HeadShort.png

1/11 Σχόλιο στην Κυριακή Ε΄Λουκά [π. Γεώργιος Αναστασίου]

 ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ

Απόστολος: Α΄ Κορ. ιβ΄ 27-ιγ΄ 8

Ευαγγέλιον: Λουκ. ιστ΄ 19-31

1 Νοεμβρίου 2020

Στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου αδελφοί, ο Ευαγγελιστής Λουκάς μέσω της παραβολής του Κυρίου μάς μεταφέρει από τον πρόσκαιρο τούτο κόσμο στην μετά θάνατο ζωή και μας παρουσιάζει τις συνέπειες του τρόπου ζωής μας αλλά και της συμπεριφοράς μας προς τους συνανθρώπους μας.

Μας παρουσιάζει, λοιπόν, δύο ανθρώπους, ο ένας ήταν πλούσιος και ο άλλος φτωχός. Ο πλούσιος ζούσε μέσα στη χλιδή, φορούσε πολυτελή και ακριβά ενδύματα, διασκέδαζε καθημερινά με πλούσια φαγοπότια, ξόδευε τα πλούτη του αδιαφορώντας για ότι συμβαίνει γύρω του, αλλά και για τους συνανθρώπους του. Με λίγα λόγια τον ενδιέφερε μόνο η δική του καλοπέραση.

Ο άλλος, ονομαζόταν Λάζαρος, ήταν πάμφτωχος και άστεγος και ζούσε συνεχώς μέσα στον πόνο και την εγκατάλειψη από τους ανθρώπους. Όλα τούτα τα υπέμενε με παραδειγματική καρτερία και υπομονή. Δεν παραπονέθηκε ποτέ του κατά του πλουσίου αλλά ούτε και δυσφόρησε ποτέ του κατά του Θεού για την κατάσταση στην οποία βρέθηκε. Ζητιανεύοντας ο Λάζαρος κατέληξε μπροστά στην πόρτα του πλουσίου περιμένοντας από αυτόν να τον ελεήσει με οποιονδήποτε τρόπο. Όμως ο πλούσιος δεν του έδωσε τίποτα. Ακόμα και την πείνα του προσπαθούσε να την χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν χάμω από το τραπέζι του πλουσίου. Σε αντίθεση με τον πλούσιο τα σκυλιά του έγλυφαν τις πληγές του από συμπόνια μη δυνάμενα να του προσφέρουν κάτι άλλο.

Όταν, λοιπόν, ήρθε η ώρα της εξόδου του φτωχού Λαζάρου από την ζωή τούτη, άγγελοι παρέλαβαν την ψυχή του και την οδήγησαν εν “κόλποις Αβραάμ”, δηλαδή στον Παράδεισο όπου εκεί απολάμβανε τα ουράνια αγαθά.

Αφού πέθανε και ο πλούσιος και κηδεύτηκε με δόξες και τιμές, αντί για τον Παράδεισο κατέληξε στον τόπο της βασάνου, στον Άδη. Ο πλούσιος στον Άδη βασανιζόταν υπέφερε και κατακαιγόταν από το άσβεστο πυρ ενώ ο Λάζαρος χαιρόταν και απολάμβανε τα παραδείσια αγαθά. Ο πλούσιος τότε μη υποφέροντας τον καύσωνα της κολάσεως ζητά από τον Αβραάμ να στείλει τον Λάζαρο να του δροσίσει τη γλώσσα με το άκρο του δακτύλου του, αφού πρώτα το βρέξει με νερό. Όμως αντί αυτού ο Αβραάμ λέει στον πλούσιο ότι υπάρχει μια μεγάλη διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους και ότι είναι αδύνατο να εκπληρωθεί το αίτημά του. Παράλληλα του υπενθυμίζει τα αγαθά που απόλαυσε στη γη και τις στερήσεις και κακουχίες που πέρασε ο Λάζαρος.

Μετά το διάλογο τούτο ο πλούσιος κατανόησε τα σφάλματά του και ζητά από τον Αβραάμ να στείλει τον Λάζαρο πίσω στη γη για να προειδοποιήσει τα αδέρφια του να αλλάξουν τρόπο ζωής και να μετανοήσουν για τις πράξεις τους, ώστε να μην καταλήξουν και αυτοί στην Κόλαση. Τότε ο Αβραάμ του αποκρίνεται ότι “έχουσι Μωυσέα και τους προφήτας, ακουσάτωσαν αυτών” δηλαδή να εφαρμόζουν την διδασκαλία και τον λόγο του Θεού για να σωθούν. Ο πλούσιος αγωνιώντας επιμένει ότι δεν αρκεί αυτό αλλά μόνο όταν κάποιος από τους νεκρούς αναστηθεί και τους μιλήσει θα πιστέψουν και θα βεβαιωθούν για την ύπαρξη της αιώνιας ζωής. Ο Αβραάμ όμως του απάντησε ότι αν δεν ακούσουν στα λόγια του Μωυσή και των προφητών, δεν πρόκειται να πειστούν ούτε από τα λόγια κάποιου νεκραναστημένου.

Ο πλούσιος δεν καταδικάστηκε για τον πλούτο του, αλλά για την φίλαυτη και εγωιστική χρήση του. Ο πλούτος είναι δωρεά του Θεού σε ορισμένους ανθρώπους. Αυτή την δωρεά ο πλούσιος καλείται να την αξιοποιήσει για την ευεργεσία του εαυτού του αλλά και των συνανθρώπων, όπως ο ίδιος ο Θεός ο οποίος ευεργετεί και ελεεί “δικαίους και αδίκους”, χωρίς να ζητά ανταλλάγματα. Εξάλλου όπως γράφει το βιβλίο των Παροιμιών αυτός που δίνει ελεημοσύνη σε αυτούς που την έχουν ανάγκη είναι σαν να δανείζει τον Θεό, γι’ αυτό ο Θεός κατά κάποιο τρόπο τού είναι οφειλέτης και για να ξεχρεώσει χαρίζει στον άνθρωπο την ουράνια βασιλεία του. Αυτός που βοηθά τους συνανθρώπους του από αγάπη, μοιάζει στον Θεό, ο οποίος από αγάπη και μόνο για τον άνθρωπο θυσιάστηκε για να τον σώσει από την φιλαυτία του που τον οδήγησε στην αμαρτία.

Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι κατά την Δευτέρα παρουσία του Κυρίου, κριτήριο του θα είναι η αγάπη μας προς τους πάσχοντες συνανθρώπους μας, γι’ αυτό είπε ότι “ εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων εμοί εποιήσατε “. Και η πιο ελάχιστη ευεργεσία που κάνουμε στους ανθρώπους είναι σαν να την έχουμε κάνει για τον Κύριο .Ο Κύριος όμως δεν ζητά να ελεούμε με καταναγκασμό αλλά με χαρά. Ό,τι γίνεται από ανάγκη και όχι από ελεύθερη προαίρεση δεν είναι αποδεχτό από τον Θεό.

Αγαπητοί μου, ο πλούσιος δεν καταδικάστηκε στην κόλαση γιατί ήταν πλούσιος αλλά γιατί δεν έκανε σωστή χρήση της δωρεάς την οποία του εμπιστεύτηκε ο Θεός. Ο πλούτος από μόνος του δεν είναι καλός ή κακός, ο τρόπος διαχείρισής του τον κάνει να φαίνεται ένα από τα δύο.

Η ελεημοσύνη ως απόρροια της αγάπης, μάς εξομοιώνει με τον ελεήμονα και φιλάνθρωπο Θεό. Όποιος, λοιπόν, δίνει χωρίς φειδώ, πλουσιοπάροχα θα του αποδοθούν εκατονταπλάσια στην αιώνια ζωή με την απόλαυση των άφθαρτων αιωνίων αγαθών. Η αρετή της ελεημοσύνης οδηγεί κατευθείαν στη βασιλεία των ουρανών. Ας στραφούμε προς τους έχοντες ανάγκη, προσφέροντάς τους από το περίσσευμά ή το υστέρημα μας, για να φανούμε καλοί οικονόμοι και διαχειριστές των αγαθών του Θεού.

