HeadShort.png

28/7 Ο συγκλονιστικός Βίος της οσ. Ειρήνης Χρυσοβαλάντου

Η οσία Ειρήνη από την Καππαδοκία, που ασκήτευσε στη Μονή του Χρυσοβαλάντου ( 28 Ιουλίου)

Η οσία Ειρήνη ζούσε στην Καππαδοκία στους κόλπους πλούσιας και ευγενούς οικογένειας, μετά τον θάνατο του εικονομάχου αυτοκράτορα Θεοφίλου (842). Όταν η Θεοδώρα ανέλαβε την αντιβασιλεία, αναζήτησε σε όλη την Αυτοκρατορία σύζυγο για τον γιο της, τον αυτοκράτορα Μι­χαήλ Γ’ (842-867). Οι απεσταλμένοι της αυλής πρόσεξαν την ομορφιά και ευγένεια των ηθών της Ειρήνης και την έστειλαν στην Κωνσταντι­νούπολη μαζί με την αδελφή της, η οποία παντρεύτηκε αργότερα τον καίσαρα Βάρδα, αδελφό της Θεοδώρας. Στο δρόμο τους πέρασαν κοντά από το όρος Όλυμπος της Βιθυνίας και η Ειρήνη επισκέφθηκε τον άγιο Ιωαννίκιο τον Μέγα [+ 4 Νοεμ.], ο οποίος την χαιρέτησε προλέγοντας ότι θα γινόταν ηγουμένη της Μονής Χρυσοβαλάντου.

Η θεία Πρόνοια εμπό­δισε το γάμο της με τον αυτοκράτορα και, με την καρδιά της ξαλαφρωμένη και γεμάτη χαρά, μοίρασε τα υπάρχοντά της και αποσύρθηκε στην Μονή Χρυσοβαλάντου, την οποία είχε ιδρύσει ο πατρίκιος Νικήτας (Νικόλαος), κοντά στην στέρνα του Άσπαρ, σε τόπο ευάερο, μακριά από τις πλατείες και τα θορυβώδη μέρη. Στη μοναχική κουρά της, η μακαρία μαζί με τις τρίχες της κεφαλής έκοψε και κάθε δεσμό που την κρατούσε στον κόσμο και δόθηκε με ζήλο στους ασκητικούς αγώνες γνω­ρίζοντας ότι στο μέτρο που εξασθενίζει το σώμα, ο έσω άνθρωπος ανα­καινίζεται και πλησιάζει το Θεό (Β΄ Κορ. 4. 16).

Έχοντας μόνο έναν χιτώνα που άλλαζε μία φορά τον χρόνο, τρεφόμενη με νερό και ψωμί, υποτασσόταν πρόθυμα και με χαρά σε ό,τι της όριζαν, αγνοώντας τις αντιρρήσεις και τους γογγυσμούς. Η διαρκής κατάνυξη χαροποιούσε την καρδιά της και έκανε το πρόσωπό της να λάμπει και σαν γόνιμη γη έφερε τους πλούσιους καρπούς των αγίων αρετών. Έβλεπε όλες τις αδελφές της σαν βασίλισσες και θεωρούσε τον εαυτό της ως θεραπαινίδα τους, προσφερόμενη στις πιο ευτελείς εργασίες για να τις διακονεί. Από το στόμα της έβγαιναν μόνον λόγια των Γραφών ή των αγίων Πατέρων, τους οποίους μελετούσε αδιάκοπα. Ενώ ήταν λιγότερο από έναν χρόνο στο μοναστήρι, έχοντας διαβάσει με θαυμασμό το Βίο του αγίου Αρσε­νίου [+ 8 Μαΐου], ο οποίος προσευχόταν από τη δύση του ηλίου έως την αυγή, προσπάθησε να τον μιμηθεί.

Και με την βοήθεια της θείας χάριτος κατάφερε σιγά-σιγά να στέκει όρθια, με υψωμένα τα χέρια σε προσ­ευχή, όλη την ημέρα και όλη την νύκτα. Αγωνιζόταν με τέτοια σοφία να δουλαγωγήσει το σώμα στην ανάταση της ψυχής της προς τον Θεό, ώστε καμιά μηχάνευση του δαίμονα δεν μπορούσε να την πλήξει. Όταν εκείνος της υπέβαλλε μνήμες από την δόξα και την ευμάρεια της ζωής που είχε εγκαταλείψει, πήγαινε να εξομολογηθεί τους λογισμούς της στην ηγουμένη της, διπλασίαζε την άσκησή της και αμέσως ελευθερωνόταν από τις αναμνήσεις αυτές.

Μετά το θάνατο της ηγουμένης, υποδείχθηκε παρά την θέλησή της ως διάδοχός της και χειροτονήθηκε από τον πατριάρχη άγιο Μεθόδιο [+ 14 Ιουν.]. Ενθυμούμενη την προφητεία του αγίου Ιωαννικίου και λογίζοντας ως καθήκον της να μην αναζητεί τα αρεστά στην ίδια αλλά τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζειν (Ρωμ. 15, 1), έζησε έκτοτε ως άγγελος επίγειος, επιμηκύνοντας τις νηστείες της, προσευχόμενη όλη τη νύκτα και κάνοντας αμέτρητες μετάνοιες. Με τα μέσα αυτά προσείλκυσε την χάριν του Θεού και έλαβε τόση σοφία, ώστε να δύναται να οδηγεί πλήθος ψυχών στην οδό της Σωτηρίας. Ζητούσε από τις αδελφές να μην την θεωρούν ως ανώτερή τους, αλλά ως μία συμμονάστριά τους που είχε ορισθεί να τις υπηρετεί.

Με γλυκύτητα και υπομονή τις παραι­νούσε να πολιτεύονται στα πάντα κατά το πνεύμα του Ευαγγελίου, απο­τάσσοντας τα μάταια θέλγητρα της δόξας και της εκτίμησης των ανθρώ­πων. Αν δεν ήθελαν η αποταγή τους να είναι επιφανειακή, όφειλαν να φροντίζουν να διατηρούν όχι μόνο την αγνεία τους, αλλά και την πραό­τητα, αρετές υπεράνω της φύσης που χαρίζονται από τον Χριστό σε όσους προσεύχονται με πίστη. Ό,τι κι αν κατακτούσαν, συμβούλευε τις μαθήτριές της να το θεωρούν ως δώρο του Θεού και να τελούν αδιαλείπτως σε κατάνυξη αναπέμποντας ευχαριστίες. Απαγόρευε εξάλλου σ’ αυτές να προσεύχονται για την υγεία τους, λέγοντας ότι τίποτε δεν είναι λυσιτελέστερο για την ψυχή από την ασθένεια που γίνεται δεκτή με ευγνω­μοσύνη.

