HeadShort.png

Φορέας υψηλών ιδεών το Οικουμενικό Πατριαρχείο

 

Η διατήρηση αμόλυντης της πίστης και η δημιουργία μιας απαράμιλλης λειτουργικής παράδοσης υπήρξαν τα βασικά στοιχεία τα συντελεστικά της ενότητας στο χώρο της Ορθοδοξίας, την οποία εξέφρασε και εκφράζει το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατά άριστο τρόπο και η οποία του προσδίδει το κατηγόρημα της οικουμενικότητας, χωρίς όμως αυτά να είναι τα μοναδικά χαρακτηριστικά της ενότητας και οικουμενικότητας του.

Ύστερα από τα ζητήματα που προσφάτως προέκυψαν στις σχέσεις Ελλαδικής Εκκλησίας - Οικουμενικού Πατριαρχείου, η αναμόχλευση της μνήμης μας σχετικά με τα χαρακτηριστικά του ύψιστου θεσμού της Ορθοδοξίας, του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου, καθώς και με τις διαγραφόμενες σχετικές προοπτικές του, κρίνεται άκρως αναγκαία.

Το ερώτημα που προέκυψε στη δεκαετία του '60 από κινηματογραφικό έργο του γαλλικού κινηματογράφου και δίχασε τον απλό λαό αλλά και τον πνευματικό κόσμο όχι μόνο της Γαλλίας, αλλά και άλλων χωρών, θεολόγους, ιερωμένους, φιλοσόφους, κοινωνιολόγους, συγγραφείς και άλλους σχετικά με το ζήτημα αν πέρα από το όχι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη του Θεού και αυτός ο Θεός έχει ανάγκη των ανθρώπων, αποτελεί ίσως την κλείδα της κατανόησης της αξίας των θεσμών στη ζωή μας. Δεδομένου ότι η Εκκλησία του Χριστού λειτουργεί, καλώς ή κακώς, κατ' επιλογήν ή νομοτελειακώς, ως θεσμός κατά τις ανθρώπινες ανάγκες και προοπτικές πορείας της ζωής, μας υποχρεώνει να εγκύψουμε στο ζήτημα των χαρακτηριστικών του υψίστου θεσμού, του Οικουμενικού δηλαδή Πατριαρχείου.

Πανάρχαιος θεσμός το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η ανάγκη της θεσμοθέτησης του στάθηκε καθοριστική της περαιτέρω ύπαρξης και εξάπλωσης της Εκκλησίας. Παρά το γεγονός αυτό, κατά καιρούς, δεν ήταν ευάριθμοι αυτοί που δεν αντιλήφθηκαν τη στ\μασία του, ίσως μη γνωρίζονχας τη μακραίωνη ιστορία του, ενώ άλλοι, μεταξύ των οποίων ακόμη και κληρικοί, άθελα ή θελημένα, ζημίωσαν προσωρινά το θεσμό. Ετσι, παρουσιάστηκε το φαινόμενο, σε δεδομένες στιγμές, μιας αμαυρωμένης εικόνας του και τέθηκε σε αμφισβήτηση, έμμεσα ή άμεσα, η υψηλή αποστολή του στον κόσμο μας. Ο ευτελισμός, κατά κάποιον τρόπο, του σωτηριώδους έργου του άφησε τα πιστά τέκνα, τα αφοσιωμένα σε αυτόν, εμβρόντηχα. Πέρασαν στιγμές, εξαιτίας αυτού του γεγονότος, κατάθλιψης, όντας εθισμένα να σέβονται τους ιδιαίτερα υψηλούς θεσμούς που οι αιώνες ζωής τους έχουν πλήρως καταξιώσει. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναμφίβολα αναδείχθηκε θεσμός οικουμενικός ως προς τη λειτουργία και την αποστολή του.

Στον 4ο αιώνα ανάγεται ο σχεδιασμός και η εγκατάσταση της πρωτεύουσας του Ρωμαϊκού κράτους στην Ανατολή. Ο Μ. Κωνσταντίνος, λέει η σχετική παράδοση, συνοδευόμενος από εκλεκτούς συνεργάτες του, περιδιαβαίνει το χώρο στον οποίο έπρεπε να εγκατασταθεί η Νέα Ρώμη. Κινείται με ιδιαίτερη αποφασιστικότητα, με βήμα σταθερό, χωρίς να σταματά, στους εφτά εκεί λόφους, χαράσσοντας τα όρια της πόλης που θα αποτελέσει για αιώνες το κέντρο του πολιτισμού. Στο ερώτημα συνεργατών του «έως πού, κύριε» απαντάει «έως ότου Εκείνος στη (=θα σταθεί)», υπονοώντας ότι ο Χριστός προπορευόταν και του υποδείκνυε τα όρια της πόλης και φυσικά ότι εκείνου θέλημα ήταν η ίδρυση της. Στον ίδιο αιώνα, στα 381 μ.Χ., συνέρχεται η 2η Οικουμενική Σύνοδος και με τον 3ο κανόνα της ορίζει ο επίσκοπος της Κωνσταντινούπολης «έχειν τα πρεσβεία της τιμής μετά τον της Ρώμης επίσκοπον, διά το είναι αυτήν Νέαν Ρώμην». Αναμφίβολα το γεγονός ότι η Κωνσταντινούπολη καταστάθηκε πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού και στη συνέχεια του Βυζαντινού κράτους υπήρξε ένας βασικός λόγος της ανάδειξης της αυτής, όχι όμως χωρίς κάποιο ευρύ υπόβαθρο σπουδαίων θεολογικών, πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών, πολιτιστικών δεδομένων.

Τί εκφράζει το Οικουμενικό Πατριαρχείο

 

Η διατήρηση αμόλυντης της πίστης και η δημιουργία μιας απαράμιλλης λειτουργικής παράδοσης υπήρξαν τα βασικά στοιχεία τα συντελεστικά της ενότητας στο χώρο της Ορθοδοξίας, την οποία εξέφρασε και εκφράζει το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατά άριστο τρόπο και η οποία του προσδίδει το κατηγόρημα της οικουμενικότητας, χωρίς όμως αυτά να είναι τα μοναδικά χαρακτηριστικά της ενότητας και οικουμενικότητας του.

