HeadShort.png

Η ζωή με τον Χριστό μας δίνει την ευκαιρία να δοκιμάσουμε τον εαυτό μας

 

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή μας, αγαπητοί μου αδελφοί, στις οποίες καλούμαστε να σκεφτούμε ποια σημασία έχουν άνθρωποι του περιβάλλοντός μας για μας. Δεν έχει να κάνει μόνο με το πόσο τους αγαπούμε. Κυρίως έχει να κάνει με το πόσο το χρειαζόμαστε, πώς τους χρησιμοποιούμε. Μιά τέτοια θέαση, η οποία συνήθως γίνεται όταν οι άλλοι φεύγουν για κάποιον λόγο από τη ζωή μας, είτε οριστικά είτε προσωρινά, αποκαλύπτει τον χαρακτήρα μας, τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον πλησίον μας, αλλά και τι είναι εκείνος για μας. Ταυτόχρονα, διαπιστώνουμε ποιος είναι ο χαρακτήρας μας, αλλά και ποια είναι η κοσμοθεωρία μας. Αυτή η σκέψη για το τι είναι οι άλλοι στη ζωή μα θα μας βοηθήσει τελικά να δούμε το αληθινό μας πρόσωπο. Να δούμε πόσο και αν αγαπάμε. Αν είμαστε περιχαρακωμένοι στον εαυτό μας. Αν είμαστε εύκολοι στο να κατακρίνουμε τους άλλους. ουσιαστικά μας βοηθά να καταλάβουμε πόση ταπεινοφροσύνη έχουμε και την ίδια στιγμή πόσο κοντά ή μακριά από τις εντολές του Θεού βρισκόμαστε.

Ο Χριστός κάποιο Σάββατο, όπως συνήθιζε, βρέθηκε σε μία συναγωγή για να διδάξει. Εκεί συνάντησε μία συγκύπτουσα γυναίκα, κυρτωμένη από δαιμονική επίδραση. Η γυναίκα αυτή βρίσκονταν ανάμεσα στους πιστούς Ιουδαίους και παρά την ασθένειά της, η οποία την καθιστούσε, σύμφωνα με τη νοοτροπία της εποχής, καταραμένη από τον Θεό, δε δίσταζε να θέλει να είναι μέλος της κοινότητα, επί δεκαοκτώ τότε χρόνια. Ο Χριστός της λέει ότι παίρνει την απόλυση από την ασθένειά της, σα να ήταν στο στρατό, να εξέτισε τη θητεία της και να μπορεί πλέον να επιστρέψει στο σπίτι της ελεύθερη. Και τότε ο αρχισυνάγωγος διαμαρτύρεται με θυμό στους άλλους ανθρώπους, διότι δεν τολμά ευθέως να μιλήσει στον Χριστό που έκανε το θαύμα της θεραπείας, και τους ζητά να έρχονται να θεραπεύονται τις έξι ημέρες της εβδομάδας και όχι τη έβδομη, στην οποία από τον μωσαϊκό νόμο απαγορεύονταν κάθε εργασία. Και ο Χριστός, αφού τον χαρακτηρίζει «υποκριτή» και του περιγράφει πώς για την άλογη κτίση οι άνθρωποι παραβιάζουν την αργία του Σαββάτου, του αναφέρει σχετικά με την θεραπευμένη γυναίκα: «ταύτην δε θυγατέρα Αβραάμ ούσαν, ην έδησεν ο σατανάς ιδού δέκα και οκτώ έτη, ουκ έδει λυθήναι από του δεσμού τούτου τη ημέρα του σαββάτου;» (Λουκ. 13, 16). «Αυτή, που είναι απόγονος του Αβραάμ, και ο σατανάς την είχε δεμένη δεκαοκτώ χρόνια, δεν έπρεπε να λυθεί απ’ αυτά τα δεσμά το Σάββατο;».