Έχοντας λάβει από άγγελο Κυρίου το προορατικό χάρισμα, η οσία ήταν σαν προφήτις του Θεού στην μονή της. Αφού αναπαυόταν για λίγο μετά την Ακολουθία του Όρθρου, καλούσε τις αδελφές και μία-μία, με τέχνη και διάκριση, τις βοηθούσε να εμφανίζονται αγνές και ανυπόκριτες ενώπιον του Θεού, αποκαλύπτοντάς τους τούς πιο κρυφούς λογισμούς τους. Γρήγορα κατέστη περιώνυμη σε όλη την Βασιλεύουσα για τις αρετές και τη σοφία με την οποία καθοδηγούσε την αδελφότητά της, ώστε κάθε είδους άνθρωποι, πλούσιοι και πτωχοί, μικροί και τρανοί, προσ­έρχονταν κοντά της για να λάβουν τις συμβουλές της και να εναποθέσουν την ελπίδα τους στις προσευχές της. Σε όλους δίδασκε την ωφέ­λεια της μετανοίας, που σε κάθε στιγμή μπορεί να καταστήσει το Θεό ευμενή έναντι ημών.

Με την στήριξη της θείας χάριτος πρόκοβε ασταμάτητα στην άσκηση και την καθαρά προσευχή. Κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, μέχρι το Πάσχα, δεν έτρωγε ψωμί, αλλά λίγα μόνα λαχανικά, μία φορά την εβδομάδα. Η ολονύκτια αγρυπνία τής είχε γίνει τόσο φυσική όσο ο ύπνος στους άλλους ανθρώπους, και περνούσε τις νύκτες της με τα χέρια υψω­μένα προς τον ουρανό, βυθισμένη σε άγιες θεωρίες. Ενίοτε έμενε στην στάση αυτή δύο ημέρες συνέχεια, ακόμη και μία ολόκληρη εβδομάδα, σε σημείο που οι μαθήτριές της χρειαζόταν στο τέλος να την βοηθήσουν να κατεβάσει τα μουδιασμένα χέρια της.

Μία νύκτα, μια μοναχή κοιτάζον­τας στην αυλή είδε την οσία Ειρήνη να προσεύχεται ανυψωμένη θαυματουργικά από το έδαφος, ενώ τα δύο πελώρια κυπαρίσσια που ορθώ­νονταν στην αυλή του μοναστηριού είχαν λυγίσει τις κορφές τους μέχρι το έδαφος· επανήλθαν δε στην θέση τους μόνο όταν σφραγίστηκαν από την οσία με το σημείο του Σταυρού. Αυτή η νυκτερινή προσευχή ήταν φοβερή για τους δαίμονες, οι οποίοι διπλασίαζαν τις επιθέσεις τους μέσα στη νύκτα.

Μία φορά ένας από αυτούς έριξε πάνω της το αναμμένο φι­τίλι μιας κανδήλας. Τα ρούχα της Ειρήνης πήραν αμέσως φωτιά. Παρέμεινε ωστόσο ατάραχη και θα είχε καεί ολόκληρη αν μία μοναχή που ξύπνησε από τη μυρωδιά της σάρκας και των ρούχων που καίγονταν δεν έμπαινε στο κελλί της ηγουμένης παραβιάζοντας την πόρτα. Μέσα στους πυκνούς καπνούς είδε την οσία στις φλόγες όρθια και απαθή να προσεύχεται. Καθώς την έσπρωξε προσπαθώντας να σβήσει τις φλόγες, η Ειρήνη χαμήλωσε τα χέρια της και της είπε επιτιμητικά: «Γιατί μου στέρησες μια τόσο μεγάλη απόλαυση με την απότομη αυτή παρέμβασή σου; Ένας άγγελος στεκόταν μπροστά μου πλέκοντάς μου ένα στεφάνι από άφθαρτα άνθη, τέτοια που δεν έχει δει ανθρώπου μάτι και ήταν έτοι­μος να με πάρει από δω, όταν εσύ τον έδιωξες». Κι όταν η μαθήτρια της ξεκόλλησε τα ράκη του υφάσματος από τη σάρκα της, θεσπέσια ευω­δία γέμισε το μοναστήρι.

Μιαν άλλη φορά ένας ναυτικός που ήλθε από την Πάτμο παρουσιάστηκε στο μοναστήρι και έδωσε στην οσία τρία υπέροχα μήλα, τα οποία ο άγιος Απόστολος Ιωάννης του είχε αναθέσει να της παραδώσει. Το πρώτο μήλο στάθηκε αρκετό να την τρέφει για σαράντα ημέρες, κατά τις οποίες το στόμα της ανέδιδε μία υπερκόσμια ευωδία· μοίρασε το δεύ­τερο στην αδελφότητα την Μεγάλη Πέμπτη και κράτησε το τρίτο ως ακριβό φυλαχτό, αρραβώνα των άφθαρτων αγαθών του Παραδείσου.

Χάρις στο προφητικό χάρισμα, η αοίδιμος Ειρήνη επιτέλεσε πλήθος άλλων θαυμάτων και προέβλεψε συγκεκριμένα τη δολοφονία του Βάρδα, την οποία ακολούθησε λίγο αργότερα εκείνη του Μιχαήλ Γ’ (867), καθώς και την ανάληψη της εξουσίας από το Βασίλειο Α’ το Μακεδόνα. Με την βοήθεια του αγίου Βασιλείου του Μεγάλου και της αγίας Αναστα­σίας της Φαρμακολυτρίας θεράπευσε δαιμονισμένους και έσωσε έναν συγ­γενή της, τον οποίο ο αυτοκράτορας είχε κατά νου να εκτελέσει ως προ­δότη, εμφανιζόμενη στον ηγεμόνα, απαστράπτουσα και πλήρης δόξης. Ο αυτοκράτορας Βασίλειος αναγνώρισε το σφάλμα του, ζήτησε συγγνώμη και έκτοτε έδειξε την ευμένειά του απέναντι στο μοναστήρι.

Η οσία Ειρήνη έφθασε σε ηλικία εκατόν τριών ετών, διατηρώντας όλη την δροσιά και την φυσική ομορφιά της, σημάδι του κάλλους της ψυχής της. Ο Φύλακας Άγγελός της την προειδοποίησε ένα έτος πριν για τον χρόνο της τελευτής της και όταν έφθασε η ημέρα συγκέντρωσε τις αδελ­φές της, όρισε την ηγουμένη που είχε επιλέξει ο Θεός και αφού τις προέτρεψε να περιφρονούν ό,τι είναι πρόσκαιρο ώστε να ζουν τον αγαπημένο Νυμφίο τους, έκλεισε γαλήνια τα μάτια της και παρέδωσε την ψυχή της εις χείρας Θεού. Ενταφιάσθηκε στο παρεκκλήσιο του αγίου μάρτυρος Θεο­δώρου και ο τάφος της ανέδιδε διαρκώς μία ουράνια ευωδία, φανερώνον­τας σε όλους την παρρησία που είχε αποκτήσει παρά τω Θεώ, ενώ μέ­χρι τις ημέρες μας η οσία Ειρήνη δεν παύει να μεσιτεύει υπέρ εκείνων που την επικαλούνται με πίστη

 

(Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας-Ιούλιος, εκδ. Ίνδικτος, σ. 318-321)

5/5 Άγιος Εφραίμ (Νέας Μάκρης), ο εκ Τρίκκης καταγόμενος

Ο Άγιος και Μεγαλομάρτυς Εφραίμ γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1384 στα Τρίκαλα Θεσσαλίας απο πολύτεκνους γονείς και είχε 7 αδέλφια και το βαφτιστικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος Μορφής. Σε ηλικία 14 χρόνων, το 1398 με την προτροπή της μητέρας του για να αποφύγει το παιδομάζωμα και την υποχρεωτική στράτευση απο τους Τούρκους πήγε στο Μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο Όρος των Αμωμών της Αττικής, πρώτα ως μοναχός και μετά ως Ιερέας.

