HeadShort.png

1/11 Όσιος Δαυίδ

 

Με βαθιά συγκίνηση θέλω να σας διηγηθώ ένα περιστατικό που μου συνέβη πριν 45 χρόνια στη Μονή του Οσίου Δαβίδ. Την εποχή εκείνη ζούσα με την οικογένειά μου στο χωριό Κοκκινομηλιά, ένα πανέμορφο χωριό της Β. Ευβοίας, ορεινό με θέα το γαλάζιο Αιγαίο. Εκείνη την περίοδο υπηρετούσα ως ψάλτης στο αναλόγιο των ενοριών στη Κούλουρη και Μαρούλη, δύο γειτονικά μικρά χωριά με ξεχωριστή και αυτά ζωντάνια και ομορφιά.

Στις 31 Οκτωβρίου 1960 είχαμε αποφασίσει με την σύζυγό μου να πάμε στην Ιερά Μονή του Οσίου Δαβίδ για να προσευχηθούμε επειδή την άλλη ημέρα ήταν η γιορτή του Αγίου. Η μετάβαση τότε γινόταν ή με τα ζώα ή με τα πόδια.

Αιφνιδίως όμως το κοριτσάκι μας, αρρώστησε γεγονός που συνέβαλε στη ματαίωση του προσκυνήματος μας. Αν και κατά τη διάρκεια της νύχτας συνήλθε εν τούτοις η αναχώρηση μας για το μοναστήρι αναβλήθηκε.

Στις 5 Δεκεμβρίου 1960, την παραμονή του Αγίου Νικολάου ξεκινήσαμε να πραγματοποιήσουμε το προσκύνημά μας. Στο μοναστήρι συναντήσαμε και άλλους 30 περίπου προσκυνητές από ένα κεντρικό χωριό της Ευβοίας, την Αγία Άννα. Στην Ιερά Μονή βρισκόταν ως προσκυνητής και ο σημερινός ηγούμενος της Μονής π. Κύριλλος, λαϊκός τότε με την μητέρα του, εκμεταλλευόμενος την άδεια του από το στρατό, όπου υπηρετούσε. Κατά τον Εσπερινό που τελέστηκε από τον πατέρα Ιάκωβο Τσαλίκη και τον πατέρα Γρηγόριο (που σήμερα βρίσκεται στην Αλόννησο), οι προσκυνητές από την Αγία Άννα μας πληροφόρησαν ότι μαζί τους είναι και ένα δωδεκάχρονο κορίτσι Γυμνασίου που συνομιλεί με τον Άγιο.

Η πρώτη επικοινωνία του έγινε στην Εκκλησία της Αγίας Άννας, όπου είχαν μεταφερθεί τα ιερά λείψανα του Οσίου Δαβίδ. Το δωδεκάχρονο κορίτσι έβλεπε τον Όσιο Δαυίδ και αυθόρμητα άρχισε διάλογο μαζί του. Αυτό επαναλήφθηκε και στο μοναστήρι του Οσίου. Η έκπληξή μας ήταν μεγάλη. Παρακολουθούσαμε το διάλογο και από τις απαντήσεις συμπεραίναμε τι έλεγε στη μικρή ο Όσιος Δαυίδ. Σημειωτέον πως δεν βλέπαμε ούτε ακούγαμε την φωνή του Αγίου.

Αξέχαστος ο διάλογος του Αγίου

Παραθέτω ορισμένα τμήματα από τον καταπληκτικό αυτό διάλογο που ειλικρινά σημάδεψε από τότε τη ζωή μας:
Ο Άγιος είπε, «Ο καθηγητής σου Μαντζ… είναι αμαρτωλός». «Όχι Όσιε, είναι πολύ καλός» του απάντησε η κοπελίτσα. «Ναι, θα ’ρθει μια μέρα που θα μετανοήσει και στο κήρυγμά του θα πιστέψουν δύο χιλιάδες άνθρωποι» συμπλήρωσε ο Άγιος Δαυίδ.

Σε  ερώτηση του Αγίου, αν επιθυμεί να δει την κόλαση, η απάντηση του κοριτσιού ήταν καταφατική. «Ναι, θα ήθελα να δω την κόλαση και τους κολασμένους», (εδώ θα ήθελα να σας πληροφορήσω ότι το κορίτσι καθόταν και βρισκόταν σε κατάσταση έκστασης). Αμέσως τότε βρέθηκαν στην κόλαση. Η κοπελιά τρόμαξε μ’ αυτά που αντίκρισε και ξεφώνησε: «Πάρε με Άγιε από εδώ, γιατί δεν αντέχω να βλέπω». Ρώτησε όμως τον Άγιο να εξηγήσει για μια φρικτή εικόνα που αντίκρισε. «Γιατί αυτή η γυναίκα τρώει το παιδί της;» «Επειδή το γέννησε και το σκότωσε, για αυτό το τρώει;» απάντησε ο Όσιος Δαυίδ. Τότε ξανά παρακάλεσε τον Άγιο να φύγουν, διότι δεν άντεχε να βλέπει άλλο το φρικτό εκείνο θέαμα. Από τους μορφασμούς του προσώπου του κατανοούσες τη φρίκη που έβλεπε.

Όσιος Δαυίδ : «Θέλεις τώρα να δεις τους εκλεκτούς του παραδείσου»;
«Ναι, θέλω Όσιε» ήταν η απάντηση της μικρής. Αμέσως βρέθηκαν στον Παράδεισο.