Για τον αρχισυνάγωγο «ουκ έδει». Έβλεπε την γυναίκα ως μέτρο σύγκρισης για την δική του πνευματική κατάσταση. «Δεν είμαι σαν κι αυτή», μπορεί να σκεφτόταν. Τόσα χρόνια μέσα στη συναγωγή η γυναίκα αυτή πιθανόν να έκανε τον αρχισυνάγωγο να αισθάνεται ότι η δική του πορεία ήταν ευλογημένη, διότι ο ίδιος δεν είχε καμιά ασθένεια, αλλά είχε την επιφανή θέση, δηλαδή την χάρη και την ευλογία του Θεού, όπως πίστευε. Το ίδιο πιθανόν να πίστευαν και οι άλλοι συμμετέχοντες στη ζωή της συναγωγής. Η συγκύπτουσα γυναίκα ήταν ένα παράδειγμα δικαίωσης για τους ίδιους. «Αφού δεν είμαστε άρρωστοι, επομένως δεν είμαστε σαν κι αυτή και άρα ο Θεός είναι ευχαριστημένος από εμάς». Μπορεί να την συμπονούσαν για τη δοκιμασία της. Στην ουσία όμως μέσα από αυτήν δικαίωναν τον εαυτό τους, υποκριτικά. Γι’ αυτό και όταν ο Χριστός την θεραπεύει, ο αρχισυνάγωγος οργίζεται. Με ποιον θα συγκρίνει πλέον τον εαυτό του; Ποιο θα είναι το κριτήριο της δικαίωσής του; Πιθανόν και κάποιοι άλλοι αυτό να σκέφτηκαν. Ο Χριστός δεν τους αφήνει κανέναν περιθώριο αμφισβήτησης της απόφασής Του να θεραπεύσει τη συγκύπτουσα. Το θέλημα του Θεού είναι άλλο σε σχέση με τους δικούς μας ιδιοτελείς λογισμούς.


Οι άνθρωποι συχνά χρησιμοποιούμε τους άλλους ως υπηρέτες μας. Απαιτούμε από αυτούς να κάνουν το δικό μας θέλημα, αν μάλιστα τους δίνουμε την αίσθηση ότι τους αγαπούμε. Παγιδευμένοι σ’ αυτό που είναι ή νομίζουν ότι είναι η αγάπη, αισθάνονται ότι θα πρέπει να κάνουν αυτό που τους λέμε και ζητάμε, διότι εμείς το δικαιούμαστε ακριβώς επειδή τους αγαπούμε. Και αν εκείνοι ωφελούνται από αυτή την κατάσταση, εμείς άραγε δικαιούμαστε να φερόμαστε έτσι; Εκείνοι ταπεινώνονται και αγαπούν. Εμείς τους αγαπούμε όμως αληθινά ή αγαπάμε τον εαυτό μας έτσι, ώστε να θέλουμε να μας υπηρετούν; Είναι ένα ερώτημα το οποίο θέτει ο Χριστός για τις ανθρώπινες σχέσεις. Θέλουμε να εξουσιάζουμε τους άλλους ή εμείς πρώτοι τους διακονούμε; Τι γίνεται όταν αυτοί αποφασίζουν ότι δε θέλουν άλλο να μας διακονούν ή όταν αλλάξει η κατάσταση τους; Είμαστε έτοιμοι να συνεχίζουμε να τους αγαπούμε ή οργιζόμαστε μαζί τους, όπως ο αρχισυνάγωγος, διότι παύουμε να χάνουμε τα προνόμια της χρήσης τους και την εξουσία μας επάνω τους;

Άλλοτε πάλι οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε τους άλλους ως μέτρο αυτοδικαίωσης. Είναι η κάποια λύση για την αυτοεκτίμησή μας. Για την αίσθηση ότι αξίζουμε. Ότι ο Θεός μας έχει ευλογήσει. Και όταν συνειδητοποιούμε ότι δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα, πώς αντιδρούμε; Η απουσία ταπεινοφροσύνης, διότι περί αυτού πρόκειται, είναι σημείο υπερηφάνειας. Όταν ο άλλος γίνεται από εμάς αντικείμενο λοιδορίας, όταν τον εξουθενώνουμε για να δείξουμε ότι εμείς είμαστε ανώτεροι, τότε δεν είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε την αληθινή πνευματική μας κατάσταση. Ότι κληθήκαμε από τον Θεό να έχουμε ως μέτρο των σχέσεών μας με τους άλλους την ταπεινοφροσύνη. Δηλαδή να πιστεύουμε ότι μέσα από εκείνους μπορούμε να ωφεληθούμε. Από τα χαρίσματά τους. Από τις αρετές τους. Ακόμη και από την αρνητική τους όψη, εμείς μπορούμε να διδαχθούμε. Υπομονή και μετάνοια, όπως ήταν η στάση της συγκύπτουσας. Είναι δύο δρόμοι στους οποίους οι άλλοι, αν εργαζόμαστε για την ταπεινοφροσύνη, μπορούν να μας διδάξουν.  

