HeadShort.png

12/12 Άγιος Σπυρίδωνας

Ο Άγιος των Κερκυραίων, και πολιούχος του νησιού, ο θαυματουργός Άγιος, που έσωσε πολλές φορές το νησί των Φαιάκων με τα θαύματα του από την καταστροφή και την πείνα, στον οποίο προστρέχουν χιλιάδες πιστοί μέχρι και σήμερα αναζητώντας παρηγοριά και βοήθεια, ο Άι-Σπυρίδωνας δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στο νησί.

Γεννήθηκε σε μία φτωχή οικογένεια στην Τριμυθούντα της Κύπρου, κοντά στη Σαλαμίνα, το 270 μ.Χ. Αν και ήταν ένας απλός και αγράμματος βοσκός ξεχώριζε για την πίστη του στο Θεό, την ταπεινοφροσύνη του και τη φιλανθρωπία του. Από το γάμο του απέκτησε μία κόρη, την Ειρήνη. Όταν χήρεψε στράφηκε ολοκληρωτικά στο Θεό και έγινε κληρικός. Η φήμη που απέκτησε ήταν τόσο μεγάλη που όταν εκοιμήθη ο επίσκοπος Τριμυθούντος ο ίδιος ο πιστός λαός τον ανακήρυξε επίσκοπο.

Ακόμα και τότε ο Σπυρίδωνας δεν ξεχώριζε από τους υπόλοιπους φτωχούς ανθρώπους, που αποτελούσαν το ποίμνιο του. Φορούσε τα ίδια απλά και φτωχικά ρούχα με πριν, τον ίδιο σκούφο από φύλλα φοίνικα ενώ και ο βίος του ήταν το ίδιο φτωχικός καθώς όλα του τα υπάρχοντα εξακολουθούσε να τα μοιράζεται με τους φτωχούς. Παντού εξακολουθούσε να πηγαίνει με τα πόδια, ασχολείτο με τις αγροτικές εργασίες και συνέχιζε, ως καλός ποιμένας, να φυλάει το κοπάδι του. Η φήμη του μεγάλωσε ακόμη περισσότερο όταν με τα θαύματα του βοήθησε ανθρώπους που προσέτρεχαν στη βοήθεια του.

Ο Άγιος Σπυρίδωνας στην Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 314 μ.Χ.

Ο Σπυρίδωνας ως επίσκοπος Τριμυθούντα πήρε μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 314 μ.Χ., την οποία συγκάλεσε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, προκειμένου να αποφανθούν οι Πατέρες της Εκκλησίας περί των θεωριών του Αρείου.

Ό Άρειος, μορφωμένος Πατέρας από την Αλεξάνδρεια, θεωρούσε το Χριστό κτίσμα του Θεού και απέρριπτε την τρισυπόστατη φύση του. Ο Σπυρίδωνας, ήδη πολύ γνωστός για το θεόπνευστο κήρυγμα του, μολονότι ουσιαστικά αμόρφωτος, επέτυχε να αντιταχθεί στο λόγο του Αρείου και να αποδείξει την αληθινή φύση του Θεού, το ομοούσιο της Αγίας Τριάδας, με το γνωστό θαύμα με το κεραμίδι.

Αφού συνέκρινε την Αγία τριάδα –Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα- με το κεραμίδι και τα τρία συστατικά του που το κάνουν Ένα – φωτιά, νερό και χώμα- κράτησε στο χέρι του ένα κεραμίδι και αμέσως ξεπετάχτηκε από το χέρι του φωτιά. Στη συνέχεια έτρεξε προς τη γη νερό και στο τέλος απέμεινε στο χέρι του μόνο χώμα. Μπροστπά σ’ αυτό το θαύμα ο Άρειος καταντροπιασμένος ζήτησε συγνώμη.

Ο Σπυρίδωνας εκοιμήθη σε βαθιά γεράματα, στις 12 Δεκεμβρίου του 358 μ.Χ. σε ηλικία 88 ετών και ανακηρύχτηκε Άγιος από την Εκκλησία μας.

Ο Άγιος Σπυρίδωνας «φτάνει» στην Κέρκυρα

Όταν οι Σαρακηνοί πάτησαν το νησί της Κύπρου πιστοί άνοιξαν τον τάφο του Άγιου Σπυρίδωνα, προκειμένου να μεταφέρουν τα οστά του στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό να τα γλιτώσουν από τα χέρια των απίστων. Με έκπληξη όμως διαπίστωσαν ότι το σκήνωμα του Αγίου διατηρείτο άθικτο ενώ ο τάφος του μοσχοβολούσε βασιλικό.

Το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στη Βασιλεύουσα όπου και παρέμεινε μέχρι το 1456. Τότε, τρία χρόνια μετά την Άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς, ένας πρεσβύτερος, κερκυραϊκής καταγωγής, ο πάτερ Γεώργιος Καλοχαιρέτης, έκρυψε το ιερό σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνα καθώς και της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, μέσα σ’ ένα καλάθι και αφού τα σκέπασε με χόρτα, τα φυγάδευσε από την τουρκεμένη Κωνσταντινούπολη.

Διασχίζοντας με μεγάλο κίνδυνο τη Θράκη, τη Μακεδονία και την Ήπειρο έφτασε στην Κέρκυρα. Τα ιερά λείψανα, που τοποθετήθηκαν αρχικά στο ναό του Αγίου Αθανασίου, τα κληρονόμησαν οι τρεις γιοί του του Καλοχαιρέτη, Μάρκος, Λουκάς και Φίλιππος. Το μερίδιο του ο Μάρκος, το σκήνωμα της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, το δώρισε το 1483 στο λαό της Κέρκυρας. Οι κληρονόμοι του λειψάνου του Αγίου Σπυρίδωνα προσπάθησαν να μεταφέρουν το άγιο λείψανο εκτός της Κέρκυρας αλλά συνάντησαν τη σθεναρή αντίσταση των Κερκυραίων και εγκατέλειψαν το σχέδιο τους. Εν τέλει μεταβίβασαν τα δικαιώματα τους στην κόρη του Φιλίππου, Ασημίνα.

Το λείψανο πέρασε τελικά στην ιδιοκτησία της οικογένειας Βούλγαρη, ως προίκα της Ασημίνας, όταν παντρεύτηκε το Σταματέλλο Βούλγαρη το 1520. Από τότε και για τέσσερις αιώνες έως το 1925, βρισκόταν στην κυριότητα της οικογένειας. Αρχικά και μέχρι το 1528 το λείψανο μεταφέρθηκε στον καθεδρικό ναό του Ταξιάρχου Μιχαήλ στο Καμπιέλο. Το 1528 ο Σταματέλλος Βούλγαρης το μετέφερε στο ναό, που έχτισε η οικογένεια προς τιμήν του Αγίου στο προάστιο του Σαρόκκου (Αγίου Ρόκκου). Ωστόσο το 1537,κατά τη διάρκεια της πρώτης πολιορκίας της Κέρκυρας από τους Τούρκους, το σκήνωμα μεταφέρθηκε για ασφάλεια στο ναό των Αγίων Αναργύρων στο Παλαιό Φρούριο και επέστρεψε μετά τη λύση της πολιορκίας.

Το 1577 αποφασίστηκε η κατεδάφιση του ναού, καθώς έπρεπε να επεκταθούν τα τείχη. Το λείψανο μεταφέρθηκε προσωρινά και πάλι στο ναό του Αγίου Νικολάου των Ξένων στη Γαρίτσα, μέχρι και το 1589, οπότε και πραγματοποιήθηκαν τα θυρανοίξια του σημερινού ναού, η ολοκλήρωση του οποίου έγινε περίπου το 1594, και παραμένει εκεί μέχρι και σήμερα.

Το 1967 ο ιερός ναός του Αγίου Σπυρίδωνος της Κέρκυρας αναγνωρίστηκε επισήμως ως ίδιον Ν.Π.Δ.Δ με Προεδρικό Διάταγμα, υπό την επωνυμία «Ιερόν Προσκύνημα Αγίου Σπυρίδωνος Κερκύρας».
Πηγή: http://www.kerkyrainfo.gr

17/9 Η Αγία Σοφία και οι Θυγατέρες της Πίστις, Έλπίς και Αγάπη

 

Το Συναξάρι των τεσσάρων αγίων

Μεταξύ των αρχαιότερων μαρτύρων της χριστιανικής πίστεως συγκαταλέγονται η αγία Σοφία και οι τρείς θυγατέρες της Πίστις, Έλπίς και Αγάπη, αφού πρόσφεραν την ζωή τους ως «λογική λατρεία» στον Ιησού Χριστό, κατά τα χρόνια που αυτοκράτορας στην Ρώμη ήταν ο Αδριανός (117-138).

Η αγία ζωή τους και το μαρτυρικό τέλος των τριών θυγατέρων αποτελούσαν επί αιώνες παράδειγμα προς μίμηση των χριστιανών. Η μνήμη τους τιμόταν με ευλάβεια και οι διηγήσεις για την άθλησή τους αποτελούσαν προσφιλές άκουσμα και εποικοδομητικό ανάγνωσμα. Ιδιαίτερα μάλιστα κατά την βυζαντινή περίοδο, όποτε είχαν αναδειχθεί σημαντικοί συναξαριστές και αγιολόγοι. Το υλικό αυτό, διάσπαρτο σε διάφορες συλλογές, το περισυνέλεξε με ζήλο και με κόπο ο άγιος Συμεών (περί το 910-987).

Μεταξύ των έργων του, ο άγιος Συμεών (τιμάται στις 9 Νοεμβρίου), έγραψε και το «Μαρτύριον των αγίων γυναικών Σοφίας και των θυγατέρων αυτής Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης» (περιέχεται στον τόμο 115, στήλες 497-514 της Ελληνικής Πατρολογίας του J. - P.Migne), από το οποίο και αντλούνται όλα τα στοιχεία που παρατίθενται στη συνέχεια του παρόντος.

Χήρα με τρείς θυγατέρες στη Ρώμη


Στα χρόνια που βασίλευε στην κοσμοκράτειρα Ρώμη ο Αδριανός, σε μια πόλη της Ιταλίας (οι παλαιότερες πηγές αναφέρουν ότι αυτή βρισκόταν κοντά στα Μεδιόλανα, το σημερινό Μιλάνο), ζούσε η ευσεβής και πιστή στον Θεό Σοφία. Καταγόταν από σπουδαία οικογένεια, αλλά σχετικά νωρίς έμεινε χήρα με τρείς θυγατέρες. Για λόγους που δεν είναι γνωστοί, αργότερα η Σοφία πήρε τις τρείς κόρες της και πήγε στη Ρώμη, όπου συνέχισαν την ενάρετη ζωή τους. Ο συναξαριστής σημειώνει ότι οι θυγατέρες της ήταν και οι τρείς πολύ όμορφες αλλά και με άριστη αγωγή. Άλλωστε η μητέρα τους δεν είχε μόνο το όνομα Σοφία. Διέθετε και την όντως σοφία, που πηγάζει από τον Θεό, γιατί και έχει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της αγνότητας, της ειρήνης, της επιείκειας, της υπακοής, της ευσπλαχνίας και των καλών έργων.

Έτσι, δεν επέλεξε συμπτωματικά και τα ονόματα των τριών θυγατέρων της, αφού τους έδωσε τα ονόματα που συνοψίζουν τις τρείς βασικές αρετές του χριστιανού, τις οποίες επισημαίνει ο απόστολος Παύλος στον «ύμνο της αγάπης» (Α΄ Κορ. 13,13): νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη. Και τόσο με το παράδειγμα της όσο και με την ανατροφή που τους έδωσε, οι τρείς θυγατέρες της επιβεβαίωναν στην πράξη ότι όντως βίωναν και την πίστη και την ελπίδα και την αγάπη. Ήταν αντάξια προς τη ρίζα και τον κορμό κλαδιά!

Στη Ρώμη όπου ζούσαν πλέον μητέρα και κόρες, ο αυτοκράτορας Αδριανός, αν και διακρινόταν για τη μεγάλη μόρφωση του, για το πολιτιστικό του έργο και άλλα –σε αντίθεση με έτερους προκατόχους του πολλοί από τους οποίους ήταν αγροίκοι-, εντούτοις δεν έδειξε την απαιτούμενη προσπάθεια και ευελιξία για να κατανοήσει το πνεύμα και την ανωτερότητα της νέας χριστιανικής πίστεως, που κήρυξε ο Ιησούς Χριστός και οι απόστολοι του. Μένοντας προσκολλημένος στην ειδωλολατρία, κήρυξε το έτος 126 μ.Χ. διωγμό κατά των χριστιανών, τους οποίους άλλοτε με βασανιστήρια και άλλοτε με υποσχέσεις ή απειλές, προσπαθούσε να πείσει να αρνηθούν την πίστη τους και να θυσιάσουν στους ειδωλολατρικούς θεούς.