Ύστερα απο τα ζητήματα που προσφάτως προέκυψαν στις σχέσεις Ελλαδικής Εκκλησίας - Οικουμενικού Πατριαρχείου, η αναμόχλευση της μνήμης μας σχετικά με τα χαρακτηριστικά του ύψιστου θεσμού της Ορθοδοξίας, του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου, καθώς και με τις διαγραφόμενες σχετικές προοπτικές του, κρίνεται άκρως αναγκαία.

Το ερώτημα που προέκυψε στη δεκαετία του '60 από κινηματογραφικό έργο του γαλλικού κινηματογράφου και δίχασε τον απλό λαό αλλά και τον πνευματικό κόσμο όχι μόνο της Γαλλίας, αλλά και άλλων χωρών, θεολόγους, ιερωμένους, φιλοσόφους, κοινωνιολόγους, συγγραφείς και άλλους σχετικά με το ζήτημα αν πέρα από το όχι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη του Θεού και αυτός ο Θεός έχει ανάγκη των ανθρώπων, αποτελεί ίσως την κλείδα της κατανόησης της αξίας των θεσμών στη ζωή μας. Δεδομένου ότι η Εκκλησία του Χριστού λειτουργεί, καλώς ή κακώς, κατ' επιλογήν ή νομοτελειακώς, ως θεσμός κατά τις ανθρώπινες ανάγκες και προοπτικές πορείας της ζωής, μας υποχρεώνει να εγκύψουμε στο ζήτημα των χαρακτηριστικών του υψίστου θεσμού, του Οικουμενικού δηλαδή Πατριαρχείου.

Πανάρχαιος θεσμός το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η ανάγκη της θεσμοθέτησης του στάθηκε καθοριστική της περαιτέρω ύπαρξης και εξάπλωσης της Εκκλησίας. Παρά το γεγονός αυτό, κατά καιρούς, δεν ήταν ευάριθμοι αυτοί που δεν αντιλήφθηκαν τη σημασία του, ίσως μη γνωρίζοντας τη μακραίωνη ιστορία του, ενώ άλλοι, μεταξύ των οποίων ακόμη και κληρικοί, άθελα ή θελημένα, ζημίωσαν προσωρινά το θεσμό. Έτσι, παρουσιάστηκε το φαινόμενο, σε δεδομένες στιγμές, μιας αμαυρωμένης εικόνας του και τέθηκε σε αμφισβήτηση, έμμεσα ή άμεσα, η υψηλή αποστολή του στον κόσμο μας. Ο ευτελισμός, κατά κάποιον τρόπο, του σωτηριώδους έργου του άφησε τα πιστά τέκνα, τα αφοσιωμένα σε αυτόν, εμβρόντηχα. Πέρασαν στιγμές, εξαιτίας αυτού του γεγονότος, κατάθλιψης, όντας εθισμένα να σέβονται τους ιδιαίτερα υψηλούς θεσμούς που οι αιώνες ζωής τους έχουν πλήρως καταξιώσει. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναμφίβολα αναδείχθηκε θεσμός οικουμενικός ως προς τη λειτουργία και την αποστολή του.

Στον 4ο αιώνα ανάγεται ο σχεδιασμός και η εγκατάσταση της πρωτεύουσας του Ρωμαϊκού κράτους στην Ανατολή. Ο Μ. Κωνσταντίνος, λέει η σχετική παράδοση, συνοδευόμενος από εκλεκτούς συνεργάτες του, περιδιαβαίνει το χώρο στον οποίο έπρεπε να εγκατασταθεί η Νέα Ρώμη. Κινείται με ιδιαίτερη αποφασιστικότητα, με βήμα σταθερό, χωρίς να σταματά, στους εφτά εκεί λόφους, χαράσσοντας τα όρια της πόλης που θα αποτελέσει για αιώνες το κέντρο του πολιτισμού. Στο ερώτημα συνεργατών του «έως πού, κύριε» απαντάει «έως ότου Εκείνος στη (=θα σταθεί)», υπονοώντας ότι ο Χριστός προπορευόταν και του υποδείκνυε τα όρια της πόλης και φυσικά ότι εκείνου θέλημα ήταν η ίδρυση της. Στον ίδιο αιώνα, στα 381 μ.Χ., συνέρχεται η 2η Οικουμενική Σύνοδος και με τον 3ο κανόνα της ορίζει ο επίσκοπος της Κωνσταντινούπολης «έχειν τα πρεσβεία της τιμής μετά τον της Ρώμης επίσκοπον, διά το είναι αυτήν Νέαν Ρώμην». Αναμφίβολα το γεγονός ότι η Κωνσταντινούπολη καταστάθηκε πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού και στη συνέχεια του Βυζαντινού κράτους υπήρξε ένας βασικός λόγος της ανάδειξης της αυτής, όχι όμως χωρίς κάποιο ευρύ υπόβαθρο σπουδαίων θεολογικών, πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών, πολιτιστικών δεδομένων.
Πηγή: www.agelioforos.gr

Η προσωπικότητα του Οικουμενικού Πατριάρχη

 

Η ισχυρή προσωπικότητα του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου έχει προσδώσει παγκόσμια ακτινοβολία στη μαρτυρική έδρα της Μητέρας Εκκλησίας, που ξεπερνά κατά πολύ τα ιστορικά όρια του θεματοφύλακα 17 αιώνων ελληνικού Χριστιανισμού.

