόκος κληρονόμησε την αμαρτωλή φύση και τις συνέπειες της πτώσης του Αδάμ, αλλά προσωπικά στη συνέχεια, και με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, απαλλάχθηκε από την αμαρτία και ενώθηκε με το Θεό. Αυτό υποστηρίζεται αγιογραφικά, αφού σύμφωνα με τα λόγια του αρχαγγέλου: «Το Άγιο Πνεύμα θα έρθει πάνω σου και θα σε καλύψει η δύναμη του Θεού» (Λουκ. 1,35). Αλλά και ο απόστολος Παύλος διδάσκει: «Μέσω ενός ανθρώπου μπήκε στον κόσμο η αμαρτία…. γιατί όλοι αμάρτησαν» (Ρωμ. 5,12). Δεν μπορεί να δεχθεί δηλαδή η Ορθόδοξη Εκκλησία ότι ένα πλάσμα του Θεού (η Παναγία) ήταν ήδη σωσμένο πριν από την γέννηση του Υιού Του, αφού και ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει ότι: ‘Πριν την δι’ αναστάσεως δόξα του Ιησού κανείς δεν είχε ακόμη λάβει το Άγιο Πνεύμα’ (Ιω. 7,39). Η μεγάλη αξία της Θεοτόκου, σύμφωνα με τους αγίους Πατέρες, εντοπίζεται ακόμη στο εξής: Ενώ βρισκόταν και αυτή εγκλωβισμένη στον στεναγμό του κόσμου για σωτηρία, ενώ δεν έπαυε να είναι κόρη του πεσόντος Αδάμ, εν τούτοις συνεργάστηκε οικειοθελώς με το σχέδιο του Θεού και έγινε το όργανο της λύτρωσης και το στόμα της πλάσης, που ανταποκρίθηκε θετικά στην πρόσκληση του πανοικτίρμονα Θεού. Χωρίς τη δική της συνεργασία, το δικό της ΝΑΙ στον Θεό, όταν κλήθηκε να γίνει η μητέρα του Υιού Του, η σωτηρία του ανθρώπου θα ήταν αδύνατον να πραγματοποιηθεί. Γι’ αυτό και παραμένει στη συνείδηση της Εκκλησίας η γέφυρα προς τον Θεό, το κατοικητήριο του Λόγου, και η μεγάλη μεσίτρια των πιστών.
Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά και οι Προτεστάντες δεν δέχονται άλλους μεσίτες για τη σωτηρία μας εκτός του Ιησού Χριστού. Το αυτό πιστεύει και η Ορθόδοξη Εκκλησία, με την απόλυτη έννοια όμως του όρου ‘μεσίτης’, αφού ο Ιησούς λέγει: «Ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ εμού» (Ιω. 14,6). Με σχετική πάντως έννοια, μεσίτες υπάρχουν πολλοί, οι άγιοι, που ευρισκόμενοι κοντά στον Θεό παρακαλούν και προσεύχονται για μας, αφού ήδη θαυματουργούσαν και παρακαλούσαν για τους ανθρώπους το Θεό, όσο βρίσκονταν ψυχοσωματικά εν ζωή. Με την ίδια σχετική έννοια, ενώ είναι ένας ο Θεός, κατά χάριν υπάρχουν πολλοί θεοί, αφού λέγει ο ψαλμός: «ΕΣΕΙΣ ΕΙΣΤΕ ΘΕΟΙ, είσαστε όλοι σας παιδιά του Υψίστου» (Ψλμ. 82 [81],6). Και με την ίδια σχετική έννοια πάλι, υπάρχουν και πολλοί σωτήρες, διότι λέγει ο απόστολος Παύλος: «Ως απόστολος σταλμένος στα έθνη… ίσως κάνω τους ομοεθνείς μου να ζηλέψουν ΚΑΙ ΣΩΣΩ μερικούς απ’ αυτούς» (Ρωμ. 11,13-14). Ο απόστολος Ιάκωβος λέγει: «Αυτός που επιστρέφει αμαρτωλό από την πλανεμένη οδόν του, ΘΑ ΤΟΥ ΣΩΣΕΙ την ψυχή από το θάνατο και θα καλύψει πλήθος αμαρτιών» (5,20).
Διότι διαφορετικά αν δεχθούμε ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ το «Ένας υπάρχει Θεός, ένας και μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ο άνθρωπος Χριστός Ιησούς» (Α’ Τιμ. 2,5), στο οποίο και στηρίζονται αρκετοί ετερόδοξοι, θα πρέπει να απορρίψουμε τη θεότητα του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, εφόσον τον Χριστό αναφέρει μόνο ως άνθρωπο και το Άγιο Πνεύμα δεν το συμπεριλαμβάνει στη θεότητα. Έτσι, ο απόστολος Πέτρος δήλωσε ότι θα φρόντιζε, ακόμη και μετά το θάνατό του, να υπομιμνήσει το θέλημα του Θεού στους χριστιανούς (Β΄ Πέτρ. 1,13-15). Και ο προφήτης Ηλίας, 15 χρόνια μετά την ανάληψή του, επικοινώνησε με τον βασιλέα Ιωράμ για να τον ελέγξει για τις θανάσιμες αμαρτίες του (Β΄ Παραλ. 21,12…). Ο αρχιερέας Ονίας προσευχόταν μετά την εκδημία του για όλο το έθνος και ο προφήτης Ιερεμίας, που είχε προ πολλού πεθάνει, για το λαό και την αγία πόλη Ιερουσαλήμ, όπως φαίνεται στην Π.Δ. (Μακκ. 2,15/12-16). Ακόμη, ο Θεός έσωσε την Ιερουσαλήμ χάριν του δούλου Του Δαυίδ, ο οποίος δεν βρισκόταν τότε εν ζωή (Β΄ Βασιλ. 20,6). Στην Αποκάλυψη αναφέρεται ότι «ανέβηκε ο καπνός του θυμιάματος με τις προσευχές των αγίων από το χέρι του αγγέλου μπροστά στο Θεό» (8,4).  
Τέλος, η Ορθόδοξη παράδοση, όπως αποτυπώνεται στην Υμνολογία και την Πατερική Θεολογία, διδάσκει πως το σώμα της Θεοτόκου, μετά τον προσωρινό θάνατό της (Κοίμηση της Θεοτόκου), μετέστη στον Ουρανό και χάριτι ενώθηκε ψυχοσωματικά με τον Υιό και Θεό της. Δεν δέχεται δηλαδή η Ορθόδοξη Εκκλησία ότι ηρπάγη στον Ουρανό η πάναγνη κόρη χωρίς πρώτα να πεθάνει, όπως δέχεται η δυτική θεολογία, ούτε έχει διαμορφώσει άλλωστε σε δόγμα πίστεως την μετάσταση της Παρθένου (στη Δυτική Εκκλησία θεσπίστηκε ως δόγμα το 1950 από τον πάπα Πίο τον ΙΒ΄), αφού δεν απαντάται στην Αγία Γραφή και στην ιερά Παράδοση των αρχικών χρόνων, παρά μόνο αναπτύσσεται από τον 6ο αιώνα κ.ε.   