Τέλος, υπάρχει και ο δρόμος της αγάπης. Η απόφαση δηλαδή οι άλλοι να μην είναι χρήσιμα αντικείμενα, αλλά εικόνες Θεού. Στο πρόσωπό τους, ακόμη κι αν κάτι δεν πάει καλά, να βλέπουμε το τραυματισμένο άνθρωπο, ο οποίος έχει ανάγκη τη συμπάθειά μας και την καλοσύνη μας. Και την ίδια στιγμή να ισχύει και για μας και για εκείνους το αποστολικό «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού» (Γαλ. 6, 2), να σηκώνουμε δηλαδή ο ένας το φορτίο του άλλου, για να εφαρμόζουμε πλήρως τον νόμο του Χριστού. Αν έχουμε λάβει αυτή την απόφαση και παλεύουμε και στην οδό της ταπεινοφροσύνης, τότε ο άλλος γίνεται ευλογία για μας κι εμείς για εκείνον. Η σχέση μας μαζί του είναι σχέση που οδηγεί στον Χριστό. Η αγάπη τελικά θεραπεύει την υποκρισία να βλέπουμε τον άλλον υπό το πρίσμα του συμφέροντος, είτε αυτό είναι υλικό, είτε κοινωνικό, είτε εξουσιαστικό, είτε θρησκευτικό, και μας κάνει να χαιρόμαστε με τη χαρά του και να μοιραζόμαστε τη λύπη του, προσευχόμενοι στον Θεό να αντέχει τους σταυρούς του και οι χαρές του να κρατούνε.

Η ζωή με τον Χριστό στην Εκκλησία μας δίνει την ευκαιρία να δοκιμάσουμε τον εαυτό μας πώς βλέπει τους άλλους και να αλλάξουμε με τη βοήθειά Του προσανατολισμό. Διά της ταπεινοφροσύνης να περάσουμε από τη χρήση, στην αγάπη. ΑΜΗΝ!

Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κερκύρας

https://proseuxi.gr

Χαρά και ειρήνη εν Κυρίω

 

…Η ψυχή θεραπεύεται μόνο με τη μετάνοια. Στην αρχική της έννοια η μετάνοια είναι η μεταστροφή της ύπαρξης, μια εσωτερική επανάσταση, ο προσανατολισμός σε μια νέα πορεία. Στις μέρες μας πολλοί είναι εκείνοι που υποφέρουν από μια συχνά αδιευκρίνιστη μελαγχολία, ένα είδος κατάθλιψης που απομακρύνει κάθε χαρά. Άλλοι υποφέρουν από ψυχικά τραύματα που μοιάζουν αθεράπευτα και στέκονται εμπόδιο στην εσωτερική ειρήνη.

Όμως η μετάνοια, έτσι όπως την εννοεί ο  Σεραφείμ, η οποία είναι καρπός της ταπείνωσης , πηγάζει από τα βάθη της ύπαρξης και φωτίζεται από τη χάρη. Αυτή η μεταμέλεια μας επιτρέπει να ξαναβρούμε το «ένδυμα αγνότητας» της ψυχής. «Πήγαινε και μην αμαρτήσεις ξανά» λέει ο Σεραφείμ στη γυναίκα που έχει υποπέσει σε μοιχεία. Η μετάνοια αναδύεται από αυτό το βάθος που έχει ποτιστεί με δάκρυα και ανανεώνει τη χάρτη του βαπτίσματος.

Από τη σκληρή μάχη που έδωσε πάνω στο βράχο του ο Σεραφείμ θα βγει νικητής: έχει εξορκίσει τον τρόμο του θανάτου.

Όταν η ψυχή απογυμνώνεται μέσω της χάριτος από το αβάσταχτο φορτίο των αμαρτιών που τη βαραίνουν και από το άγχος της σκέψης ότι είναι καταδικασμένη να χαθεί μια μέρα, τότε γίνεται ανάλαφρη, διάφανη και ακτινοβολεί από χαρά, τη μόνη χαρά που δεν λιγοστεύει ποτέ.


