HeadShort.png

Βίωμα πίστης - Πατρός Αλεξάνδρου Σμέμαν

 

"Η δική μου πίστη γεννήθηκε από την εμπειρία του ζώντος Χριστού. Πώς και πότε γεννήθηκε; Δεν γνωρίζω, δεν θυμούμαι.Το μόνο που ξέρω είναι πως κάθε φορά που ανοίγω το Ευαγγέλιο και διαβάζω για το Χριστό, διαβάζω τους λόγους Του, διαβάζω τη διδασκαλία Του, επαναλαμβάνω συνειδητά, με όλη μου την καρδία και την ύπαρξη, όσα είπαν…
εκείνοι που εστάλησαν να συλλάβουν τον Χριστό και που επέστρεψαν στους Φαρισαίους χωρίς Αυτόν: «ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτως ο άνθρωπος».

Συνεπώς αυτό που ξέρω πρώτα από όλα είναι πως η διδαχή του Χριστού είναι ζωντανή και πως τίποτε το γήινο δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί της. Και πως αυτή η διδασκαλία είναι γι’ Αυτόν, για την αιώνια ζωή, για τη νίκη πάνω στο θάνατο, για μια αγάπη που κατακτά και ξεπερνά τον θάνατο.

Γνωρίζω επίσης πως σε μια ζωή όπου το κάθε τι φαίνεται τόσο δύσκολο και επίμονο, η μόνη σταθερά που ουδέποτε μεταβάλλεται και ουδέποτε εκπίπτει είναι αυτή η εσωτερική γνώση πώς ο Χριστός είναι μαζί μου. «Ουκ αφήσω υμάς ορφανούς, έρχομαι προς υμάς».

Έρχεται δε και δίνει το αίσθημα της παρουσίας Του μέσα από την προσευχή, από το ρίγος της ψυχής,μέσα από μια χαρά, τόσο ζωντανή όσο και ακατανόητη, μέσα από τη μυστηριακή, αλλά και τόσο βέβαιη παρουσία Του στις ακολουθίες και στα μυστήρια της Εκκλησίας. Αυτή δε η ζωντανή εμπειρία διαρκώς αναπτύσσεται, αυτή η γνώση, αυτή η συνειδητοποίηση που κάνει τόσο εμφανές πως ο Χριστός είναι εδώ, και πως ο λόγος Του έχει εκπληρωθεί: όποιος Με αγαπά, «και εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν».

Και είτε βρίσκομαι μέσα στο πλήθος, είτε είμαι μόνος, αυτή η βεβαιότητα της παρουσίας Του, αυτή η δύναμη του λόγου Του, αυτή η χαρά της πίστης σ’ Αυτόν παραμένει κοντά μου. Αυτή είναι η μόνη απάντηση και απόδειξη.."

π.Αλέξανδρος Σμέμαν

 

Συνέχισε να αγωνίζεσαι! [π. Λίβυος]

 

Ξέρω ότι πολλές φορές αισθάνεσαι ότι δεν κατάφερες τίποτα.

Ότι πάλι έπεσες στα ίδια πάθη, στα ίδια λάθη, σε εκείνα που σε κάνουν να νιώθεις αδύναμος, ένοχος και αμετανόητος.

Και όμως είχες δώσει μια υπόσχεση στο Θεό και τον εαυτό σου. Κι όμως είχες πει, «δεν θα το ξανακάνω ποτέ πια». Είχες γονατίσει μάλιστα στην προσευχή γι αυτό το θέμα με την καρδιά γεμάτη πόνο αλλά και ελπίδα ότι δεν θα ξανασυμβεί. Κι όμως, πάλι ήρθε, πάλι το συναντάς, το πάθος, την αδυναμία, το λάθος και αστοχία. Αισθάνεσαι ότι τίποτε δεν άλλαξε, ότι όλα είναι πάλι τα ίδια, ότι πάλι από την αρχή.