Το 1416 οι Τούρκοι εισέβαλαν και λεηλάτησαν την Αττική και ανάγκασαν τον Δούκα των Αθηνών να δηλώσει υποταγή στον Σουλτάνο. Το 1424 οι Τούρκοι εισέβαλαν βιαίως στην Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και έσφαξαν όλους τους Πατέρες της Μονής. Ο Άγιος απουσίαζε στην σπηλιά του πάνω στο βουνό για προσευχή και μόλις επέστρεψε, αντίκρυσε τα πτώματα των Πατέρων και αφού τους έθαψε, θρήνησε γοερώς.

Τον επόμενο χρόνο, την 14η Σεπτεμβρίου 1425 επανήλθαν οι βάρβαροι και βρήκαν τον Άγιο. Τον συνέλαβαν και τον βασάνιζαν επι 8 1/2 μήνες με μεγάλη μανία και βαρβαρότητα, βασανιστήρια όπως έκαναν στους Αγίους Γεώργιο, Δημήτριο, Αγία Αικατερίνη, Αγία Βαρβάρα και άλλους. Τέλος τον κρέμασαν ανάποδα απο μία παλαιά μουριά που υπήρχε στον περίβολο του μοναστηριού και τον τρύπησαν με ένα μεγάλο ξύλο αναμμένο στην κοιλιά στην περιοχή του αφαλού, μετά τον κάρφωσαν στο δέντρο με μεγάλα σουβλερά γύφτικα καρφιά.

Ο Άγιος καιγόμενος συνέχισε να προσεύχεται.. και τελείωσε μαρτυρικώς την ζωή του απο τους Τούρκους στις 5 Μαίου 1426, ώρα 9 το πρωί... Κοιμήθηκε σε ηλικία 42 ετών.


ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟ
ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ
ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ

Ευλόγησον πάτερ
 Ο μακάριος αυτός αθλητής του Κυρίου, του οποίου την πανσέβαστη μνήμη πανηγυρίζουμε, γεννήθηκε στη βυζαντινή Τρίκκη, δηλαδή στην πόλη μας, περί τα τέλη του 14ου αιώνα (14.9.1384). Το όνομά του ήταν Κωνσταντίνος Μόρφης και είχε άλλα έξι αδέλφια.
Το 1398, σε ηλικία 14 ετών, με την προτροπή της μητέρας του, για να αποφύγει το παιδομάζωμα και το γενιτσαρισμό που συνεπάγονταν, αφιερώθηκε στο Χριστό. Έγινε μοναχός στη Μονή του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου που βρίσκεται σε ένα όρος της Αττικής, καλούμενο «Όρος των Αμώμων» στη σημερινή Νέα Μάκρη.


Από τότε σήκωσε στους ώμους του το Σταυρό της μοναχικής ζωής και αξιώθηκε της ιεροσύνης. Εκεί, στη μετάνοιά του, μόναζε με θείο ζήλο, επιδιώκοντας τον αγιασμό του και αγωνίζονταν ασκητικά με άκρα εγκράτεια και άλλες κατά Χριστόν αρετές, καθαίροντας τον παλαιό εαυτό του και γενόμενος θεοειδής.
Το 1416 οι Αγαρηνοί Τούρκοι εισέβαλαν στην Αττική και τη λεηλάτησαν, υποχρεώνοντας τον Δούκα των Αθηνών να δηλώσει υποταγή. Το 1424 στίφος βαρβάρων Αγαρηνών εισέβαλαν από τη θάλασσα και κατέλαβαν βίαια το Μοναστήρι. Έσφαξαν όλους τους πατέρες. Ο Άγιος Εφραίμ έλειπε την ημέρα εκείνη στο βουνό, όπου συχνά κατέφευγε σε μία σπηλιά για προσευχή και άσκηση. Όταν επέστρεψε και είδε το κακό, έθαψε τους πατέρες και συνασκητές του αφού τους θρήνησε γοερά.
Οι βάρβαροι όμως επανήλθαν την 14η Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους (1425) και συνέλαβαν τον Άγιο μέσα στο μοναστήρι του. Τον υπέβαλαν σε φρικιαστικές τιμωρίες και συνεχείς βασανισμούς, με μεγάλο μίσος και μανία, επί 8 ½ ολόκληρους μήνες. Τον καταξέσκισαν και τον κατασπάραξαν σαν άγρια σκυλιά. Τα μαρτύρια του Αγίου ήταν στα ίδια μεγέθη με εκείνα των μεγαλομαρτύρων Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, Δημητρίου του Μυροβλύτη, Αικατερίνης και Βαρβάρας.


Στο τέλος τον κρέμασαν ανάποδα από μία μουριά στην αυλή του μοναστηριού και τον τρύπησαν με ένα μεγάλο αναμμένο ξύλο στον αφαλό του, αφού προηγουμένως τον κάρφωσαν στο δένδρο με μεγάλα σουβλερά γύφτικα καρφιά. Ο μεγαλομάρτυρας καιγόμενος συνέχισε να προσεύχεται και έτσι παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού την 9η ώρα της 5ης Μαΐου 1426, σε ηλικία 42 ετών. Στο τέλος οι βάρβαροι Αγαρηνοί λεηλάτησαν και κατέστρεψαν το μοναστήρι ολοκληρωτικά.


Ο δίκαιος αγωνοθέτης Χριστός του έδωσε διπλό το στέφος: του μάρτυρα και συγχρόνως του οσίου ένεκα της πρότερης ασκήσεώς του.
Τα χρόνια όμως και οι αιώνες πέρασαν και η αγία περιοχή του μοναστηριού ερημώθηκε, ενώ το μαρτύριο του Αγίου λησμονήθηκε. Αγνοήθηκαν τα πάντα και τα σκέπασε η πλάκα της σιωπής μέχρι τον αιώνα μας.
Περί τα μέσα του 20ου αιώνα η μονή επανασυγκροτήθηκε με ευσεβή γυναικεία αδελφότητα, της οποίας προϊστατο μία οσιωτάτη μοναχή, η όντως μακαριστή Μακαρία (Δεσύπρη) από την Τήνο που κοιμήθηκε την 23.4.1999.
Αυτή έλαβε άνωθεν πληροφορία με θεία έμπνευση και την 3η Ιανουαρίου 1950 έκανε ανασκαφές στην αυλή του μοναστηριού, όπου υπήρχαν εμφανή ερείπια αρχαίας κέλλας.


Σκάβοντας βρέθηκαν οστά οσίου ανδρός που ετάφη στο σημείο εκείνο βιαστικά και άτακτα, προφανώς λόγω του φόβου των Αγαρηνών. Ο νεκρός κείτονταν από το νότο προς βορρά και η κεφαλή του ήταν πολύ υψηλότερα από το υπόλοιπο σώμα του, στηριζόμενη σε ένα βράχο, πράγμα που φανέρωνε το μαρτυρικό τέλος του οσίου ανδρός.