Συλλαμβάνονται και οδηγούνται στον αυτοκράτορα

Δεν άργησε να γίνει γνωστή στην Ρώμη η άφιξη της Σοφίας και των θυγατέρων της, όχι μόνο γιατί ήταν από σπουδαία οικογένεια, αλλά κυρίως από το γεγονός ότι μια χήρα γυναίκα με τρείς ωραιότατες κόρες ζούσαν με σύνεση και αρετή, σε μια κοινωνία κατά βάση έκφυλη και αμαρτωλή. Και ο αρχέκακος διάβολος που οθονεί και πολεμά την σωφροσύνη, την αγνότητα και την αφοσίωση στον Θεό, μηχανεύτηκε ένα τρόπο για να θέσει σε δοκιμασία τις τέσσερις αυτές ψυχές. Και πως ενήργησε;

Υποκίνησε τον Αντίοχο, που ήταν διοικητής της Ρώμης, να ενημερώσει τον αυτοκράτορα Αδριανό, «με δόλια γλώσσα και λόγια μίσους», ότι οι τέσσερις αυτές ψυχές πιστεύουν στον Θεό των χριστιανών και περιφρονούν τους δικούς τους θεούς.

Ο αυτοκράτορας εξοργίστηκε. Και έδωσε αμέσως εντολή στον επικεφαλής των σωματοφυλάκων του να σπεύσουν να συλλάβουν τη Σοφία και τις τρείς θυγατέρες της, προκειμένου να τις οδηγήσουν ενώπιόν του. Η εντολή εκτελέστηκε χωρίς καθυστέρηση. Καθώς δε οι σωματοφύλακες εμφανίστηκαν για να τις συλλάβουν, μητέρα και κόρες, ενωμένες πνευματικά και αποφασισμένες για να δώσουν ομολογία πίστεως «παντί τω αιτούντι», καθώς οδηγήθηκαν στο βήμα του ηγεμόνα, νοερά ζήτησαν την ενίσχυση του Χριστού, που είχε διαβεβαιώσει τους μαθητές και αποστόλους του, αλλά και κάθε χριστιανό: Να μη φοβηθείτε αυτούς που θανατώνουν το σώμα, δεν μπορούν όμως να θανατώσουν την ψυχή· και όταν σας οδηγήσουν σε ηγεμόνες και βασιλείς, θα σας φωτίσει ο Θεός για το τι θα πείτε.(Ματθ. 10, 18. 19. 28). Κάνοντας μάλιστα το σημείο του σταυρού πήραν δύναμη απομακρύνοντας κάθε ίχνος φόβου, αν και βρίσκονταν μπροστά στο φοβερό και αγέρωχο δικαστή, στον οποίο τις είχε παραπέμψει ο Αδριανός. Εκείνος καθώς τις αντίκρισε έτσι ευγενικές, όμορφες και με παρρησία να στέκονται μπροστά του και να ακτινοβολούν από ουράνια γλυκύτητα και σεμνότητα, δεν θέλησε να αρχίσει την εξέταση τους αμέσως. Επηρεάστηκε τόσο που για λίγα λεπτά της ώρας έμεινε να τις θαυμάζει.

Ομολογία πίστεως και μητρικές παραινέσεις

Στη συνέχεια, διέταξε να απομακρύνουν τις τρείς θυγατέρες από τη μητέρα τους και να τις φυλάνε σε άλλο μέρος, απευθυνόμενος σ’ αυτήν της είπε: Κυρία μου, είναι πολύ σοβαρό παράπτωμα να αρνηθείς τα πατροπαράδοτα έθη και τους σεβάσμιους θεούς μας. Γιατί προξένησες στη Ρώμη διχόνοια και ταραχή, διαδίδοντας ότι οι θεοί μας δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα και ότι είναι απλά ονόματα χωρίς περιεχόμενο; Πές μου, από πού κατάγεσαι, ποιο είναι το γένος σου, το όνομα σου και σε τι πιστεύεις!

Η αγία μητέρα απάντησε με παρρησία: Το πρώτο και εξαιρετικά πολύτιμο όνομά μου είναι αυτό που προέρχεται από το Χριστό, το όνομα «χριστιανή». Οι γονείς μου με ονόμασαν Σοφία. Ως προς το γένος μου; Ανήκω σε γενιά που κατείχε τα ανώτατα αξιώματα στην Ιταλία, που είναι και η επίγεια πατρίδα μου. Από όλα όμως αυτά υπερηφανεύομαι με σεμνότητα περισσότερο για την ιδιότητα της χριστιανής, γιατί φανερώνει ότι ανήκω στο Χριστό, στον οποίο με αφιέρωσαν μόλις γεννήθηκα οι γονείς μου, ενώ κι εγώ σ’ αυτόν έχω αφιερώσει τις τρείς θυγατέρες μου. Επιθυμούμε μάλιστα, μέσα στην ίδια τη Ρώμη, μένοντας ακλόνητες στην πίστης μας στο Θεό, να μεταβούμε «εκ του θανάτου εις την ζωήν» και να κληρονομήσουμε στον ουρανό τα αγαθά που μας ετοίμασε εκείνος.

Αφού τελείωσε η πρώτη αυτή εξέταση, προκειμένου να σκεφθεί το επόμενο βήμα του, ο δικαστής παρέδωσε τις τρείς θυγατέρες στη συγκλητική Παλλαδία για να τις κρατήσει στο σπίτι της, ώστε μετά από τρείς ημέρες να οδηγηθούν ενώπιόν του για να τις ανακρίνει. Έτσι η μητέρα τους Σοφία βρήκε την ευκαιρία και τον χρόνο να απευθύνει στις κόρες της τις απαραίτητες παραινέσεις, λέγοντας τα εξής:

«Εγώ, παιδιά μου αγαπημένα, ως μητέρα που σας έφερα στον κόσμο, σας ανέθρεψα εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Επειδή λοιπόν οι περιστάσεις σας καλούν σε πνευματικούς αγώνες, δείξτε ποιά από σας είναι ο άξιος καρπός των λόγων μου. Τη δε αρετή, στην οποία εδώ και χρόνια έχετε ασκηθεί, ας μη την καταβάλει το κακό που προσωρινά θα εκδηλωθεί εναντίον σας. Ούτε η αδύναμη πλάνη να υπερισχύσει της χριστιανικής αλήθειας, που είναι από καθετί πιο ισχυρή. Δεν σας κρύβω, βέβαια, ότι η νεαρή ηλικία σας μου προκαλεί μικρό φόβο. Γι’ αυτό δείξτε προσοχή και μη δειλιάσετε μπροστά στην απειλή, αφού ακατάβλητη δύναμή σας θα έχετε τη συμμαχία του Χριστού μας. Κάνετε ώστε με τον αγώνα σας να σκιρτήσουν από χαρά τα γηρατειά μου. Κρατήστε ανυποχώρητη την ομολογία της πίστεως σας στον Κύριο, για να σας στεφανώσει με τα ίδια τα χέρια του. Και τότε θα είστε για πάντα μαζί του, θα απολαμβάνετε την άφθαρτη και αιώνια χαρά και θα είστε μαζί με τους αγγέλους και όλους τους αγίους του. Άλλωστε, γνώρισμα των συνετών είναι να θυσιάζουν τα μικρά για τα μεγάλα, τα ασταθή για τα διαρκή, τα πρόσκαιρα για τα αιώνια. Διότι το πιο πολύτιμο πράγμα είναι το να εξαγοράσει ο άνθρωπος με το αίμα του μαρτυρίου του, που θα χύσει υπέρ του Χριστού, την ουράνια βασιλεία του».

Ο δικαστής κολακεύει, υπόσχεται και απειλεί

Ενώ μ’ αυτά τα λόγια ενίσχυε τις τρείς θυγατέρες της η μητέρα τους Σοφία, οι αντάξιες κόρες έτσι της απάντησαν: «Εσύ, σεβαστή μας μητέρα, να μας στηρίζεις με τις παραινέσεις σου, που τις θεωρούμε αγαθό φυλαχτό. Αλλά και ο Κύριός μας, που μας παρότρυνε να μη μεριμνήσουμε πως ή τι θα πούμε όταν μας οδηγήσουν ενώπιον ηγεμόνων και βασιλέων (πρβλ. Μ. 10, 18-19), εκείνος, όντας αξιόπιστος, δεν θα διαψευσθεί. Και ως παντοδύναμος που είναι θα τηρήσει την υπόσχεσή του και θα μας χαρίσει σοφία, με την οποία θα μπορέσουμε να νικήσουμε τη σοφία των ειδωλολατρών που είναι ανόητη».

Ύστερα λοιπόν από τρείς ημέρες, πήραν οι σωματοφύλακες τις αγνές κόρες από το σπίτι της συγκλητικής Παλλαδίας και τις έφεραν ενώπιον του δικαστή για εξέταση. Αυτός, έχοντας αρκετή εμπειρία αλλά και πανουργία, σκέφθηκε να αλλάξει το φρόνημα και την πίστη τους με κολακείες, ελπίζοντας πως κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δύσκολο, λόγω του νεαρού της ηλικίας τους. Έτσι απευθύνθηκε προς αυτές με τούτα τα λόγια:

«Βλέποντας, παιδιά μου την ομορφιά σας και τη γλυκύτητα της μορφής σας, νομίζω πως δεν γεννηθήκατε από ανθρώπους αλλά από κάποιους θεούς, για να σας θαυμάζουν όσοι σας βλέπουν. Γι’ αυτό κι εγώ, αγαπητές μου νέες, δείχνοντας και πατρική στοργή προς εσάς, παρακαλώ πολύ να μη θελήσετε να παρακούσετε σε μένα, που σαν πατέρας σας αγαπά. Άλλωστε, σκεφθείτε πρώτα τη μητέρα σας που στη γεροντική ηλικία της θα μαστιγωθεί, αν εσείς δεν πεισθείτε στα λόγια μου. Έπειτα σκεφθείτε τη δική σας νεαρή ηλικία. Είστε στο άνθος της ομορφιάς σας, την οποία μπορεί να θαυμάζω όπως κάθε άνθρωπος που σας βλέπει, δεν θα διστάσω όμως και να τη βλάψω –παρόλο που δεν θα το θελα- αν με λυπήσετε με την παρακοή σας και με εξοργίσετε. Και τότε θα χαθείτε με κακό και επώδυνο τρόπο. Ας μη οδηγηθούμε εκεί. Εσείς πρέπει να χαίρεστε, να είστε ευτυχισμένες, να απολαμβάνετε πλούτο, δόξα, βασιλική εύνοια και να ζείτε μες στα καλά του καιρού και της

ηλικίας σας».

Κι ενώ αυτά τα κολακευτικά και συνάμα απειλητικά λόγια έλεγε ο δικαστής, οι τρείς θυγατέρες της Σοφίας, η Πίστις, η Ελπίς, και η Αγάπη, έτσι του απάντησαν με παρρησία:

«Εμείς ούτε στις υποσχέσεις σου υποχωρούμε, ούτε τις απειλές για τα βασανιστήρια υπολογίζουμε, γιατί όλα τα γήινα τα περιφρονήσαμε και τα μόνα που επιθυμούμε είναι τα αιώνια αγαθά και ο ουράνιος νυμφίος μας Χριστός. Απειλείς να βασανίσεις τη μητέρα μας για να μας εκφοβίσεις, λόγω της φυσικής συμπάθειας μεταξύ μας, αλλά λησμονείς ή δεν γνωρίζεις ότι μ’ αυτό τον τρόπο φέρνεις εκείνη και εμάς πιο κοντά στα ουράνια αγαθά. Άλλωστε, υπάρχει κάτι πιο γλυκό και τέλειο για τους χριστιανούς από το να υφίστανται μαρτύρια για το όνομα του Χριστού; Ακόμα κι αν δεν ελπίζαμε σε ουράνια ανταπόδοση, και μόνο το να μαρτυρούσαμε για τον Κύριο μας και Πλάστη αποτελεί μεγάλη δόξα. Όταν μάλιστα μας περιμένει ουράνια βασιλεία και αιώνια αγαθά, το να προσπαθείς να μας πείσεις με υποσχέσεις για πρόσκαιρα αγαθά είναι ανόητο και ματαιοπονείς. Επομένως ούτε με κολακείες θα μας παρασύρεις, ούτε με απειλές βασανιστηρίων θα μας κάνεις να αρνηθούμε την πίστη μας στο Χριστό».

Και συνεχίζοντας οι τρείς θυγατέρες της αγίας Σοφίας είπαν στον δικαστή: «Σε πληροφορούμε πως αν τυχόν λυπηθείς το κάλος της νεότητας μας, που όπως είπες θεωρείς κάτι το εξαιρετικά σπουδαίο, και δεν μας υποβάλεις σε σκληρά βασανιστήρια, θα μας στεναχωρήσεις περισσότερο. Γιατί στην περίπτωση αυτή θα μας βλάψεις πραγματικά, αφού θα γίνεις αιτία να στερηθούμε την ανταπόδοση των μεγάλων και άφθαρτων αγαθών».