Κι όμως δεν είναι έτσι. Άδικα χτυπάς τον εαυτό σου και μάλιστα πιο σκληρά από όλους του δήμιους και βασανιστές. Ξέρεις κάτι;; η δική σου ματιά είναι η πιο σκληρή.

Όταν βρίσκεσαι σε ένα δρόμο, και κινείσαι δεν σημαίνει ότι έφτασες και στο προορισμό. Μπορεί να πέσεις, να χτυπήσεις, να λασπωθείς, να χαθείς μάλιστα, όμως δεν παύει να είσαι μέσα στο δρόμο. Ο ιερός Χρυσόστομος τι λέει: το φοβερό δεν είναι να πέσεις αλλά να μείνεις κάτω.

Ποσό εγωισμό θέλει, ώστε να επιθυμείς να φτάσεις αμέσως στο τέρμα πριν καν ακόμη ξεκινήσεις. Να μην βλέπεις τι μπορείς και τι αντέχεις κάθε φορά, αλλά τι και πως θα έπρεπε να είσαι. Όχι τι είσαι αλλά τι θα έπρεπε να είσαι. Αυτό είναι συμβόλαιο θανάτου. Είναι σίγουρη αποτυχία.

Όταν σε έχουν δέσει με σχοινιά και αυτό είναι τα πάθη, δεν είναι δυνατόν να λυθείς αμέσως. Όμως κάθε φορά που εσύ θα παλεύεις και θα αγωνίζεσαι, ακόμη κι αν δεν έχεις ελευθερωθεί, θα έχεις έστω και λιγάκι κάνει πιο ανώδυνο το σφίξιμο, έχεις λασκάρει τα σχοινιά, έχουν γίνει πιο άνετα. Έχεις λιγάκι κερδίσει την ελευθερία σου.

Δεν το βλέπεις όμως αυτό. Δεν το νιώθεις; Εσύ νιώθεις ότι είσαι το ίδιο και χειρότερα. Γιατί;

Μα γιατί δεν έχεις μάθει να εκτιμάς τα απλά μαθήματα, τα σιγαλά βήματα, τον αρμονικό ρυθμό. Θέλεις σπουδαία και θαυμαστά, θέλεις υψηλά και μέγιστα, θέλεις να μην πονάς και μην δακρύζεις, να γίνουν όλα ανώδυνα και πολύ γρήγορα, όπως το φαγητό σου, το ποτό σου, το κινητό σου, το αμάξι σου, η αγάπη σου.

Δεν κατανόησες ότι δεν έχει σημασία το ταξίδι αλλά η διαδρομή. Ότι αυτή σε διδάσκει.

Ότι μια πτώση μπορεί να σε ωφελήσει πολύ περισσότερο από μια μεγάλη σου «αρετή».

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος (π. Λίβυος)