Τα λείψανα απέπνεαν ουράνια και υπερκόσμια ευωδία. Η μακαριστή Μακαρία τα περισυνέλεξε με σεβασμό και τα κατέθεσε σε κάποιο μέρος της Μονής. Ζητούσε δε επίμονα στην προσευχή της να της αποκαλυφθεί ποίου οσίου ανδρός ήταν.
Μία ημέρα της φανερώθηκε, οφθαλμοφανώς και σε κατάσταση εγρηγόρσεως, την ώρα μάλιστα που τελούσε την εσπερινή ακολουθία της, ένας ιεροπρεπής μοναχός με οσιακή μορφή. Της είπε ότι τα λείψανα που βρήκε ανήκουν σ’ αυτόν, ότι ονομάζεται Εφραίμ και ότι διετέλεσε μοναχός της μονής από το 14ο έτος τη ηλικίας του. Ότι ανήμεροι Αγαρηνοί επιτέθηκαν στο μοναστήρι και υπέστη απ’ αυτούς μαρτυρικό θάνατο. Κοντολογίς όλα όσα εξιστορήθηκαν παραπάνω.
Τότε λοιπόν, πεντακόσια είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα, πληροφορήθηκε η Χριστιανοσύνη το μαρτύριο αυτό από το ίδιο το στόμα του Μεγαλομάρτυρα Εφραίμ.
Έκτοτε ο όσιος πατήρ ημών και μάρτυς του Χριστού Εφραίμ εμφανίσθηκε και εμφανίζεται όχι μία και δύο αλλά μυριάδες φορές, κατ’ όναρ και καθ’ ύπαρ, σε πολλούς πιστούς και άπειρα θαύματα ενήργησε και ενεργεί. Παραλύτους συνέσφιγξε και ανόρθωσε, πολλές δεινές και ανίατες ασθένειες ιάτρευσε και κάθε βοήθεια παρέχει, ταχύτατα μάλιστα, σε όσους προστρέχουν με πίστη στα άγια λείψανά του που είναι θησαυρισμένα στο καθολικό της μονής του στη Νέα Μάκρη.



 
Έγινε άμισθος ιατρός των ψυχών και των σωμάτων χιλιάδων ανθρώπων που επικαλούνται το άγιο όνομά του και ζητούν τις σωστικές πρεσβείες του. Αγαπήθηκε από τους πιστούς όπως οι αρχαίοι και μεγάλοι άγιοι της Χριστιανοσύνης και ατέλειωτες σειρές ανθρώπων συρρέουν στο σεπτό σκήνωμά του.
Ο Κύριος, λόγω της οσιακής βιοτής του και του μεγάλου μαρτυρίου του, του παρέσχε μεγίστη παρρησία και το χάρισμα της θαυματουργίας, κυρίως των ιάσεων.
Παρότι ακόμη δεν έγινε η επίσημη αγιοκατάταξή του, τιμάται καθολικά ως άγιος της Εκκλησίας μας. Βεβαία είναι η πίστη κλήρου και λαού ότι έχει απογραφεί στον Ουρανό από το Δεσπότη Χριστό στις δέλτους των Αγίων Του. Γι’ αυτό ναοί ανεγείρονται και πανηγυρίζουν στη μνήμη του, ιερές εικόνες του ιστορούνται και επίσημες ακολουθίες συντάχθηκαν για το μαρτύριό του και την ανακομιδή των λειψάνων του.
Η μνήμη του τιμάται την 5η Μαΐου και την 3η Ιανουαρίου εορτάζομε την ανακομιδή των λειψάνων του.
Ταις αυτού αγίαις πρεσβείες Χριστέ ο Θεός ελέησον και σώσον ημάς.

5/5 Η Αγία μεγαλομάρτυς Ειρήνη

 

Την εποχή που βασίλευε ο Μέγας Κωνσταντίνος (306-337 μ.Χ.), ζούσε στην πόλη Μαγεδών της
Περσίας ο Λικίνιος που ήταν ηγεμόνας μιας επαρχίας και η γυναίκα του που λεγόταν Λικινία. Αυτοί ήταν οπαδοί μίας περσικής θρη­σκείας του Ζωροάστρη. Κάποτε απέκτησαν μία χαριτωμένη κορούλα που την ονόμασαν Πηνελόπη κι όσο αυτή μεγάλωνε, τόσο πιο πολύ ξεχώριζε η εξωτερική της ομορφιά αλλά και το χάρισμα της ευστροφίας που διέθετε. Έτσι οι γονείς της, έκτος από τις περιποιή­σεις και τα υλικά αγαθά που της προσέφεραν πλουσιοπάροχα, για να την κάνουν ευτυχι­σμένη, ανέθεσαν και τη μόρφωση της σε έναν σοφό δάσκαλο, τον Απελλιανό. Εκείνος, ανέλαβε τη διαπαιδαγώγηση της Πηνελόπης με μεγάλο ενδιαφέρον και με χαρά έβλεπε την πρόοδό της, στα μαθήματα που της έκανε. Πολλές φορές, συζητώντας μαζί της, καταλάβαινε πως η νεαρή κόρη με τα προτερήματα που είχε και με το χαρακτήρα της, τον βοηθούσε να γίνει περισσότερο σοφός.

Όταν ο καιρός ήταν καλός, η Πηνελόπη περνούσε τις μέρες της με τους γονείς της και τον δάσκαλό της, στον εξοχικό τους πύργο, που ήταν πε­ριτριγυρισμένος από κήπους με ανθισμένα δέντρα και λουλούδια. Μέσα στο αρχοντικό, όλα τα έπιπλα ήταν φτιαγμένα από χρυσάφι, ενώ πολλές δούλες υπηρετούσαν τα αφεντι­κά τους και τις ανάγκες της έπαυλης. Μία όμως από αυτές, διέφερε από τις άλλες γιατί ήταν πρόθυμη και υπάκουη κι έτσι, πολύ γρή­γορα απέκτησε την εκτίμηση του άρχοντα και της γυναίκας του, χωρίς να γνωρίζουν βέβαια ότι ήταν Χριστιανή. Η Πηνελόπη ξεχώρισε τις σπάνιες αρετές της υπηρέτριας και γι' αυτό της άρεζε να κάνει παρέα μαζί της. Στον ελεύθερο χρόνο της συζητούσε με τη Χρι­στιανή δούλη και με ενδιαφέρον προσπα­θούσε να ανακαλύψει το μυστικό της που την έκανε τόσο διαφορετική από τις άλλες υπη­ρέτριες.

Ένα βράδυ, η κόρη του άρχοντα καθώς κοιμόταν, είδε στο όνειρό της ένα λευκό περιστέρι που κρατούσε στο ράμφος του ένα κλαδί ελιάς και το άφησε πάνω στο χρυσό τραπέζι του πύργου. Έπειτα εμφανίστηκε ένας αετός που κρατούσε ένα στεφάνι από λουλούδια και στο τέλος παρουσιάστηκε ένα κοράκι που άφησε από το ράμφος του ένα σκοτωμένο φί­δι. Η Πηνελόπη ξύπνησε τρομαγμένη αλλά όταν ξανακοιμήθηκε, είδε έναν Άγγελο Κυ­ρίου που της είπε:

-Ο αληθινός Θεός σε καλεί να τον ακολουθήσεις. Σε αυτό θα σε βοηθήσει η αγαπη­μένη σου Χριστιανή υπηρέτρια.