Η γενναιόφρονη στάση των τριών νεανίδων εξέπληξε τον δικαστή. Έτσι αποφάσισε να τις χωρίσει και να εξετάσει την κάθε μία ιδιαίτερα, ελπίζοντας να τις αποδυναμώσει και να επιτύχει στο σκοπό του. Στην αρχή φώναξε τη μητέρα τους Σοφία και τη ρώτησε για το όνομα και την ηλικία των θυγατέρων της. Εκείνη απάντησε πως η πρώτη ονομάζεται Πίστις και είναι δώδεκα χρονών, η δεύτερη Ελπίς και είναι δέκα και η Τρίτη Αγάπη και είναι εννέα χρονών.

Βασανίζεται και τελειούται η Πίστις

Αφού ο δικαστής έμαθε τα παραπάνω, άφησε την αγία Σοφία να βγει από την αίθουσα και πρόσταξε να οδηγηθεί μπροστά του η μεγαλύτερη από τις τρείς, η Πίστις. Οργισμένος της είπε: «Θυσίασε νεαρή μου, στη θεά Άρτεμη, όπως εδώ και πολλά χρόνια κάνουμε όλοι μας». Με έκπληξη του όμως διαπίστωσε ότι η εντολή του έπεσε στο κενό. Όχι μόνο δεν έδειξε την παραμικρή διάθεση να θυσιάσει η Πίστις, αλλά γεμάτη θάρρος που μόνον η συνειδητή πίστη στο Χριστό δίνει, είπε στο δικαστή τα επόμενα:

«Πόσο ανήκουστη είναι η πώρωση σας! Φτάνει μέχρι τα βάθη της ψυχή σας. Αν και είστε πνευματικά τυφλοί, θέλετε να είστε οδηγοί και των άλλων, τους οποίους αναγκάζετε να ακολουθούν το δρόμο που σας οδηγεί στην απώλεια. Ποιος όμως συνετός άνθρωπος θα μπορούσε να αρνηθεί τον αληθινό Θεό που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και όσα υπάρχουν στο σύμπαν, για να θυσιάσει σε θεούς κατασκευασμένους από χέρια ανθρώπων; Πως θα μπορούσε ένας μυαλωμένος άνθρωπος να λατρέψει θεούς χωρίς αισθήσεις που είναι μάλιστα ανύπαρκτοι και ψεύτικοι; Δεν θα ήταν κάτι παρόμοιο φοβερός παραλογισμός; Δεν θα φανέρωνε παραφροσύνη και αυτών που το προστάζουν και εκείνων που συμμορφώνονται σ’ αυτό; Κάνε λοιπόν αυτό που θέλεις. Διάταξε όποια βασανιστήρια επιθυμείς. Διότι είναι προτιμότερο να πάθω τα πάντα, παρά να πεισθώ να πράξω αυτό που θέλεις εσύ».

Η λογική και πειστική ομολογία της Πίστεως δεν συγκίνησε το δικαστή. Αντίθετα τον εξόργισε περισσότερο, αφού ήταν πωρωμένος με τη θρησκεία των ειδώλων. Έτσι πρόσταξε να αρχίσουν τα βασανιστήρια. Με πρώτο αυτό του ραβδισμού. Της αφήρεσαν την εσθήτα, της έδεσαν πισθάγκωνα τα χέρια και οι δήμιοι την έδειραν με χοντρές ράβδους. Άλλ’ ώ του θαύματος. Η τρυφερή δωδεκάχρονη μάρτυς του Χριστού φαινόταν όχι ραβδιζόμενη, αλλά έδειχνε σα να ραίνεται με ρόδα, ενώ στο σώμα της δεν υπήρχε ίχνος μωλωπισμού! Πράγμα που δεν συνέτισε το σκληρό δικαστή. Αντίθετα ερεθίστηκε περισσότερο και αγριεμένος διέταξε τους δήμιους να προχωρήσουν σε ωμότερες πράξεις· να αποκόψουν τους μόλις σχηματιζόμενους μαστούς της Πίστεως. Και τότε συνέβη το πρωτοφανές και εξαίσιο γεγονός: από τις τομές αντί για αίμα έτρεξε σαν από βρύση γάλα! Ούτε αυτό το θαύμα συνέτισε το δικαστή. Ο οποίος έξω φρενών διέταξε τους δήμιους να ξαπλώσουν την καλλίνικη μάρτυρα του Χριστού πάνω σε πυρακτωμένη σχάρα. Όσο όμως εκείνος επινοούσε βασανιστήρια, άλλο τόσο και ο Θεός των χριστιανών προστάτευε την πίστη του δούλη και τη δόξαζε. Έτσι και στην περίπτωση της σχάρας. Ο Κύριος απέβαλε την καυστική ιδιότητα της πυρακτωμένης σχάρας και η μάρτυς του Χριστού διατηρήθηκε τελείως αβλαβής.

Επόμενο μαρτύριο ήταν να τη ρίξουν σε ένα τεράστιο τηγάνι που ήταν πάνω από αναμμένη φωτιά, γεμάτο πίσσα και άσφαλτο. Η Πίστις πρόσταξε να επικαλεστεί την εξ’ ύψους βοήθεια. Και ο «ταχύς εις το ακούσαι» έστειλε αμέσως τη χάρη του: Η φωτιά και η πίσσα που κόχλαζε μεταβλήθηκαν σε δροσιά, η δε μάρτυς έδινε την εντύπωση ότι βρίσκεται σε δροσερό λιβάδι ή σε απαλή χλόη και όχι σε πίσσα και καυτή άσφαλτο. Το γεγονός προκάλεσε το θαυμασμό πολλών παρευρισκόμενων, που δόξαζαν τον Θεό των χριστιανών, όχι όμως και του δικαστή, ο οποίος φανερά εκνευρισμένος και για να προλάβει την προσχώρηση ειδωλολατρών στη χριστιανική πίστη, αποφάσισε τον δια ξίφους θάνατο της αγίας μάρτυρος.

Όταν εξήγγειλε την απόφαση του αυτή, η Πίστις χάρηκε. Και η χαρά της διακρινόταν καθαρά στο πρόσωπο της. Αμέσως δε παρακάλεσε την μεν μητέρα της να προσευχηθεί για να μείνει σταθερή ως το τέλος, τις δε δυο μικρότερες αδερφές της παρότρυνε να μη δειλιάσουν κα χάσουν το βραβείο της άνω κλήσεως. Συγκεκριμένα είπε: «Γνωρίζετε καλά ποιόν ακολουθήσαμε στη ζωή μας και με ποιού τη σφραγίδα σφραγιστήκαμε κατά τη βάπτιση μας. Ας μείνουμε λοιπόν ακλόνητες στην πίστη μας έως τέλους. Ας μη φοβηθούμε και υποχωρήσουμε. Κόρες μιας μητέρας είμαστε. Αυτή μας γέννησε, μας έθρεψε σωματικά και πνευματικά. Το ίδιο φρόνημα και το ίδιο τέλος ας έχουμε και οι τρείς αδερφές. Η πρώτη ας είναι παράδειγμα και για τις άλλες δύο».

Τα λόγια αυτά της Πίστεως γέμισαν θάρρος και δύναμη την Ελπίδα και την Αγάπη, που με τη σειρά τους έδωσαν κουράγιο στην αδερφή τους, ενώ την παρακάλεσαν να προσευχηθεί και για κείνες στο Σωτήρα Χριστό να μείνουν σταθερές και ακλόνητες για να αξιωθούν το στεφάνι της αιώνιας ζωής. Την ίδια στιγμή γενναιόφρονη στάση έδειξε και η μητέρας τους Σοφία. Κατανικώντας το μητρικό φίλτρο, δεν είπε ούτε έπραξε κάτι που να είναι κατώτερο των περιστάσεων. Ένα μόνο κρυφό φόβο είχε μέσα της: Μήπως οι δύο νεότερες κόρε της υπολείπονταν σε σύγκριση με την πρώτη και φαινόταν ότι η ίδια είναι μητέρα μιας μάρτυρος του Χριστού και όχι τριών. Τόση ήταν η αφοσίωση της στον Κύριο και η επιθυμία της να του χαρίσει για πάντα τα σπλάχνα της.

Προπέμποντας λοιπόν τη μεγαλύτερη κόρη στο μαρτύριο, της έλεγε: «Εγώ, παιδί μου, σε γέννησα υποφέροντας τις ωδίνες του τοκετού. Σε έθρεψα και σε έφτασα σ’ αυτή την ηλικία. Τώρα όμως παίρνω την αμοιβή για τους πόνους και τους κόπους μου και μάλιστα πολλαπλάσια. Και παρόλο που κανένα παιδί δεν μπορεί να ανταποδώσει στους γονείς του όσα εκείνοι του πρόσφεραν (και πάνω απ’ όλα την ύπαρξή του), εσύ μου ανταπέδωσες πολύ περισσότερα, αφού με ανέδειξες μητέρα μιας αθλήτριας και μάρτυρος του Χριστού. Πορεύου λοιπόν προς το Σωτήρα μας, τέκνο μου. Πήγαινε, όντας πορφυρωμένη από τα μαρτυρικά αίματα σου. Στάσου ενώπιον του στολισμένη με το κόκκινο χρώμα, που είναι ωραιότερο από κάθε κοκκινάδι και λουλούδι».

Στη συνέχεια η Πίστις, ενισχυμένη και από τα λόγια των αδερφών και της μητέρας της, έσκυψε τον αυχένα και ο δήμιος κατεβάζοντας με δύναμη το ξίφος του, της έκοψε το κεφάλι, ενώ η ψυχή της στεφανωμένη ανήλθε προς το νυμφίο της Χριστό, την κεφαλήν όλων.

Η άθληση και το τέλος της Ελπίδος


Το μένος και η καταισχύνη του δικαστή τον ώθησαν στην απόφαση να σκεπάσει την ουσιαστική ήττα του από μία δωδεκάχρονη, με το θάνατο και των δύο νεότερων αδερφών της. Που να ήξερε όμως ότι και από αυτές θα γνώριζε την ήττα και μάλιστα ακόμα πιο οδυνηρή.

Έδωσε λοιπόν εντολή και έφεραν μπροστά του τη δεύτερη, την Ελπίδα. Χωρίς περιστροφές της είπε: «Άκουσε με, νεαρή μου, και πέσε να προσκυνήσεις τη μεγάλη θεά Άρτεμη. Κι αφού το κάνεις αυτό, φύγε ελεύθερη και χαρούμενη». Η Ελπίς όμως δεν δίστασε να του απαντήσει: « Καθώς πίστεψες πως είμαι αδερφή της προηγούμενης, έτσι να πιστέψεις και στην απόφαση μου να δείξω και στην πράξη πως είμαι όντως αδερφή της. Και θέλω να ξέρεις ότι τίποτα απολύτως, ευχάριστο ή δυσάρεστο, δεν θα με κάνει να αλλάξω γνώμη, ούτε την πίστη μου στο Χριστό και Θεό μου».

Έχοντας ήδη την πείρα από τη μεγαλύτερη αδερφή της, ο δικαστής θεώρησε μάταιο να προσπαθήσει με υποσχέσεις ή απειλές να πείσει την Ελπίδα ν’ απαρνηθεί την πίστη της. Έδωσε εντολή ν’ αρχίσουν τα βασανιστήρια. Της αφήρεσαν τα ρούχα και τη μαστίγωσαν με ωμά βούνευρα. Η Ελπίς, όπως και η αδερφή της, έδειχνε ακατάβλητη υπομονή και καρτερία, γεγονός που εξόργισε ακόμα περισσότερο το δικαστή. Γι’ αυτό διέταξε να τη ρίξουν μέσα σε πυρωμένο καμίνι. Και στην περίπτωση αυτή επαναλήφθηκε το θαύμα της καμίνου στη Βαβυλώνα με τους Τρείς Παίδες (βλέπε Δανιήλ κεφ. 3ο). Ενώ οι φλόγες υψώνονταν, την ίδια στιγμή δεν την άγγιζαν. Αυτή παράμενε σώα και αβλαβής, ευχαριστώντας τον Θεό γιατί την προστάτευε και παρακαλώντας τον να εξακολουθήσει να την ενισχύει σε όσα θα ακολουθούσαν, ώστε οι μεν ασεβείς να ντροπιαστούν, ο δε Θεός να δοξαστεί.

