HeadShort.png

Η χαρμολύπη της Μεγάλης Σαρακοστής [π. Αλεξάνδρου Σμέμαν]

"Μεγάλη Σαρακοστή, πορεία προς το Πάσχα"


Όταν κάποιος ξεκινάει για ένα ταξίδι, θα πρέπει να ξέρει που πηγαίνει.

Αυτό συμβαίνει και με τη Μεγάλη Σαρακοστή. Πάνω απ’ όλα η Μεγάλη Σαρακοστή είναι ένα πνευματικό ταξίδι, που προορισμός του είναι το Πάσχα, η Εορτή Εορτών».

Είναι η προετοιμασία για την «πλήρωση του Πάσχα, που είναι η πραγματική Αποκάλυψη».

Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να αρχίσουμε με την προσπάθεια να καταλάβουμε αυτή τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη Σαρακοστή και το Πάσχα, γιατί αυτή αποκαλύπτει κάτι πολύ ουσιαστικό και πολύ σημαντικό για την Χριστιανική πίστη και ζωή μας.

Σε όλες αυτές τις ερωτήσεις η απάντηση είναι: η νέα ζωή η οποία πριν από δυο χιλιάδες περίπου χρόνια «ανέτειλεν εκ του τάφου», προσφέρθηκε σε μας, σε όλους εκείνους που πιστεύουν στον Χριστό.

Μας δόθηκε την ημέρα που βαφτιστήκαμε, την ημέρα δηλαδή που όπως λέει ο Απόστολος Παύλος:
«... συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν» (Ρωμ. 6,4).

Ολόκληρη η λατρεία της Εκκλησίας είναι οργανωμένη γύρω από το Πάσχα, γι’ αυτό και ο λειτουργικός χρόνος, δηλαδή η διαδοχή των εποχών και των εορτών, γίνεται ένα ταξίδι, ένα προσκύνημα στο Πάσχα, που είναι το Τέλος και που ταυτόχρονα είναι η Αρχή.

Είναι το τέλος όλων αυτών που αποτελούν τα παλαιά και η αρχή της «νέας ζωής», μια συνεχής «διάβαση από τον «κόσμο τούτο» στη Βασιλεία που έχει αποκαλυφθεί εν Χριστώ.

Παρ’ όλα αυτά η παλαιά ζωή, η ζωή της αμαρτίας και της μικρότητας, δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί και να αλλάξει. Το Ευαγγέλιο περιμένει και ζητάει από τον άνθρωπο να κάνει μια προσπάθεια, η οποία στην κατάσταση που βρίσκεται τώρα ο άνθρωπος, είναι ουσιαστικά απραγματοποίητη.

Αντιμετωπίζουμε μία πρόκληση. Το όραμα, ο στόχος, ο τρόπος της νέας ζωής είναι για μας μία πρόκληση που βρίσκεται τόσο πολύ πάνω από τις δυνατότητες μας!

Στην αρχαία Εκκλησία ο βασικός σκοπός της Σαρακοστής ήταν να προετοιμαστούν οι Κατηχούμενοι, δηλαδή οι νέοι υποψήφιοι χριστιανοί, για το βάπτισμα που, εκείνο τον καιρό, γίνονταν στη διάρκεια της αναστάσιμης Θείας Λειτουργίας.

Αλλά ακόμα και τώρα, που η Εκκλησία δεν βαφτίζει πια τους χριστιανούς σε μεγάλη ηλικία και ο θεσμός της κατήχησης δεν υπάρχει πια, το βασικό νόημα της Σαρακοστής παραμένει το ίδιο. Γιατί αν και είμαστε βαφτισμένοι, εκείνο που συνεχώς χάνουμε και προδίνουμε είναι ακριβώς αυτό που λάβαμε στο Βάπτισμα.