Ομως αυτή ακριβώς η ακτινοβολία του Πατριαρχείου έχει εκθρέψει τόσες πολλές υποχθόνιες διαβρωτικές διαδικασίες, ώστε η φρόνηση να πειθαναγκάζει στην παραδοχή της προτεραιότητας της ανάγκης για τη θωράκιση των νοερών τειχών της Μεγάλης Εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη. Είναι κοινός τόπος ότι το Πατριαρχείο διατελεί σε πολυεπίπεδη αιχμαλωσία: του φθόνου του ελλαδικού εκκλησιαστικού κατεστημένου, του μίσους του τουρκικού ακροδεξιού εθνικισμού, της πάγιας τουρκικής διπλωματίας, που μόνο με βαριά ανταλλάγματα από την ελληνική κυβέρνηση θα ήταν διατεθειμένη να σεβαστεί τις υποχρεώσεις της από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, από τα πρόσθετα πρωτοκολλά της, ήδη δε και από το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα.

Ακόμη διατελεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο υπό τη σκιά της σταθερής φιλοδοξίας της Μόσχας ν' αναδειχθεί σε Νέα Ρώμη, με όσα αυτή η φιλοδοξία συνεπάγεται - και, φυσικά, πώς μπορεί η περιρρέουσα ατμόσφαιρα να μην αποπνέει κλίμα κάποιας ανασφάλειας, καθώς το ποίμνιο της έδρας του Πατριαρχείου δραματικά συρρικνώνεται, κι αντίστοιχα στερεύουν οι πηγές ανανέωσης του ιερατικού δυναμικού του;

Θα ήταν ανεδαφική η αποσιώπηση ότι τα προαναφερόμενα (ίσως ακόμη κι άλλα, μη ορατά διαμέσου γυμνού οφθαλμού) απειλητικά σύννεφα εγκυμονούν και τον επιπρόσθετο κίνδυνο ενός αδιαφανούς κλίματος ανασφάλειας, καθώς άνοιξε ήδη η τρίτη χιλιετία με τις δικές της απαιτήσεις. Παρ' όλ' αυτά τ' αρνητικά, που ασφαλώς άλλους θ' αποθάρρυναν μέχρι της έσχατης αποκαρδίωσης και αυτοεγκα-τάλειψης, το Οικουμενικό Πατριαρχείο μας, όχι μόνο εξακολουθεί να καταυγάζει με τη σοφία και την καρτερικότητα που αποθησαύρισε στους 17 αιώνες της πολυκύμαντης ιστορίας του, αλλά και να εμπνέει εμπιστοσύνη στον κόσμο, πάνω και πέρα από τις θρησκευτικές έριδες και τις αιμοσταγείς συρράξεις που δεν έηα\\ιαν να σφραγίζουν την πορεία της ανθρωπότητας. Πρόσφατο δείγμα διάθεσης για συμφιλίωση και ενότητα, καθώς και έμπρακτης στήριξης εκ μέρους της αγίας Εδρας της Ριμης, είναι η ευλαβική απόδοση στο Φανάρι των ιερών λειψάνων των μεγάλων Πατέρων της Ανατολικής Εκκλησίας, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννη του Χρυσόστομου, μια επιπρόσθετη έκφραση της μεταμέλειας και της λύπης για όσα διαπράχθηκαν σε βάρος του ελληνικού Χριστιανισμού από την απαίσιας μνήμης τέταρτη Σταυροφορία. Παραλλήλως, θα πρέπει να προσεχθεί και η βαρύτητα της άλ- λης εγγύησης, δηλαδή ότι ο σύγχρονος ευρωπαϊκός πολιτισμός εισήλθε στην τρίτη χιλιετία με την ακτινοβολία των αρχώ του δημοκρατικού κράτους πρόνοιας και δικαίου, βάσει διεθνώ' συνθηκών, που συγκροτούνται από υπερνομοθετικούς κα-
νόνες δικαίου για το σεβασμό και την προστασία της αξίας εξατομικευμένου ανθρώπου, ως της πρωταρχικής υποχρέωσης κάθε πολιτείας.

Αυτές οι υπερνομοθετικές δικαιικές αρχές του σύγχρονου δημοκρατικού κράτους πρόνοιας και δικαίου ήταν βεβαίως έκτοι τε οικείες στα κηρύγματα του Ιησού και του Παύλου. Όμως είχαν ξεχαστεί και παραμεριστεί μέσα στις καταπιεστικές μές του σκοτεινού Μεσαίωνα του χριστιανικού κόσμου, και στις μέρες μας, εκεί όπου ακόρεστος υψώνεται ο λάγνος πόθος γι' αποθησαύριση κι επίδειξη οικονομικού πλούτου κι εξουσιαστικής δύναμης. Η αποκάθαρση λοιπόν της εκκλησιαστικής παράδοσης από το μεσαιωνικό σκοτάδι, καθώς κι ενός καθόλου ευκαταφρόνητου μέρους του κλήρου από τον πειρασμό της πριγκηπικής υπεροχής, είναι η μεγάλη πρόκληση της τρίτης χιλιετίας για τη φωτισμένη Χριστιανοσύνη. Έργο δύσκολο, αφού αυτός ο σκοτεινός και φίλαρχος Μεσαίωνας έχει διολισθήσει και αποτυπώσει τη σφραγίδα του σε κάποιους από τους κανόνες που μας κληροδότησαν οι αιώνες ως θείους και ιερούς. Στο χώρο της φιλόξενης εφημερίδας, που παραχωρήθηκε κ σ' εμένα για τις ανάγκες του ανά χείρας αφιερώματος προσπαθήσω να σκιαγραφήσω ακροθιγώς ελάχιστες από τις προκλήσεις που ανοίγουν νέους ορίζοντες για την ευλογία( που δικαιούμεθα ν' αναμένουμε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο μας.

Το πρώτο που θα περίμεναν οι δικές μου προσδοκίες για μια πιο πνευματική πάτρια Εκκλησία, θα ήταν να διατρανωθεί με αξιοπιστία ο λόγος του Παύλου: «τη ελευθερία ουν, ή Χριστός ημάς ηλευθέρωσε, στήκετε, και μη πάλιν ζυγώ δουλείας ενέχεσθε» (Γαλάτες, ε' 1).
Πηγή: www.agelioforos.gr

Αποφασίσθηκε η Αγιοκατάταξη του Γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη

 

Οικουμενικό Πατριαρχείο: Η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που συνεδριάζει στο Φανάρι υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, αποφάσισε πριν από λίγο – σήμερα Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017 – την αγιοκατάταξη του Γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη της Μονής Οσίου Δαυΐδ στην Εύβοια (1920-1991).