Το πρωί η Πηνελόπη ζήτησε από τον δά­σκαλο της, να της εξηγήσει το παράξενο αλλά θεϊκό όνειρο που είδε κι εκείνος της είπε:
-Το περιστέρι συμβολίζει την αγνή ψυχή σου, ο αετός προμηνύει νίκη και δόξα, αλλά το κοράκι σημαίνει ότι στη ζωή σου θα υπο­φέρεις και θα δοκιμαστείς πολύ!

Τότε η νεαρή κόρη πήγε στην υπηρέτρια και της είπε:
-Είσαι Χριστιανή και μου το δια­βεβαίωσε Άγγελος από τον ουρανό, γι' αυτό θέλω να μου μιλήσεις για τον Θεό σου!

Η υπηρέτρια ζήτησε συγγνώμη από την αρχοντοπούλα που της το είχε κρατήσει μυ­στικό και από τότε άρχισε να της μιλά για τη ζωή του Χριστού και για το κήρυγμα Του στη γη. Αργότερα η Πηνελόπη θέλησε να βαπτι­στεί, γι' αυτό κάποιο βράδυ, ένας Χριστιανός ιερέας μπήκε κρυφά στον πύργο και βάπτισε την Αγία, δίνοντας της το όνομα Ειρήνη. Αμέσως η κόρη του ηγεμόνα ομολόγησε τη Χριστιανική Πίστη στους γονείς της και παρ' όλο που εκείνοι προσπάθησαν να τη μεταπεί­σουν, η Ειρήνη τους μίλησε με σύνεση και τους είπε πώς πρέπει να υπακούμε πρώτα στον Θεό κι έπειτα στους ανθρώπους. Έτσι κι εκείνη θα υπάκουε στις γεμάτες αγάπη, εντολές του Θεού και όχι στις εγωιστικές δια­ταγές των ανθρώπων.

Σύντομα μαθεύτηκε στην πόλη ότι η κόρη του ηγεμόνα έγινε Χριστιανή. Τότε πήγαν οι Πέρσες ιε­ρείς στον Λικίνιο και τον έπεισαν να δικάσει την Ειρήνη. Ο πατέρας της Αγίας μάταια δο­κίμασε να την καλοπιάσει, ούτε κατόρθωσε να την τρομάξει με διάφορες απειλές. Γι' αυτό θύμωσε τόσο πολύ που διέταξε να δέ­σουν τη κόρη του και να την βάλουν ανάμεσα σε αφηνιασμένα άλογα, για να την καταπατήσουν και να την θανατώσουν με κλωτσιές. Όμως συνέβη κάτι φοβερό! Ένα αγριεμένο άλογο, όρμησε ξαφνικά πάνω στον ηγεμόνα, τον κλώτσησε με δύναμη και τον σκότωσε. Τότε έβγαλε ανθρώπινη φωνή και είπε:

Ο λαός που παρακολουθούσε το μαρτύ­ριο της Αγίας, θαύμασε για το ανεξήγητο εκείνο γεγονός και πολλοί από εκείνους πί­στεψαν στον Χριστό και βαπτίσθηκαν, αλλά οι άπιστοι Ιερείς νόμιζαν πως η Αγία έκανε μαγικά και τη μίσησαν ακόμη πιο πολύ.

Όταν η Ειρήνη είδε ότι σκοτώθηκε ο πατέρας της, έτρεξε δίπλα του και ξεχνώντας το κακό που θα της έκανε εκείνος πριν από λίγο, γονάτισε μεγαλόψυχα κι άρχισε να προσεύχεται με δάκρυα στον Θεό. Αμέσως έγινε θαύμα και ο άρχο­ντας Λικίνιος που βρισκόταν ξαπλωμένος στο χώμα, αναστήθηκε και σηκώθηκε όρθιος. Μό­λις κατάλαβε τι είχε συμβεί, ζήτησε μετανοη­μένος συγχώρεση από την κόρη του και απο­φάσισε να βαπτιστεί και να γίνει Χριστιανός μαζί με τη γυναίκα του και τον δάσκαλο Απελλιανό. Έπειτα, παραιτήθηκε από το υψηλό αξίωμά του κι έζησαν ενάρετα στον εξοχικό τους πύργο, κάνοντας ελεημοσύνες, προσευχές, νηστείες και άλλα χριστιανικά έργα. Μαζί με αυτούς, πλήθος κόσμου που είδε το θαύμα, δόξαζε τον αληθινό Θεό και εγκατέλειπε τις ψεύτικες θρησκείες που λα­τρεύονταν μέχρι τότε.

Αργότερα, ηγεμόνας της πόλης έγινε ο Σεδεκίας ο οποίος, όταν έμαθε πως η Ειρήνη ήταν Χρι­στιανή, διέταξε να τη συλλάβουν και να τη φυλακίσουν σε ένα βαθύ λάκκο, όπου μέσα ζούσαν δηλητηριώδη φίδια. Ύστερα από δεκατέσσερις μέρες, ο άρχοντας με πλήθος κό­σμου, πήγαν να παραλάβουν το πτώμα της νεαρής Αγίας αλλά με έκπληξη διαπίστωσαν πως εκείνη ζούσε και τα ερπετά τη σεβόταν και δε την άγγιζαν. Τότε ο Σεδεκίας διέταξε να τη δέσουν σε έναν τροχό με αιχμηρά μα­χαίρια, ο όποιος γύριζε με τη δύναμη ενός ορμητικού χειμάρρου. Όμως μέχρι να τη δέ­σουν, το νερό σταμάτησε και ο τροχός δε γύ­ριζε πια! Εξοργισμένος ο ηγεμόνας, έδωσε εντολή να πριονίσουν τα πόδια της Ειρήνης. Η Αγία υπέμενε το φρικτό βασανιστήριο και γι' αυτό ο Θεός την ενθάρρυνε κάνοντας ακό­μη ένα θαύμα. Μόλις οι δήμιοι τελείωσαν την αποτρόπαια πράξη τους, εκείνη θεραπεύτη­κε εντελώς και όλοι κοιτούσαν άφωνοι, μη μπορώντας να εξηγήσουν ποια δύναμη προ­στάτευε τη Χριστιανή μεγαλομάρτυρα.

Διάδοχος του Σεδεκία ήταν ο γιος του, ο Σαβώρ, ο οποίος έστειλε τον στρατό του να πολεμήσει τους πολιτικούς εχθρούς του. Λίγο πιο έξω από την πόλη, οι απάνθρωποι στρατιώτες συνάντησαν την Αγία και αφού της έμπηξαν καρφιά στις φτέρνες, της φόρτωσαν στην πλάτη ένα βαρύ τσουβάλι με άμμο και τη διέ­ταξαν να το μεταφέρει ως τον βασιλιά. Αλλά την ίδια στιγμή, έγινε σεισμός, η γη άνοιξε στα δύο και πολλοί άπιστοι στρατιώτες έπε­σαν στο γκρεμό και σκοτώθηκαν, ενώ πολύ σύντομα πέθανε κι ο βασιλιάς. Η Αγία ελεύ­θερη πια, κήρυξε το λόγο του Θεού στον λαό κι έκανε πολλά θαύματα, με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι Χριστιανοί της Περσίας.