Κι ενώ εκείνοι που παρακολούθησαν το θαύμα έμειναν έκπληκτοι από το γεγονός, ο δικαστής πρόσταξε να κρεμάσουν την Ελπίδα σε ένα ξύλο και οι δήμιοι να ξεσκίσουν το παιδικό της σώμα της με τα ειδικά σιδερένια νύχια, όργανο βασανισμού που χρησιμοποιούσαν κατά τους διωγμούς σε βάρος των χριστιανών. Και το μαρτύριο αυτό, ιδιαίτερα επώδυνο, υπέμεινε η αγία κόρη με ευψυχία και καρτερία. Τα μάτια της αυγάζονταν από μια θεϊκή λάμψη, το δε αιματωμένο σώμα της ανέδιδε άρρητη ευωδία, απόδειξη της χάριτος του Θεού. Η ίδια, επιστρατεύοντας ουράνια δύναμη και ένα μειδίαμα στα χείλη της είπε στο δικαστή! «Νομίζεις πως με τα βασανιστήρια θα με κάμψεις· εγώ όμως αντλώ θάρρος από το Χριστό, ο οποίος θα σε αποδυναμώσει γιατί κήρυξες αδυσώπητο πόλεμο σε μια νεαρή κόρη, που μόνο στήριγμα της έχει τον αληθινό Θεό».

Η παρρησία της νεαρής χριστιανής εξόργισε ακόμα περισσότερο τον δικαστή, ο οποίος έδωσε εντολή να ετοιμάσουν ένα λέβητα και αφού τον γεμίσουν με πίσσα και ρετσίνι να τον βάλουν πάνω σε δυνατή φωτιά ώσπου να κοχλάσουν τα υλικά αυτά κι ύστερα να ρίξουν μέσα την Ελπίδα. Ο Θεός όμως για μια ακόμα φορά έσωσε την καλλίνικη μάρτυρα: Πριν την ρίξουν στο μείγμα που κόχλαζε, ο λέβητας διαλύθηκε, το δε μείγμα χύθηκε τριγύρω, με αποτέλεσμα να κάψει πολλούς ειδωλολάτρες που παρακολουθούσαν με περιέργεια τα όσα συνέβαιναν.

Ούτε το συγκλονιστικό αυτό γεγονός συνέτισε το δικαστή, γιατί δεν μπορούσε να εννοήσει με ποια δύναμη επιτελούνταν τα θαυμαστά γεγονότα. Μη θέλοντας λοιπόν να υποστεί και άλλη ήττα μπροστά στα βλέμματα των παρευρισκομένων, αποφάσισε να θανατωθεί η μάρτυς Ελπίς δια του ξίφους, πράγμα που και η ίδια ενδόμυχα επιθυμούσε, ακολουθώντας και το παράδειγμα της αδερφής της Πίστεως που είχε προηγηθεί.

Καθώς η Ελπίς άκουσε την τελική απόφαση του δικαστή, ως τελευταία επιθυμία ζήτησε από τη μητέρα της να προσευχηθεί για κείνη, ενώ η ίδια παρότρυνε με λόγια θερμά τη μικρότερη αδερφή, την Αγάπη, να μην υποκύψει στις υποσχέσεις ή απειλές του δικαστή, αλλά να ακολουθήσει το παράδειγμα των δύο μεγαλύτερων αδερφών της.

Όταν την οδήγησαν στο σημείο όπου θα μαρτυρούσε για τον Ιησού Χριστό, η σορός της αδερφής Πίστεως, κείτονταν ακόμα, ακέφαλη, στο χώμα. Έπεσε στα γόνατα, το αγκάλιασε και το φιλούσε, τιμώντας το ως λείψανο μιας αγίας μάρτυρος, αλλά και σε εκδήλωση μεγάλης αδερφικής αγάπης. Στη σκέψη όμως ότι η αδερφή της μαρτύρησε για την πίστη στον μόνο αληθινό Θεό και Σωτήρα των ανθρώπων, πήρε μεγάλη χαρά και αγαλλίαση. Άλλωστε δεν ήταν πρέπον να κλάψει για μια αγία αδερφή, την οποία σύντομα θα συναντούσε για να είναι αιώνια μαζί, αφού τον ίδιο τρόπο μαρτυρίου θα γνώριζε σε λίγο. Έτσι ήρεμη και με ακλόνητη πίστη και αποφασιστικότητα, έκαμψε τον αυχένα της, το δε ξίφος του δημίου απέκοψε τη νεανική κεφαλή της, για να προστεθεί και η μάρτυς του Χριστού Ελπίς στο νέφος των αγίων του.

Το μαρτύριο της Αγάπης

Μετά το φρικτό μαρτύριο της Πίστεως και της Ελπίδος ο δικαστής, εξουθενωμένος κυριολεκτικά από το γεγονός ότι ούτε το αξίωμα και η εξουσία του, ούτε το κύρος και η εμπειρία του στάθηκαν ικανά να κάμψουν την πίστη και να πείσουν δύο νεαρότατες κόρες, σχεδόν παιδιά ακόμα, να θυσιάσουν στην ψεύτικη θεά Άρτεμη, σκέφθηκε ότι ίσως τα κατάφερνε με την τρίτη, την Αγάπη. Αυτή ήταν μόλις εννέα χρονών. Ασφαλώς και θα την έπειθε. Πιθανόν να είχε τρομάξει από το θάνατο των δύο μεγαλύτερων αδερφών της. Ίσως σκεφτόταν και τη μητέρα της και δεν θα ήθελε να την αφήσει μόνη στη ζωή.

Έδωσε λοιπόν εντολή να την φέρουν μπροστά του. Αφού τη ρώτησε διάφορα και τη κολάκεψε με καλά λόγια και υποσχέσεις, περίμενε πως θα είχε πεισθεί να θυσιάσει. Αλλά είχε κάνει λάθος στις εκτιμήσεις του, γιατί η Αγάπη του είπε με θάρρος τα εξής: «Μη ξεγελιέσαι από τη νεαρή ηλικία μου και νομίζεις πως θα με εξαπατήσεις και θα με παρασύρεις. Σύντομα θα διαπιστώσεις ότι κι εγώ, η μικρότερη, είμαι βλαστάρι από την ίδια ρίζα και κορμό. Από την ίδια μάνα είμαι γεννημένη, όπως και οι δύο αδερφές μου που μαρτύρησαν για το Χριστό. Γι’ αυτό κι εγώ δεν θα ντροπιάσω τη μητέρα και τις δύο αδερφές μου. Είμαι μάλιστα αποφασισμένη και να τις ξεπεράσω στην άθληση και την καρτερία, διότι ξέρω από τα όσα συνέβησαν μ’ αυτές ότι θα έχω αμέριστη τη βοήθεια του Κυρίου και Θεού μου».

Το θάρρος της μικρής σε ηλικία χριστιανής δεν το ανέχθηκε ο ειδωλολάτρης δικαστής. Διέταξε να την κρεμάσουν και να την τεντώσουν με χοντρά σχοινιά τόσο πολύ, που να σπάσουν οι αρθρώσεις των χεριών και των ποδιών της. Η προστασία όμως του Θεού ήταν και εδώ άμεση. Τη διαφύλαξε σώα και αβλαβή. Έπειτα ετοιμάστηκε πυρακτωμένο καμίνι, αλλά προηγουμένως ο δικαστής έκανε άλλη μια απόπειρα να την πείσει με τούτα τα λόγια: «Βλέπεις το πυρακτωμένο καμίνι; Ο μόνος τρόπος για να σώσεις την ζωή σου είναι να σπεύσεις τώρα, να εκτελέσεις αυτό που ζητώ από σένα· να πεις απλά και μόνο ‘’μεγάλη η Άρτεμης’’ και όχι μόνο θα απαλλαγείς από κάθε κατηγορία, αλλά και θα σου φερθώ με μεγάλη επιείκεια». Εκείνη όμως του απάντησε χωρίς δισταγμό: «Ποτέ δεν θα γίνει αυτό. Μακριά από μένα παρόμοια σκέψη. Δεν θα κάνω κάτι που είναι ανούσιο, ούτε θα βάλω στη γλώσσα μου τέτοια ασεβή φράση, που είναι ξένη προς την πίστη μου στο μόνο αληθινό Θεό και δημιουργό της πλάσης.

Απογοητευμένος και οργισμένος ο δικαστής έδωσε αμέσως εντολή να ρίξουν την Αγάπη μέσα στο πυρακτωμένο καμίνι. Πόση όμως ήταν η έκπληξη όλων όταν είδαν τη νεαρή μάρτυρα του Χριστού να πηδάει μόνη της στο καμίνι, πριν προλάβουν να το κάνουν οι δήμιοι. Άλλ’ ώ του θαύματος και πάλι! Αντί να γίνει παρανάλωμα του πυρός, εκείνη στεκόταν ανάμεσα στις φλόγες και ένιωθε σα να βρίσκεται σε ευχάριστο λουτρό. Και το πιο αξιοθαύμαστο; Οι φλόγες σε λίγο διασκορπίστηκαν και άρχισαν να καίνε τους ειδωλολάτρες γύρω από το καμίνι! Ακόμα και στον δικαστή προκάλεσε εγκαύματα. Αυτό συνέβη, σημειώνει ο ιερός συναξαριστής, αφενός για να ελεγχθεί η περισσή ασέβεια του και αφετέρου για να μην αμφιβάλλει και να είναι ο ίδιος μάρτυρας της δυνάμεως του Θεού.

Τα εγκαύματα του δικαστή ήταν σοβαρά. Έτσι αυτός αναγκάστηκε να καλέσει κοντά του τη μάρτυρα Αγάπη. Όταν απεσταλμένοι του πήγαν να τη φέρουν, είδαν ότι κοντά της ήταν κάποιοι χαριτωμένοι και λευκοφορούντες άντρες [άγγελοι του Θεού] οι οποίοι με τη μορφή και την όλη παράστασή τους προκαλούσαν το θαυμασμό και το σεβασμό. Τις ίδιες μορφές είχαν δει και πριν μέσα στο πυρακτωμένο καμίνι να την προστατεύουν και να προσεύχονται μαζί της. Καθώς οι απεσταλμένοι, θέλησαν να πιάσουν τη μάρτυρα Αγάπη και να τη βγάλουν από το καμίνι, ένιωσαν να παραλύουν τα χέρια τους. Μη μπορώντας να κάνουν κάτι άλλο, φώναξαν ικετευτικά προς την Αγάπη: «Βγές από το καμίνι, δούλη του Θεού, γιατί σε θέλει ο δικαστής».

Θα περίμενε κανείς, μετά από όλα τα θαυμαστά που είχαν συμβεί με τις τρείς αδερφές και το πάθημα του ίδιου του δικαστή, αυτός να είχε ανανήψει. Όμως τα μάτια της ψυχής του ήταν κλειστά και ενώ έβλεπε, δεν έβλεπε αληθινά το φώς του Χριστού. Έτσι με τα εγκαύματα στο σώμα του, έδωσε νέα εντολή: Να τρυπήσουν τα μέλη του σώματός της καλλίνικης μάρτυρος με περόνια. Όταν έγινε κι αυτό και επειδή η Αγάπη λίγο νοιαζόταν για τα φρικτά βασανιστήρια, αφού είχε «βοηθό και σκεπαστή» της το Θεό, ο δικαστής έβγαλε την τελική του απόφαση, όμοια με των δύο άλλων αδερφών: τον δια ξίφους αποκεφαλισμό της τρίτης.

Την απόφαση άκουσε η Αγάπη με γενναιότητα και ανδρεία, θεωρώντας την ως την ασφαλή σφραγίδα και επιδοκιμασία της πίστεως και ομολογίας της προς τον Θεό, γι’ αυτό και του απηύθυνε από τα βάθη της καρδιά της την ακόλουθη προσευχή: «Σε ευχαριστώ, Παναγία Τριάδα, που είσαι μία θεότητα, μία δόξα και μία δύναμη, διότι και μένα την ελάχιστη με ανέδειξες άγια για τον ουράνιο νυμφώνα σου και με συναρίθμησες με τις δύο αδερφές μου, οι οποίες μαρτύρησαν για σένα. Και σε παρακαλώ, πανάγαθε θεέ μου, μετά το μαρτυρικό μου τέλος, να ευδοκήσεις να επιζήσει η μητέρα μου, για να επιτελέσει για μας τις δούλες σου όσα είναι καθιερωμένα και αρμόζουν στους κεκοιμημένους».