Ποιος ήταν ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης

Ο Γέρο-Ιάκωβος εγεννήθη το 1920 στα ματωμένα χώματα της Μικράς Ασίας, εις το Λιβίσι της Μάκρης, απέναντι από τη γειτονική μας νήσο Ρόδο-Καστελλόριζο.

Ένεκεν αυτής της γειτονίας, ένιωθε πάντοτε μια ιδιαίτερη αγάπη για την Κύπρο. Η μάνα του Θεοδώρα, όταν ήθελε να παρακαλέσει την Παναγία, εγύριζε κατά τα βουνά του Κύκκου και φώναζε: «Παναγία του Κύκκου μου. Φύλαγε τα παιδιά του κόσμου και τα δικά μου». Αυτή τη σχέση της μάνας του με την Παναγία του Κύκκου, με την Κύπρο, θα την κληρονομήσει ο Γέροντας μαζί με όλη τη μικρασιατική παράδοση και θα τη μεταφέρει πρόσφυγας το 1922 στη βόρεια Εύβοια.

Όταν τα καράβια της προσφυγιάς έφτασαν το 1922 στον Πειραιά, με τους πονεμένους πρόσφυγες να παρηγορούνται με τη σκέψη ότι θα τους αγκάλιαζε η μητέρα Ελλάδα, τότε άκουσαν τους ανθρώπους του λιμανιού να βρίζουν τον Χριστό και την Παναγία: «Για τους δικούς μας ανθρώπους», έλεγε ο Γέροντας, «ήταν πρωτάκουστα ακούσματα, και όλοι φωνάξαμε·‘‘παρά να βρίζουν τον Χριστό και την Παναγία μας, καλύτερα πίσω στους Τούρκους’’». Οι κυνηγημένοι πρόσφυγες ήταν φορείς μιας άλλης παράδοσης, αυστηρής, καλογερικής. Και ο Γέροντας ένιωθε πάντοτε, ότι ήταν απόγονος αγίων ανδρών, αφού άκουε από τη μάνα του ότι καταγόταν από εφτά γενεές ιερέων. Ένας από αυτούς ήτο ασκητής στα Ιεροσόλυμα, την ίδια δε τη μάνα του Θεοδώρα ο π. Ιάκωβος τη χαρακτήριζε ως ασκήτρια. Είχε τόση αρετή η ευλογημένη αυτή γυναίκα, που προείδε τον θάνατό της πολλές μέρες πριν και τον ανακοίνωσε στα παιδιά της, για να τα προετοιμάσει.

Την προσφυγική οικογένεια του Τσαλίκη τη δέχτηκαν τα φιλόξενα χώματα της βορείου Ευβοίας, συγκεκριμένα το χωριό Φαράκλα. Εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα στο δημοτικό σχολείο του χωριού, τα οποία ήσαν και τα τελευταία. Δεν συνέχισε ο Γέροντας στο γυμνάσιο. Ο πατέρας του, ένεκεν της φτώχειας, που είχαν τότε, τον έβγαλε από το σχολείο και τον έπαιρνε μαζί του στα κτίσματα, για να τον βοηθά.

Ο Γέροντας Ιάκωβος και η αγία Παρασκευή

Τα βράδια, όταν όλοι κοιμόντουσαν στο σπίτι, έβγαινε κρυφά και πήγαινε σε ένα ξωκκλήσι του χωριού, για να προσευχηθεί, στην Αγία Παρασκευή. Εκεί έκανε πολλές μετάνοιες, όπως τον συνήθισε η μάνα του Θεοδώρα, και προσευχόταν για ώρες πολλές. Μετά γύριζε στο σπίτι, χωρίς να καταλαβαίνει κανείς τίποτα.

Ένα βράδυ εκεί στο ξωκκλήσι, που γονατιστός ο μικρός Ιάκωβος προσευχόταν, είδε μια σκιά μέσα στο ιερό. Αυτός φοβήθηκε και το πρωί το είπε στη μάνα του. Η διακριτική κυρία Δωρούλα του λέει: «Μη φοβάσαι, Ιακωβάκο μου, το ράσο του παπά θα είναι και το φεγγάρι του κάνει σκιά.» Έτσι διασκέδασε το λογισμό του Ιακωβάκου της.Το βράδυ πήγε πάλι ο μικρός Ιάκωβος στο ξωκκλήσι για τον κανόνα του. Όταν τέλειωσε και εξερχόταν από το ταπεινό ξωκκλήσι, είδε κάτω από ένα μεγάλο δένδρο μια ψηλή μαυροφορεμένη γυναίκα να του κάνει νόημα να την πλησιάσει.

Πήγε κοντά της και τον ρωτά:

«Τι θέλεις, Ιάκωβέ μου, να σου χαρίσω για τις τόσες προσευχές, που κάνεις στο σπίτι μου;»

«Ποια είσαι εσύ, καλή μου κυρία;»

«Εγώ είμαι η αγία Παρασκευή και ό,τι μου ζητήσεις θα στο δώσω.»

«Εγώ είμαι μικρός και δεν ξέρω τι θέλω, θα ρωτήσω όμως τη μάνα μου και ό,τι μου πει θα στο ζητήσω.»

Το πρωί λέει στην ευλογημένη μάνα: «Μάνα, ψες έξω από το ξωκκλήσι είδα την αγία Παρασκευή και μου είπε, ό,τι της ζητήσω θα μου το δώσει. Τι να της ζητήσω, μάνα;» Άνοιξε τότε η μάνα τα δυο της χέρια διάπλατα, σαν να ’θελε να χωρέσουν όλον τον ουρανό, και έκραξε φωνή μεγάλη: «Την τύχη μου, αγία Παρασκευή, να μου δώσεις, την τύχη μου.»