Κοπελίτσα: «Όσιε, τι λαμπρός που είναι ο Ήλιος εδώ και τι ωραία τριαντάφυλλα; Όσιε, γιατί τα τριαντάφυλλα είναι άλλα ανοιγμένα, άλλα μισανοιγμένα και άλλα κλειστά»;

Όσιος Δαυίδ: «Τα ανοιγμένα είναι οι καθαρές ψυχές των χριστιανών, τα μισανοιγμένα όχι και τόσο καθαρές και τα κλειστά οι άπιστες».

Κοπελίτσα: «Όσιε αυτοί με τα λευκά φτερά γιατί σκουπίζουν τους δρόμους»;

Όσιος Δαυίδ: «Αυτοί είναι οι Άγγελοι και σκουπίζουν τους δρόμους για να περάσει η ψυχή του πατρός Ιακώβου» (ο πατήρ Ιάκωβος ήταν μαζί μας και τ’ άκουγε αυτά).

Κοπελίτσα: «Και θα ’ρθει τώρα η ψυχή του πατρός Ιακώβου;
«Θα αργήσει πολύ γιατί πρέπει να εξομολογεί τον κόσμο». Τότε είδα τον γέροντα Ιάκωβο να σκουπίζει με ένα λευκό μαντήλι τα δάκρυά του.

Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας ήλθε ένα λεωφορείο με 25 περίπου επιβάτες. Εισήλθαν στον Ιερό Ναό. Η ησυχία που επικρατούσε τους ώθησε την περιέργεια. Τι συμβαίνει, μας ρώτησαν. Τους εξηγήσαμε πως ζούμε ένα θαύμα. Παρακολουθούμε μια συζήτηση του κοριτσιού με τον Άγιο Δαυίδ. Γέλασαν ειρωνικά και μας χλεύασαν.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή σταμάτησε η συνομιλία του κοριτσιού με τον Άγιο. Με απορία η κοπελίτσα απευθυνόμενη στον Άγιο ρωτά: «Όσιε, γιατί φεύγεις; μήπως οι ψυχές των χριστιανών δεν είναι καθαρές»;


«Το πούλμαν που ήλθε τώρα με τα 25 άτομα είναι όλοι άθεοι; εκτός από μια γερόντισσα 85 περίπου ετών, η οποία είναι πολύ πιστή και χάριν αυτής της ψυχής έφτασε εδώ το πούλμαν; Τι είπες Άγιε; στο πούλμαν υπάρχει και ένας Αθηναίος ψηλός και άκληρος που έχει ένα σκυλί που το ταΐζει καλύτερα από το παιδί του, ενώ πολλοί φτωχοί που έπεσαν στα χέρια του τους πέταξε στους δρόμους»; (τα λόγια τούτα του Αγίου συμπεραίνουμε από τις ερωτήσεις της κοπελίτσας.

Ο άνθρωπος που περιέγραψε η κοπελιά κατά σύμπτωση με πλησίασε και με ρώτησε: «Κύριε, τι είναι εδώ που ήλθαμε»; Είναι το μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ, του είπα. «Μα αυτά που είπε το κορίτσι, αυτός που περιέγραψε είμαι εγώ. Πού ξέρει αυτό για μένα»;

Την στιγμή εκείνη πήρε την γυναίκα του και στάθηκαν μπροστά στην εικόνα του Αγίου λέγοντας: «Άγνωστε Άγιε, δεν σε ξέρω ποιος είσαι, αλλά σ’ ευχαριστώ που μέσα σ’ αυτή την ερημιά βρήκα τον Θεό μου».

Τότε το κοριτσάκι απευθυνόμενη προς αυτούς που είχαν εισέλθει στον Ιερό Ναό είπε: «Σας παρακαλώ, όσοι έχουν βαριά την συνείδησή τους ας βγουν έξω, διότι ο Άγιος δεν θέλει να τους βλέπει».Οι επιβάτες του πούλμαν αναχώρησαν αφού δεν είχαν σκοπό και να μείνουν άλλο.

Μόλις έφυγαν άρχισε πάλι η συζήτηση με τον Άγιο. Ήταν πλέον περασμένα μεσάνυχτα. «Μη φεύγεις Όσιε, δεν κουράσθηκα» είπε η κοπελίτσα και αμέσως συμπλήρωσε: «Α! θα ’ρθεις στις 3.00 η ώρα και θα κάνεις και θαύμα»; Στη συνέχεια έτριψε τα μάτια του και απευθυνόμενη στη φίλη της που στεκόταν δίπλα της είπε: «Κοιμήθηκα»; «Ναι, σε είχε πάρει ο ύπνος» απάντησε εκείνη. «Συγχώρεσέ με Άγιε, ήλθα να σε προσκυνήσω και κοιμήθηκα» μονολόγησε. Τότε πράγματι καταλάβαμε ότι αυτά που προηγήθηκαν μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας τα αγνοούσε.

Εμείς όμως με αγωνία περιμέναμε το θαύμα στις 3.00 π.μ. που είχε προαναγγείλει ο Άγιος. Ήταν 2:45 π.μ όταν οι καμπάνες του μοναστηριού άρχισαν να κτυπούν χαρμόσυνα. Πεταχτήκαμε έξω. Κτυπούσαν μόνες τους. Το γεγονός αυτό το εκλάβαμε ως το θαύμα που αναμέναμε. Εισήλθαμε πάλι στον Ναό.