Έπειτα η μάρτυς ταξίδεψε σε διάφορα μέρη και σε ξένους τόπους, διδάσκοντας την Χριστιανική Πί­στη, μέχρι που έφτασε στην πόλη Καλλίνικο, όπου βασίλευε ο άρχοντας Νουμεριανός. Αυτός, όταν άκουσε το Χριστιανικό κήρυγμα της Ειρήνης, διέταξε να την πιάσουν και αφού τη γυμνώσουν, να τη ρίξουν μέσα σε ένα πυρακτωμένο καμίνι που είχε σχήμα βο­διού. Μα η Αγία δεν έπαθε τίποτα και τότε την έβαλαν ξανά σε δεύτερο καμίνι για να την κάψουν ζωντανή. Ο Θεός προστάτεψε και πάλι τη μάρτυρα κι εκείνη αντί να καίγεται και να υποφέρει από τις καυτές φλόγες γύρω της, δόξαζε χαρούμενη τον Θεό. Τότε την έριξαν σε τρίτο καμίνι αλλά εκείνο έσπασε από την πολύ ζέστη, ενώ η Ειρήνη βγήκε ζω­ντανή, κάνοντας πολλούς ανθρώπους που παρευρίσκονταν εκεί, να πιστέψουν στη δύ­ναμη του Χριστού.

Η φήμη της Αγίας έφτασε μέχρι και στον βασιλιά της Περσίας, τον Σαβώριο. Εκείνος την κάλε­σε κοντά του και αφού διαπίστωσε πως δεν μπορούσε να την πείσει να προσκυνήσει τα είδωλα, διέταξε να την αποκεφαλίσουν και να την κλείσουν σ' έναν τάφο. Όμως Άγγελος Κυρίου ανέστησε την μάρτυρα και μόλις ο βασιλιάς την αντίκρυσε ζωντανή, πίστεψε κι εκείνος στον Χριστό. Μετά από αυτά η Ειρή­νη περιόδευσε σε αρκετές πόλεις, διδάσκο­ντας το θέλημα του Θεού και με τη Χάρη του Παναγίου Πνεύματος έκανε θαύματα, ενι­σχύοντας την πίστη των Χριστιανών, οι όποιοι την αποκαλούσαν Ισαπόστολο. Ύστερα από μία μαρτυρική και πολυβασανισμένη ζωή, η Αγία αισθάνθηκε πως πλησίαζε το τέλος της. Έτσι, προετοιμάστηκε και πέθανε ειρηνικά, ευχαριστώντας τον Θεό που την αξίωσε να υποφέρει τόσα πολλά για τη δόξα Του. Η μνήμη της Αγίας μεγαλομάρτυρος Ειρήνης, εορτάζεται από την Εκκλησία μας στις 5 Μαΐου.

Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΣ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ
ΤΕΥΧΟΣ 7
ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"

20 Ιανουαρίου: Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας

 

Ο Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας γεννήθηκε στη Μελιτηνή της Αρμενίας το έτος 377 μ.Χ. κατά τους χρόνους της βασιλείας του Γρατιανού (375 – 383 μ.Χ.). Οι γονείς του Παύλος και Διονυσία, ανήκαν σε επίσημη γενιά. Άτεκνοι όντες, αξιώθηκαν να αποκτήσουν παιδί, το οποίο αφιέρωσαν στη διακονία του Θεού στο οποίο και κατά θεία επιταγή έδωσαν το όνομα Ευθύμιος, αφού με την γέννησή του τους χάρισε την ευθυμία, τη χαρά και την αγαλλίαση.

Σε ηλικία μόλις τριών ετών ο Ευθύμιος έχασε τον πατέρα του. Τότε η χήρα μητέρα του τον παρέδωσε στον ευλαβή Επίσκοπο της Μελιτηνής Ευτρώιο, ο οποίος, μαζί με τους αναγνώστες Ακάκιο και Συνόδιο που έγιναν αργότερα Επίσκοποι Μελιτηνής, τον εκπαίδευσε καλώς και, αφού τον κατέταξε στον ιερό κλήρο, τον τοποθέτησε έξαρχο των μοναστηρίων.

Από τη Μελιτηνή ο Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας μετέβη, περί το 406 μ.Χ., στα Ιεροσόλυμα και κλείσθηκε στο σπήλαιο του Αγίου Θεοκτίστου, όπου και ασκήτευε με αυστηρότητα και αναδείχθηκε μοναζόντων κανόνας και καύχημα. Τόσο δε πολύ πρόκοψε στην αρετή, ώστε πολλοί πίστεψαν στον Χριστό. Τα μεγάλα πνευματικά του χαρίσματα γρήγορα τον ανέδειξαν και η φήμη του ως Αγίου απλώθηκε παντού. Γύρω του συγκεντρώθηκαν πάμπολλοι μοναχοί, οι οποίοι τον εξέλεξαν ηγούμενό τους.

Ο Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας με την αγιότητα του βίου του συνετέλεσε στο να επιστρέψουν στην πατρώα ευσέβεια πολυάριθμοι αιρετικοί, όπως Μανιχαίοι, Νεστοριανοί και Ευτυχιανοί, που απέρριπταν τις αποφάσεις της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου. Παντού, στην Αίγυπτο και τη Συρία, επικρατούσαν οι Μονοφυσίτες. Στην Παλαιστίνη όμως, χάρη στην παρουσία του Αγίου Ευθυμίου και των μαθητών του, επικράτησε η Ορθοδοξία. Και όταν ο Όσιος συνάντησε την βασίλισσα Ευδοκία, η οποία είχε περιπλακεί στα δίκτυα της αιρέσεως των Μονοφυσιτών, τόσο πειστικά και ακαταμάχητα μίλησε προς αυτήν, ώστε την απέδωκε στα ορθόδοξα δόγματα.

Ο Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας είχε λάβει από τον Θεό το προορατικό χάρισμα και τη δύναμη της θαυματουργίας. Με ελάχιστα ψωμιά κατόρθωσε να χορτάσει τετρακόσιους ανθρώπους, που κάποτε την ίδια μέρα τον επισκέφθηκαν στο κελί του. Πολλές γυναίκες που ήταν στείρες, όπως και η δική του μητέρα, με τις προσευχές του Αγίου απέκτησαν παιδί και έζησαν την χαρά της τεκνογονίας. Και όπως ο Προφήτης Ηλίας, έτσι και αυτός προσευχήθηκε στον Θεό και άνοιξε τις πύλες του ουρανού και πότισε με πολύ βροχή τη διψασμένη γη, η οποία και αναζωογονήθηκε και έδωσε πλούσιους τους καρπούς της.

Ενώ κάποτε τελούσε το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, οι πιστοί είδαν μία δέσμη φωτός που ξεκινούσε από τον ουρανό και κατερχόταν μέχρι τον Άγιο. Το ουράνιο αυτό φως, παρέμεινε μέχρι που τελείωσε η Θεία Λειτουργία και δήλωνε την εσωτερική καθαρότητα και λαμπρότητα του Αγίου. Επίσης, σημάδι της αγνότητας και της αγιότητάς του αποτελούσε και το γεγονός ότι ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιος προσερχόταν να κοινωνήσει με καθαρή ή σπιλωμένη συνείδηση.