Την επομένη ο μικρός Ιάκωβος επανέλαβε, σαν γνήσιος υποτακτικός, τα λόγια της γερόντισσάς του στην αγία. Η αγία Παρασκευή, στην απλοϊκή απάντηση της μάνας Θεοδώρας απάντησε προφητικά: «Θα σου δώσω εγώ τύχη, να τη ζηλέψουν πολλοί.»

Έλεγε αργότερα σ’ εμάς ο Γέροντας: «Και μήπως ψέματα μου είπε, παιδάκι μου, η αγία Παρασκευή; Μικρή τύχη μου έδωκε; Με έκαμε ιερέα των μυστηρίων του Θεού!» Και θυμόταν και μας διηγιόταν με το ιδιαίτερο γεροντικό του χιούμορ. «Όταν λειτουργούσε ο παπάς του χωριού, την ώρα, που οι ψάλτες έψαλλαν, ‘‘Οι τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες’’, εγώ άκουα φτερουγίσματα γύρω από την Αγία Τράπεζα. Ο παπάς ενόμιζα ότι δεν έχει σώμα. Είναι άγγελος. Έλεγα έχει δυο κόκαλα στους ώμους, σαν κρεμάστρα, και κρέμονται τα ράσα απ’ εκεί.»

Έτσι έβλεπαν την ιερωσύνη τα παιδικά μάτια της ψυχής του, και έτσι στ’ αλήθεια τα θεία πράγματα είναι. Έβλεπε τον παπά, σαν επίγειο άγγελο, που λειτουργεί με τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ. Από μικρός απόκτησε χερουβικούς οφθαλμούς, να θεωρεί τα επουράνια μυστήρια.

Όταν μια μέρα ο παπάς του χωριού τον πήρε μαζί του στα μελίσσια, που είχε στο δάσος, κάπου πιάστηκαν τα ράσα του παπά και φάνηκε το παντελόνι από κάτω από το αντερί. Τότε για πρώτη φορά άρχισε να υποψιάζεται ότι και ο παπάς είναι άνθρωπος, «σάρκα φορών και τον κόσμο οικών».

Στο χωριό γιατρός τα χρόνια εκείνα δεν υπήρχε. Υπήρχε όμως ο πατήρ Ιάκωβος. Από τον καιρό, που ήτο δεκαπενταετής, όλοι οι κάτοικοι του χωριού έβλεπαν ότι ο Ιάκωβος του Τσαλίκη ήταν άνθρωπος του Θεού, σκεύος εκλογής, γι’ αυτό και τον φώναζαν, πάτερ Ιάκωβε. Όποιος αρρώσταινε, καλούσαν τον πατέρα Ιάκωβο, του διάβαζε μια ευχή και γινόταν καλά. Πολλές γυναίκες, που είχαν δυσκολίες στη γέννα, καλούσαν τον πατέρα Ιάκωβο να κάνει προσευχή, και αυτές αμέσως γεννούσαν. Έτσι μια μέρα ο παπάς του χωριού κάλεσε τον πατέρα Ιάκωβο, που ήτο τότε δώδεκα ή δεκατριών ετών, να διαβάσει την ετοιμόγεννη παπαδιά. «Επήρα και εγώ μια παλαιά εκκλησιαστική φυλλάδα προσευχών, που είχα, και με μεγάλη ντροπή γονάτισα σε μια γωνιά και έκανα την προσευχή για την παπαδιά.» Μόλις βγήκε ο Ιάκωβος από την πόρτα, η παπαδιὰ γέννησε το Βαγγελάκη.

Η μάνα του Γέροντα, Θεοδώρα

Η μητέρα του Θεοδώρα «διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής», και βλέποντας αυτά τα σημεία στον Ιάκωβό της, αντελήφθη ότι το παιδί αυτό έχει ιερά αποστολή να επιτελέσει. Η μάνα του Γέροντα δεν ήτο μια οποιαδήποτε συνηθισμένη γυναίκα του λαού. Ο ίδιος ο Γέροντας την αποκαλούσε ασκήτρια. Περνούσε τη ζωή της με υπομονή στις θλίψεις, συνεχή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, χαμαικοιτία. Μικρασιάτισσα. Γυναίκα της Ανατολής. Για τον π. Ιάκωβο ήτο η Γερόντισσά του, κι υποτασσόταν σ’ αυτή μέχρι την κοίμησή της. Μια μέρα βροχερή της είπε: «Μάνα πάλι βρέχει!» Και η αυστηρή Γερόντισσα του απάντησε επιτιμητικά: «Παιδί μου, Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει.»

Η μάνα Θεοδώρα προείδε το θάνατό της πολλές μέρες πριν και προετοίμασε τα παιδιά της, για να μη λυπηθούν υπερβαλλόντως. Παρ’ όλα αυτά, ο ευαίσθητος π. Ιάκωβος κόντεψε να ξεψυχήσει και αυτός πάνω στον τάφο της αγίας μητέρας του. Ένεκεν αυτής του της στάσεως στον θάνατο της μάνας του, πάντα μας τόνιζε να είμεθα εγκρατείς στις θλίψεις και ότι η υπερβολική στενοχωρία ή λύπη είναι αμαρτία.

Το 1952, αφού υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία, ο Γέροντας πήγε στο μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ, όπου έμεινε επί τριάντα εννέα έτη, δηλαδή μέχρι της κοιμήσεώς του.Είχε ήδη περάσει το τριακοστό έτος της ηλικίας ο Γέροντας, όταν έφτασε στο μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ. Εδώ έμελλε να επιτελέσει την ιερά αποστολή του, κατά τα προφητικά λόγια της μάνας Θεοδώρας.