Η χαρά είναι μια βαθιά ευαγγελική αρετή. Όταν ο Ιησούς καθόταν στην «τράπεζα των αμαρτωλών», όπως έλεγε η αγία Τερέζα, μαζί με άνδρες και γυναίκες που δεν διέθεταν υλικές ανέσεις και ζούσαν στο περιθώριο τότε το πρόσωπό Του θα πρέπει να ήταν γεμάτο συγκατάνευση και αγαλλίαση για τη χαρά που είχε να βρίσκεται ανάμεσά τους. Σύμφωνα με τον Σεραφείμ μία από τις πηγές που τροφοδοτούσαν τη χαρά του Ιησού ήταν η παιδική αθωότητα που διέθετε πάντοτε και τον έκανε αγαπητό σε όλα τα παιδιά…
…Με τη χαρά έρχεται η ειρήνη, Όχι, όμως η ειρήνη του κόσμου που μοιάζει περισσότερο με μια κατάσταση κατά την οποία δεν υπάρχει πόλεμος αλλά την ειρήνη εκείνη που είναι κοινωνία με ένα πρόσωπο, μια πηγή ειρήνης που δεν στενεύει ποτέ: «Σας δίνω τη δική μου ειρήνη, όχι αυτή που δίνει ο κόσμος» ( Ιω. 14, 27 ).
Το μίσος, η βία, η καταστροφή και ο πόλεμος μεταδίδονται σαν τις ασθένειες. Τι πιο εύκολο από τα υποδαυλίσεις μια διχόνοια και να διαταράξεις την αρμονία στις καρδιές των ανθρώπων! Αλλά και η ειρήνη μπορεί να γίνει μεταδοτική και μπορεί να σκορπίσει το πνεύμα της γαλήνης σε όσους αρνούνται να προσχωρήσουν στον κύκλο της βίας.
Ο Σεραφείμ έλεγε «αν έχεις ειρήνη τότε πλήθος ανθρώπων γύρω σου θα σωθεί». Και ως κοινωνία με το ίδιο το πρόσωπο του Λυτρωτή αυτή η ειρήνη είναι σωτήρια. Αυτός είναι και ο λόγος που το σατανικό πνεύμα πασχίζει να ενσπείρει τον διχασμό και τη σύγκρουση μέσα στον άνθρωπο, την εξέγερση ενάντια στην πλάση όπως τη δημιούργησε ο Θεός , την ηδονή της σάρκας στην οποία εξαντλεί όλη την αρνητική ενέργεια, τη ματαιότητα και την αλαζονεία, πάθη από τα οποία πηγάζει κάθε κακό.
Ο Σεραφείμ με τον αγώνα του, την άσκησή του, την απώθηση της απογοήτευσης και της βίας με κάθε μορφή γίνεται ένας από αυτούς στους οποίους απευθύνεται ο Κύριος στους Μακαρισμούς:

Μακάριοι όσοι θλίβονται για το κακό
που κυριαρχεί στον κόσμο,
γιατί αυτοί θα παρηγορηθούν από τον Θεό.
Μακάριοι όσοι επιδιώκουν την ειρήνη,
γιατί αυτοί θα ονομαστούν παιδιά του Θεού.


Από το βιβλίο: “ π. Μιχαήλ Ευδοκίμωφ
«Είδα τις ακτίνες του φωτός…»
Ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ και ο έσω άνθρωπος”
Εκδόσεις : Εν πλώ

Γερόντισσα Γαβριηλία: Για την αλλαγή των άλλων

 

Μ.: Αδελφή μου, όταν βλέπουμε κάτι στραβό στον άλλον, πως μπορούμε να τον κάνουμε ν’ αλλάξει σ’ αυτό το σημείο;

Γ.Γ.: Είναι μεγάλη πλάνη να νομίζεις ότι με την προσπάθειά σου μπορείς να αλλάξεις έναν άνθρωπο. Ποτέ. Με την ζωή σου, μπορεί. Με την προσπάθεια, την ομιλία, την αντίθεση και με όλα αυτά, ποτέ, η πάρα πολύ σπάνια. Η αλλαγή, θα γίνει όταν έρθει η Ώρα του Θεού. Εάν εσύ αλλάξεις τον εαυτόν σου και γίνεις το ζωντανό παράδειγμα αυτού που θέλεις ν’ αλλάξεις, το ιδεώδες του, και σε δει ευτυχισμένη, τότε θ’ άλλαξει.