Ταπεινοφροσύνη


Ο αββάς Πιστός άρχισε μια διήγηση , λέγοντας:
- Ξεκινήσαμε κάποτε μια συντροφιά από εφτά αναχωρητές, , να πάμε στον αββά Σισώη, που έμενε στο νησί του Κλύσματος, και να τον παρακαλέσουμε να μας πει κάποιο λόγον ωφέλιμο για την ψυχή μας. Κ’ εκείνος μας είπε:
- Συγχωρέστε με , που εγώ, καθώς είμαι αμόρφωτος , δεν έχω τίποτε να σας πω. Αλλά θα σας πω για τον αββά Ωρ και τον αββά Αθρέ, που πήγα κάποτε να τους επισκεφτώ. Ο αββάς Ωρ ήταν άρρωστος επί δεκαοχτώ ολάκερα χρόνια . Και, πηγαίνοντας τους έβαλα μετάνοια, παρακαλώντας τους να μου πούνε λόγο πνευματικό. Και μου λέει ο αββάς Ωρ:
- Τι να ‘χω να σου πω εγώ; Πήγαινε, κι ό,τι βλέπεις πράξε. Ο Θεός ανήκει σ’ εκείνον που είναι πλεονέχτης στα πνευματικά και σε όλα βιάζει τον εαυτό του.
Ο αββάς Ωρ κι ο Αββάς Αθρέ δεν ήταν από τα ίδια μέρη, αλλά μονοιάσανε τόσο πολύ μεταξύ τους, ώστε να μείνουν αχώριστοι ως το θάνατο. Ο αββάς Αθρέ είχε μεγάλην υπακοή, κι ο αββάς Ωρ μεγάλη ταπεινοφροσύνη. Έμεινα , λοιπόν, μερικές μέρες κοντά τους, προσπαθώντας να ιδώ τις αρετές τους, κ’ είδα ένα θαυμαστό σημείο , που έκαμε ο αββάς Αθρέ. Κάποιος δηλαδή τους έφερε ένα μικρό ψάρι, κι ο αββάς Αθρέ θέλησε να μαγειρέψει για τον Γέροντα, τον αββά Ωρ. Κρατούσε το μαχαίρι κ’ έκοβε το ψάρι, όταν τον κάλεσε ο αββάς Ωρ, λέγοντας:
- Αθρέ, Αθρέ!
Κι εκείνος άφησε το μαχαίρι, έτσι όπως το ‘χε, μέσα στο ψάρι., δίχως να κόψει το υπόλοιπο , κ’ έτρεξε αμέσως στον Γέροντα! Κ’ είδα και θαύμασα τη μεγάλην υπακοή του, γιατί δεν είπε: « περίμενε μια στιγμή, να κόψω το ψάρι». Κ’ είπα τότε στον αββά Αθρέ:
- Πού βρήκες αυτή την υπακοή;
- Δεν είναι δική μου αυτή η υπακοή, μου απαντά, μα είναι του Γέροντα.
Με τράβηξε λίγο παράμερα μετά, και μου λέγει:
- Έλα να ιδείς και μόνος σου τη μεγάλην υπακοή του.
Και παίρνει ένα κομμάτι ψάρι να το ψήσει, και το ‘καψε λίγο, επίτηδες. Το έδωκε ,λοιπόν , στον Γέροντα, κ’ εκείνος το ‘φαγε δίχως να πει τίποτε. Στο τέλος τον ρωτά:
- Καλό ήταν, Γέροντα;
- Πολύ καλό, απάντησ’ εκείνος.
Ύστερα του έφερε το άλλο ψάρι, πολύ καλά ψημένο, και του λέει:
- Αυτό το έκαψα λίγο, Γέροντα.
- Ναι, το ‘καψες λίγο, είπε ο Γέροντας.
Και μου λέει τότε ο αββάς Αθρέ:
- Είδες που, καθώς σου έλεγα, η υπακοή είναι του Γέροντα;
Κ’ έφυγα τότε από κοντά τους. Και ό,τι είδα τις μέρες που έμεινα κοντά τους, προσπάθησα το κατά δύναμη να το φυλάξω και να του το εφαρμόσω.
Αυτά είπε στους εφτά αναχωρητές ο αββάς Σισώης και σιώπησε.
Ένας από μας τότε τον παρακάλεσε λέγοντας:
- Κάνε αγάπη , Γέροντα, και πες μας κ’ εσύ ένα λόγο.
Και κείνος μας είπε:
- Όποιος έχει το αψήφιστο, δηλ. την ταπεινοφροσύνη με τη σωστή γνώση, δίχως να ενδιαφέρεται για τιμές και τι θα πουν οι άλλοι γι’ αυτόν, αυτός εφαρμόζει όλα όσα λέει ο αγία Γραφή.
Ένας άλλος από μας τον ρώτησε:
- Τι είναι η ξενιτεία, Γέροντα;
Κ’ εκείνος απάντησε:
- Το να σιωπάς, λέγοντας μέσα σου: «δεν έχω δικό μου ούτε το παραμικρότερο πράγμα, σ’ όποιον τόπο κι αν βρεθώ», αυτό είναι η ξενιτεία.