Το ρολόι έδειχνε 3:00. Ξαφνικά η ματιά όλων μας επικεντρώθηκε στο πάνω μέρος του τέμπλου. Στο ύψος του μικρού παραθύρου στον λευκό τοίχο παρουσιάστηκε μια σκιά που τράβηξε σαν μαγνήτης την προσοχή μας. Διερωτηθήκαμε, τι προκαλεί αυτή τη μαύρη σκιά στον τοίχο;

Τότε είδαμε να προβάλλει το κεφάλι του Οσίου Δαβίδ, με τα λευκά γένια του, όπως ακριβώς είναι στην εικόνα η μορφή του. Φάνηκε ακόμη το πετραχήλι, καθώς και δύο ή τρεις σταυροί από το πετραχήλι. Κουνούσε το κεφάλι του. Στο χέρι του κρατούσε το θυμιατό. Άρχισε να θυμιάζει. Τα κουδουνάκια του θυμιατού ακουγόντουσαν δυνατά. Δάκρυα κατάνυξης πλημμύρισαν τους πάντες. Ικετεύαμε τον Άγιο να μας ελεήσει. Τα δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα. Ο Άγιος έπαιρνε το θυμιατό στο αριστερό χέρι και με το δεξί ευλογούσε τον κόσμο.
Ομολογώ ότι το θυμάμαι όσο ζω και δεν θα ξεχάσω ποτέ μου την γλυκύτητα του προσώπου του. Μια γλυκύτητα που αγαλλίαζε την ψυχή μου.

Τη στιγμή που ο Άγιος έσκυψε και προσκυνούσε το κοριτσάκι φωνάζει δυνατά: «Παναγιά μου! Χριστέ μου! περνάει ο Χριστός, περνάει η Παναγία, ο Μ. Βασίλειος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Άγιος Γεώργιος, ο Άγιος Δημήτριος». Ανέφερε πλειάδα Αγίων για αρκετή ώρα.

Του λόγου μας διακρίναμε μόνο τον Όσιο Δαβίδ που έκανε αυτή την υπόκλιση. Εξ αυτών που έλεγε το κορίτσι δεν βλέπαμε τίποτε. Μέσα σε όλα αυτά οφείλω να σας διηγηθώ και ένα εξίσου σοβαρό περιστατικό που συνέβη στη σύζυγό μου την βραδιά εκείνη. Κρατούσε το μικρό μας κοριτσάκι στην αγκαλιά της όλη την νύχτα χωρίς να αισθάνεται κούραση. Σε μια στιγμή όμως που προσπαθούσε να δει καλύτερα, αισθάνθηκε ότι το μικρό έγινε φοβερά βαρύ. Προσπάθησε να αφήσει κάτω το μικρό αλλά εκείνο παρέμεινε στην αγκαλιά της χωρίς ωστόσο η ίδια να το κρατά.

Επί μία ώρα ο Όσιος Δαυίδ παρέμεινε ορατός δια γυμνού οφθαλμού μέσα στον Ναό του. «Παιδιά μου ιδού ο Άγιος μας είναι εδώ κοντά μας. Να τον παρακαλείτε να σας βοηθάει πάντα. Ας αρχίσουμε όμως τώρα τον Όρθρο και την Θεία Λειτουργία».

Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας συνομίλησα με τον τότε φαντάρο και φίλο μου και σημερινό Ηγούμενο της Μονής πατέρα Κύριλλο. «Είδες Κώστα- είπα- απόψε τι έγινε»; «Ναι Σταύρο, ζωντανά πράγματα αυτά, έχω συγκλονισθεί. Όπως βλέπεις είμαι στρατιώτης και αυτή τη στιγμή σου λέω πως όταν απολυθώ θα έλθω κατευθείαν εδώ και δεν θα πάω στο χωριό μου. Γιατί πλέον θέλω να υπηρετήσω τον Άγιο τον οποίο απόψε είδα με τα μάτια μου. Θα μείνω μοναχός στην Ιερά Μονή του Αγίου, διότι όπως είδες και συ τον είδα ζωντανό, τι άλλη απόδειξη θέλω». Πράγματι έτσι και έγινε. Όταν απολύθηκε πήγε στο Μοναστήρι. Σήμερα είναι ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Οσίου Δαβίδ.

Εύχομαι ολόψυχα να είναι πάντα Άξιος, να του δίδουν ο Όσιος Δαβίδ και ο Μακαριστός προκάτοχός του Ιάκωβος, δύναμη, κουράγιο και υγεία για να υπηρετεί τους πιστούς που προστρέχουν σε αυτό το λιμάνι, ώστε να βρουν την γαλήνη της ψυχής τους.

Σταύρος Αναγνώστου εφημέριος Ιστιαίας Ευβοίας
Στύλος Ορθοδοξίας

Δύο σύγχρονα θαύματα του Αγίου Δημητρίου

 

 Πριν λίγες μέρες ψάχνοντας στο παλιό σεντούκι τού σπιτιού μου, και σέ κάποια παραμελημένα βιβλία μου, βρήκα μια ξεχωριστή περιγραφή για δυό φοβερά θαύματα του Αγίου Δημητρίου πού είχε κάνει στα 1906 και πού ελάχιστοι σήμερα τά γνωρίζουν…

Τά βρήκα σ΄ ένα βιβλίο αυτοβιογραφίας με τίτλο « Ο Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος, 1884 – 1980» , με 700 τόσες σελίδες, όλες ξεχωριστές και υπέροχες. Όποιος το διαβάσει δεν θα χάσει…

Τις μέρες αυτές λοιπόν πού γιορτάζουμε τον Άγιο Δημήτριο θα παραθέσω μία άγνωστη περιγραφή, απ΄ αυτές πού σήμερα ίσως και να σπανίζουν…

«….Μετά δύο ημέρας φθάσαμε εις Θεσσαλονίκην, η οποία τότε κατείχετο ύπό των Τούρκων και, επειδή εγώ άπό μικρός είχον ευλάβειαν είς τον Άγιο Δημήτριο, παρεκάλουν τον φίλον μου Νικόλαον να εξέλθωμεν του ατμόπλοιου, διά να προσκυνήσωμεν τον τάφον του Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλήτου.
Εξελθόν­τες μετέβημεν και προσκυνήσαμε μετά κατανύξεως τον Τάφον του Αγίου και επιστρέψαντες εις τι ξενοδοχείον Ελληνικόν, εμείναμεν ολόκληρον την ημέραν και το εσπέρας.
 