Ο Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 473 μ.Χ., σε ηλικία 97 ετών, επί βασιλείας Λέοντος του Μεγάλου.

https://proseuxi.gr/

Άγιος Εφραίμ

Τῇ 3ῃ τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου μνήμη τῆς εὑρέσεως τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τοῦ Ἁγίου Ἐφραὶμ τοῦ ἐν τῷ ὄρει τῶν Ἀμώμων Νέας Μάκρης

Ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ, κατὰ κόσμο Κωνσταντῖνος Μόρφης, γεννήθηκε στὰ Τρίκαλα στὶς 14 Σεπτεμβρίου 1384 μ.Χ. σὲ εἰδυλλιακὴ τοποθεσία, κοντὰ στὸν Ληθαῖο ποταμό. Ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα σὲ μικρὴ ἡλικία μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα ἑφτὰ ἀδέλφια του, τὴ δὲ φροντίδα τους, μετὰ τὸν Θεό, ἀνέλαβε ἡ εὐσεβὴς μητέρα του. Σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὸν ἐξισλαμισμὸ καὶ τὰ γενιτσαρικὰ σώματα, εἰσῆλθε στὴν ἀκμάζουσα τότε σταυροπηγιακὴ Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ ὅρους τῶν Ἀμώμων (Καθαρῶν) τῆς Ἀττικῆς.

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ ἀκολούθησε μὲ ἔνθεο ζῆλο τὸν Χριστό, καὶ διέπρεψε μὲ τὴν λαμπρότητα τῆς ζωῆς του καὶ τοὺς πόνους τῆς ἀθλήσεώς του στὸ ὀρὸς τῶν Ἀμώμων Ἀττικῆς (Περιοχὴ Νέας Μάκρης). Ἀξιώθηκε ἀκόμα νὰ λάβει τὸ μέγα Μυστήριο τῆς Ἱεροσύνης καὶ τὸ χάρισμα νὰ ὑπηρετεῖ τὸ ἅγιο θυσιαστήριο, σὰν ἄγγελος Θεοῦ, μὲ φόβο Θεοῦ καὶ πολλὴ κατάνυξη.

Τὸ 1416 μ.Χ. οἱ Τοῦρκοι εἰσέβαλαν καὶ λεηλάτησαν τὴν Ἀττικὴ καὶ ἀνάγκασαν τὸ Δούκα τῶν Ἀθηνῶν νὰ δηλώσει ὑποταγὴ στὸ Σουλτάνο. Τὸ 1424 μ.Χ. οἱ Τοῦρκοι εἰσέβαλαν βιαίως στὴ Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καὶ ἔσφαξαν ὅλους τούς Πατέρες τῆς Μονῆς. Ὁ Ἅγιος ἀπουσίαζε στὴ σπηλιὰ του πάνω στὸ βουνὸ γιὰ προσευχὴ καὶ μόλις ἐπέστρεψε ἀντίκρισε ἔντρομος τὰ πτώματα τῶν Πατέρων. Ἀφοῦ τοὺς ἔθαψε, ἀκολούθως θρήνησε γοερῶς.

Τὸν ἑπόμενο χρόνο, τὴν 14η Σεπτεμβρίου 1425 μ.Χ., ἐπανῆλθαν οἱ βάρβαροι καὶ…
βρῆκαν τὸν Ἅγιο. Τὸν συνέλαβαν καὶ ἄρχισαν τὰ μαρτύρια του, ποὺ τελείωσαν στὶς 5 Μαΐου 1426 μ.Χ. ἡμέρα Τρίτη καὶ ὥρα 9 τὸ πρωί. Τὸν κρέμασαν ἀνάποδα σ’ ἕνα δένδρο, ποὺ σώζεται ἀκόμα, τὸν κάρφωσαν στὰ πόδια καὶ τὸ κεφάλι, καὶ τέλος τὸ καταπληγωμένο καὶ μαρτυρικὸ σῶμα του τὸ διαπέρασαν μὲ ἀναμμένο ξύλο καὶ ἔτσι παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν στεφανοδότη Χριστό.

Μετὰ ἀπὸ μισῆ χιλιετία εὐδόκησε ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς καὶ φανερώθηκαν, ὕστερα ἀπὸ πολλὲς ἐμφανίσεις τοῦ ἰδίου τοῦ Ἁγίου Ἐφραὶμ καὶ πολλῶν ἄλλων θαυμαστῶν γεγονότων, ὅλα ὅσα σήμερα γνωρίζουμε, τὰ ὁποῖα ἐπιβεβαιώθηκαν μὲ τὴν εὕρεση τῶν μαρτυρικῶν καὶ χαριτόβρυτων λειψάνων τοῦ Ἁγίου στὶς 3 Ἰανουαρίου 1950 μ.Χ.

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ γιορτάζεται δύο φορὲς τὸ χρόνο, στίς 3 Ἰανουαρίου ἡ εὕρεση τῶν τιμίων λειψάνων του, καὶ στις 5 Μαΐου τό μαρτυρικό του τέλος.

Διηγεῖται ἡ μοναχὴ Μακαρία…

-» Καθισμένη πάνω στὰ ἐρείπια τοῦ παλιοῦ Μοναστηριοῦ, ὅπου ἡ θεία Πρόνοια ὁδήγησε τὰ βήματά μου, ἔφερνα τὸν στοχασμό μου σὲ χρόνια περασμένα, σὲ παλιοὺς καιρούς, ὅταν σκορπισμένα ἦταν παντοῦ τὰ κόκκαλα τῶν Ἁγίων μαρτύρων …Καὶ καθὼς καταγινόμουν στὸ καθάρισμα τῶν χαλασμάτων, ἀναλογιζόμουνα ὅτι βρισκόμουνα σὲ τόπο ἱερὸ καὶ ἔλεγα,

-Θεέ μου, ἀξίωσέ με τὴν ἀνάξια, νὰ ἰδῶ κι΄ ἐγὼ ἕναν ἀπὸ τοὺς παλιοὺς πατέρες πού ἐδῶ ἔζησαν…

Καὶ ἐνῶ περνοῦσε ὁ καιρὸς ἔχοντας πάντα ἐσωτερικὰ τὴν ἴδια ἐπιθυμία, ἐνοιωθα μιὰ φωνὴ μέσα μου νὰ μοῦ λέει,

-«Σκάψε, καὶ ἐκεῖνο πού ζητᾶς θὰ τὸ βρεῖς!

Καὶ μ΄ ἕναν τρόπο θαυμαστό, ἡ μυστικὴ αὐτὴ φωνή, μοῦ ὑπέδειξε τὸ κομμάτι γῆς στὴν αὐλὴ τοῦ μοναστηριοῦ, πού ἔπρεπε νὰ ψάξω.