Όταν προσεύχεται κανείς για έναν άνθρωπο, αυτό είναι εντάξει. Αλλά, όταν προσπαθεί να τον αλλάξει, όχι. Αυτό είναι μόνο στο Χέρι του Θεού. Ο Θεός έχει το Πρόγραμμά Του για την ζωή του καθενός μας. Για όλους. Εμείς είμεθα ελεύθεροι.

Δεν ξέρουμε όμως ότι Εκείνος ξέρει τι θα κάνουμε. Εκείνος τα ξέρει όλα. Ξέρει την πορεία μας μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής. Εμείς δεν την ξέρουμε. Κι αν Μ. μου, προσπαθήσουμε τον εαυτό μας, να ενώνουμε περισσότερο με τον Θεό, τότε δεν θα έχουμε ανάγκη να κάνουμε τίποτε. Γιατί αυτομάτως θα γινόμαστε παράδειγμα σ’ αυτούς που θα θέλαμε να δούμε στο Δρόμο Του. Όμως, είναι φυσικό, τόσο με τα νειάτα σου, όσο και με την αγάπη που έβαλε ο Θεός μέσα στην καρδιά σου, να μην μπορείς στην αρχή τουλάχιστον, να το καταλάβεις και να απογοητεύεσαι και να λες: «Τι κατάστασις είναι αυτή; Τόση προσπάθεια, κι ακόμα αυτός εκεί;» Ξέρεις όμως;

Το ίδιο λέει και ο Θεός μαζί μας: «Τόσες φορές συγχώρεσα. Τόσες φορές έκανα υπομονή. Ακόμα αυτός;» Και τότε, η συνέχεια θα είναι σε προσευχή. Όπως και η αρχή είναι στην προσευχή. Χωρίς να κρίνουμε τον άλλον. Μια φορά, όταν είχα καταλάβει πια ότι η προσευχή είναι το παν, είδα στον δρόμο δύο παιδάκια, στον θυμό τους πάνω, να σκοτώνονται στο ξύλο. Δεν πήγα να τα χωρίσω, όπως θα πήγαινα παλιά, αλλά έβαλα αμέσως σε πράξη αυτό που πίστευα.

Γύρισα από την άλλη μεριά το κεφάλι και είπα: Κύριε, βάλε Εσύ την Ειρήνη Σου ανάμεσα στα δύο τους. Κι ώσπου να γυρίσω να τα δω, αυτά γελούσαν και παίζαν πάλι… Ήταν μια απάντηση του Θεού. Να το ξέρεις Μ. μου. Η ειρήνη και η γαλήνη μας, και το πως ζούμε είναι που δείχνουν το πόσο πιστεύουμε. Γι’ αυτό, μπορεί ένας άνθρωπος να μας λέει τα καλύτερα διδάγματα. Όμως, αν τον δούμε ταραγμένο, ανήσυχο και να παραπαίει ο ίδιος, δεν μπορούμε να πιστέψουμε αυτά που θα μας πει.

Αν θέλουμε λοιπόν να βοηθήσουμε τους άλλους, σκοπός της ζωής μας πρέπει να είναι να πλησιάζουμε όσο μπορούμε στο Πρότυπο, δηλαδή στον Κύριο.
Από το βιβλίο «Η Ασκητική της Αγάπης»

Πηγή: imverias.blogspot.gr

Ο λόγος του Γέροντος Αρσενίου καρπός εμπειρίας

 