 

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com

1/11 Η παραβολή του πλούσιου και του Λαζάρου [†Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου]

2020 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1 - ΚΥΡΙΑΚΗ Ε ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. 16, 19-31)
(Διασκευή ομιλίας στην Ακροποταμιά, στις 3/11/1996)

Και τι δεν είχε

Σήμερα το Ευαγγέλιο μας μίλησε για έναν άνθρωπο πλούσιο πολύ. Είχε την ευχέρεια να διασκεδάζει όπως ήθελε. Να φοράει ό,τι καλό ρούχο επιθυμούσε. Να τρώει ό,τι περνούσε από το μυαλό του. Και φυσικά είχε την δυνατότητα να κάνει και πολλά άλλα πράγματα που συνηθίζουν να κάνουν οι πλούσιοι. Θα λέγαμε με λόγια του σήμερα: είχε αυτοκίνητα υπερπολυτελείας. Έκανε εκδρομές σε όλο τον κόσμο. Φορούσε η γυναίκα του κοσμήματα με διαμάντια. Είχε καταθέσεις πολλές στις τράπεζες. Είχε τα πάντα. Τα είχε και προσπαθούσε να τα απολαύσει. Αλλιώς γιατί να τα έχει; Και γιατί κανείς θέλει να αποκτήσει πολλά, παρά μόνο για να τα απολαύσει;

Ο ξεγραμμένος φτωχός

Όμως, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, μας λέγει ότι όλα εκείνα που έχουμε, δεν είναι αποκλειστικά δικά μας, αλλά είναι δωρεές του Θεού. Που μας τις δίνει για να τις χρησιμοποιήσουμε καλά. Δωρεά είναι το σώμα του ανθρώπου. Τα χέρια του, τα μάτια του, τα μπράτσα του, τα αυτιά του, η δύναμή του, η ομορφιά του. Δωρεά είναι και τα συναισθήματά του. Μπορεί να έχει αγάπη, αλλά μπορεί να την αφήσει και να γίνει απέχθεια και μίσος.
Έχουμε χρέος, όλες τις δωρεές του Θεού να τις χρησιμοποιήσουμε κατά Θεόν. Να τις χρησιμοποιήσουμε για καλό. Και το καλό δεν το προσδιορίζει η λαχτάρα μας να φάμε, να πιούμε, να γλεντήσουμε. Αν γίνεται κάτι τέτοιο, αυτό είναι η «αμαρτία».
Το καλό το προσδιορίζει η αγάπη και η καλωσύνη.
Μας λέγει λοιπόν το Ευαγγέλιο, ότι ο πλούσιος είχε δίπλα του ένα φτωχό. Τον Λάζαρο. Ήταν τόσο φτωχός, που προσπαθούσε να μαζέψει από τα «ψιχία τα πίπτοντα από της τραπέζης του πλουσίου». Δηλαδή έψαχνε στο σκουπιδοντενεκέ του. Επιπλέον ήταν γεμάτος πληγές. Και τόσο αδύνατος, που τα σκυλιά πήγαιναν και έλειχαν τις πληγές του, προσπαθώντας κάτι να φάνε από πάνω του. Ο πλούσιος δεν εστράφη ποτέ να του δώσει κάτι. Να του φερθεί σαν αδελφό. Να τον πονέσει σαν εικόνα του Θεού. Αλλά γελούσε που τον έβλεπε να προσπαθεί να χορτάσει από τα ψίχαλα που πέταγε στα σκουπίδια του.

Απέθανε ο πλούσιος και ετάφη

Έτσι εξελισσόταν η ζωή. Αλλά ήρθε μία ημέρα και πέθανε ο ένας και μετά από λίγο πέθανε και ο άλλος. Κάτι που θα συμβεί για όλους μας. Να, είμαστε τώρα μέσα στην Εκκλησία. Μετά από πενήντα χρόνια πόσοι θα υπάρχουμε; Και μετά από εκατό χρόνια άραγε θα υπάρχει το παιδί που γεννήθηκε σήμερα ή χθες;
Και εμείς τι κάνουμε; Καθόμαστε και υπολογίζουμε, πώς θα περάσουμε αυτά τα χρόνια που θα είμαστε πάνω στη γη. Και όταν βλέπουμε να περνάνε ευχάριστα, τρίβουμε τα χέρια μας από χαρά και λέμε: «Τι ωραία, τι καλά». Και μετά;
«Απέθανε ο πλούσιος και ετάφη». Το «ετάφη» σημαίνει σ’ αυτή την περίπτωση, ότι του έκαναν μια μεγαλοπρεπή κηδεία. Του έφτειαξαν πάνω από τον τάφο του, ένα μνήμα με ωραία μάρμαρα και με ωραία στολίδια.
Και πάλι ρωτάμε: Και μετά; Μετά γίνεται κάτι άλλο που μας το αποκαλύπτει ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Επήραν οι άγγελοι του Θεού τον δούλο του τον Λάζαρο, τον φτωχό. Και για αμοιβή της υπομονής που είχε στη ζωή του, τον πήγαν στην αγκαλιά του Πατριάρχη Αβραάμ. Του μεγάλου αυτού φίλου τού Θεού. Κοντά στον Αβραάμ, κοντά στη χαρά και στην ευτυχία της αιώνιας ζωής.
Και τον πλούσιο τον πήγαν στην κόλαση. Εκεί στην κόλαση, «υπάρχων εν βασάνοις», γεμάτος βάσανα, σηκώνει τα μάτια του και βλέπει από μακριά τον Πατριάρχη Αβραάμ. Ποιός δεν επιθυμεί να δει τον Πατριάρχη Αβραάμ; Εμείς θα λέγαμε πιο εκφραστικά, ποιός δεν επιθυμεί να δει την Παναγία μας, τους αγίους αποστόλους, τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, την αγία Αικατερίνη, τους αγίους που δοξάσθηκαν. Και ποιός δεν επιθυμεί να πάει, και να είναι κοντά στο Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, που σταυρώθηκε για μας, για να μας ελευθερώσει από την αμαρτία και τον θάνατο;