         
ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
•    ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑΙ ΜΕΛΕΤΑΙ Ε΄, Π. Τρεμπέλα, εκδ. ‘Ο Σωτήρ’, Αθ.  1994
•    ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ, Ν. Νευράκη, Αθ. 2007
•    ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ, Π. Τρεμπέλα, τ. Β΄, εκδ. Ο Σωτήρ, Αθ. 1979
•    Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ, π. Αντ. Αλεβιζόπουλου, Αθ. 1994
•    ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΙΣΜΟΣ, ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, Αντ. Αλεβιζόπουλου, εκδ. Επτάλοφος, 1992
•    ΣΤΟ ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΡΔΑΤΟ, ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ, π. Ευάγγελου Μαντζουνέα, Αθ. 1983
•    ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, Μιχ. Χούλη, έκδ. ‘Ιεράς Μητροπόλεως Σύρου’, Ιούλιος 2002
•    ΣΥΝΟΨΗ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ, Ferdinand Krenzer, εκδ. Πορεία Πνευματική, Αθ. 1982
•    ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΑ, Νικολάου Νευράκη, Αθ. 1999

Μιχαήλ Χούλης, Θεολόγος

Η Παναγία είναι το καλύτερο που είχε να δώσει όλη η ανθρωπότητα στη θεότητα

 

Η Παναγία, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, τον μεγαλύτερο δογματικό πατέρα της Εκκλησίας μας, «κατέχει τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος».