Ὁ καιρὸς περνοῦσε, καὶ ἡ φωνὴ αὐτή, κάθε φορᾶ πιὸ δυνατὴ μὲ προέτρεπε ν΄ ἀρχίσω…

Ἔδειξα τὸ σημεῖο στὸν ἐργάτη πού φώναξα γιὰ μιὰ ἄλλη ἐπισκευή, στὸ παλιὸ Ἡγουμενεῖο, καὶ τοῦ εἶπα νὰ σκάψει. Αὐτός, ἀπρόθυμος ἄρχισε ἀλλοῦ τὸ σκάψιμο. Καὶ ἀφοῦ εἶδα ὅτι δὲν μὲ ἄκουγε νὰ πάει ἐκεῖ πού τοῦ ἔδειχνα, τὸν ἄφησα νὰ κάνει τὸ θέλημά του χτυπώντας τοὺς ἄγονους βράχους. Τελικά, κατάλαβε τὸ λάθος του καὶ γύρισε στὸ σημεῖο…

«…καὶ φθάνοντας, ἔπειτα ἀπὸ ὧρες, στὸ 1,70 βάθος, ἔφερε ὁ κασμὰς στὴν ἐπιφάνεια τὴν κεφαλὴ τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ. Τὴν ἴδια στιγμή, γέμισε ἄρωμα ἡ ἀτμόσφαιρα!

Ὁ ἐργάτης χλώμιασε, δέθηκε ἡ γλώσα του, καὶ κόπηκε ἡ μιλιά του

-Ἄφησέ με μόνη, τὸν παρακάλεσα…

Γονάτισα μὲ εὐλάβεια καὶ ἀσπάσθηκα τὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου συλλογιζόμενη τὴν ἔκταση ὀδύνης καὶ πόνου τοῦ τότε μαρτυρίου του…»

Καὶ ἀλλοῦ, ἡ μοναχὴ Μακαρία Δεσύπρη, ἐξιστορεῖ πῶς εἶδε ὁλοζώντανο τὸν Ἅγιο…

-«Ἦταν βράδυ, καὶ διάβαζα μόνη μου τὸν Ἑσπερινὸ στὸ ἐρειπωμένο μοναστήρι, ὅταν ξαφνικὰ ἄκουσα βήματα… Ξεκινοῦσαν ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ τάφου προχώρησαν στὴν αὐλὴ κι΄ ἔφθασαν στὴν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ βήματα ἀκούγονταν δυνατὰ καὶ σταθερὰ καθὼς πλησίαζαν. Γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ζωή μου μέσα σ΄ ἐκείνη τὴν ἐρημιὰ φοβήθηκα… Δὲν γύρισα οὔτε πού νὰ κοιτάξω ὥσπου ἄκουσα τὴν φωνή του νὰ λέει,

-» Ὡς πότε θὰ μ΄ ἔχεις ἐκεῖ πέρα; Κι΄αὐτὸς (ὁ ἐργάτης), πῶς πέταξε τὸ κεφάλι μου ἔτσι;

Γύρισα τότε τρομαγμένη καὶ τὸν εἶδα !

Ἦταν ψηλός, μὲ μάτια μικρὰ στρογγυλὰ πού τρεμόπαιζαν στὶς κόγχες τους. Ἔβλεπα τὶς ρυτίδες του, καὶ τὰ γένια του πού ἔφθαναν μέχρι τὸν λαιμό του. Τὸ μαῦρο ράσο του μαῦρο μὲ πτυχώσεις, καὶ στὸ ἀριστερό του χέρι κρατοῦσε ἕνα φῶς ὑπέρλαμπρο ἐνῶ μὲ τὸ δεξὶ εὐλογοῦσε !…

Ἦταν ἕνα πλάσμα, 500 ἐτῶν, καὶ βρισκόταν μὲ τὴν δύναμι τοῦ Χριστοῦ ὁλοζώντανο, ἀκριβῶς δίπλα μου!!

-Συγχώρεσέ με, τοῦ εἶπα, καὶ αὔριο μόλις ξημερώσει ὁ Θεὸς τὴν ἡμέρα του, θὰ σὲ φροντίσω…

Καὶ ἀμέσως ἔγινε ἄφαντος !

Συνέχισα εἰρηνικὰ τὸν Ἑσπερινό μου, καὶ τὸ πρωϊ καθάρισα τὰ ἅγια λείψανα, τὰ ἔπλυνα, καὶ ἄναψα ἕνα μικρὸ καντηλάκι.

Τὸ ἴδιο βράδυ εἶδα τὸν Ἅγιο στὸν ὕπνο μου. Στεκόταν ὄρθιος καὶ κατάφωτος μέσα στὴν Ἐκκλησία. Κρατοῦσε τὴν εἰκόνα του στὰ χέρια του καὶ μὲ κοίταζε…

Ἄκουσα τὴν φωνὴ του πεντακάθαρα…

-«Σ΄ εὐχαριστῶ πολύ, μοῦ εἶπε. Ὀνομάζομαι Ἐφραὶμ …»

Πέρασε ἀρκετὸς καιρὸς ἀπ΄ αὐτὸ τὸ περιστατικὸ καὶ πάντα μέσα μου εἶχα μιὰ ἀπορία…

Ὥσπου μιὰ μέρα, μετὰ τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, καθὼς μὲ τὸ χέρι μου ἔκλεινα τὴν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας, ἀκούω τρία χτυπήματα, σὰν ἀπὸ κεχριμπαρένιο κομπολόϊ. Κατάλαβα ὅτι ἦταν ὃ Ἅγιος, μπῆκα στὸ ἱερὸ πού βρίσκονταν τὰ ἅγια λείψανά του, ἄναψα ἕνα κερὶ καὶ εὐλαβικὰ τὰ προσκύνησα.

Ἀλλὰ τί νὰ εἰπῶ καὶ τί νὰ λαλήσω, ὅταν τὴν ἴδια ἀκριβῶς στιγμὴ σὰν χείμαρος πλημμύρησε ὅλος ὃ τόπος ἀπὸ τὴν Παραδεισένια ἐκείνη εὐωδία ποῦ τὰ ἅγια λείψανα ἔβγαζαν…».

Ἔτσι περιγράφει ἡ ἀείμνηστος ἡγουμένη Μακαρία Δεσύπρη τὴν ἐμφάνιση τοῦ ἁγίου σὰν μία σφραγίδα – πρόλογο σὲ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ βιβλία γιὰ τὸν Ἅγιο Ἐφραίμ, πού μέχρι σήμερα τὸ μοναστήρι ἔχει κυκλοφορήσει, μὲ τὸν γενικὸ τίτλο «ΟΠΤΑΣΙΑΙ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Ἐφραὶμ τοῦ θαυματουργοῦ» – Ἀθῆναι – 1998.

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ ἀπὸ τὶς πρῶτες κι΄ ὄλας ἐμφανίσεις του στὴν τότε ἡγουμένη Μακαρία, εἶχε πεῖ, «Θὰ κάνω πολλὰ θαύματα, γιὰ νὰ πιστέψει ὃ κόσμος καὶ νὰ σωθεῖ (νὰ σώσει δηλαδὴ τὴν ψυχή του), πρὶν ἔλθουν τὰ μεγάλα δεινά…».

Τὸ 2011 μ.Χ. τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινούπολης μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθμ. 217/2-3-2011 Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Πράξη κατέταξε τὸν Ὅσιο Ἐφραὶμ στὸ ἐπίσημο ὀρθόδοξο ἑορτολόγιο.

saint, yiorgosthalassis

orthodoxia-ellhnismos