Ένας συνταρακτικός διάλογος

Βλέποντας ο πλούσιος τον Αβραάμ και τον Λάζαρο στην αγκαλιά του, φώναξε:
-Πάτερ Αβραάμ, ελέησέ με. Λυπήσου με και στείλε τον Λάζαρο να βρέξει το δάχτυλό του με λίγο νερό για να μου το ακουμπήσει στο στόμα μου να δροσισθώ. Δεν θέλω πολύ. Μια σταγόνα.
Υπάρχει πιο φτηνό πράγμα από μια σταγόνα νερό; Ζήλεψε κανείς στην επίγεια ζωή μια σταγόνα νερό. Και να, ο άνθρωπος που δεν έδειξε ευσπλαχνία να δώσει κάτι στο φτωχό αδελφό του, εκείνος που δεν είχε σταγόνα αγάπης, για τον άλλο άνθρωπο, στην άλλη ζωή νοσταλγεί μια σταγόνα νερό. Αλλά ο Πατριάρχης Αβραάμ του έδωσε μία κοφτή απάντηση:
-Ζητάς τα αδύνατα. Βλέπεις, ανάμεσά μας είναι χάος.
Έτσι είναι. Χάος είναι η απόσταση μεταξύ του ανθρώπου που αγαπάει τον Θεό και τον πλησίον του στο όνομα του Χριστού, και του ανθρώπου που σκέπτεται μόνο τον εαυτό του. Και θεωρεί όλους τους άλλους χαραμοφάηδες και παράσιτα για τον κόσμο. Ενώ το θέλημα του Θεού είναι να είμαστε σπλαγχνικοί γεμάτοι καλωσύνη. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους δυό ανθρώπους είναι πνευματικό χάος. Και σ’ αυτό το χάος στην αιώνια ζωή προστίθεται και μία απομάκρυνση.
Εδώ ζούμε ανάκατα καλοί και κακοί, πιστοί και άπιστοι, δούλοι του Θεού και άνθρωποι που καταπατούμε και ποδοπατούμε το άγιο θέλημά Του. Και είναι και δύσκολο να μας ξεχωρίσει κανείς. Αλλά εκεί θα ξεχωριστούμε, και όπως είμαστε ψυχικά μακριά έτσι θα βρισκόμαστε και τοπικά μακριά.
Λέει λοιπόν ο Πατριάρχης Αβραάμ:
-Βλέπεις; Η απόσταση είναι μεγάλη. Ούτε από δω μπορούμε να ‘ρθούμε κει πέρα, ούτε από κείθε μπορεί να έρθει κανείς και να τρυπώσει εδώ. Δεν μπορεί να φτάσει και τρυπώσει στα κλεφτά και στα κρυφά μέσα στον Παράδεισο.
-Τότε Πατέρα μου Αβραάμ, λέει ο πλούσιος, στείλτον τουλάχιστον τον Λάζαρο –βλέπετε; όπως τον είχε κλωτσοσκούφι στη ζωή του, έτσι τον είχε και στον Παράδεισο, ο εγωισμός δεν του ‘φυγε. Στείλτο αυτό το άχρηστο ανθρωπάκι, τον άνθρωπο που μόνο για θελήματα ήταν, και αν τα έκανε και αυτά. Αν βέβαια τον εμπιστευόταν κανείς, να του κάνει τίποτε μικροθελήματα... Στείλτον λοιπόν στο σπίτι του πατέρα μου, έχω ακόμη πέντε αδέλφια. Ζούνε όπως ζούσα και εγώ. Να τους πει τι γίνεται εδώ πέρα. Για να μετανοήσουν να σωθούν.
Απάντησε ο Αβραάμ:
-Έχουν τον Μωυσή και τους προφήτες. Να τους ακούν.
Έχουν θα λέγαμε Ευαγγέλιο, έχουν βίους αγίων, έχουν παραδείγματα. Να διαβάζουν, να ακούνε. Να μην ακούνε επιπόλαια, από το ‘να αυτί μπαίνει και από το άλλο βγαίνει. Να τα βάζουν στην καρδιά τους. Γιατί έτσι θα αποκτήσουν αιώνια ζωή.
Λέει ο πλούσιος:
-Όχι Πατέρα μου. Αν πάει πεθαμένος, θα τον ακούσουν.
Πήγαν και πεθαμένοι και γύρισαν. Και ήρθαν και μας είπαν. Ποιός δεν έχει ακούσει, ότι πέθανε ο Λάζαρος και αφού έμεινε τέσσερες μέρες στον τάφο, τον ανέστησε ο Χριστός; Και μετά περίμεναν χρόνια ολόκληρα να δουν τον Λάζαρο να χαμογελάει κάποια ημέρα στη ζωή του, και δεν χαμογέλασε ποτέ. Γιατί; Γιατί θυμόταν τι υπέμεινε και τι είδε εκείνες τις ημέρες που ήταν στον τάφο. Τι είδε; Δεν περιγράφονται. Όπως δεν περιγράφονται με στόμα ανθρώπου τα αγαθά και η ομορφιά του Παραδείσου. Λέει ο απόστολος Παύλος: «Οφθαλμός ουκ είδε, ους, αυτί δεν άκουσε, γλώσσα δεν μπορεί να διηγηθεί, και καρδιά ποτέ δεν μπόρεσε να επιθυμήσει τόσο ωραία πράγματα που υπάρχουν στον Παράδεισο».
Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν μπορεί κανείς να περιγράψει και την τραγωδία εκείνων που θα χωριστούν από την αιώνια ζωή. Και από την πηγή της ζωής τον σωτήρα και Κύριό μας Ιησού Χριστό και θα καταντήσουν στην κόλαση.
Γι’ αυτό, το μεγαλύτερο χρέος απέναντι του εαυτού μας δεν είναι να πλουτίσουμε σε χρήματα. Είναι να πλουτίσουμε σε αγαθά έργα και σε πίστη. Με τι λαχτάρα πέφτουμε στη δουλειά για να αποκτήσουμε κάτι, για το σπίτι μας, για τη ζωή μας, για τα παιδιά μας; Καλά κάνουν και κοπιάζουν οι άνθρωποι γι’ αυτά. Οικογένεια έκαναν, παιδιά έχουν, πρέπει να κοπιάσουν. Είναι θέλημα Θεού να κοπιάζει ο άνθρωπος για το καλό της οικογένειάς του και των παιδιών του.
Και όσο πιο σπλαγχνικός είναι ο άνθρωπος απέναντι στα παιδιά του, τόσο πιο πολύ εργάζεται για να τα βοηθήσει, να τα αποκαταστήσει, να τα προωθήσει.
Αλλά δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Όσο εργαζόμαστε γι’ αυτά, τα επίγεια, για το καλό της οικογένειάς μας, πολύ περισσότερο πρέπει να δουλεύουμε για το θέλημα του Θεού και για την πίστη. Πόσο θα κρατήσει η επίγεια ζωή για τον οποία σκοτωνόμαστε στη δουλειά; Πενήντα χρόνια, εξήντα, ογδόντα, εκατό. Σιγά να μην πάμε εκατό. Συμβαίνει βέβαια κι’ αυτό πότε-πότε. Αλλά είναι ζήτημα αν θα βρεις ένα στους χίλιους. Πόσο λοιπόν περισσότερο πρέπει να κοπιάζουμε για την αιώνια ζωή, που είναι αιώνια και ατελεύτητη;

www.impiprevezis.gr

1/11 Τούς πονεῖς τούς φτωχούς; [Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος]

 

 

Ἀργά τά ἄνοιξε τά μάτια του ὁ πλούσιος! Τότε πού εἶδε στήν ἀγκαλιά τοῦ Ἀβραάμ τόν Λάζαρο! Τόν ἄνθρωπο, πού καταδεχόταν οὔτε νά τοῦ ρίξει μιά ματιά, ὅταν τόν εὕρισκε νά περιμένει ἔξω ἀπό τήν πόρτα του!

Καί τότε τό κατάλαβε καλά, τί σημαίνει ἐκεῖνο, πού λίγο πρίν ποτέ δέν θέλησε νά τό καταλάβει.

 

Στήν κόλαση βρέθηκε ὑποχρεωμένος, θέλοντας καί μή, νά κάμει ἕναν ἀπολογισμό. Ἐκεῖ, ἀναγκάσθηκε νά ψάξει νά ἰδεῖ, τί τοῦ εἶχε γίνει ἀφορμή νά χάσει, ἡ κακή του ἐκείνη διάθεση, πού δέν τόν ἄφηνε νά ἰδεῖ στό πρόσωπο τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου τόν «πλησίον» του: δηλ. ἕναν συνάνθρωπο, πού ἔπρεπε νά τόν περιμένει ὅτι μποροῦσε κάποτε νά βρεθῆ καί ὁ ἴδιος στήν θέση του· καί εἶχε γι᾿ αὐτό χρέος νά τόν συμπονάει.

Ἄς ρίξωμε μιά ματιά στήν ἄθλια κατάσταση, πού εἶχε βρεθῆ τότε ὁ πλούσιος. Τώρα εἶχε φθάσει στό ἄκρο ἀντίθετο! Τότε εἶχε μεγάλη ἀφθονία. Τότε γλεντοῦσε, ὅσο πιό καλά μποροῦσε. Τώρα τά εἶχε χάσει ὅλα. Καί ὅσο πιό πολύ σκεπτόταν τήν μεγάλη ἀντίθεση, τόσο πιό πολύ τόν ἔτσουζε. Καί γι᾿ αὐτό εἶπε: «Πατέρα, Ἀβραάμ, λυπήσου με. Καί στεῖλε τόν Λάζαρο, νά "βουτήξει" ἔστω καί ἕνα δάχτυλό του σέ νερό, νά μοῦ δροσίσει λίγο τήν γλώσσα· γιατί ὑποφέρω πολύ μέσα σέ αὐτές τίς φλόγες» (Λουκ. 16,24).

Ἀπό τά λόγια αὐτά, ἀσφαλῶς δέν πρέπει νά βγάλωμε τό συμπέρασμα, ὅτι ἀρκεῖ ἐκεῖ μιά σταγόνα νερό, γιά νά ἀνακουφίσει καί νά δροσίσει. Τά λόγια αὐτά μᾶς λένε μόνο, ὅτι ἐκεῖνοι πού ἔχουν πολλές ἁμαρτίες, ἐκεῖ θά ὑποφέρουν πολύ, ἐκεῖ θά ταλαιπωρηθοῦν πολύ· ἀπό τήν φοβερή ἐκείνη φωτιά· ἀπο τήν αἴσθηση τοῦ βάρους τῆς ἁμαρτίας τους.