Την επομένην ητοιμάσθημεν ν’ άναχωρήσωμεν δι’ Άγιον ΄Ορος και μεταβάντες εις το Τελωνείον, δεν μας επέτρεψαν ν’ άναχωρήσωμεν.

Δεν θά φύγετε, μας είπον, διότι είσθε κατάσκοποι !

Τους είπομεν ότι τοιούτον τι δεν συμβαίνει και, έφ’ όσον τά διαβατήρια μας είναι επικυρωμένα άπό το Τουρκικόν Προξενείον και την Πρεσβείαν, οφείλουν να μας επιτρέψουν ν’ άναχωρήσωμεν, άλλ’ ούδεμίαν σημασίαν έδωκαν εις τους λόγους μας.

Δεν μας έφυλάκισαν, άλλα μας είχον υπό επιτήρησιν αύστηράν και εις το ξενοδοχείον πού εμέναμεν εφύλαττον στρατιώται και όταν εξηρχόμεθα μας παρηκολούθουν πάντοτε στρατιώται.

Έμείναμεν ούτω άρκετάς ημέρας. Τα χρήματα όλιγόστεψαν και ήρχίσαμεν να στενοχωρούμεθα. Μίαν ήμέραν λέγω εις τον φίλον μου Νικόλαον.
— Θά υπάγω εις το κονάκι να παρουσιασθώ εις τον Πασά, ίσως μας έπιτρέψη εκείνος ν’ άναχωρήσωμεν.
Την έπομένην εγερθείς λίαν πρωΐ μετέβην πρώτον είς τον Τάφον του Άγίου Δημητρίου και προσκυνήσας παρεκάλουν μετά κατανύξεως και δακρύων τον ΄Αγιον να μεσιτεύση προς τον Κύριον να άφεθώμεν ελεύθεροι και ύπάγωμεν εις το ΄Αγιον “Ορος.

Άφού προσηυχήθην ικανήν ώραν και εκάθησα ολίγον να αναπαυθώ, μοι ήλθεν εις τον λογισμόν μου το μαρτύριον του ‘Αγίου Δημητρίου πώς έλογχεύθη και απέθανε δια την άγάπην του Χριστού και την πίστιν μας την άγίαν και πώς έδοξάσθη παρά Θεού και εν γη και εν ουρανώ και θά δοξάζεται είς τους αιώ­νας των αιώνων.

Αυτά συλλογιζόμενος μου ήλθεν επιθυμία, να ήτο τρόπος, να άπέθνησκον και εγώ διά την Όρθόδοξον Πίστιν και την άγάπην του Χριστού.
Παρεκάλουν λοιπόν τον “Αγιον Δημήτριον όχι να μεσιτεύση να άφεθώμεν ελεύθεροι, άλλα να μεσιτεύει να αξιωθώ μαρ­τυρικού τέλους. Εύρον δε και τον τρόπον προς έπιτυχίαν του ποθούμενου.

Είπον καθ’ εαυτόν, θα υπάγω εις το κονάκι (Διοικητήριον), θά παρουσιασθώ εις τους Τούρκους με θάρρος, θα τους δώσω άφορμήν τινά και αυτοί θα μου ειπούν τι διά τήν πίστιν μου.
Θά μαρτυρήσω την δική τους πλάνη, αυτοί ίσως μου ειπούν ν’ αρνηθώ την πίστιν μου και εγώ θα σταθώ γενναίος.
Θά προτιμήσω τον θάνατον και ούτως θα τύχω μαρτυρικού τέλους.
Ευθύς λοιπόν ανήλθον μετά θάρρους εις το κονάκι και περπατούσα εις ενα διάδρομον.

Κάποιος Τούρκος αξιωματικός με είδε και με ηρώτησε τί ζητώ. Του λέγω,
—Θέλω τον Πασά.
— Και τί τον θέλεις;
—΄Εχω λόγον να του πώ, απήντησα. Μου λέγει,
— Εγώ είμαι αντιπρόσωπος του Πασά, είπε μοι ελευθέρως τί θέλεις; Του λέγω-
– Αφού είσαι αντιπρόσωπος του Πασά, πές μου, δια ποίον λόγον δεν μάς αφήνετε να υπάγωμεν εις το ΄Αγ. “Ορος;
Μου απήντησε με αυστηρόν τρόπον,
— Δεν θα σου δώσω τον λόγον. Του λέγω με θάρρος.
–Δεν είσθε καλοί άνθρωποι, είσθε άδικοι. Ένώ δεν πταίσαμε, ενώ δεν είμεθα κακοποιοί άνθρωποι και ενώ τα χαρτιά μας είναι εντάξει, δεν βλέπω τον λόγον, διατί να μας εμποδίζετε και μας στενοχωρείτε;

Τα χρήματα πού είχαμε μάς σώθηκαν, πώς θα ζήσωμεν εις άγνωστον και ξένον τόπον; Έάν σείς πηγαίνατε είς την Ελλάδα θα είσθε ευχαριστημένοι να σας εκαμνον ό,τι σεις κάμνετε εις ημάς;
Οί λόγοι ούτοι τον ήρέθισαν και έκίνησεν εις θυμον και ήρχισε να κρούη τον κώδωνα δυνατά.