Από το βιβλίο: «Π.Β. ΠΑΣΧΟΥ
ΤΟ ΕΑΡ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ
ΜΙΚΡΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ Α΄»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΊΤΑΣ
ΣΤ΄ΕΚΔΟΣΗ

Διάκριση

Διδαχή του Γέροντος Βαρλαάμ στον Ιωάσαφ: σε κάποια πόλη οι πολίτες είχαν έθιμο να επιλέγουν για βασιλιά τους έναν άγνωστο που δεν ήξερε τους νόμους και τα έθιμά τους. Αφού τον έστεφαν βασιλιά, τον έντυναν με πανέμορφα ρούχα, τον έτρεφαν αφειδώς και τον περιέβαλαν με κάθε πολυτέλεια. Ωστόσο μόλις περνούσε ένας χρόνος από τη στέψη του , τον εκθρόνιζαν, του έπαιρναν πίσω τα ρούχα και όλες τις ανέσεις που του έδωσαν και τον οδηγούσαν τελείως γυμνό σε κάποιο απομακρυσμένο νησί, όπου μπορούσε να πεθάνει από τις κακουχίες και τη δυστυχία. Ύστερα, οι πολίτες αυτής της πόλεως διάλεγαν άλλον ξένο για βασιλιά τους, μόνο για ένα χρόνο πάλι, κατόπιν διάλεγαν έναν τρίτο ξένο, ύστερα έναν τέταρτο, πέμπτο, έκτο κ.ο.κ.
Κάποτε συνέβη να επιλέξουν έναν πολύ σοφό και προσεκτικό άνθρωπο για βασιλιά τους. Αυτός πληροφορήθηκε από τους υπηρέτες του το τι είχε συμβεί στους προηγούμενους βασιλείς , μετά την ετήσια θητεία τους. Έτσι, λοιπόν, στη διάρκεια της δικής του θητείας συγκέντρωνε επιμελώς προμήθειες τροφίμων  και αγαθών και τα έστελνε καθημερινά σ’ εκείνο το νησί. Όταν συμπληρώθηκε ο χρόνος του και ήρθαν και του πήραν όλα όσα είχε, αγαθά και ρούχα, οδηγώντας τον ύστερα στο νησί της εξορίας, εκείνος βρέθηκε με τεράστια αποθέματα φαγητών, πολύτιμων λίθων, ασημιού και χρυσού, κι έτσι συνέχισε να ζει εκεί ακόμη καλύτερα απ’ ό,τι είχε ζήσει στην πόλη!
Η ερμηνεία αυτής της ιστορίας;  Η πόλη αντιπροσωπεύει τον κόσμο, οι πολίτες τα πονηρά πνεύματα και οι βασιλείς είναι οι άνθρωποι, άφρονες ή σοφοί. Οι άφρονες σκέπτονται μόνο τις απολαύσεις της παρούσας ζωής, σαν να ήταν αιώνιες˙ στο τέλος έρχεται ο θάνατος κα τους στερεί όλες τις απολαύσεις και τότε, απογυμνωμένοι από κάθε αγαθό, πηγαίνουν στην κόλαση. Απεναντίας , οι σοφοί επιτελούν πολλά καλά έργα και στέλνουν τα καλά έργα τους να προπορεύονται στον άλλο κόσμο. Στην κοίμησή τους, οι σοφοί βασιλείς – οι αγαθοί άνθρωποι- αναχωρούν για εκείνο τον κόσμο, όπου τους περιμένουν συσσωρευμένοι θησαυροί και όπου βασιλεύουν με ακόμη μεγαλύτερη δόξα και ομορφιά απ’ ό,τι βασίλευαν εδώ στη γη!

Από το βιβλίο: «Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Πνευματικό ημερολόγιο
Ο Πρόλογος της Αχρίδος
Βίοι Αγίων, Ύμνοι, Στοχασμοί και Ομιλίες για κάθε ημέρα του χρόνου.
Νοέμβριος»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ

Σελίδα 1 από 2