Ἀπό τά λόγια αὐτά τοῦ πλουσίου, μαθαίνουμε μόνο ὅτι:

Στήν τελική κρίση τοῦ Κυρίου ἡ ποινή θά εἶναι κάτι τό ἀνάλογο μέ τήν ἐσωτερική μας ἀθλιότητα.

Ὁ πλούσιος, σπρωγμένος ἀπό τήν ἄθλια κατάσταση στήν ὁποία βρισκόταν, ἀναγκάστηκε νά ζητήσει μιά σταγόνα νερό!

Ἐδῶ στήν γῆ, σπρωγμένος ἀπο τήν φιλαργυρία καί ἀσπλαγχνία του, εἶχε καταντήσει νά μή δίνει οὔτε μιά σταγόνα νερό!

Ἄραγε μποροῦσε ποτέ, νά βρεθεῖ γι᾿ αὐτόν κατάσταση πιό δίκαιη, μέχρι τίς τελευταῖες της λεπτομέρειες καί ταυτόχρονα πιό ὁδυνηρή;

Ζητάει μιά σταγόνα νερό!

Ποῖος;

Ἐκεῖνος, πού στόν φτωχό δέν ἔδινε οὔτε ψίχουλο ψωμί.

Τόν ἔκαμε ὁ Θεός, νά ποθήσει σταγόνα νερό! Γιά νά τόν κάμει νά καταλάβει, τί φοβερό πρᾶγμα εἶναι ἡ φτώχεια. Καί ποσο χρειάζεται νά εἴμαστε πονετικοί στήν φτώχεια.

 

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com

1/11 Ο πλούτος και η φτώχεια [Χριστάκης Ευσταθίου, θεολόγος]

ΚΥΡΙΑΚΗ 1 NOEMΒΡΙΟΥ 2020 – E΄ ΛΟΥΚΑ

(Λουκ. ιστ΄ 19-31) (Α΄ Κορ. ιβ΄ 27- ιγ΄8)

«ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς»

Η διήγηση της παραβολής του πλούσιου και του φτωχού Λαζάρου μέσα από τις πολύ παραστατικές και ζωντανές εικόνες που ξεδιπλώνει ενώπιον μας, αποκαλύπτει βασικές αλήθειες τόσο για την παρούσα ζωή όσο και για την μέλλουσα. Θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει τρία μέρη στη διήγηση: α) ο πλούσιος και ο φτωχός σ’ αυτή τη ζωή, β) ο θάνατος που επέρχεται και για τους δύο και γ) η αντιστροφή των πραγμάτων στη μετά θάνατο ζωή.

O πλούσιος της παραβολής που προβάλλει σήμερα η Εκκλησία, εμφανίζεται να κατακρατεί όλα τα αγαθά αποκλειστικά για τον εαυτό του. Η εγωιστική τοποθέτησή του, τον άφηνε να κλείνεται ερμητικά στον εαυτό του και να περιφρονεί τους γύρω του. Αυτή του η στάση, βέβαια, είχε φοβερές συνέπειες πρώτα απ’ όλα για τον ίδιο. Η κατάντια στην οποία περιέπεσε άφηνε τον εαυτό του αποψιλωμένο από τη βαθύτερη έννοια του προσώπου. Δεν αναφερόταν καν το όνομά του. Η παραβολή κάνει λόγο γενικά και αόριστα για κάποιο πλούσιο. Η γνωριμία μας μαζί του, σε αντίθεση με το Λάζαρο, δεν γίνεται μέσω του ονόματος, αλλά με την εικόνα ότι «φορούσε πορφύρα και βύσσο», δηλαδή πολυτελή ρούχα και ακόμα με την όλη συμπεριφορά του να διασκεδάζει καθημερινά και να διάγει μια ανέμελη ζωή.

Ο πλούσιος για το περιβάλλον του είχε αξία, όχι ως πρόσωπο, αλλά με αυτά που είχε. Προς αποφυγή οποιασδήποτε παρανόησης θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο πλούσιος δεν επικρίνεται για τα υπάρχοντά του, αλλά για το γεγονός ότι η ταυτότητα του συνδεόταν αποκλειστικά και μόνο με την υλική απόλαυση, στερούμενη οποιουδήποτε άλλου βαθύτερου πνευματικού περιεχομένου στη σφαίρα της αξίας του προσώπου.

Η περίπτωση του Λαζάρου

Σε αντίθεση με την ψυχρή ανωνυμία του πλουσίου, ο φτωχός αποκαλύπτεται ως πρόσωπο με το όνομα Λάζαρος, το οποίο σημαίνει «ο Θεός είναι βοηθός». Η σημασία αυτή του ονόματος παραπέμπει σε μια στάση ζωής, με βάση την οποία ο άνθρωπος εναποθέτει με εμπιστοσύνη την ύπαρξή του στην αγάπη και την πρόνοια του Θεού.

Ιδιαίτερα επίκαιρα φαντάζουν τα μηνύματα της παραβολής και στις δικές μας μέρες. Παρατηρούμε ότι ο πολιτισμός μας ευνοεί μια υπερτροφική ανάπτυξη του εγωισμού και του ατομισμού του ανθρώπου. Γι’ αυτό βλέπουμε ότι σήμερα ο άνθρωπος στερείται της προσωπικής του ταυτότητας και έτσι αποψιλώνεται το πρόσωπό του, υπαγόμενο και συνθλιβόμενο σε συστήματα και μηχανισμούς που λειτουργούν στραγγαλιστικά και εξουθενωτικά απέναντί του. Εξανδραποδίζεται η προσωπικότητά του και εκπίπτει σε ένα απλό νούμερο και αριθμό καταχωνιασμένο σε μια ανώνυμη μάζα.

Το όνομα Λάζαρος, όπως είδαμε και πιο πάνω, σημαίνει «ο Θεός βοηθός μου». Αυτό ακριβώς μετουσίωνε σε πράξη καθημερινής ζωής ο Λάζαρος, μέσα από την φτώχεια, τον πόνο και την αβάστακτη δυστυχία του. Προσπαθούσε να χορτάσει με ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Τόσο αδύνατος ήταν ο Λάζαρος, ώστε ακόμα και τα σκυλιά που έρχονταν και έγλυφαν τις πληγές του, δεν μπορούσε να απομακρύνει. Και όμως, παρά τη δυστυχία και τον πόνο του, ο Λάζαρος ποτέ δεν παραπονέθηκε. Πόσο αλήθεια μεταλαμπαδεύει μηνύματα η στάση του, ιδιαίτερα σήμερα που μπροστά στην πιο μικρή και ασήμαντη δοκιμασία, υψώνουμε φωνές διαμαρτυρίας, μεμψιμοιρίας και απόγνωσης; Σήμερα που βλέπουμε ότι ο άνθρωπος θέλει να βαίνουν όλα σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες και επιλογές; Πόσο, αλήθεια, μεγαλείο ψυχής αποκαλύπτεται από τον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων εκείνων που ακόμα και στις πιο μεγάλες δοκιμασίες της ζωής αντί να μεμψιμοιρούν και να παραπονιούνται, βγαίνει από το βάθος της καρδιάς τους ένα «δόξα σοι ο Θεός»;

Η αντιστροφή των πραγμάτων

Η ζωή εδώ σ’ αυτό τον κόσμο κάποτε τελειώνει. Πρόκειται για την πιο βεβαία αλήθεια που δεν χρήζει οποιασδήποτε επιβεβαίωσης. Και όμως, ο θάνατος με τον ερχομό του βλέπουμε ότι αποκαλύπτει τη βαθύτερη αλήθεια των πραγμάτων και δίνει πολλές απαντήσεις σε ερωτήματα που προκύπτουν τόσο βασανιστικά στη ζωή του ανθρώπου.