Στην είσοδο της μονής τον περίμενε ο ίδιος ο όσιος Δαβίδ. Όπως η αγία Παρασκευή υποσχέθηκε στο μικρό Ιακωβάκο μία ουράνια τύχη, έτσι και τώρα ο μέγας Γέροντας Δαβίδ υποδεχόταν τον αρτιγέννητο Γέρο-Ιάκωβο με την υπόσχεση: «Αν φυλάξεις ακτημοσύνη, παρθενία και υπακοή, παραμένοντας άχρι τέλους στη μονή, θα σε προσκυνήσουν αρχιερείς, οι πατριάρχες θα σε ευλαβούνται, πλούτος πολύς θα περάσει από μπροστά σου, αλλά δεν θα τον αγγίξεις.»

Αυτή η πρώτη συνομιλία με τον όσιο Δαβίδ έμοιαζε με ακολουθία κουράς, όπου ο Γέροντας εισάγει τον υποτακτικό στον μυστικό κήπο της βασιλείας του Θεού. Ο όσιος Δαβίδ θα είναι πλέον ο Γέροντας του πατρός Ιακώβου, όπως άλλοτε η μάνα του Θεοδώρα. Εξάλλου έτσι ήταν και είναι γνωστός ο όσιος σ’ όλη την Εύβοια: Ο Γέροντας. Και το μοναστήρι του, η μονή του Οσίου Δαβίδ του Γέροντος.

Η μονή είναι κτισμένη τον 16ο αιώνα, ένα αιώνα καρποφόρο για την Εκκλησία, παρόλα τα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ο αιώνας αυτός προσέφερε πολλούς αγίους, τον άγιο Γεράσιμο, τον όσιο Διονύσιο τον εν Ολύμπω, τον άγιο Τιμόθεο, κτήτορα της μονής Πεντέλης, την οσιομάρτυρα Φιλοθέη την Αθηναία, τον όσιο Δαβίδ και άλλους, οι οποίοι έκτισαν μοναστήρια, απ’ όπου αντλούσε ο λαός του Θεού πίστη και ελπίδα.

Ο Γέροντας Ιάκωβος στο μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ

Το 1952, έτος, που ο π. Ιάκωβος εισήλθε στη μονή του Οσίου Δαβίδ του Γέροντος, το μοναστήρι ήτο ένα ετοιμόρροπο κτίριο, που επιζητούσε τον ανακαινιστή του. Έμεναν τότε στη μονή δύο τρεις αμόναχοι μοναχοί, ιδιορρυθμίτες, που δεν είδαν με καλό μάτι τον νέο μικρασιάτη καλόγερο. Του έδωσαν ένα ανώγειο κελί με τρύπιο πάτωμα, όπου στο ισόγειό του έβαζαν τα γίδια της μονής. Σ’ αυτό το περιβάλλον έζησε την αρχή της καλογερικής του ζωής, μόνος με το Μόνο Θεό, προσευχόμενος νυχθημερόν, ως επίγειος άγγελος, προσφέροντας τη λογική λατρεία, έχοντας τα άλογα ζώα στο ισόγειο. Τις καθημερινές Ακολουθίες στο καθολικό της μονής τις κάνει με τον ευλαβή και απλοϊκό μοναχό π. Ευθύμιο.

Στα νότια της μονής και σε απόσταση είκοσι λεπτών οδοιπορικώς, πλάι σε χαράδρα, μέσα σε βράχο, βρίσκεται ένα μικρό σπήλαιο, γνωστό ως ασκητήριο του Οσίου Δαβίδ. Σ’ αυτό ο όσιος Δαβίδ παρέμενε όλη τη βδομάδα, και το Σάββατο ανέβαινε στη μονή να λειτουργηθεί και να δώσει τις σοφές συμβουλές του. Αυτό το ασκητήριο στην τωρινή εποχή μας, όπου εψυχράνθη ο ζήλος των πολλών, δεχόταν τα βράδια ένα νεαρό επισκέπτη, ένα νέο ευχέτη, να δέεται υπέρ της σωτηρίας του σύμπαντος κόσμου. Ως γνήσιος υποτακτικός του Γέροντος οσίου Δαβίδ, ακολουθεί το παράδειγμά του, νηστεύων, αγρυπνών, προσευχόμενος «εν σπηλαίοις και όρεσι και ταις οπαίς της γης».

Ο Γέροντας προσεύχεται στο ασκητήριο του Οσίου Δαβίδ

Όπως τότε ο μικρός Ιάκωβος πήγαινε κρυφά από τους δικούς του στο ταπεινό ξωκκλήσι της Αγίας Παρασκευής, έτσι και τώρα μυστικά, όταν οι λίγοι της μονής κοιμόντουσαν, αυτός επήγαινε στο αγιασμένο ασκητήριο του Οσίου Δαβίδ για τη νυχτερινή του προσευχή.

Έλεγε ο Γέροντας: «Τότε, παιδί μου, δεν υπήρχε δρόμος, ένα στενό μονοπάτι ήτο, και εμείς, μακριά από τον κόσμο, δεν είχαμε τον τρόπο μας να κινηθούμε τη νύχτα. Ούτε ένα φανάρι δεν είχαμε. Τόσο πόθο όμως είχα να πηγαίνω τα βράδια στο ασκητήριο του αγίου μας, και ας είμαι εκ φύσεως δειλός, που τολμούσα να πάω. Καθ’ οδόν όμως, αφού δεν έβλεπα, έπεφτα μέσα σε αυλάκια και χαράδρες και έτσι ήτο αδύνατο να φτάσω. Τότε παρακάλεσα: ‘‘Θεέ μου, φώτισέ μου τον δρόμο να φτάσω στο ασκητήριο.’’ Και ο καλός Θεός άκουσε το αίτημά μου. Από τα πολλά άστρα του ουρανού, μου έδωσε κι εμένα ένα. Αυτό πήγαινε μπροστά και μού ᾽φεγγε τον δρόμο. Εγώ, από πίσω του. Έτσι έφτανα στο ασκητήριο. Εκεί, ‘‘ελθών ο αστήρ, έστη επάνω του σπηλαίο’’· έκανα την προσευχή μου και μετά πάλιν μπροστά ο αστέρας μου φέγγει μέχρι την πόρτα της μονής. Οι πατέρες εκάθευδον και τίποτα δεν καταλάβαιναν από όλα αυτά.»