Ευθύς εσυνάχθησαν 30-35 στρατιώται και αξιωματικοί, οίτινες με ήρπασαν και με έπήγαιναν εις τον Λευκόν Πΰργον.
Τίνα σκοπόν είχον δεν γνωρίζω. Πάντως ίσως διά να με φυλακίσουν, αλλ’ εγώ ποσώς δεν εδειλίασα, δεν έχασα το θάρρος μου, μόνον ελυπούμην που δεν μοί είπόν τι διά την πίστιν μου.

“Ηλπιζα όμως ότι εκεί που θα με επήγαινον κάτι θα μου ελεγον.
Και βαδίζοντες προς την όδόν του μαρτυρίου παρεκάλουν τον ΄Αγιον Δημήτριον να μεσιτεύση προς Κύριον και με άξιώση μαρτυρικού θανάτου, εάν είναι θέλημα Του, ή εάν δεν είναι να με λυτρώσει από τας χείρας των άθεων, βαρβάρων, αιμοβόρων, και αγρίων Αγαρηνών.

Μόλις έπροχωρήσαμεν ολίγον, να και παρουσιάζεται ένας α­νώτερος των, όστις τους ομίλησε Τούρκικα.
Τί τους είπε δεν ήννόησα μόνον αντελήφθην ότι τους ομίλησε μέ θυμόν και τους έδιω­ξε. Τον δε άξιωματικόν εκείνον, όστις ήτο ο αίτιος και μέ συνέλαβον, έσήκωσε τήν ράβδον του και τον έκτύπησε εις τον ώμον.
Άφοϋ δε τους έξεδίωξε μέ έπλησίασε μέ ιλαρό βλέμμα και χαϊδευτικά μέ εκτύπησεν είς τον ώμον μέ το χέρι του και μέ παρέδωκεν εις ενα στρατιώτην φρόνιμον έξ Ιωαννίνων.

Και τού έδωκεν έντολήν να μέ ύπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το όποιον εύρίσκετο εις τον λιμένα Θεσσαλονίκης, διά να επιστρέψω είς τήν Ελλάδα.
Μή γνωρίζοντας ποιός ήταν αυτός πού έδωσε τις διαταγές ρώτησα τον στρα­τιώτην να μοι πεί, και εκείνος μοι είπεν ότι ήτο ο ίδιος ο Πασάς.

Και διατί έκτυπησε μόνον τον ίδιαίτερόν του και τί του είπε; Τον έπέπληξεν, μοι είπεν, διότι χωρίς να του ζητήση άδειαν σέ κατεδίκασε εις θάνατον.
– Και ποϋ μέ έπήγαιναν του λέγω;
—Είς τον Λευκόν Πύργον, μοι άπεκρίθη. Σέ έπήγαιναν διά να σέ εκτελέσουν. Έκεί πηγαίνουν όσους καταδικάζουν εις θάνατον και άλλους τους οποίους κλείνουν διά ν’ αποθάνουν άπο τήν πείναν, τήν δίψαν και τήν δυσωδίαν.
Έχάρην διότι έλυτρώθην έκ των χειρών των αγρίων εκείνων Αγαρηνών, επειδή ήγνόουν έάν θά μέ έφόνευον διά τήν πίστιν μου, αλλά και έλυπήθην, διότι δεν ετυχον του μαρτυρίου. Πλην όμως το μαρτύριον πρέπει να γίνεται νομίμως, ώς λέγει ο θεοκήρυξ Απόστολος Παύλος «Έάν δε και άθλή τις, ού στεφανονται, εάν μή νομίμως αθλήσει…» (Β’ Τιμ. 2, 6).

Εις εμέ μέν ϋπήρχεν ο ζήλος και ο πόθος διά να μαρτυρήσω, αλλά δεν συνυπήρχε ο λόγος και η αιτία. Διά να μαρτυρήση τις πρέπει να ύπάρχη εύλογος α’τία. Πρέπει να είναι κατά Θεόν το μαρτυριον.
Το να θέλη τις χωρίς λόγον και άφορμήν να προκαλεί είς εαυτόν το μαρτύριον και να ρίπτη μόνος εαυτόν εις πειρασμόν είναι έπικίνδυνον.

Μετέβημεν κατόπιν είς το ξενοδοχείον, και λαβών την βαλίτσαν και τα ολίγα πράγματα μου άπεχαιρέτησα τον άγαπητόν μοι φίλον Νικόλαον…
Τον άπεχαιρέτησα και άνεχώρησα. Με συνοδεία τον καλόν ε­κείνον Τούρκο στρατιώτην έφθασα μέχρι της παραλίας, Καθ’ όδόν με έπαρηγόρει να μη στενοχωρούμαι, αλλά να έχω ύπομονήν, και φωνήσας λεμβοϋχον τίνα Έβραΐον τού είπε να μοι ύπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον.
Μοι είπεν δε να μη υπάγω άπό το Τελωνείον, διότι ίσως με καθυστερήσουν και αναχώρηση το Ατμόπλοιον και δεν προφθάσω να φύγω. ‘