Αλλά και η μητέρα της ύψωσε στον ουρανό το βλέμμα και την ψυχή της και προσευχήθηκε θερμά. Όχι για να ζητήσει να αποφύγει το μαρτύριο η τρίτη κόρη της, ώστε να την έχει κοντά της στήριγμα και παρηγοριά στα γεράματα της, μιας και οι δύο μεγαλύτερες βρίσκονταν ήδη μάρτυρες στη Βασιλεία του Θεού. Δεν ζήτησε κάτι παρόμοιο, γιατί πίστευε ότι αυτό άρμοζε μόνο σε μητέρες χωρίς γενναιότητα, που έχουν το βλέμμα τους κολλημένο στα γήινα. Εκείνη, η αξιοθαύμαστη μητέρα Σοφία, ήταν συνεπής σε όσα πίστευε. Οι προθέσεις της επιβεβαιώθηκαν στην πράξη με τη θυσία που ακολούθησε. Έτσι λοιπόν, όπως έκανε με την Πίστη και την Ελπίδα, εμψύχωσε και την Αγάπη, στηρίζοντας την να πορευτεί αταλάντευτη προς το μαρτυρικό τέλος και λέγοντας:

«Έυγε, θυγατέρα μου! Είσαι ευλογημένος καρπός της γαστέρας μου, τίμησες τους γονείς σου και δόξασες με την καρτερία σου τον Θεό. Ποιος δεν θα σε παινέψει για την ανδρεία σου; Ποιος για την υπομονή σου; Ποιος για τη σταθερότητα σου; Πορεύσου λοιπόν προς το κοινό Κύριο μας, προς τον άφθαρτο νυμφώνα, προς την ευλογημένη ανάπαυση, για να λάβεις την ανταμοιβή των άθλων σου. Είναι τόσο ωραίο να βλέπω τους αγγέλους να χαίρονται αναμένοντας την τελείωσή σου! Είμαι ευλογημένη ως μητέρα, γιατί αξιώθηκα να τιμήσω την Αγία Τριάδα με τις μάρτυρες θυγατέρες! Ποια δώρα αξιώθηκα να προσφέρω σ’ αυτήν;». Με τέτοια λόγια ενίσχυε την κόρη της η αγία μητέρα και την προέπεμπε στην πορεία που ποθούσαν και οι δύο.

Φθάνοντας η μακαριστή Αγάπη στο τόπο του αποκεφαλισμού, έσκυψε πρόθυμα τον αυχένα της και ο δήμιος εκτέλεσε την εντολή του δικαστή. Έτσι ολοκληρώθηκε η τριπλή θυσία των αγίων και καλλινίκων παρθένων Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης.

Η μητέρα τους Σοφία παρακολουθούσε από κάποια απόσταση την τελευταία πράξη του μαρτυρίου. Κι αφού έφυγαν οι δήμιοι και οι ειδωλολάτρες που έβλεπαν τα γινόμενα, έσπευσε και αγκάλιασε το άψυχο σώμα της κόρης της Αγάπης. Το φιλούσε μη μητρική αγάπη, αλλά και σεβασμό, αφού αυτό άνηκε σε μια μάρτυρα του Χριστού. Στη συνέχεια, εκτελώντας όσα αρμόζουν στους κεκοιμημένους, ράντισε με μύρο το σώμα, το τύλιξε με πολυτελή σάβανα και το έβαλε δίπλα στους σορούς των λειψάνων των δύο άλλων θυγατέρων της, για τις οποίες είχε πράξει προηγουμένως τα ίδια. Κατόπιν εναπέθεσε και τα τρία σε μικρό ναό που είχε χτίσει με δαπάνη της. Με τον τρόπο αυτό η φιλόχριστη μητέρα Σοφία έκανε σε όλους τους χριστιανούς τη μεγάλη πνευματική δωρεά, να έχουν στους αιώνες έναν ανεκτίμητο πλούτο και έναν αδαπάνητο θησαυρό: τρείς αγίες μάρτυρες, κατά σάρκα και πνεύμα αδερφές, την Πίστη, την Ελπίδα και την Αγάπη. Με τις πρεσβείες τους θεραπεύονται ψυχικά και σωματικά πάθη, ενισχύονται οι πιστοί στον πνευματικό τους αγώνα, γνωρίζουν τον Θεό, σώζονται.

Η εν ειρήνη κοίμηση της αγίας Σοφίας

Τρείς ημέρες μετά το μαρτυρικό τέλος της Αγάπης και τον ενταφιασμό της, η μητέρα της Σοφία πήγε στο ναΐσκο για να τελέσει τα καθιερωμένα ιερά μνημόσυνα, των τριών καλλίνικων μαρτύρων θυγατέρων της. Εκεί ακριβώς και πάνω από τη λάρνακα που είχαν εναποτεθεί τα ιερά σώματα των αγίων, έκανε γονατιστή την ακόλουθη προσευχή:

«Τίμια σφάγια, που βρίσκεσθε πλέον κοντά στον Θεό, θυσίες που γίνατε ευπρόσδεκτες από τον Ιησού Χριστό, δεχθείτε τη μητέρα σας ως συγκάτοικο στην ίδια σκηνή, στην ουράνια κατοικία σας». Αυτά είπε με πίστη η γενναία και εξαίρετη αυτή μητέρα. Και ήταν τέτοια η επιθυμία της καρδιάς και του νου της, που εισακούσθηκαν τα λόγια της και «κοιμήθηκε τον ύπνο που αρμόζει στους δικαίους», γράφει ο άγιος Συμεών ο Μεταφραστής και συναξαριστής της. Έτσι ετελειώθη και πήγε να συναντήσει τις τρείς θυγατέρες της που μαρτύρησαν για το Χριστό.

Κάποιες ευσεβείς γυναίκες που ήταν μαζί της επιτέλεσαν και για την αγία Σοφία τα καθιερωμένα και αρμόζοντα, τοποθέτησαν σε τη σορό της στην ίδια λάρνακα όπου ήταν εναποτεθειμένα και τα λείψανα των τριών θυγατέρων της. Και το συναξάρι τους τελειώνει ως εξής: «Έπρεπε όντως, όπως των ψυχών τους, έτσι και των σωμάτων, μία να είναι η κατοικία, προς δόξαν του Πατρός και του Υιού και του Αγίου πνεύματος, που είναι μία θεότητα και στην οποία αρμόζει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, τώρα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν».

Τιμή σε Ανατολή και Δύση

Οι τρείς μάρτυρες θυγατέρες μαζί με τη μητέρα τους αγία Σοφία είναι πολύ αγαπητές και η τιμή τους πολύ διαδεδομένη τόσο στην Ορθόδοξη Ανατολή, όσο και στη Ρωμαιοκαθολική Δύση.

Στην μεν Ανατολή η μνήμη τους εορτάζεται στις 17 Σεπτεμβρίου, στη δε Δύση την 1η Αυγούστου και την 30ή Σεπτεμβρίου. Σώζεται ένα παλαιστινογεωργιανό ημερολόγιο, που ανάγεται στον 10ο αιώνα, και στο οποίο ως ημέρες εορτασμού των αγίων αυτών γυναικών μνημονεύονται η 21η Σεπτεμβρίου, η 24η και 25η Νοεμβρίου και η 4η Αυγούστου.

Ως προς τα ονόματά τους Σοφία, Πίστις, Ελπίς και Αγάπη σημειώνουμε ότι στα συναξάρια και τα λειτουργικά βιβλία της Δύσης, αναφέρονται άλλοτε στα λατινικά: Sapientia, Fides, Spes και Charitas, και άλλοτε στα ελληνικά (με λατινικούς χαρακτήρες): Sophia, Pistis, Elpis και Agape. Για τον ακριβή τόπο όπου μαρτύρησαν και ενταφιάστηκαν, άλλες μεν αρχαίες πηγές αναφέρουν την Via Aurelia, κοντά στη Ρώμη, άλλες δε την Via Appia.

Ιδιαίτερα στον ελλαδικό χώρο οι ορθόδοξοι χριστιανοί τις τιμούν όχι μόνο με την ανέργεση και αφιέρωση σ’ αυτές μεγαλοπρεπών ιερών ναών ή ταπεινών παρεκκλησίων, αλλά και με το ότι δίνουν στις κόρες τους ένα από τα πλήρη νοήματος ονόματα τους: Σοφία, Πίστις, Ελπίς και Αγάπη.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ

Χαίρει ἔχουσα ἡ Ἐκκλησία, σὲ καὶ τέκνα σου βλάστημα θεῖον, καὶ γηθοσύνως εὐφημεῖ σε κραυγάζουσα. Σύ μου ὑπάρχεις τὸ κλέος και καύχημα, καὶ τῶν σῶν τέκνων τὰ πάντιμα λείψανα, μάρτυρες ἔνδοξοι, Σοφία, Πίστις, Ἐλπὶς καὶ Ἀγάπη, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύσατε σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