Ο θάνατος επισκέφθηκε πρώτα το Λάζαρο και μετά τον πλούσιο της παραβολής. Η ζωή του πλουσίου, με βάση τη διήγηση, μετά το θάνατο είναι γεμάτη βάσανα και θλίψη. Πονούσε περισσότερο όταν έβλεπε το Λάζαρο να είναι ευτυχισμένος στην αγκαλιά του Πατριάρχη Αβραάμ. Φαίνεται μάλιστα να στερεώνεται ακόμα πιο πολύ στην αμετανοησία του, όταν φέρεται να ζητεί από τον Θεό να αναστηθεί ο Λάζαρος προκειμένου να εξαναγκασθούν τα πέντε αδέλφια του να πιστέψουν. Πίσω όμως από το υποκριτικό ενδιαφέρον του γι’ αυτούς, μπορεί να διακρίνει κάποιος τον εγωισμό του. Και αυτό, γιατί ουσιαστικά με την στάση του θέλει να μετατοπίσει τις ευθύνες από τον εαυτό του στον Θεό. Αφού ο Θεός δεν κάνει «θαύματα» για να μας εξαναγκάσει να τον πιστέψουμε και να είμαστε κοντά του, τότε δεν φταίμε εμείς που βιώνουμε την κόλαση της απουσίας του.

Πραγματικά, η παραβολή αυτή βρίθει βαθύτερων μηνυμάτων και νοημάτων. Πολύ σοφά ο ιερός Χρυσόστομος βλέπει πίσω από το γράμμα της να μας παρέχει φάρμακα σωτηρίας. «Διότι σωφρονίζει εκείνους που πλουτίζουν, τους δε φτωχούς παρηγορεί». Για να προσθέσει: «Αυτή την παραβολή να τη γράψετε και οι πλούσιοι και οι φτωχοί: οι πλούσιοι στον τοίχο του σπιτιού σας και οι φτωχοί στον τοίχο της διάνοιάς σας».

Αγαπητοί αδελφοί, η πρόσκληση που βγαίνει μέσα από την περικοπή, είναι να τολμήσουμε να αρνηθούμε να προσδενόμαστε με τόση εξάρτηση στα υλικά αγαθά και να εμπιστευθούμε τον εαυτό μας στην αγάπη του Θεού. Μόνο κοντά Του θα μπορούμε να αισθανόμαστε ότι κατέχουμε τα πάντα σε μια πληρότητα αληθινής ζωής. Η στάση που με τόση μεγάλη πίστη και υπομονή τηρούσε ο Λάζαρος μέσα από την φτώχεια και τον πόνο, ας γίνει οδηγός και στη δική μας ζωή για να είμαστε σε θέση να εισέλθουμε σε τροχιές αυθεντικής αρχοντιάς.

 

1/11 Κυριακή Ε' Λουκά: Ομιλία εις τον πλούσιον και τον εις τον Λάζαρον (Οσίου Αστερίου Επισκ. Αμασείας)

Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, Κεφ. Ιστ. 19 – 31

Ο Θεός και Σωτήρ ημών εκπαιδεύει τους ανθρώπους όχι μόνον με αποφατικά και δογματικά θεσπίσματα, ώστε να μισούν την κακίαν και να αγαπούν την αρετήν, αλλά χρησιμοποιώντας και διαφωτιστικά υποδείγματα, παραδίδει με σαφήνεια τα μαθήματα της αγαθής βιοτής. Μας βοηθεί έτσι με έργα και με λόγους, να προαχθούμε στην κατάληψη της αγαθής και φιλοθέου ζωής. Πράγματι, αφού επανειλημμένως μας έχει παραγγείλει με το στόμα των Προφητών και των Ευαγγελιστών, αλλά και με την φωνήν την ιδικήν του, να αποστρεφώμεθα μεν τον υπερήφανον και υπεροπτικόν πλούτον, την δε φιλάνθρωπον διάθεση και την συνδυασμένην με την αρετήν πτωχεία να την αγαπούμε, έτσι και τώρα για να κάμει ακόμη πιο αξιόπιστον την συμβουλή για το καλόν, τεκμηριώνει τον λόγον με πρακτικά υποδείγματα, και με μίαν διήγηση περιγράφει τον πλούσιον και τον πτωχόν.
Μας παρουσιάζει την αγάπη του ενός προς τις τιμές και τις απολαύσεις, σε συνδυασμό με την τεθλιμμένην ζωήν του άλλου, αλλά και την κατάληξη που είχε ο καθένας, για να ερευνήσωμε σε ποίον από τους δύο αυτούς αντιθέτους τρόπους ζωής υπάρχει η αλήθεια, και να γίνωμε συνετοί κριταί του εαυτού μας.

«Άνθρωπός τις ην πλούσιος και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον». Με την χρήση δύο συντόμων ονομάτων ο λόγος εμπαίζει και διακωμωδεί την πλαδαρά και άμετρον διάχυσιν όσων πλουτούν κακώς. Διότι της μεν πορφύρας το χρώμα είναι πολυδάπανον και εξεζητημένον, της δε βύσσου η χρήσις τουλάχιστον δεν είναι αναγκαία. Εκείνοι όμως που εχουν εκλέξει τον ορθόν και απερίεργον τρόπον ζωής, αρέσκονται και αγαπούν να χρησιμοποιούν μόνον τα αναγκαία, να αποφεύγουν δε τον συρφετόν της ματαίας κενοδοξίας, καθώς και την πολυδάπανον διαβίωσιν, ως μητέρα της κακίας. Και για να γνωρίσωμε σαφέστατα την δύναμη του λεγομένου, ας καθορισθεί πρώτα η χρήσις των ενδυμάτων, ποία είναι τα οριά της και ποίοι οι κανόνες τους οποίους ακολουθούν οι συνετοί. Τι λέγει λοιπόν ο νόμος του δικαίου; Ο Θεός εδημιούργησε το πρόβατον με πλουσίαν κόμη και πολύ μαλλί. Πάρτο αυτό, κόψτου το μαλλί και δώστο στην υφαντικήν τέχνη. Κατασκεύασε με αυτό χιτώνα και ιμάτιον, ώστε να αποφεύγεις την ταλαιπωρίαν του χειμώνος και την βλάβη από τον καύσωνα. Εάν πάλι χρειάζεσαι και ένα ελαφρότερον ένδυμα κατά την εποχήν του θέρους, ο Θεός έδωσε την χρήσιν του λινού για μεγαλυτέραν άνεσιν. Σου είναι πολύ εύκολον να αποκτήσεις από αυτό το υλικόν όμορφο κάλυμμα για το σώμα σου, το οποίον θα σε ενδύει, και συγχρόνως θα σε δροσίζει με την ελαφρότητά του. Και όταν θα τα απολαύσεις αυτά, απόδωσε στον Κτήστιν ευχαριστία για το ότι όχι μόνο μας εδημιούργησεν, αλλά και για την ασφάλεια της ζωής μας εφρόντισεν. Αν όμως αφήσεις το πρόβατον και το μαλλί του και τα άλλα αναγκαία παρασκευάσματα για τα οποία έχει προνοήσει ο δημιουργός των όλων, και παρεκκλίνοντας σε ανοήτους επιθυμίες επιζητείς την βύσσον και συνάγεις τα νήματα των περσικών σκωλήκων, υφαίνεις δε αέρινον ιστόν αράχνης, και ερχόμενος στον βαφέα του προσφέρεις μεγάλες αμοιβές για να θηρεύσει κοχλίες από την θάλασσα και να βάψει με το αίμα αυτού του ζώου το ενδυμά σου, αυτό είναι χαρακτηριστικόν ανθρώπου υπερβολικά φιλοκτήμονος, ο οποίος σπαταλά την περιουσίαν του, και δεν έχει πού να διαθέσει το περίσσευμά της. Και για τούτο ευλόγως αυτός ο άνθρωπος μαστιγώνεται από το Ευαγγέλιον κατηγορούμενος ως βλαξ και θηλυπρεπής, αφού καλλωπίζεται με στολισμούς αθλίων κορασίων…