Δηλαδή εμείς οι ορθόδοξοι χριστιανοί μετά την Αγία Τριάδα τιμάμε την Παναγία. Μεγάλη όντως τιμή. Στο πρόσωπο της Παναγίας τιμάται το γυναικείο φύλο. Ο πιστός ελληνικός λαός τιμά ιδιαίτερα κι ευλαβείται πολύ την Παναγία.

Αυτό φαίνεται και στο ότι από τις 30.000 εκκλησίες, παρεκκλήσια κι εξωκλήσια όλης της Ελλάδος οι 6.000 είναι αφιερωμένες σε εορτές της Παναγίας και οι περισσότερες στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Μάλιστα από τα 1.000 μοναστήρια της Ελλάδος τα 300 τιμώνται σ’ εορτές της Παναγίας· Γέννηση, Ευαγγελισμός, Ζωοδόχος Πηγή, Τιμία Ζώνη, Κοίμηση. Τα στοιχεία αυτά λαμβάνουμε από τα επίσημα Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος του 2008.

Στο Άγιον Όρος, τα ωραία προσωνυμούμενο «Περιβόλι της Παναγίας», από τον πολύπλαγκτο Σκοπελίτη Ξηροποταμηνό μοναχό Καισάριο Δαπόντε, ονομασία που επεκράτησε, η τιμή της Παναγίας πλησιάζει τα όρια της λατρείας. Από τις 20 μονές οι 5 τιμώνται στην Παναγία. Από τις 12 σκήτες οι 3 είναι αφιερωμένες στην Παναγία. Από τα 300 κελιά περίπου τα 50 πανηγυρίζουν σ’ εορτές της Παναγίας.

Κέντρο του θεομητορικού εορτασμού τον Αύγουστο στον ιερό Άθωνα είναι ο πάνσεπτος ναός του Πρωτάτου στις Καρυές. Αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Η πολυπρόσωπη και κατανυκτική μεγάλη εικόνα του τέμπλου παρουσιάζει κατά τη βυζαντινή παράδοση τη σύνταξη των αποστόλων και πρώτων επισκόπων γύρω από τη νεκρική κλίνη της Θεοτόκου. Ο Χριστός ψηλά μετά αγγέλων να παραλαμβάνει την ψυχή της. Η ίδια εικόνα σε μικρό μέγεθος στο προσκυνητάρι. Μεγάλη και ωραιότατη ίδια παράσταση σε τοιχογραφία από τον χρωστήρα του Θεσσαλονικέως Πανσέληνου και της συνοδείας του στα τέλη του 13ου αιώνος.

Η θαυματουργή εικόνα του Άξιον Εστί δεσπόζει και λάμπει στο προσκυνητάρι της, με την κεντητή ποδιά, τα’ ασημένια καντήλια, τα άνθη, τα θυμιάματα, τα’ αφιερώματα, τις λαμπάδες, τις μετάνοιες, τους μύριους ασπασμούς. 15 Αυγούστου 2008 και όλο το Άγιον Όρος αγρυπνεί εκ βαθέων ψάλλοντας: «Και σε μεσίτριαν έχω προς τον φιλάνθρωπον Θεόν μη μου ελέγξη τας πράξεις ενώπιον των αγγέλων· παρακαλώ σε Παρθένε βοήθησόν μοι εν τάχει».

Η θεοτοκοφιλία μοναχών και λαϊκών είναι δικαιολογημένη, δίκαιη, πηγαία, αυθόρμητη και ειλικρινής. Η Παναγία είναι το καλύτερο που είχε να δώσει όλη η ανθρωπότητα στη θεότητα. Είναι η ωραιότερη, σεμνότερη, ταπεινότερη και ιερότερη γυναίκα του κόσμου.

Μοναχός Μωϋσής, αγιορείτης

http://www.vimaorthodoxias.gr/

Υποκατηγορίες

Σελίδα 4 από 5