Ένα βράδυ εκεί στο ασκητήριο οι δαίμονες, στην προσπάθειά τους να εκφοβίσουν τον Γέροντα, για να εμποδίσουν τις πυρφόρες αναβάσεις του στον ουρανό, μετασχηματίσθηκαν σε ένα σμήνος από σκορπιούς. Τον περικύκλωσαν από όλες τις πλευρές, ακόμη κι από την οροφή του σπηλαίου κρεμόντουσαν, σαν τσαμπιά από σταφύλι. Ο Γέροντας, επικαλούμενος τις πρεσβείες του οσίου Δαβίδ και πιστεύοντας ακράδαντα στην αψευδή δωρεά του Κυρίου στους μαθητές του, που τους έδωσε την εξουσία «του πατείν επάνω όφεων και σκορπίων», διέλυσε τις μηχανές και φαντασίες του νοερού εχθρού.

Αυτά είναι μερικά περιστατικά, ενδεικτικά των ασκητικών αγώνων του Γέροντα, που τον αναδεικνύουν εφάμιλλο συνεχιστή των παλαιών οσίων του Γεροντικού και της ερήμου.

Τα χρόνια περνούσαν, οι παλαιοί πατέρες της μονής απήρχοντο εκ του κόσμου τούτου, και δύο νέοι μοναχοί έρχονται βοηθοί του Γέροντος στην αναστήλωση της μονής, αναστήλωση πνευματική και κτιριακή. Το 1962 ήρθε στη μονή ο π. Κύριλλος και αργότερα, μετά τον θάνατο της συζύγου του, ο π. Σεραφείμ. Το 1975 ο Γέροντας χειροθετεῖται ηγούμενος και πνευματικός. Η πνευματική πατρότης στο πρόσωπο του π. Ιακώβου δεν ήτο ψιλός τίτλος, αλλά χάρισμα του Αγίου Πνεύματος, που το γευόταν κάθε πονεμένη ψυχή, όταν τον πλησίαζε, και ξεδιψούσε τη δίψα της. Η μονή επί των ημερών του διπλασιάζεται κτιριακά με ξενώνες, τραπεζαρία για τους προσκυνητές, καμπαναριό κλπ., ενώ ταυτόχρονα ο ναός ευπρεπίστηκε έτσι, που να ξαναβρεί η μονή το αρχέγονο κάλλος της.

Το μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ

Η φήμη της μονής, για τα θαύματα του οσίου Δαβίδ, τον αγιασμένο ηγούμενό της, και την αβραμιαία φιλοξενία των πατέρων της ξεπερνά τα όρια της Εύβοιας. Γίνεται πανελλήνιο προσκύνημα, πανορθόδοξη αναφορά του αιώνα μας. Από όλα τα μέρη της Ελλάδας φτάνουν προσκυνητές, για να αποθέσουν στο πετραχήλι του Γέροντα τον πόνο και τις αμαρτίες τους. Πολλές φορές έκπληκτοι ακούαμε από τον διορατικό Γέροντα την αμαρτία ή το πρόβλημά μας, πριν ακόμα το εκφράσουμε. Ο προσεκτικός προσκυνητής θα έπρεπε να αντιληφθεί, ότι οι διάφορες διηγήσεις του Γέροντα – ιστορίες της μάνας του από τη Μικρά Ασία και της κατοπινής μοναχικής του ζωής – τον αφορούσαν προσωπικά. Ο Γέροντας, ως γνήσιος ανατολίτης, που ήτο, μιλούσε και φώτιζε τις πικραμένες ψυχές με ιστορίες και παραβολές, για να ακούγονται γλυκύτερα οι ιαματικές του συμβουλές. Στην τράπεζα, στην κουζίνα, στη μεγάλη αυλή της μονής, παντού και πάντοτε είχε κάτι να διηγηθεί από τη ζωή του. Και αυτό το κάτι συχνά αφορούσε τη δική μας ζωή. Όλα αυτά τα διηγιόταν με ιδιαίτερη χάρη, αφού τον χαρίτωνε το Άγιο Πνεύμα, με απαράμιλλη παραστατικότητα, με τις ανάλογες κινήσεις και φωνές, που απαιτούσε η κάθε διήγηση. Είχε μιμητική ικανότητα, που τον καθιστούσε χάρμα ακοής και οφθαλμών.

Ο φιλακόλουθος Γέροντας Ιάκωβος

Αυτός ήτο ο Γέρο-Ιάκωβος πριν την Ακολουθία, απλούς και χαριέστατος. Μέσα στον ναό, στη λατρεία, γινόταν άλλος άνθρωπος. Επίγειος άγγελος, «συλλειτουργών», όπως ο ίδιος έλεγε, «με Χερουβίμ και Σεραφίμ». Χωρίς να είναι ιδιαίτερα ψηλός, έδινε την αίσθηση ενός μεγαλοπρεπούς άρχοντα, που με ύφος υψηλού κηρύγματος κατά την ανάγνωση του εξάψαλμου και ευαγγελίου αναγγέλλει την παρουσία του Κυρίου στην κάθε Λειτουργία. Ήταν, όπως λέμε, μεγαλοπρεπής εν απλότητι.

Κατά τη διάρκεια των Ακολουθιών του συνέβαιναν πολλά πνευματικά γεγονότα, τα οποία μετά μας διηγείτο. Όταν εμνημόνευε στην προσκομιδή, έβλεπε πολλές φορές τις ψυχές των παλαιών πατέρων της μονής να ζητούν τις προσευχές του. Πόση θλίψη είχε, όταν μας περιέγραψε αργότερα τη μετά θάνατο κατάσταση μερικών εξ αυτών.

Όταν εκάλυπταν τα Τίμια Δώρα ευλαβείς ιερείς την ώρα, που έθεταν τον αστερίσκο επάνω του αμνού, έβλεπε ένα φωτοειδή αστέρα επάνω από το κεφάλι του ιερουργούντος ιερέως. Κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας την περισσότερη ώρα, όταν το επέτρεπε η στιγμή, ήτο γονυπετής.