Στην πορφύρα δε και την βύσσον προσέθεσε το oτι ετρυφούσε κάθε ημέρα λαμπρώς. Οπωσδήποτε και τα δύο αυτά φανερώνουν μίαν και την αυτήν εσωτερικήν διάθεση, ο άχρηστος δηλαδή και εξεζητημένος στολισμός των ενδυμάτων, και η ηδυπαθής υποδούλωσις στην γαστέρα και τον φάρυγγα.
Η τρυφή λοιπόν είναι πράγμα που αντίκειται στην φιλάρετο ζωήν, φανερώνει δε μαλθακότητα και σύγχυσιν, άμετρον απόλαυση και ήθος δουλοπρεπές. Και όταν μεν αυτό ακούγεται, φαίνεται ωσάν να είναι ένα και το αυτό πράγμα. Όταν όμως εξετάζεται κατά μέρος και προσδιορίζεται ακριβώς, βλέπουμε ότι συνίσταται από πολλήν και ποικίλην και πολυκέφαλον κακίαν. Διότι τρυφή ημπορεί να υπάρξει και χωρίς την παρουσία πολλών υλικών αγαθών. Είναι δε αδύνατον να συσσωρεύσει κανείς υλικόν πλούτο χωρίς να αμαρτήσει, εκτός εάν συμβεί μία σπανία περίπτωσις, να έχει κάποιος και πλούτον άφθονον και να τηρεί με ακρίβεια το δίκαιον, όπως ο Ιώβ. Αυτός λοιπόν που ζει με τρυφήν χρειάζεται πρώτον οικίαν πολυτελή, στολισμένην όπως οι νύμφες με ψηφίδες και λίθους και χρυσόν, με προσανατολισμό κατάλληλον, ανάλογο με τις εναλλαγές των εποχών του έτους. Διότι πρέπει τον χειμώνα να κατοικεί σε μέρος ευήλιον και στραμμένον προς τις ακτίνες του νότου, η θερινή του όμως κατοικία πρέπει να βλέπει προς βορράν ώστε να αερίζεται από λεπτές και συγχρόνως ψυχρές βορεινές αύρες. Εκτός τούτου χρειάζονται πολυτελή καλύμματα για να ενδύουν τα βάθρα, τις κλίνες, τα στρώματα, τις θύρες. Πράγματι, όλα όσα έχουν, και τα άψυχα, τα ενδύουν επιμελώς, ενώ την ίδια στιγμήν οι πτωχοί ενδύονται ελεεινώς. Πρόσθεσε επί πλέον σ’ αυτά και αναλογίσου τον άργυρο των σκευών, τον χρυσόν, την πολυδάπανον προμήθεια των φασιανών, τον οίνον από την Φοινίκη, ο οποίος ρέει άφθονος για τους πλουσίους και πανάκριβος, από τις αμπέλους της Τύρου. Και εκτός τούτων, όλην την προπαρασκευήν της απολαύσεως, την οποίαν μόνον όσοι την μεταχειρίζονται ημπορούν να κατονομάσουν επιμελώς. Αυξανομένη δε καθημερινώς η τρυφή επί το πολυπλοκώτερον, χρησιμοποιεί στα φαγητά αρώματα από την Ινδίαν, ούτως ώστε οι μυροπώλες υπηρετούν τους μαγείρους περισσότερον από ό,τι οι ιατροί. Εδώ βάλε στο νου σου το πλήθος που περικυκλώνει κάθε τραπέζι, τους τραπεζοποιούς, τους οινοχόους, τους ταμίες και όσους πληρώνονται από αυτούς, τους μουσικούς, τις μουσικές, τις χορεύτριες, τους αυλητάς, τους γελωτοποιούς, τους κόλακες, τους παρασίτους, όλον τον συρφετόν που ακολουθεί την ματαιότητα.

Για να αποκτηθούν όλα αυτά, πόσοι πτωχοί αδικούνται! Πόσοι ορφανοί γρονθοκοπούνται! Πόσες χήρες δακρύζουν! Πόσοι σπαράσσονται δεινώς και τρέχουν στην αγχόνη! Και η ψυχή αυτών των ανθρώπων ωσάν να εγεύθη κάποιο νερό της λήθης, λησμονεί ολοτελώς τον εαυτόν της, δηλαδή ποία είναι και με τι έχει συζευχθεί, και ότι κάποτε αυτή η συζυγία της θα λυθεί, και όταν αναδημιουργηθεί το σώμα θα συγκατοικήσει πάλι μαζί του. Όταν έλθει ο κατάλληλος καιρός, και το απαραίτητον πρόσταγμα το οποίον την αποσπά από την κοινωνία με το σώμα, τότε γίνεται απολογισμός όλης της ζωής και ανωφελής μετάνοια, κατόπιν εορτής. Διότι η μεταμέλεια οφελεί τότε, όταν εκείνος που αλλάζει γνώμην έχει εξουσίαν της διορθώσεως. Όταν όμως η διόρθωσις γίνει ακατόρθωτος, η λύπη είναι άχρηστος, και ματαία η μετάνοια.

«Πτωχός δε τις ην ονόματι Λάζαρος». Και συνεχίζοντας ο λόγος τον χαρακτηρίζει όχι απλώς πτωχόν, δηλ. εστερημένον από δαπάνες και από την κτήση των αναγκαίων, αλλά επί πλέον και κατεχόμενον από οδυνηράν ασθένειαν, και σωματικώς καταβεβλημένον, χωρίς οικία, χωρίς οικογένεια, χωρίς θεραπεία, πεσμένον στην πύλη του πλουσίου. Και πολύ επιμελώς διεκτραγωδεί στην συνέχεια της διηγήσεως τις συμφορές του πτωχού, για να στηλιτεύσει την σκληρότητα εκείνου που δεν τον ελεεί.
Διότι όποιος δεν υποφέρει καθόλου, ούτε συμπάσχει εμπρός στην λιμοκτονία και την ασθένειαν, είναι άλογον θηρίον το οποίον κακώς έχει λάβει μορφήν ανθρώπου, και με την προαίρεσή του διαψεύδει την φύση, ή μάλλον είναι και από τα ίδια τα θηρία πιο ασυμπαθής, αφού και οι χοίροι αισθάνονται κάποιαν λύπην όταν σφάζεται ένας χοίρος, και βλέποντας το θερμόν αίμα να ρέει, γρυλλίζουν μελαγχολικά. Και οι βόες περικυκλώνουν τον φονευόμενον ταύρον, εκδηλώνοντας τον πόνο τους με έναν μυκηθμό γεμάτον πάθος. Τα δε σμήνη των γερανών, όταν κάποια σύντροφός τους πίπτει στην παγίδα, πετούν γύρω από την κρατουμένην και γεμίζουν τον αέρα με μία θρηνητικήν κραυγή, ζητώντας την ομόφυλο και σύντροφό τους. Και ο άνθρωπος, το λογικόν και ήμερον ζώον, το οποίον έχει αποστολήν να ομοιωθεί με τον Θεόν προοδεύοντας στην αγαθότητα, φροντίζει τόσον ολίγον για τους συνανθρώπους του στις οδυνηρές περιστάσεις των συμφορών τους!

Εκείτετο λοιπόν ο πονεμένος αυτός και ευγνώμων πτωχός χωρίς πόδια, διότι αν είχε θα έφευγε από τον απεχθή εκείνον και υπερήφανον, θα άλλαζε τόπον αντί της ξενοκτόνου εκείνης πύλης που ήταν κλεισμένη για τους πτωχούς, στερημένος από χέρια, χωρίς να έχει καν παλάμη να απλώσει για ελεημοσύνην, με φραγμένα και αυτά τα όργανα της φωνής, παράγοντας μόνον έναν βραχνό και τραχύν ήχον από το στήθος, με ακρωτηριασμένα όλα τα μέλη του, απομεινάρια κακής ασθενείας, μελαγχολικόν δείγμα της ανθρωπίνης αδυναμίας. Αλλά όμως ούτε ο κατάλογος αυτός των συμφορών κατέστη δυνατόν να συγκινήσει εκείνον τον άκαμπτον, αλλά παρέβλεπε σαν κάποιον λίθο τον άνθρωπον, αμαρτάνοντας χωρίς πρόφαση. Διότι δεν ημπορούσε να προβάλει την κοινήν και πρόχειρον δικαιολογίαν ότι δεν εγνώριζα, δεν είχα πάρει είδηση, διέφευγε της προσοχής μου ότι ο πτωχός υποφέρει. Γιατί εκείνος εκείτετο εμπρός στην πύλη, θέαμα για τους εισερχομένους και τους εξερχομένους, για να καταστήσει αναπολόγητον τoν υπερήφανον εκείνον. Επιθυμούσε και τα ψιχία της τραπέζης, και ούτε αυτά ημπορούσε να απολαύσει, αλλά ενώ ο πλούσιος εκινδύνευε να διαρραγεί από την πλησμονήν, ο πτωχός έλιωνε από την πείνα. Είναι καλόν και δίκαιον να αναθέσωμε σε εκείνην την Χαναναίαν από την Φοινίκη να διδάξει τον μισάνθρωπον πλούσιον, λέγοντάς του εκείνα που έχουν γραφεί, δηλαδή: Ω, αχαρακτήριστε και υπερήφανε, «και τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών». Και συ δεν εθεώρησες άξιον αυτής της δωρεάς ούτε τον αδελφόν, τoν συνάνθρωπόν σου; Αλλά οι μεν κύνες ετρέφοντο επιμελώς, οι φύλακες ιδιαιτέρως, οι κυνηγοί του χωριστά, και υπό στέγην κατοικούσαν και κλίνην και υπηρέτες διέθεταν, ο καθένας από τους οποίους είχε την αποστολήν του. Η δε εικόνα αυτή του Θεού, είχε ριφθεί στο χώμα παρημελημένη και καταπατουμένη, αυτή που διεπλάσθη από τoν αριστοτέχνην και δημιουργόν των όλων με το ίδιο του το χέρι, όπως αξιοπίστως τεκμηριώνει ο Μωυσής στην Γένεση.