http://www.agiasofianeoupsychikou.gr

3/2 Άγιος Συμεών ο Θεοδόχος-Ο τελευταίος δίκαιος

Ποιος είναι ό τελευταίος δίκαιος; Το όνομα Συμεών βρίσκεται στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Αυτός θεωρείται πρώτος και τελευταίος, δηλαδή τελευταίος του ιουδαϊκού νόμου και πρώτος του νόμου της θείας χάρης. Ήταν Ιουδαίος όσον άφορα τη θρησκεία, Χριστιανός όσον άφορα την ευχαριστία του προς τον Θεό. Νομικός όσον άφορα την ανάγνωση του νόμου, άγγελος όμως όσον άφορα την κατανόηση του νόμου.
Ο Συμεών, που πριν από λίγο αναφέραμε, αυτός που από τη φαρισαϊκή βλασφημία ξεπετάχθηκε σαν ρόδο μέσα από αγκάθια είναι ο πρώτος που γνωρίζουμε ότι απέκτησε την εύνοια της χάρης του Θεού. Ο Συμεών, που τόσο πολύ προχώρησε στη δικαιοσύνη, ώστε δέχτηκε προσωπικά θεϊκή προφητεία, που έλεγε πως δεν θα αφήσει την παρούσα πρόσκαιρη ζωή πριν αγκαλιάσει με τα ίδια του τα ανθρώπινα χέρια την αιώνια ζωή, δηλαδή τον Κύριο μας Ιησού Χριστό.
Ο δίκαιος λοιπόν Συμεών επιθύμησε να δει τον Κύριο πριν από την ενανθρώπησή του, όμως κατά την ενανθρώπησή του και τον είδε και τον κατάλαβε και τον αγκάλιασε και παρακάλεσε με το φθαρτό σώμα του να τον πάρει στα χέρια του, και με δουλικό φέρσιμο να φωνάξει δυνατά προς τον Δεσπότη του σύμπαντος, που είχε τη μορφή νηπίου, αυτό που πριν από λίγο ακούσαμε· «Τώρα, Κύριε, μπορείς ν' αφήσεις τον δούλο σου να πεθάνει ειρηνικά όπως του υποσχέθηκες, γιατί τα μάτια μου είδαν τον Σωτήρα που ετοίμασες για όλους τους λαούς. Είδα, τώρα μπορώ να πεθάνω, να μη παραμείνω στη γη. Να πεθάνω ειρηνικά, να μη παραμείνω εδώ με οδύνες. Είδα, να πεθάνω, είδα τη δόξα σου Κύριε, τους χορούς των αγγέλων, τη δοξολογία των αρχαγγέλων, την κτίση να σκιρτά από χαρά, τα επουράνια και τα επίγεια να επικοινωνούν. Τώρα να πεθάνω, να μη μείνω στη γη, να μη δω την αυθάδεια των ομοεθνών Ιουδαίων εναντίον σου, να μη δώ το ακάνθινο στεφάνι που έπλεκαν για σένα, να μη δώ τον δούλο να σε ραπίζει, να μη δω να σε τρυπούν με λόγχη, να μη δω τον ήλιο να σκοτίζεται, να μη δω τη σελήνη να χάνει το φως της, να μη δω τα στοιχεία της φύσης να αλλοιώνονται, να μη σε δω σταυρωμένο, να μη δω τις ταφόπετρες να σπάνε, να μη δω το παραπέτασμα του Ναού να σχίζεται στα δύο. Επειδή και τα στοιχεία της φύσης ακόμη δεν μπορούσαν να ανεχτούν αυτήν την ύβρη, πονούσαν μαζί με τον Δεσπότη. "Τώρα, Κύριε, μπορείς ν' αφήσεις τον δούλο σου να πεθάνει ειρηνικά, όπως του υποσχέθηκες, γιατί τα μάτια μου είδαν τον Σωτήρα, που ετοίμασες για όλους τούς λαούς"».
Τί λέει σχετικά ο Ευαγγελιστής; «Στα Ιεροσόλυμα βρισκόταν ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Συμεών. Ήταν πιστός και περίμενε τη σωτηρία του Ισραήλ και τον καθοδηγούσε το Πνεύμα το άγιο. Του είχε φανερώσει το άγιο Πνεύμα, ότι δεν θα πεθάνει προτού να δει τον Μεσσία. Τότε το άγιο Πνεύμα του υπέδειξε να πάει στο Ναό». Τί σημαίνει· «Το άγιο Πνεύμα του υπέδειξε να πάει στο Ναό»; Άκουσε προσεχτικά. Ενώ ο Συμεών βρισκόταν στο σπίτι του και προσευχόταν σιωπηλά να πραγματοποιηθεί η προφητεία, ο Ιωσήφ και η Παρθένος από δική τους πρωτοβουλία σκέφτηκαν να πάνε τον μικρό Ιησού στο Ναό, για να εκτελέσουν τα καθιερωμένα για τα νήπια. Εκείνη τη στιγμή το άγιο Πνεύμα δραστηριοποίησε την προφητεία και παρακίνησε τον Συμεών λέγοντας του· «Σήκω, γέροντα, γιατί μένεις άπραγος; Ήλθε η ώρα να πραγματοποιηθεί η προφητεία. Τρέχα γρήγορα. Έφτασε αυτός που θα σε απαλλάξει απ' αυτήν τη ζωή. Ταρακούνησε τους κενούς τάφους. Προετοίμασε τον τάφο σου. Τακτοποίησε τις υποθέσεις του σπιτιού σου. Ήλθε αυτός που θα σε απαλλάξει απ' αυτήν τη ζωή. Ήλθε ο Εμμανουήλ. Τρέξε στο Ναό και εκεί προφήτευσε τί θα συμβεί στο ιερό νήπιο».
Μετά από αυτά ο Συμεών ανανεωμένος με τα γρήγορα φτερά που χαρίζει η επιθυμία, ανακουφισμένος από το άγιο Πνεύμα, πρόφθασε τον Ιωσήφ και την Παρθένο στο Ναό, το παιδί που κρατούσαν όμως στην αγκαλιά δεν το πρόλαβε. Γιατί πώς θα μπορούσε να προλάβει ή πού θα μπορούσε να προλάβει τον πανταχού παρόντα;
Τον Ιωσήφ και την Παρθένο τους πρόλαβε ο Συμεών στο Ναό, όπου στάθηκε κοντά στις θύρες περιμένοντας την αποκάλυψη του αγίου Πνεύματος.
Ενώ βρισκόταν στο Ναό, έβλεπε πολλές μητέρες να εισέρχονται στο ιερό μαζί με τα βρέφη τους, για να τελέσουν τη θυσία του καθαρισμού, και ανάμεσα σ' αυτές βρισκόταν κι αυτή που κρατούσε το μοναδικό τέκνο. Ο Συμεών στρέφοντας δεξιά κι αριστερά τα μάτια του, καθώς έβλεπε πολλές μητέρες με τη γνωστή ανθρώπινη εμφάνιση και μόνον την Παρθένο περιτριγυρισμένη από άπειρο θεϊκό φως, έτρεξε και αφού προσπέρασε όλες τις υπόλοιπες μητέρες φώναζε δυνατά σ' όλους· «Ανοίξτε δρόμο για να φτάσω σ' αυτόν που ποθώ, για να δω αυτόν που με γνωρίζει ήδη. Γιατί οι δούλες συναγωνίζεστε τη Δέσποινα; Γιατί προσφέρετε τα παιδιά σας στο θυσιαστήριο; Φύγετε από δω, να τα προσφέρετε πλέον σ' αυτό το βρέφος, που είναι αρχαιότερο και από τον Αβραάμ».
Έν τω μεταξύ κρατώντας στην αγκαλιά του ο Συμεών τον Κύριο, που είχε τη μορφή νηπίου, ευλόγησε τον Ιωσήφ και τη Μαρία, τροποποίησε την προφητεία του Κυρίου λέγοντας στην Παρθένο· «Γιατί παρατηρείς Παρθένε αυτό το παιδί που είναι και δεν είναι δικό σου; Παρέμεινες βέβαια όπως ήσουν και πριν γεννήσεις. Γιατί το θηλάζεις συχνά, θέλεις να έχεις εύρωστο παιδί; Δεν χρειάζεται τροφή αυτός που χορήγησε το μάννα. Γιατί το χαϊδεύεις απαλά το μωρό και θέλεις να το κοιμίσεις; Δεν νυστάζει, δεν κοιμάται σύμφωνα με τη θεϊκή υπόσταση που κρύβεται μέσα του. Ο Προφήτης λέγει γι' αυτό- «Δεν θα νυστάξει, ούτε θα κοιμηθεί ο Κύριος, ο οποίος περιφρουρεί τον Ισραήλ». Γιατί παρατηρείς αυτό το παιδί Παρθένε; Με τη θεϊκή δύναμη που κρύβεται μέσα του άπλωσε τον ουρανό από την μια άκρη του ορίζοντα ως την άλλη σαν πολύτιμο δερμάτινο κάλυμμα σκηνής, κρέμασε τη γη από το τίποτε, το νερό το έβαλε θεμέλιο στη γη. Αυτό το παιδί, έξοχη Παρθένε, κατευθύνει τον ήλιο, καθοδηγεί τη σελήνη, χορηγεί τους ευνοϊκούς για τον άνθρωπο άνεμους. Αυτό το παιδί, Παρθένε, είναι ο Δεσπότης όλων των όντων, γι' αυτό εσύ που άκουσες ότι έχει τέτοια δύναμη, απ' αυτό το παιδί μην προσδοκάς κοσμική αλλά πνευματική ευφροσύνη. Γιατί βέβαια «Αυτός θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες. Θα είναι σημείο αντιλεγόμενο, για να φανερωθούν οι πραγματικές διαθέσεις πολλών. Όσο για σένα, ο πόνος για το παιδί σου θα διαπεράσει την καρδιά σου σαν δίκοπο μαχαίρι».
Αυτά είπε πριν από λίγο ο Συμεών στην Παρθένο με την αποκάλυψη του αγίου Πνεύματος για τον Ιησού που φαινόταν σαν νήπιο• «Αυτός θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες». Γιατί να καταστραφούν και γιατί να σωθούν; Είναι αληθινό βέβαια αυτό που λέγεται για τον Κύριο. Γιατί ο Συμεών δεν μίλησε αφ' εαυτού του, αλλά με την αποκάλυψη του αγίου Πνεύματος είπε ό,τι είπε για τον Κύριο στην Παρθένο λέγοντας «Αυτός θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες», δηλαδή θα συντελέσει στην καταστροφή των απίστων και στην ανάσταση των πιστών. Στην καταστροφή της Συναγωγής και στην ανάσταση της Εκκλησίας, στην καταστροφή των δαιμόνων και στην ανάσταση των αγίων, όπως, παραδείγματος χάριν, σώζεται ο Ματθίας και καταστρέφεται ο Ιούδας, σώζεται ο ληστής από τα δεξιά του σταυρού και καταστρέφεται αυτός που ήταν στα αριστερά, γιατί ο πρώτος έδειξε ευσέβεια, ενώ ο δεύτερος βλασφήμησε.
«Αυτός θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες, θα είναι σημείο αντιλεγόμενο». Είναι αληθινά αυτά τα λόγια, γιατί έγινε σημείο αντιλεγόμενο ο Κύριος μας με τη γέννα της Παρθένου, επειδή θεωρήθηκε μέγα θαύμα το να γεννήσει παρθένος και να παραμείνει συγχρόνως παρθένος. Το ότι η Παρθένος είναι ένα μεγάλο θαύμα, άκουσε αυτό που είπε ο Ησαΐας στο βιβλίο του, όταν απευθύνθηκε στον Άχαζ· «Ζήτησε από τον Κύριο να γίνει κάποιο θαύμα είτε στα βάθη της γης είτε στα ύψη του ουρανού. Απάντησε ο Άχαζ· Δεν πρόκειται να ζητήσω τέτοιο θαύμα και να θέσω κατά κάποιο τρόπο τον Κύριο σε πειρασμό, γιατί θα σας δώσει ο ίδιος ο Κύριος σημείο, δηλαδή ένα θαύμα». Ποιό είναι αυτό; «Να, η παρθένος θα συλλάβει». Γι' αυτό το δεσποτικό θαύμα, ότι δηλαδή θα γεννήσει η παρθένος, που επρόκειτο στο μέλλον να αμφισβητηθεί από πολλούς με φιλόνεικη διάθεση, ο Συμεών προφήτευσε στην Παρθένο λέγοντας τί θα συμβεί στο μέλλον «Αυτός θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες, θα είναι σημείο αντιλεγόμενο, για να φανερωθούν οι πραγματικές διαθέσεις πολλών. Όσο για σένα, ο πόνος
για το παιδί σου θα διαπεράσει την καρδιά σου σαν δίκοπο μαχαίρι».
Εξαιτίας αυτού μερικοί νόμισαν πως η μητέρα του Κυρίου θα έχει μαρτυρικό θάνατο με ξίφος, επειδή ο Συμεών είπε- «Σε σένα ο πόνος για το παιδί σου θα διαπεράσει την καρδιά σου σαν δίκοπο μαχαίρι». Όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, γιατί το δίκοπο μαχαίρι που αποτελείται από χαλκό διατρυπά το σώμα, τη ψυχή όμως δεν μπορεί να την διχοτομήσει.
Γι' αυτό μέχρι σήμερα η Παρθένος είναι αθάνατη, αφού αυτός που κατοίκησε μέσα της την μετέφερε σε περιοχές, όπου μόνο με ανάληψη μπορεί να πάει κανείς. Τί λοιπόν θέλει να πει ο Συμεών για τον θάνατο λέγοντας· «Για να φανερωθούν οι πραγματικές διαθέσεις πολλών, ο πόνος για το παιδί σου θα διαπεράσει την καρδιά σου σαν δίκοπο μαχαίρι»; Με τη λέξη ρομφαία εδώ ο Συμεών εννοεί την οδύνη της Παρθένου που θα διαπεράσει την ψυχή της και εξαιτίας της οποίας επρόκειτο να πονέσει, αφού θα έβλεπε να χάνεται αυτός που ήλθε να βρει και να σώσει αυτούς που έχασαν τον δρόμο τους. Το ότι ένιωσε οδύνη, επειδή νόμισε ότι είχε χάσει τον καρπό της παρθενικής μήτρας της, δηλαδή το γιό της, το ακούσαμε στο Ευαγγέλιο, όταν ο ευαγγελιστής Λουκάς είπε:
«Όταν ο Ιησούς έγινε δώδεκα χρονών». Τί συνέβη• «Όταν έγινε δώδεκα χρονών ο Ιησούς»; Η έννοια των λόγων με τη βοήθεια του ίδιου του λόγου ξεκαθαρίζει και η απορία αντιμετωπίζεται με τήν απορία. «Όταν έγινε δώδεκα χρονών». Ποιος είναι αυτός; Ο Θεός Λόγος, ο μονογενής Υιός του Θεού, αυτός που υπάρχει πριν γίνει ο κόσμος, αυτός που δημιούργησε πολύ παλαιά τον χρόνο του ορατού κόσμου, αυτός που γεννήθηκε πριν από τον χρόνο...
(Δ.Τσάμη, «Θεομητορικόν»,τ. Γ΄)

https://agiameteora.net/

2/1 Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ - Σταχυολογήματα

 

Τρεις είναι οι αγιότερες και πιο οσιακές μορφές της Ορθοδοξίας τον Βορρά, ο Άγιος Θεοδόσιος του Κιέβου, ο Άγιος Σέργιος του Ραντονέζ και ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, τρία αστέρια ολοφώτεινα στο στερέωμα της Ρωσικής Ορθοδοξίας.

Ο Άγιος Σεραφείμ, νεώτερος των άλλων, έζησε, έδρασε και έλαμψε τον 18ον και 19ον αιώνα (1759— 1833). Γεννήθηκε στις 19 Ιουλίου του 1759 στην πόλη Κούρσκ και παρέμεινε εκεί μέχρι το 18ο έτος της ηλικίας του. Στην ηλικία αυτή πήρε τη γενναία απόφαση να αφοσιωθεί ολόψυχα στο Θεό και οδήγησε τα βήματα του στο Μο­ναστήρι του Σάρωφ.

Στην μοναχική του κουρά ονομάσθηκε Σεραφείμ — προηγουμένως είχε το όνομα Πρόχορος. Ένα έτος αργό­τερα χειροτονήθηκε Διάκονος και μετά έξι χρόνια, σε ηλικία 34 ετών, Ιερεύς. Όταν λειτουργούσε, πετούσε στα ουράνια, και πολλές φορές αξιωνόταν να βλέπει θαυμαστά οράματα και να ακούει αγγελικές μελωδίες.

Διψώντας να πλησιάσει περισσότερο τον Θεό παρα­κάλεσε να αποσυρθεί σε μια ερημική περιοχή. Έλαβε από τη Μονή την άδεια και επί πέντε χρόνια αφοσιώθηκε στη σιωπή, στην άσκηση, στην έντονη προσευχή. Βαθειά μέσα στο δάσος αγωνιζόταν να ανεβαίνει ημέρα με την ημέρα την κλίμακα που οδηγεί στον Ουρανό. Τότε έκανε και την γνωστή άσκηση, τις «χίλιες νύχτες προσευχής». Ανεβασμένος σε μια μεγάλη πέτρα επί χίλιες νύχτες ξαγρύπνησε προσευχόμενος.