Εντύπωση προκαλούσε η άμεση σχέση, που είχε με τον όσιο Δαβίδ. Όταν κάποτε οι κάτοικοι του χωριού Λιβανάτες ήρθαν, για να πάρουν την κάρα του οσίου στο χωριό τους με σκοπό να κάνουν παράκληση για να βρέξει εκείνη την άνυδρη χρονιά, ο Γέροντας πήγε μπροστά στην εικόνα του οσίου και του μίλησε, μάλλον τον διέταξε μετά παρρησίας: «Γέρο, ήρθαν οι χωριανοί σου να σε πάνε στους Λιβανάτες για την ανομβρία. Σε παρακαλώ τώρα, που θα πάμε, να μπουμπουνίσεις. Πρόσεξε, μη με προσβάλεις!» Και ο όσιος Δαβίδ τον άκουσε αμέσως. Μετά την παράκληση, άρχισαν δυνατές βροχές. Αυτή την άμεση σχέση, που είχε με τον όσιο Δαβίδ, την περιέγραφε σανμία τηλεφωνική κλήση: «Εγώ, παιδί, τα λέγω στο αυτί του αγίου, και αυτός ανοίγει γραμμή με τον Χριστό μας!»

Ο όσιος Δαβίδ εξεπλήρωσε στο ακέραιο τις υποσχέσεις, που έδωκε στον Γέροντα, όταν πρωτοεισερχόταν στη μονή. Πατριάρχες και αρχιερείς εξομολογήθηκαν κοντά του και ζητούσαν τις αποτελεσματικές ευχές του. Ο μακαριστός οικουμενικός πατριάρχης Δημήτριος του έστειλε επιστολές και ο νυν πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος τον επισκέφθηκε. Ο Αλεξανδρείας Νικόλαος επίσης. Οι ένδοξοι της γης μπροστά του εταπεινώθησαν, όπως ο πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδας Ανδρέας Παπανδρέου, όταν συναντήθηκαν σε νοσοκομείο των Αθηνών. Ο ταπεινός Ιακωβάκος, που δεν πήγε γυμνάσιο, για να βοηθά τον φτωχό πατέρα του στα κτίσματα, έγινε διαχειριστής πολλών εκατομμυρίων δραχμών. Κατά το προφητικό λόγιο του οσίου Δαβίδ, δεν τα άγγιξε τα χρήματα. Τα πήρε, για να τα σκορπίσει, ως άλλος Ιωάννης Ελεήμων, σε φτωχούς και άπορους. Αυτό όμως, που πλούσια έδωσε σ’ εμάς τους φτωχούς τότε φοιτητές, είναι η ζωντανή πίστη ότι –όπως τακτικά ο ίδιος ομολογούσε– «ζει Κύριος ο Θεός μου», ποιών στις δύσκολες μέρες μας στο πρόσωπο του αγιασμένου θεράποντα Του ένδοξά τε και εξαίσια.

Ήταν τέτοιας θέρμης η ζέση της πίστεώς του, που το Πάσχα πήγαινε στο κοιμητήριο της μονής και έλεγε, «Χριστός Ανέστη» στους κεκοιμημένους πατέρες, τα δε Χριστούγεννα η ευαίσθητη καρδία του συνέχιζε τον εορτασμό και την πανήγυρη της ημέρας μέσα στο γειτονικό δάσος. Εκεί όλως τυχαία και ξαφνικά ακούσαμε φωνή να ψάλλει: «Χριστός γεννάται δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε… Άσατε τω Κυρίω πάσα η γη…». Ήταν η φωνή του Γέροντα, που έψαλλε με τα χέρια αναπεπταμένα στον εορτάζοντα ουρανό ανάμεσα στα γέρικα πλατάνια, ενώ σμήνος πουλιών συνεόρταζε τριγύρω του.

Αυτές τις καταβασίες έψαλλε την ημέρα των Εισοδίων της Παναγίας κατά το παρελθόν έτος 1991. Μετά εξομολόγησε τον αδελφό Γεννάδιο και τον παρεκάλεσε να μείνει, γιατί «το απόγευμα θα χρειαστεί», όπως είπε, «να τον αλλάξει». Πράγματι το απόγευμα εκοιμήθη, για να κάνει μαζί με τα Εισόδια της Θεοτόκου τη δική του είσοδο στον εορτάζοντα ουρανό.

Ο Γέροντας Πορφύριος, που ετοίμαζε εκείνες τις μέρες τη δική του έξοδο από αυτό τον κόσμο, είπε: «Εκοιμήθη ο Γέρο-Ιάκωβος, ένας από τους μεγαλύτερους αγίους του αιώνα μας. Είχε μέγα διορατικό και προορατικό χάρισμα, το οποίο έκρυβε επιμελώς, για να μη δοξάζεται.»

Κύριε Παντοκράτορ, ο Θεός των πατέρων ημών Ιακώβου και Πορφυρίου, «γένου ίλεως επί ταις αμαρτίας ημών, και ελέησον ημάς».

* Το παρόν κείμενο του Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου, πνευματικού τέκνου του οσιακής μνήμης Γέροντος Ιακώβου, δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Ὀρθόδοξη Μαρτυρία» του Συλλόγου «Φίλοι τοῦ Ἁγίου Ὄρους» της Κύπρου. Το κείμενο συνέγραψε ο Μητροπολίτης Μόρφου, όταν ήταν ακόμη διάκονος στην ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου του Κοντού, στη Λάρνακα. Αποτελεί στην ουσία το πρώτο δημοσιευμένο κείμενο, που αναφέρεται στον βίο του Γέροντος Ιακώβου. Το κείμενο γράφτηκε τό 1992, λίγους μήνες μετά την κοίμηση του Γέροντος Ιακώβου.

πηγή: http://www.vimaorthodoxias.gr