Και αν ετελείωνε μέχρις εδώ το διήγημα του Λαζάρου, και αυτή ήταν η φύσις των πραγμάτων, ώστε η ζωή μας να περιορίζεται στην ανωμαλίαν αυτού του κόσμου, θα άφηνα παραπονούμενος δυνατές φωνές, πως εμείς που δημιουργηθήκαμε ομότιμοι, διάγουμε τόσον άνισα μαζί με τους συνανθρώπους μας. Επειδή όμως πτωχέ μου αδελφέ, τα υπόλοιπα είναι ωραία να τα ακούσει κανείς, αφού πρώτα στενάξεις για τα προηγούμενα, ετοιμάσου να ευθυμήσεις, μαθαίνοντας την μακαρίαν απόλαυση του συμπτώχου σου. Διότι θα ακούσεις για το ακριβές δικαστήριον του δικαίου κριτού, στο οποίο στενάζει αυτός που έζησε μέσα στα πάθη και τις ηδονές, και τρυφά εκείνος που μοχθούσε. Ο καθένας τους αποκομίζει αυτά που του αξίζουν.

«Εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν και απενεχθήναι υπό των αγγέλων εις τoν κόλπον του Αβραάμ». Βλέπεις τους διακονητάς του δικαίου και πτωχού, και τους υπηρέτες της μεταστάσεώς του; Άγγελοι ανέλαβαν να τον προστατεύουν, οι οποίοι βλέποντας προς αυτόν με προσήνεια και πραότητα, προεδήλωναν με το σχήμα τους την απόλαυση και την αίνεση που τον αναμένει. Διότι μετεφέρθη και ετοποθετήθη στις αγκάλες του πατριάρχου Αβραάμ, πράγμα που παρέχει αφορμήν απορίας σε όσους ερευνούν τα βάθη των Γραφών. Πράγματι, εάν όλοι οι δίκαιοι που φεύγουν από την ζωήν αυτήν, μετεφέροντο στoν ίδιον τόπον, η αγκάλη αυτή θα ήταν πολύ μεγάλη, η εκτασίς της θα ήταν άπειρος, εάν βεβαίως έμελλε να χωρέσει όλον το πλήθος των οσίων. Εάν όμως αυτό είναι εντελώς αδύνατον, διότι μια ανοικτή αγκάλη, δύσκολα περικλείει και έναν ακόμη άνθρωπο, το πολύ δε δύο βρέφη, τότε εδώ πρόκειται για κάποιαν θαυμαστήν θεωρίαν, η οποία δια μέσου της εικόνος της αισθητής αγκάλης, μας χειραγωγεί σε κάποια νοητήν πραγματικότητα. Τι εννοεί δηλαδή με αυτό; Ο Αβραάμ, λέγει, δέχεται όσους είχαν θεάρεστον τρόπον ζωής εδώ. Ειπέ μας, λοιπόν, ω θεσπέσιε Λουκά (σου απευθύνομαι σαν να είσαι παρών και να σε βλέπω), γιατί ενώ οι δίκαιοι είναι πολλοί και παλαιότεροι από τoν Αβραάμ, αυτήν την τιμήν την επεφύλαξε γι’ αυτόν που είναι μεταγενέστερος, αποσιωπώντας τoν Ενώχ, τoν Νώε, και όσους άλλους ηκολούθησαν τoν ίδιον τρόπον ζωής;

Αλλά σε αντιλαμβάνομαι νομίζω, και δεν απομακρύνει από το θέμα μας η εξήγηση που έχω στο νου μου. Επειδή δηλαδή ο Αβραάμ ήταν δούλος του Χριστού, και αυτός εδέχθη τις φανερώσεις του Χριστού περισσότερον από τους άλλους ανθρώπους, αλλά και το μυστήριον της Τριάδος διετυπώθη αρκετά φανερά στην σκηνή τούτου του γέροντος, τότε που εφιλοξένησε τους τρείς αγγέλους ως άνδρες οδοιπόρους. Και γενικώς από πολλά μυστικά αινίγματα, αυτός ο άνθρωπος έγινε οικείος του Θεού, ο οποίος μετά από χρόνια εφόρεσε την σάρκα, και δια μέσου του ανθρωπίνου τούτου παραπετάσματος ομίλησε φανερά στους ανθρώπους. Γι’ αυτό λέγει ότι ο κόλπος, η αγκάλη του, είναι ωσάν γαλήνιος λιμένας και ακύμαντον αναπαυτήριον των δικαίων. Διότι η σωτηρία όλων μας και η ελπίς και η προσδοκία του μέλλοντος αιώνος είναι ο Χριστός, ο οποίος ως γνωστόν εβλάστησεν ανθρωπίνως από την σάρκα του Αβραάμ. Και μου φαίνεται ότι η τιμή που αποδίδει ο λόγος προς τoν γέροντα, έχει αναφοράν στoν Σωτήρα, ο οποίος είναι και κριτής και μισθαποδότης της αρετής, και προσκαλεί τους δικαίους με την ευγενικήν φωνή του λέγοντας: «Δεύτε, οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν».

«Εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν». Είναι διπλή η έννοια της πτωχείας του Λαζάρου. Δηλώνει αφ’ ενός μεν την έλλειψη των αναγκαίων, αφ’ ετέρου δε την μετριοφροσύνην και την ταπεινότητα του ήθους. Μην οικειοποιείται λοιπόν τον έπαινον της αρετής εκείνος που είναι άπορος από υλικά αγαθά, και πτωχός σε χρήματα, ούτε να νομίζει ότι θα του αρκέσει η πτωχεία για να σωθεί. Διότι δεν επαινείται ο κατ’ ανάγκην πτωχός, αλλά θαυμάζεται εκείνος που έχει και εσωτερικήν μετριοφροσύνην. Επειδή σε αυτούς που απλώς είναι άποροι, έχουν όμως διαγωγήν ακαλλιέργητον και δεν αγωνίζονται για την αρετήν, η αναγκαστική ακτημοσύνη τους γίνεται εφόδιον πολλών και πονηρών τολμημάτων. Και μάλιστα εγώ, όποτε έχω παρευρεθεί σε επίσημο δικαστήριον, είδα ότι όλοι οι κλέπτες και οι σωματέμποροι, οι λωποδύτες και αυτοί οι δολοφόνοι, είναι πτωχοί, χωρίς οικία και οικογένεια. Ως εκ τούτου είναι ολοφάνερον ότι η Γραφή εδώ μακαρίζει τον πτωχόν εκείνον ο οποίος υπομένει τους μόχθους με ψυχήν φιλόσοφον, καρτερεί δε με γενναιότητα τις διάφορες περιστάσεις της ζωής, και δεν καταφεύγει σε καμμίαν κακουργία για να χαρίσει στην σάρκα την απόλαυση της τρυφής. Αυτόν εννοεί σαφώς ο Κύριος στον πρώτον μακαρισμόν, όταν λέγει «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι». Ούτε λοιπόν κάθε πτωχός είναι δίκαιος, αλλά εκείνος που είναι σαν τον Λάζαρον, ούτε κάθε πλούσιος είναι καταδικασμένος, αλλά αυτός που ζεί με προαίρεσιν ομοίαν με εκείνην που είχεν ο σύγχρονος του Λαζάρου.