Αλλά μόλις έπροχωρήσαμε ολίγον μας αντελήφθησαν εκ τού Τελωνείου και ήρχισαν να φωνάζουν να έπιστρέψωμεν. Επειδή όμως ο στρατιώτης είχεν είπει εις τον λεμβούχον ότι ο Πασάς έδωκε διαταγήν να φύγω έπροχώρει.
Βλέποντες οί τού Τελωνείου ότι δεν έπέστρεφεν ούτε έσταμάτα ήρχισαν να ρίπτουν πυροβολισμούς εις τον αέρα• και έμβάντες 10 στρατιώται εις μίαν λέμβον ηρχισαν να κωπηλατούν σπεύδοντες να μας φθάσουν. Ευτυχώς έπρόφθασα και άνήλθον εις το άτμόπλοιον, όταν αύτοι μας έπλησίασαν.
Άρχισαν να άπειλούν και να κτυποϋν τον λεμβοϋχον. “Οταν όμως τους είπεν ότι είχεν έντολήν άπό τον Πασά, τον Διοικητήν, να με ύπάγη εις το πλοΐον, τον άφήκαν.
Δεν ήτο, ώς φαίνεται, θέλημα Θεούνα υπάγω ε’ις το “Αγιον “Ορος και δια τουτο ήλθον όλα τα εμπόδια.
Όφείλω δε μεγίστην εύγνωμοσύνην εις τον προστάτην μου Μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριον, τή μεσιτεία και πρεσβεία του οποίου έσώθην άπό τον κίνδυνον τού θανάτου.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΣΑ…

Άλλ’ επειδή δεν κατάλαβα πώς και δια ποίαν αιτίαν ο Πασάς έδειξεν τόσον ενδιαφέρον για μένα για να με σώσει, ερευνούσα αυτό να το μάθω.
Έτσι λοιπόν, έμαθα τι ακριβώς είχε συμβεί μετά δύο περίπου έτη, άπό τον φίλον μου Νικ. Μητρόπουλον, Δικηγόρον, ο όποιος μετέβη και εύρίσκετο είς το “Αγιον “Ορος.

Μεταβάς λοιπόν προς έπίσκεψίν του και προσκύνηση του Άγιωνύμου “Ορους ελαβον πληροφορίας πώς και γιατί ότι ο Πασάς με ελευθέρωσε και με έστειλε είς την Ελλάδα.

«Μετά δύο η τρεις ημέρας, μού λέγει ο δικηγόρος, της αναχωρήσεως σας εκ Θεσσαλονίκης και επιστροφής εις την Ελλάδα, καθήμενος εξω τού καφενείου τού κάτωθεν του ξενοδοχείου, ( εις το οποίο εξ αρχής είχαμε τότε μείνει φρουρούμενοι υπό στρατιωτών Τούρκων, μή τυχόν δραπετεύσουμε λάθρα), με πλησίασε και με χαιρέτησε ο Υπασπι­στής αξιωματικός τού Πασά τής Θεσσαλονίκης, παλαιός γνωστός μου, και με τον όποιον είμεθα μέλη εις την σχηματισθείσαν ΈλληνοΤουρκικήν έπιτροπήν μετά τον άτυχη ΈλληνοΤουρκικόν πόλεμον τού 1897, προς συμφωνίαν και καθορισμόν των συνόρων Ελλάδος και Τουρκίας.

Άφοϋ μείναμεν σύμφωνοι και ύπεγράψαμεν την είρήνην, άπαντα τά μέλη τής Επιτροπής, Έλληνες και Τούρκοι, μετέβημεν χαίροντες εις Κέρκυραν, εις το Άχίλειον, και έορτάσαμεν τήν ειρήνην έπι μίαν εβδομάδα.
Ό υπασπιστής του Πασά, όταν με είδε είς το καφενείον, με έγνώρισε και με ήρώτησε πώς εύρέθην εις την Θεσσαλονίκην.

Εγώ τού ανέφερα όλην την ύπόθεσιν και αμέσως έδιωξε τους στρατιώτας πού με έφύλαττον και φωνήσας άμαξηλάτην με έπηρεν εις τον οί­κον του, με περιεποιήθη και την αλλην ήμέραν έπήγαμεν όμοϋ εις τον Πασάν, εις τον όποιον με συνέστησεν ώς φίλον του και τον παρεκάλεσε να μού έπιτρέψη να μεταβώ εις “Αγιον “Ορος.

Ό Πασάς είπεν εις τον ύπασπιστήν του ότι είμαι ελεύθερος , να με συνοδεύσει μέχρι του Ατμόπλοιου και να μού παρέχει πάσαν προστασίαν και βοηθειαν και προσέθεσεν και ταύτα:
— «Ηταν και κάποιος άλλος νέος ( πού είχε συλληφθεί και ήθελε να πάει στο Άγιο Όρος ), δια τον όποίον πρωΐαν τινά, ενώ έκοιμούμην ήσύχως, εισήλθε εντός τού δωματίου μου ο “Αγιος Δημήτριος ένδεδυμένος στολήν Στρατηλάτου, φέρων μαζί και τα άρματα του, και μοι λέγει προστακτικώς και με βλέμμα αύστηρόν:
—Έγέρθητι πάραυτα, ένδύθητι, και ύπόδεσε τα σανδάλια σου και ύπαγε εις την δείνα όδόν της πόλεως να ελευθέρωσης νέον τινά δικασθέντα αδίκως και άπαγόμενον εις θάνατον υπό τού ιδιαιτέρου γραμματέως σου.
Άφοϋ δε τον ελευθερώσεις και τον λυτρώσης τού θανάτου, να τον στείλης εις το λιμάνι της Θεσσαλονίκης στο ναυλοχούν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το όποιον ετοιμάζεται προς άναχώρηση…

«Και σπεύσας», είπε ο Πασάς, «τον λύτρωσα εκ τού κινδύνου και τον απέστειλα εις την Ελλάδα».
Και τότε έγνώρισα ότι ο σωτήρ και ρύστης μου εκ της καταδίκης τού θανάτου μου ήτο ο Μεγαλομάρτυς Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλήτης.
Κι΄ έτσι επαλήθευσε και η προφητεία τού Αγίου Νεκταρίου πού μού είχε πεί ότι, όπου και αν υπάγω, εις την Λογγοβάρδαν θα καταλήξω.