Μαζί με την προσευχή διάβαζε ακατάπαυστα την Αγία Γραφή. «Πρέπει να τρέφεις, έλεγε, την ψυχή με τον λόγον του Θεού, διότι ο λόγος του Θεού είναι ο «άρ­τος των αγγέλων». Με αυτόν πρέπει να τρέφονται οι ψυ­χές που αγαπούν με πάθος τον Θεόν». Ευλαβείτο αφάνταστα την Θεοτόκο. Στο πρόσωπό Της εύρισκε ανέκφρα­στη πνευματική αγαλλίαση. Έλεγε συχνά, «η Παναγία είναι η χαρά, η μεγαλύτερη απ' όλες τις χαρές».

Με τις τόσες προσευχές και μελέτες και ασκήσεις έγινε κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος, γεμάτος χάρη και σοφία και πνευματική δύναμη. Απέκτησε φήμη αγίου και φωτισμένου ανδρός και ο κόσμος έτρεχε κοντά του να ξεδιψάσει. Στην αρχή απέφευγε τον κόσμο, αλλά αργό­τερα, το 1815, σε ηλικία 56 ετών, κατόπιν οράματος και προσταγής της Θεοτόκου, άνοιξε το κελλί του και δεχό­ταν τους πάντας. Τώρα πια άρχισε το έργο του «στάρετς», του πνευματικού καθοδηγητού.

Η δράση του ως «στάρετς» υπήρξε καταπληκτική. Εκατοντάδες χιλιάδες κόσμος έτρεχε κοντά του. Ανα­ρίθμητες ψυχές πήγαιναν να βρουν σ' αυτόν τη γαλήνη, τη χάρη, τη σωτηρία. Και όσοι δεν μπορούσαν να φθά­σουν μέχρι το κελλί του, τον κατέκλυζαν με επιστολές.

Οι επισκέπτες του εγύριζαν άλλοι άνθρωποι. Καθώς προσευχόταν γι’ αυτούς, καθώς τους ευλογούσε με το ση­μείο του Σταυρού, καθώς εμύρωνε το μέτωπό τους με λάδι από την κανδήλα της Παναγίας, καθώς τους έδινε πνευματικές συμβουλές.., μια μυστική δύναμη απλωνόταν στις ψυχές τους. «Οποιοσδήποτε ερχόταν στον στάρετς Σεραφείμ, ένοιωθε να τον εγγίζει η θεϊκή φλόγα που υπήρχε σ' αυτόν και να αγκαλιάζει την ψυχή του». Σ' ό­λους εμοίραζε ειρήνη, χαρά, θεϊκές ευλογίες.

Συνιστούσε συχνά την ειρήνη: «Απόκτησε την πνευ­ματική ειρήνη και τότε χίλιες ψυχές ολόγυρα σου θα βρουν τη λύτρωση». Σχετικά με τον προορισμό μας εδίδασκε: «Σκοπός του ανθρώπινου βίου είναι να αποκτή­σουμε μέσα μας το Άγιον Πνεύμα». Μιλούσε πολύ για την Ανάσταση του Χριστού. Χαιρετούσε τους επισκέ­πτες του με τα λόγια: «Χαρά μου, Χριστός ανέστη» ! Kαι κάθε φορά που κοινωνούσε, απήγγελλε τον πασχαλινό κα­νόνα «Αναστάσεως ημέρα...».

Για τα πνευματικά χαρίσματα που είχε, τι να πρωτοαναφέρουμε; Το μάτι του διέσχιζε τα βάθη των καρδιών. Είχε βλέμμα προφήτου. Προέβλεπε τα μέλλοντα. Απαν­τούσε σε επιστολές, χωρίς να τις ανοίξει, γιατί εγνώριζε το περιεχόμενο τους. Ήταν ακόμη και θαυματουργός. Εσκόρπιζε θεραπείες σε αρρώστους. Πολλές φορές το πρόσωπό του άστραφτε σαν ήλιος. Και μέσα στο δάσος, όταν ασκήτευε, είχε φιλίες με τα άγρια πουλιά και ζώα, και μάλιστα με μια πελώρια αρκούδα, που κάθε ήμερα ερχόταν να φιλοξενηθεί κοντά του! Ζωή προπτωτική, παραδεισένια!

Το πέρασμά του από τη γη θα μείνει αξέχαστο. Η Εκκλησία του Χριστού λίγες παρόμοιες μορφές εγνώρισε. Τα λόγια του και τα έργα του θα δυναμώνουν πάντα τους πιστούς.

Ο θάνατός του υπήρξε οσιακός. Ευρέθηκε (2 Ια­νουαρίου τον 1833) νεκρός, γονατισμένος, με τα μάτια του προσηλωμένα στην εικόνα της Θεοτόκου, ενώ την προηγουμένη ημέρα είχε κοινωνήσει των Αχράντων Μυ­στηρίων και είχε αποχαιρετήσει τους πατέρες του Μονα­στηριού. Άγιος ανεκηρύχθη επίσημα το 1903. Εορτάζει στις 2 Ιανουαρίου και στις 19 Ιουλίου. Η αγιότης του γίνεται συν τω χρόνω γνωστή σ' όλο το χριστιανικό κόσμο.

Οι πρεσβείες του είθε να μας ενισχύουν στο δρόμο της ζωής μας και το παράδειγμά του ας μας εμπνέει.

Σταχυολογήματα

* Όπου ευρίσκεται ο Θεός, εκεί δεν υπάρχει κακό. Όλα όσα απορρέουν από τον Θεόν, έχουν μέσα τους την ειρήνη και οδηγούν τον άνθρωπο προς την αυτοκατάκριση και ταπείνωση.

* «Η πίστις χωρίς των έργων νεκρά εστί» (Ιακώ­βου 6, 26). Η πραγματική πίστις δεν είναι δυνατόν να υπάρξει χωρίς τα έργα. Όποιος πραγματικά πι­στεύει, εκείνος οπωσδήποτε θα πράττει και καλά έργα.

* Εάν ο άνθρωπος από αγάπη προς τον Θεόν και χάριν της ενάρετου Ζωής δεν έχει περιττή μέριμνα για τον εαυτό του, πιστεύοντας ότι γι’ αυτόν φροντί­ζει ο Θεός, αυτή του η εμπιστοσύνη στην Πρόνοια του Θεού είναι και πραγματική και συνετή.

* Όποιος πραγματικά αγαπά τον Θεόν, θεωρεί τον εαυτό του ταξιδιώτη και ξένο στη γη αυτή. Στην επι­δίωξή του να ενωθεί με τον Θεόν, με το νου και την καρδιά του διαρκώς ατενίζει μόνον Αυτόν.

* Ο άνθρωπος που θα αποφασίσει να ζήσει την εσω­τερική ζωή, πρώτα απ' όλα πρέπει να έχει τον φόβο του Θεού που είναι και η αρχή της σοφίας.

* Ο νους του προσεκτικού ανθρώπου ομοιάζει με άγρυπνο φύλακα και φρουρό της εσωτερικής Ιερου­σαλήμ. Από το ύψος της πνευματικής ζωής βλέπει με το καθαρό του μάτι τα πέριξ και τις εντός της ψυχής του ενάντιες δυνάμεις, σύμφωνα με τα λόγια του Ψαλμωδού: «Και εν τοις εχθροίς μου επείδεν ο οφθαλμός μου» (Ψαλμ. νγ', 9).

* Ο άνθρωπος με την σάρκα του ομοιάζει με αναμ­μένο κερί. Το κερί είναι προορισμένο να λιώσει και ο άνθρωπος να πεθάνει. Η ψυχή του όμως είναι αθά­νατη, γι' αυτό και η μέριμνά μας πρέπει να στρέφεται περισσότερο για την ψυχή παρά για το σώμα: «Τι γάρ ωφελείται άνθρωπος, εάν τον κόσμον όλον κερδήση, την δε ψυχήν αυτού ζημιωθή; ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού» (Ματθ. ιστ', 26).

* Εάν επιτρέψει ο Κύριος να δοκιμάσει ο άνθρωπος ασθένειες, τότε Εκείνος θα του δώσει και την δύναμη της υπομονής.

* Πρέπει να συνηθίσεις τον νου σου να κολυμβά στον νόμο του Κυρίου, κάτω από την καθοδήγηση του Οποίου να προσαρμόζεις και την ζωήν σου.

* Η ειρήνη της ψυχής αποκτάται διά των θλίψεων. Η Γραφή λέγει: «Διήλθομεν διά πυρός και ύδατος και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν» (Ψαλμ. ξε', 12).

* Τίποτε δεν συμβάλλει τόσο στην απόκτηση της εσω­τερικής ειρήνης, όσο η σιωπή και η συζήτησις με τον εαυτόν μας μάλλον, παρά με τους άλλους.

* Μπορείς, βλέποντας τον ήλιο με τους φυσικούς οφθαλμούς, να μη χαίρεσαι; Μα πόσο μεγαλύτερη χαρά θα νοιώθεις, όταν ο νους σου βλέπει με τους ε­σωτερικούς οφθαλμούς τον Ήλιο της δικαιοσύνης, τον Χριστόν;

* Για να διατηρήσεις την ψυχική ειρήνη πρέπει να διώχνεις από κοντά σου την αθυμία, να προσπαθείς να έχεις το πνεύμα της χαράς, να αποφεύγεις την κατάκριση των άλλων και να συγκαταβαίνεις στις αδυναμίες του αδελφού σου.

* Κάθε πρόοδο και επιτυχία σ' οποιοδήποτε τομέα της ζωής μας πρέπει να αποδίδουμε στον Κύριο και μαζί με τον προφήτη να λέμε: «Μη ημίν, Κύριε, μη ημίν, αλλ' ή τω ονόματι σου δός δόξαν» (Ψαλμ. ριγ',9).

* Κατά το τριακοστό πέμπτο έτος της ηλικίας, δηλα­δή στο ήμισυ της επιγείου ζωής, συμβαίνει να κάνει ο άνθρωπος μεγάλο αγώνα για την διατήρηση του εαυ­τού του. Πολλοί σ' αυτή την ηλικία δεν παραμένουν στην αρετή, ξεφεύγουν, και ακολουθούν τον δρόμον των επιθυμιών τους.

* Όποιος θέλει να σωθεί πρέπει να έχει την καρδιά του σε κατάσταση μετανοίας και συντριβής: «Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει» (Ψαλμ. ν', 19).

* Όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να έχει καρδιά τα­πεινή και λογισμό ειρηνικό, τότε όλες οι σκευωρίες του εχθρού μένουν ανενέργητες. Διότι όπου υπάρχει η ειρήνη των λογισμών, εκεί αναπαύεται ο Ίδιος ο Θεός: «Εν ειρήνη ο τόπος Αυτού» (Ψαλμ. οε', 3).

* Η απελπισία είναι η μεγαλύτερη χαρά του διαβό­λου. Είναι αμαρτία θανάσιμη.

* Προτού ακούσεις τον άλλον δεν πρέπει να απαν­τάς. «Ος αποκρίνεται λόγον πριν ακούσαι, αφροσύνη αυτώ εστί και όνειδος» (Παροιμ. ιη', 13).

* Όταν ο άνθρωπος δεχθεί κάτι το θεϊκό μέσα του, η καρδιά του χαίρεται. Όταν αντιθέτως δεχθεί κάτι το διαβολικό τότε συγχύζεται και ταράζεται.

* Όποιος υποφέρει την ασθένεια του με υπομονή και ευγνωμοσύνη προς τον Θεό, στεφανώνεται σαν μάρτυς και αγωνιστής.

* Πρέπει να προσπαθούμε να είμεθα ελεύθεροι από τους ακάθαρτους λογισμούς, ιδιαιτέρως όταν προσευχόμεθα προς τον Θεό. Διότι δεν είναι δυνατόν να συνυπάρχουν η δυσοσμία με την ευωδία.

* Εάν εμείς δεν συμφωνούμε με τους κακούς λογι­σμούς, που προέρχονται από τον διάβολον, κάνουμε πολύ καλά. Διότι το ακάθαρτο πνεύμα μόνον στους εμπαθείς ανθρώπους ασκεί αποτελεσματικά την επίδρασή του. Ενώ τους απαθείς προσπαθεί να τους επηρεάσει από μακριά.

* Ο νέος άνθρωπος είναι αδύνατο να μην ταράσσε­ται από σαρκικούς λογισμούς. Πρέπει γι' αυτό να προσεύχεται επίμονα στον Θεό, για να σβήσει εγκαί­ρως την σπίθα των αισχρών επιθυμιών μόλις εμφανισθεί. Τότε δεν θα δυναμώσει ποτέ η φλόγα.