Και ολοφάνεροι μάρτυρες τούτου είναι όσοι είχαν την εμπειρίαν αυτή στην ζωή τους. Πράγματι, ποίος ήταν πλουσιώτερος από τον Ιώβ; Αλλά όμως η περισσή ευπορία ούτε απεξένωσε τον άνδρα αυτόν από την δικαιοσύνην, ούτε, με έναν λόγον, τον εξώρισεν από την αρετήν. Ποίος ήταν πτωχότερος από τον Ισκαριώτη; Και όμως δεν τον οφέλησε καθόλου η πτωχεία στην σωτηρία του, αλλά μολονότι συνανεστρέφετο με τους ένδεκα πτωχούς φιλοσόφους και μάλιστα με τον ίδιον τον Κύριον, ο οποίος επτώχευσεν αυτοπροαιρέτως, παρεξετράπη από την κακήν του προαίρεση στη φιλαργυρία και από αυτήν εραδιούργησε και την προδοσίαν.

Αξίζει όμως να εξετάσωμε συνετώς και την εκφορά που έγινε στον καθένα τους όταν απέθαναν. Ο μεν πτωχός λοιπόν όταν εκοιμήθη είχεν αγγέλους να τον προστατεύουν και να τον υπηρετούν, οι οποίοι τον οδηγούσαν με καλές ελπίδες στον τόπον της αναπαύσεως. «Ο δε πλούσιος αποθανών», λέγει, «ετάφη». Με κανένα καταλληλότερον τρόπον δεν θα ημπορούσε η Γραφή να περιγράψει, και μάλιστα μονολεκτικώς, την άδοξο κατάληξη του πλουσίου. Διότι όταν ο αμαρτωλός αποθνήσκει, όντως θάπτεται, επειδή είναι χοϊκός κατά το σώμα, γήινος δε και κατά την ψυχήν, αφού με την συμπάθεια προς την σάρκα, έχει υποβιβάσει την φυσικήν υπεροχή της ψυχής προς τα υλικά, και δεν αφήνει καμμίαν αγαθήν ανάμνηση της ζωής του, αλλά καλύπτεται από άδοξο λήθη, και έχει το ίδιο τέλος με τα βοσκήματα. Διότι όπως ο τάφος δέχεται το σώμα, έτσι και ο άδης την ψυχή: δύο σκοτεινά δεσμωτήρια που μοιράζονται του πονηρού ζώου την τιμωρίαν. Και ποίος δεν θα κατηγορούσε τον άθλιον για την απερισκεψία του; Όσον ευρίσκετο επάνω από το χώμα, εκαυχάτο, υπερηφανεύετο, περιφρονούσε όλους τους οικείους και συνανθρώπους του, και θεωρούσε σχεδόν σαν μύρμηκες και σκώληκες όποιους συναντούσε, έτοιμος να διαρραγεί από την κενοδοξίαν. Όταν όμως απεσπάσθη από την ζωήν αυτή, και εστερήθη σαν μαστιγωμένος δούλος από εκείνα που δεν του ανήκαν, των οποίων από μωρίαν ενόμιζε πως είναι κύριος, τότε κρημνίζεται στην αντίρροπο της υπερηφανείας ταπεινότητα, και εκφωνώντας γραώδεις οδυρμούς επικαλείται διαρκώς και ανωφελώς τον Πατριάρχην, λέγοντας: «Πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον Λάζαρον, ίνα βάψει το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος και καταψύξει την γλώσσαν μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη», ζητώντας έλεος, το οποίον δεν έδωσε τότε που είχε πρόχειρον την εξουσία να ευεργετεί. Και είχε την αξίωση να έλθει βοηθός του κατά του πυρός ο Λάζαρος, επιθυμώντας να απομυζήση τον δάκτυλο του λεπρού, δροσισμένον με λίγο νερό. Αυτές είναι οι απερισκεψίες των φιλοσωμάτων, αυτό είναι το τέλος των φιλοπλούτων.

Οφείλει λοιπόν όποιος είναι συνετός και ανησυχεί για το μέλλον, να αποφύγει την πείραν των ομοίων κακών, θεωρώντας την παραβολήν, ως φάρμακον που μας προφυλάσσει από την ασθένεια, και να ασκήσει την συμπάθεια και την φιλανθρωπίαν ως αιτίαν της μελλούσης ζωής. Διότι ο λόγος μας εξέθεσε δραματικώς την νουθεσίαν, αναφερόμενος σε ορισμένα πρόσωπα, ώστε να διδαχθούμε εμψύχως, με ζωντανά υποδείγματα, τον νόμον της αγαθής βιοτής και ποτέ να μη καταφρονήσωμε τα παραγγέλματα της Γραφής, ωσάν να εκφοβίζουν δήθεν μόνον λεκτικώς, χωρίς να προάγουν την απειλήν σε τιμωρία. Γνωρίζω πράγματι, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δελεάζονται από παρόμοιες υποψίες, και χαρίζουν στον εαυτόν τους ανεμπόδιστον την εξουσία του να αμαρτάνουν. Αλλά από ό,τι είδαμε εδώ, η Γραφή διδάσκει ότι καμμία συγγνώμη δεν ημπορεί να ελαφρύνει εκείνην την κόλασιν, ούτε εκείνη η φιλανθρωπία ελαττώνει την ορισμένην τιμωρίαν, εάν μάλιστα πρέπει να τεκμηριώσωμε τον λόγον από αυτά που είπεν ο Πατριάρχης.

Διότι αν και τόσο πολλές ικεσίες και μύριες ελεεινές φωνές ήκουσε από τον πλούσιον, ούτε από τους οδυρμούς του εκάμφθη, ούτε τον εξέβαλε από την οδύνην, εκείνον που πικρώς εμαστίζετο, αλλά με αυστηρόν φρόνημα επεκύρωσε την δικαίαν κρίσιν, λέγοντας ότι ο Θεός ετοποθέτησε τον καθένα εκεί που του άξιζε. Και σε σένα μεν, ο οποίος απελάμβανες την ζωήν σου εις βάρος των ξένων συμφορών, ορίσθησαν αυτά τα βασανιστήρια ως καταδίκη για τα πλημελήματά σου. Σε εκείνον δε, ο οποίος εμόχθησε εκεί και κατεπιέσθη, και εγεύθη την πικρία σε όλην την ένσαρκο ζωήν του, απενεμήθη εδώ γλυκεία και ευφρόσυνος κατάστασις. Όμως εκτός αυτού, υπάρχει και χάσμα μέγα, το οποίον τους εμποδίζει να έλθουν σε επαφή μεταξύ τους, και χωρίζει τους τιμωρούμενους από τους τιμώμενους, για να διάγουν ξεχωριστά, έχοντας καθαράν την απόλαυση των αγαθών και των κακών.

Πιστεύω δε ότι η αισθητή παραβολή, αποτελεί υπαινιγμό νοητής θεωρίας. Δεν πρέπει δηλαδή να εννοήσωμε κάποιαν τάφρο την οποίαν έχουν ανοίξει οι άγγελοι, όπως γίνονται τα χαρακώματα μεταξύ των εχθρικών στρατοπέδων, αλλά ο Λουκάς έθεσε την εικόνα του χάσματος για να τονίσει την σαφή διάκριση, το ότι δεν υπάρχει επικοινωνία μεταξύ αυτών που έζησαν ενάρετα και των άλλων. Επισφραγίζει δε αυτήν την εξήγησή μας και ο Ησαίας λέγοντας «Μη ουκ ισχύει η χείρ Κυρίου του σώσαι, ή εβάρυνε το ους αυτού του μη ακούσαι; Αλλά τα αμαρτήματα υμών, διϊστώσιν ανά μέσον υμών και ανά μέσον του Θεού».

 

(4ος αιών, ΒΕΠΕΣ τόμ. 71, σελ. 237 - Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 337 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com

Σελίδα 1 από 19