Εκείνο που διαπιστώσαμε όσοι εζήσαμε κοντά στον παππού είναι ότι, επειδή αυτά τα απλά που μας εδίδασκε δεν ήσαν απλώς λόγια διανοητικά, αλλά κάτι που εφάρμοζε και το ζούσε, γι’ αυτό κι εύκολα μετέδιδε από το περίσσευμά του και σ’ εμάς.
Όταν ο π. Π. πρωτοήλθε ως δόκιμος στο Μπουραζέρι , τον έπιασαν οι λογισμοί σε τέτοιον βαθμόν, ώστε στην αγρυπνία δεν μπορούσε να πη την ευχήν. Τρέχει στον παππούν και ζητά βοήθεια∙ και ο παππούς του απαντά: «Μη στεναχωριέσαι∙ θα κάνω κι εγώ προσευχή και απόψε δεν θα ‘χης λογισμούς». Πράγματι , όπως διαβεβαίωσε ο αδελφός , εκείνη την νύκτα ούτε ένας λογισμός δεν πλησίασε, σε βαθμόν ώστε να θαυμάζη για την τόσην δύναμιν της προσευχής του παππού. Όταν σήμανε πια την καθιερωμένη Θ. Λειτουργία τρέχει ο δόκιμος να ευχαριστήση τον παππούν . Και αυτός με απλότητα του απαντά: « Γι’ αυτό , απόψε μου τους έστειλες όλους εμένα!».
Άλλος αδελφός βρέθηκε κάποτε σ’ ένα απρόοπτον πειρασμόν από μιαν παρεξήγησιν και τον έκλεισαν στο αστυνομικό τμήμα δυο βραδυές. Προ της μεγάλης εκείνης ανάγκης επικαλέστηκε από ψυχής την ευχήν του παππού. «Τότε- λέει- άναψε μέσα μου αμέσως μια φλόγα, σε σημείον ώστε επί δύο εικοσιτετράωρα ούτε έφαγα, ούτε ήπια, ούτε κάθισα, ούτε κοιμήθηκα, αλλά σαν δύο ξύλα τα πόδια μου με κρατούσαν όρθιο και προσευχόμενο αδιαλείπτως».
Αυτό, διαβεβαιώνει ο αδελφός, ήταν ένα μεγάλο δώρο του παππού. Έδειξε λίγο στα τέκνα του εκείνο που είχε όταν βρισκόταν ακόμα σ’ αυτήν την ζωήν.


Παρ’ όλα αυτά, συγκρίνοντας τον εαυτόν του με τον μεγάλον Γέροντα έβλεπε, από ταπεινοφροσύνη, πολύ χαμηλά τον εαυτό του.

Από το βιβλίο: «Ιωσήφ Μ.Δ.
Ο ΓΕΡΩΝ ΑΡΣΕΝΙΟΣ
Ο ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ
(1886-1983)
Συνασκητής
Γέροντος Ιωσήφ
Του Ησυχαστού»
Δ΄ΕΚΔΟΣΙΣ

Οι δοκιμασίες

Ο Θεός ποτέ δεν αφήνει τους πιστούς δούλους Του να δοκιμαστούν πάνω από τις δυνάμεις τους. «Ο Θεός, που κρατάει τις υποσχέσεις Του», γράφει ο άγιος απόστολος Παύλος, «δεν θα επιτρέψει σε κανέναν πειρασμό να ξεπεράσει τις δυνάμεις σας. αλλά, όταν έρθει ο πειρασμός, θα δώσει μαζί και τη διέξοδο, ώστε να μπορέσετε να τον αντέξετε» (Α' Κορ. 10:13).

Οι άνθρωποι γνωρίζουν πόσο βάρος μπορεί να σηκώσει ένα ζώο. Πολύ περισσότερο η άπειρη Σοφία του Θεού γνωρίζει πόσο βαριές δοκιμασίες μπορεί να σηκώσει μια ψυχή.

Ο κεραμοποιός γνωρίζει και την ένταση της φωτιάς και τον χρόνο που πρέπει να μείνουν σ' αυτήν τα πήλινα σκεύη, για να ψηθούν σωστά. γιατί, αν παραψηθούν, σπάζουν, κι αν πάλι μισοψηθούν, είναι ακατάλληλα για χρήση.

Πολύ περισσότερο ο Θεός γνωρίζει πόσον καιρό πρέπει να βαστήξει η φωτιά της δοκιμασίας και πόσο δυνατή πρέπει να είναι αυτή η φωτιά, ώστε τα λογικά Του σκεύη, οι χριστιανοί, να γίνουν ικανοί για την είσοδο στη Βασιλεία των Ουρανών.

Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ (1807-1867)

Υποκατηγορίες

Σελίδα 1 από 3