Έπληροφορήθην δε εκ τούτου ότι πρέπει πάντοτε να εχουμε τελείαν ύπακοήν εις τον Πνευματι­κόν μας Πατέρα, χωρίς άντιλογίες, και να ποιούμε ουχί το θέλημα το δικό μας, άλλα το θέλημα τού Πνευματικού μας Πατρός μιμούμενος τον Κύριον ημών Ίησούν Χριστόν, “Οστις ήλθεν εις τον κόσμον ούχι να ποιη το θέλημα το Ίδικόν Του, άλλα το θέλημα τού πέμψαντος Αυτόν Πατρός…
Δεύτερη σύλληψη και φυλάκιση υπό των Τούρκων…

Άναχωρήσας εξ Άγίου “Ορους και, όταν το πλοίον εφθασεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης, έκρινα καλόν να εξέλθω διά να προσκυνήσω τον τάφον του Αγίου Δημητρίου, του προστάτου μου και μετά Θεόν φύλακος και σωτήρος μου.
Έξελθών, δεν ήξεύρω πώς, πάλιν οι τουρκοι με έξέλαβον ως κατάσκοπον και με είχον υπό έπιτήρησιν αρκετάς ημέρας.

“Οταν δε απεφάσισα να φύγω και έπέρασα άπό τό Τελωνείον με συνέλαβον και με έπέρασαν άπό τρεις σειράς συρματοπλεγμάτων και με έκλεισαν εκεί.
Εΰρον δε εκεί κεκλεισμένον νεανίαν, τον όποιον ήρώτησα•
– Διά ποίον λόγον μας έκλεισαν; Και μού λέγει-
–Διά να μας φονεύσουν, και εγώ είπον
–Τί κακόν έποιήσαμεν;
–Άφησε, μού είπε, μη εξετάζεις τό γιατί…

Δεν παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας και κατέπλευσεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης Ατμόπλοιον έρχόμενον εκ Ρουμανίας με φορτίον πετρελαίου και αρκετούς έπιβάτας.
Μόλις όμως έφθασεν, τίς οίδε πώς και από ποίαν αίτίαν, κάποιο ντεπόζιτο πετρελαίου πήρε φωτιά, τό οποίον ακαριαίως μεταδόθηκε εις όλον τό φορτίον, και εις μίαν στιγμήν κρότοι ισχυροί ήκούοντο και φλόγες ούρανομήκεις άνεπετάσσοντο.

Η Θεσσαλονίκη έγένετο ανάστατος !
Χιλιάδες ανθρώπων κατήλθον εις τήν παραλίαν, άλλοι διά να δούν και άλλοι να σώσουν τους κινδυνεύοντας έπιβάτας με τάς λέμβους και τά πλοία. Έφυγον δε και όλοι οί φύλακες άπό τό Τελωνείο.

Τήν στιγμήν έκείνην ο νεανίας εκείνος έξαγαγών ψαλίδιον έκ της τσέπης του εκοψεν τα σύρματα, και λαβών με εκ της χειρός εξήγαγε έξω της φυλακής.
Έπειτα πληρώσας Εβραίον τίνα λεμβούχον τού είπεν να μας ύπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον, το όποιον εύρίσκετο έξω του λιμένος.
Ένω ήτοιμαζόμεθα να είσέλθωμεν εις την λέμβον, ήλθεν ο στρατιώτης εκείνος πού με έκλεισεν εις τα συρματοπλέγματα να με συλλάβει, άλλ’ ο νεανίας εκείνος, όστις με εξήγαγε, του έδωκεν ράπισμα και έφυγε…

Άνήλθομεν εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον και έγώ έφρόντισα να τοποθετήσω τα πράγματα μου, άφού δε τα έτοποθέτησα, έστράφην δια να εύρω τον νεανίαν εκείνον, τον σωτήρα μου, να τον ευχαριστήσω και να τον ερωτήσω ποίος και άπό πού ήταν.
Αλλά πουθενά δεν τον εύρον.

Ερωτήσας σχεδόν πάντας τους έπιβάτας και τους του Ατμόπλοιου αντελήφθην ότι ουδείς είδεν αυτόν, ούτε να εισέλθη εις το πλοϊον ούτε να έξέλθη.
Ποιος ήταν και τί έγένετο ο Θεός γνωρίζει !

Εγώ τούτο μόνον γνωρίζω, ότι μετά πάροδον αρκετών ετών, ότε ήλευθερώθη η Θεσσαλονίκη και επήγα και έλειτούργησα και έκήρυξα τον λόγον του Θεού εις τον Ναόν του Άγίου Δημητρίου και είδον την εικόνα του Αγίου άνεμνήσθην ότι ο νεανίας εκείνος πού με ελευθέρωσε της φυλακής και με οδήγησεν εις το Ατμόπλοιον είχεν μεγάλην ομοιότητα με την εικόνα του Άγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης !


πηγή: Αηδόνι

26/10 Ο βίος του Αγίου Δημητρίου

 


Ο Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε το δεύτερο μισό του 3ου αιώνα μ.Χ. στη Θεσσαλονίκη. Οι γονείς ήταν ευλαβής και ευκατάστατοι. Ο «ευσεβέστατος» Δημήτριος, όπως τον αποκαλεί το Συναξάρι του, ανατράφηκε εν παιδεία και νοθεσία Κυρίου και αναδείχθηκε «διδάσκαλος της πίστεως του Χριστού».
 
Το μαρτύριο του Δημητρίου τελέστηκε όταν ο Μαξιμιανός επισκέφθηκε την Θεσσαλονίκη (296 ή 306), προκειμένου να απολαύσει τους αγώνες που διεξάγονταν μέσα στα πλαίσια του εορτασμού της νίκης των Ρωμαίων κατά των Σκυθών.
 
Τότε ο Μαξιμιανός εξέδωσε διάταγμα, όπως φυλακιστεί ο Δημήτριος, με το αιτιολογικό ότι ομολόγησε πίστη προς τον Χριστό. Ο Δημήτριος, λοιπόν, ρίχτηκε σ’ ένα δημόσιο λουτρό, από όπου κήρυσσε το Ευαγγέλιο.
 
Στους αγώνες λάμβανε μέρος και ένας μεγαλόσωμος αθλητής, ο Λυαίος, ο οποίος είχε μεγάλη φήμη για τις ικανότητές του στο άθλημα της πάλης. Επειδή δε ο Λυαίος προκαλούσε τα πλήθη να παλαίψουν μαζί του, ένας από τους μαθητές του Δημητρίου, ο Νέστορας, ζήτησε την ευλογία του Αγίου, προκειμένουν να αντιμετωπίσει τον Λυαίο. Ο Άγιος Δημήτριος πράγματι ευλόγησε το Νέστορα σφραγίζοντάς τον στο πρόσωπο, με το σημείο του τιμίου σταυρού, και λέγοντάς του: «και τον Λυαίο θα νικήσης και για τον Χριστό θα μαρτυρήσεις».
 
Ο νεαρός Νέστωρας εισήλθε μέσα στο Στάδιο, και λέγοντας «ο Θεός Δημητρίου βοήθει μοι…», πάλεψε και νίκησε τον Λυαίο. «Και βαλών αυτώ καιρίαν πληγήν κατά καρδίας αφήκεν άπνουν επί της γης τον πρώην μεγάλαυχον», αναφέρει το Συναξάρι.
 
Ο Μαξιμιανός βλέποντας το γεγονός εξοργίστηκε, γι΄ αυτό και διέταξε να θανατωθεί ο Δημήτριος, θεωρώντας τον υπαίτιο για την ταπεινωτική ήττα του Λυαίου. Έδωσε εντολή, λοιπόν, όπως θανατωθεί πρώτος ο Δημήτριος δια λογχισμού. Ο θάνατος του Δημητρίου ήταν ακαριαίος, αλλά όμως, «πολλών θαυμάτων και ιάσεων παραδόξων μετά την τελευτήν γενόμενος ποιητής», υπογραμμίζει το Συναξάρι. Μετά το Δημήτριο σειρά είχε ο Νέστορας τον οποίο καρατόμησαν με το ίδιό του το ξίφος.
 
Ένας άλλος μαθητής του Αγίου Δημητρίου, ο Λούπος, μάζεψε το τίμιο αίμα του Μεγαλομάρτυρα Δημητρίου με το πανωφόρι και το δακτυλίδι του Αγίου και με αυτό επιτελούσε διάφορα σημεία και ιάσεις ασθενειών. Επειδή όμως πολλοί πίστευαν στον Χριστό υπέστη και ο Λούπος παρόμοιο μαρτύριο με αυτό του Αγίου Δημητρίου και του Νέστορα, όπως εξάλλου και πολλοί άλλοι χριστιανοί της εποχής.
 
Το σκήνωμα του Μεγαλομάρτυρα Δημητρίου οι χριστιανοί το ενταφίασαν σ’ εκείνο το δημόσιο λουτρό, όπου άρχισε να αναβλύζει μύρο, γι’ αυτό και ο Δημήτριος έλαβε το προσωνύμιο Μυροβλήτης.
 
Στο τόπο του μαρτυρίου του εκτίσθηκε ένας μικρός ναός το 313 αφιερωμένος στο όνομά του. Το 324 στον ίδιο τόπο ανεγέρθηκε μία τρίκλιτη Βασιλική και το 413 κτίστηκε μία μεγαλύτερη. Η σημερινή μορφή του Ναού ανάγεται στο 1950. Σημειωτέον ότι από το 413 μέχρι το 1950 ο Ναός υπέστη πολλές καταστροφές και λεηλασίες. Η τελευταία καταστροφή σημειώθηκε το 1917 από μεγάλη πυρκαϊά. Στα υπόγεια του Ναού αυτού σώζεται ο τόπος όπου φυλακίστηκε ο Άγιος Δημήτριος καθώς και το πρώτο του μνήμα. Στο Ναό φυλάσσονται τα τίμια λείψανα του Αγίου.
 
Ο Μεγαλομάρτυρας Δημήτριος είναι ο πολιούχος και προστάτης της Θεσσαλονίκης, και η μνήμη του τελείται στις 26 Οκτωβρίου.
 
Η μνήμη των Αγίων Νέστορος και Λούπου τελείται την επομένη μέρα, 27 Οκτωβρίου.

Παναγιώτης Θεοδώρου, Θεολόγος

http://aktines.blogspot.gr