* Πρέπει πάντοτε να υπομένουμε όλα χάριν του Θεού, ευχαρίστως. Η ζωή μας είναι μια στιγμή συγ­κριτικά με την αιωνιότητα, και γι' αυτό: «Ουκ άξια, κατά τον Απόστολον, τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς» (Ρωμ. η', 18).

* Ας αγαπήσουμε την ταπεινοφροσύνη για να δού­με την δόξα του Θεού, διότι όπου στάζει η ταπεινο­φροσύνη εκεί αναβλύζει η δόξα του Θεού.

* Χωρίς το φως όλα είναι σκοτεινά και χωρίς την ταπεινοφροσύνη τίποτε δεν υπάρχει μέσα στον άν­θρωπο, παρά μόνο ένα σκοτάδι.

* Όπως το κερί αν δεν θερμανθεί και μαλακώσει, δεν μπορεί να δεχθεί επάνω του την σφραγίδα, έτσι και η ψυχή, χωρίς να δοκιμασθεί με τους κόπους και τις ασθένειες δεν μπορεί να λάβει επάνω της την σφραγίδα της αρετής.

* Στους πλησίον μας πρέπει να φερόμεθα με λε­πτότητα, χωρίς ούτε με το βλέμμα μας να τους προσ­βάλλουμε.

* Το πνεύμα του συγχυσμένου και θλιμμένου άνθρω­που φρόντισε να το ενθαρρύνεις με λόγια αγάπης.

* Για την αδικία που σου προξενούν οι άλλοι, όποια κι' αν είναι αυτή, δεν πρέπει να εκδικείσαι, αλλά αν­τίθετα να συγχωρείς από τα βάθη της καρδιάς σου εκείνον που σε αδίκησε.

* Δεν πρέπει να τρέφεις στην καρδιά σου μίσος και αντιπάθεια κατά του πλησίον, που σε εχθρεύεται. Αλ­λά να τον αγαπάς και να του κάνεις όσο μπορείς καλό, ακολουθώντας την εντολή του Χριστού: «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υ­μάς» (Ματθ. ε', 44).

* Η θύρα της μετανοίας είναι για όλους ανοικτή και είναι άγνωστο ποιος θα πρωτομπεί σ' αυτή, εσύ που κατακρίνεις τον άλλον ή αυτός που κατακρίνε­ται από σένα.

* Κατάκρινε πάντοτε τον εαυτόν σου και θα παύσεις να κατακρίνεις τους άλλους.

* Μπορείς να κατακρίνεις μια πράξη κακή, ποτέ όμως εκείνον που την έπραξε.

* Όταν εγκαταλειφθεί ο άνθρωπος από τον Θεό, τότε ο διάβολος είναι έτοιμος να τον αφανίσει, όπως αφανίζει η μυλόπετρα το σπόρο του σταριού.

* Η περιττή μέριμνα για τα βιοτικά πράγματα είναι γνώρισμα άνθρωπου άπιστου και μικρόψυχου. Και εί­ναι συμφορά εάν εμείς φροντίζοντας οι ίδιοι για τον εαυτό μας δεν στηριζόμαστε στον Θεό, που προνοεί για μας!

* Είναι καλύτερο για μας να περιφρονούμε όσα δεν είναι δικά μας, δηλαδή τα πρόσκαιρα και τα παροδικά, και να ζητούμε τα δικά μας, δηλαδή τα άφθαρτα και τα αιώνια.

* Η θλίψις είναι το σκουλήκι της καρδιάς, που κα­τατρώγει την μητέρα που το γέννησε.

* Όποιος ενίκησε τα πάθη αυτός ενίκησε και την θλίψη. Όποιος νικιέται από τα πάθη δεν θα αποφύγει τα δεσμά της θλίψεως. Όπως ο άρρωστος φαίνεται από το χρώμα του προσώπου του, έτσι ο εμπαθής από την κατάθλιψη.

* Ο Κύριος φροντίζει για την σωτηρία μας. Ο ανθρωποκτόνος όμως διάβολος προσπαθεί να μας οδηγήσει στην απελπισία.

* Δεν πρέπει να κλονιζόμαστε στην πνευματική ζωή από καμιά εχθρική δύναμη. Αντίθετα να στηριζό­μαστε στα λόγια του Θεού: «Τον δε φόβον αυτών ου μη φοβηθώμεν, ουδ' ου μη ταραχθώμεν, ότι μεθ' η­μών ο Θεός. Κύριον τον Θεόν ημών αυτόν αγιάσωμεν και Αυτός έσται ημίν φόβος» (πρβλ. Ήσ. η', 12-13).

ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2000

9 Μαρτίου: Άγιοι Σαράντα Μάρτυρες που μαρτύρησαν στη Σεβάστεια

 

Και οι σαράντα αυτοί Άγιοι ήταν στρατιώτες στο πιο επίλεκτο τάγμα του στρατού του Λικινίου. Όταν αυτός εξαπέλυσε διωγμό κατά των χριστιανών, οι Άγιοι σαράντα συλλαμβάνονται αμέσως από τον έπαρχο Αγρικόλα (στη Σεβάστεια).

Στην αρχή τους επαινεί και τους υπόσχεται αμοιβές και αξιώματα, για να αρνηθούν την πίστη τους. Τότε ένας από τους σαράντα, ο Κάνδιδος, απαντά: «Ευχαριστούμε για τους επαίνους της ανδρείας μας. Άλλ’ ο Χριστός, στον όποιο πιστεύουμε, μας διδάσκει ότι στον καθένα άρχοντα πρέπει να του προσφέρουμε ό,τι του ανήκει.

Και γι’ αυτό στο βασιλέα προσφέρουμε τη στρατιωτική υπακοή. Αν, όμως, ενώ ακολουθούμε το Ευαγγέλιο, δεν ζημιώνουμε το κράτος, αλλά μάλλον το ωφελούμε με την υπηρεσία μας, γιατί μας ανακρίνεις για την πίστη πού μορφώνει τέτοιους χαρακτήρες και οδηγεί σε τέτοια έργα;» Ο Αγρικόλας κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να τους επιβληθεί με ήρεμο τρόπο και διέταξε να τους βασανίσουν.

Οπότε, μια παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα, τους ρίχνουν στα κρύα νερά μιας λίμνης. Το μαρτύριο ήταν φρικτό. Τα σώματα άρχισαν να μελανιάζουν. Αλλα αυτοί ενθάρρυναν ο ένας τον άλλο, λέγοντας: «Δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο παράδεισος. Λίγο ας υπομείνουμε και σε μια νύχτα θα κερδίσουμε ολόκληρη την αιωνιότητα».

Ενώ προχωρούσε το μαρτύριο, ένας μόνο λιποψύχησε και βγήκε από τη λίμνη. Τον αντικατέστησε όμως ο φρουρός (Αγλάϊος), που είδε τα στεφάνια πάνω από τα κεφάλια τους.

Ομολόγησε το Χριστό, μπήκε στη λίμνη και μαζί με τους 39 παίρνει και αυτός το στεφάνι του μαρτυρίου, αφού μισοπεθαμένους τους έβγαλαν το πρωί από τη λίμνη και τους συνέτριψαν τα σκέλη. Τα μαρτυρικά λείψανα ευρέθησαν από τους Χριστιανούς σε κάποιο γκρεμό, όπου είχαν συναχθεί κατά θεία οικονομία και ενταφιάσθηκαν με ευλάβεια.

Στον Ευεργετινό αναφέρεται ότι ενώ οι Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες βρίσκονταν στο στάδιο της αθλήσεως έχοντας παραμείνει όλη τη νύχτα μέσα στην παγωμένη λίμνη και καθώς τους έσερναν στον αιγιαλό για να τους συντρίψουν τα σκέλη, η μητέρα ενός Μάρτυρος παρέμενε εκεί πάσχουσα με αυτούς, βλέποντας το παιδί της που ήταν νεότερο στην ηλικία από όλους, μήπως και λόγω του νεαρού της ηλικίας και της αγάπης προς την ζωή, δειλιάσει και βρεθεί ανάξιο της τιμής και της τάξεως των στρατιωτών του Χριστού. Στεκόταν λοιπόν, εκεί και άπλωνε τα χέρια της προς το παιδί της λέγοντας:

«Παιδί μου γλυκύτατο, υπόμεινε για λίγο και θα καταστείς τέκνο του Ουράνιου Πατέρα. Μην φοβηθείς τις βασάνους. Ιδού, παρίσταται ως βοηθός σου ο Χριστός. Τίποτε δεν θα είναι από εδώ και πέρα πικρό, τίποτα το επίπονο δεν θα απαντήσεις. Όλα εκείνα παρήλθαν, διότι όλα αυτά τα νίκησες με τη γενναιότητά σου. Χαρά μετά από αυτά, άνεση, ευφροσύνη. Όλα αυτά θα τα γεύεσαι, διότι θα είσαι κοντά στον Χριστό και θα πρεσβεύεις εις Αυτόν και για μένα που σε γέννησα».

Τα λείψανα των Αγίων βρήκε με θεία οπτασία, το έτος 438 μ.Χ., η αυτοκράτειρα Πουλχερία (βλέπε 17 Φεβρουαρίου) κρυμμένα στο ναό του Αγίου Θύρσου, πίσω από τον άμβωνα, στον τάφο της διακόνισσας Ευσέβειας σε δύο αργυρές θήκες, οι οποίες κατά την διαθήκη της Ευσέβειας, είχαν εναποτεθεί στον τάφο της στο μέρος της κεφαλής της. Στην συνέχεια η Πουλχερία οικοδόμησε ναό έξω από τα τείχη των Τρωαδησίων.

Σπουδαία από ιστορικής απόψεως θεωρείται από νεότερους ερευνητές η Διαθήκη των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, η οποία αποσκοπεί στο να παρεμποδίσει τον διασκορπισμό των ιερών λειψάνων τους μεταξύ των Χριστιανών, πράγμα συνηθισμένο στην Ανατολή κατά τους χρόνους εκείνους.

Οι γονείς του Μεγάλου Βασιλείου (βλέπε εδώ), που κατείχαν «κόνιν» και τεμάχια των ιερών λειψάνων των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, ανήγειραν τον πρώτο ναό στην Ανατολή εις τιμήν των Αγίων, όπου και ετάφησαν, σε κτήμα τους στον Πόντο.

Ναός αφιερωμένος στους Αγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες υπήρχε στην περιοχή Μέση της Κωνσταντινούπολης, που είχε ανεγερθεί από τον αυτοκράτορα Τιβέριο Α’ (579 – 582 μ.Χ.) και συμπληρωθεί από τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο (582 – 602 μ.Χ.). Το ναό κατεκόσμησε ο Ανδρόνικος ο Κομνηνός (1183 – 1185 μ.Χ.).

Στο ναό αυτό λειτουργούνταν κατά την ημέρα της μνήμης των Αγίων Μαρτύρων οι αυτοκράτορες. Άλλοι ναοί υπήρχαν:

α) στο παλάτι, και ο οποίος πανηγύριζε στις 27 Αυγούστου,
β) στη νήσο Πλάτη, ἢ Πλατεία,
γ) στη μονή της Χώρας,
δ) στην Έμμεσα της Συρίας.

Η Σύναξη αυτών ετελείτο στο αγιότατο Μαρτύριό τους πλησίον του Χαλκού Τετραπύλου.

Τέλος αξίζει να αναφέρουμε ότι οι Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες είναι προστάτες της Ι. Μ. Ξηροποτάμου στο Άγιον Όρος, το Καθολικό της οποίας τιμάται στη Μνήμη τους.

Κατά τους Παρισινούς Κώδικες 1575 και 1476 τα ονόματα τους ήταν: Κυρίων, Κάνδιδος (ή Κλαύδιος), Δόμνας, Ευτύχιος (ή Ευτυχής), Σεβηριανός, Κύριλλος, Θεόδουλος, Βιβιανός, Αγγίας, Ησύχιος, Ευνοϊκός, Μελίτων, Ηλιάδης (ή Ηλίας), Αλέξανδρος, Σακεδών (ή Σακερδών), Ουάλης, Πρίσκος, Χουδίων, Ηράκλειος, Εκδίκιος, (ή Ευδίκιος), Ιωάννης, Φιλοκτήμων, Φλάβιος, Ξάνθιος, (ή Ξανθιάς), Ουαλέριος, Νικόλαος, Αθανάσιος, Θεόφιλος, Λυσίμαχος, Γάϊος, Κλαύδιος, Σμάραγδος, Σισίνιος, Λεόντιος, Αέτιος, Ακάκιος, Δομετιανός (ή Δομέτιος), δυο Γοργόνιοι, Ιουλιανός, (ή Ελιανός ή Ηλιανός), και Αγλάϊος ο καπικλάριος. (Ορισμένοι Κώδικες αναφέρουν και επιπλέον των σαράντα ονόματα, όπως αυτά των Αγίων Αειθάλα, άλλου Γοργονίου κ.λ.π.).

πηγή: Εκκλησία Online