Έτσι το Πάσχα για μας είναι η επιστροφή, που κάθε χρόνο κάνουμε, στο βάπτισμά μας και επομένως η Σαρακοστή είναι η προετοιμασία μας γι’ αυτή την επιστροφή - η αργή, αλλά επίμονη προσπάθεια να πραγματοποιήσουμε τελικά τη δική μας διάβαση, το «Πάσχα» μας στη νέα εν Χριστώ ζωή.

Το ότι καθώς θα δούμε, οι ακολουθίες στη σαρακοστιανή λατρεία διατηρούν ακόμα και σήμερα τον κατηχητικό και βαπτιστικό τους χαρακτήρα, δεν είναι γιατί διατηρούνται σαν «αρχαιολογικά» απομεινάρια, αλλά είναι κάτι το ζωντανό και ουσιαστικό για μας.

Γι αυτό κάθε χρόνο η Μεγάλη Σαρακοστή και το Πάσχα είναι, για μια ακόμα φορά, η ανακάλυψη και η συνειδητοποίηση του τι γίναμε με τον «δια του βαπτίσματος» μας θάνατο και την ανάσταση.

Ένα ταξίδι, ένα προσκύνημα! Καθώς το αρχίζουμε, καθώς κάνουμε το πρώτο βήμα στη χαρμολύπη της Μεγάλης Σαρακοστής βλέπουμε - μακριά, πολύ μακριά - τον προορισμό.

Είναι η χαρά της Λαμπρής, είναι η είσοδος στη δόξα της Βασιλείας.

Είναι αυτό το όραμα, η πρόγευση του Πάσχα, που κάνει τη λύπη της Μεγάλης Σαρακοστής χαρά, φως, και τη δική μας προσπάθεια μια πνευματική άνοιξη.

Η νύχτα μπορεί να είναι σκοτεινή και μεγάλη, αλλά σε όλο το μήκος του δρόμου μια μυστική και ακτινοβόλα αυγή φαίνεται να λάμπει στον ορίζοντα.

Μην καταισχύνης ημάς από της προσδοκίας ημών, Φιλάνθρωπε!

Μια διδακτική ιστορία για τη Σαρακοστή από τον Άγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς

 

Οἱ διὰ Χριστὸν σαλοὶ διακρίνονται ἀπὸ μιὰ σπάνια ἔλλειψη φόβου. Ὁ μακάριος Νικόλαος ἔτρεχε ἀνάμεσα στοὺς δρόμους τοῦ Πσκὼφ προσποιούμενος τὸν τρελό,ελέγχοντας τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὶς κρυφὲς ἁμαρτίες τους καὶ προφητεύοντας ἐκεῖνα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τοὺς  συμβοῦν.
Ὅταν ὁ Ἰβὰν ὁ Δ ́ ὁ Τρομερὸς κατέφθασε στὸ Πσκώφ, ὁλόκληρη ἡ πόλη διασαλεύτηκε ἀπὸ τὸν τρόμο γιὰ τὸ φοβερὸ τσάρο. Γιὰ νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν οἱ κάτοικοι τοποθέτησαν στὴν εἴσοδο κάθε σπιτιοῦ ψωμὶ καὶ ἁλάτι, ἀλλὰ οἱ ἴδιοι, φοβισμένοι, δὲν ἐμφανίστηκαν.

Ὅταν ὁ κυβερνήτης τῆς πόλης πρόσφερε στὸν τσάρο ψωμὶ καὶ ἁλάτι σ’ ἕνα δίσκο, ὁ τσάρος ἔσπρωξε μακριά τον δίσκο, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πέσουν καταγῆς τὸ ψωμὶ καὶ τὸ ἁλάτι. Τότε ἐμφανίστηκε μπροστά του ὁ ὅσιος Νικόλαος ντυμένος μὲ ποδήρη χιτώνα, δεμένο μὲ σκοινὶ στὴ μέση, χοροπηδοῦσε γύρω του μ’ἕνα μπαστούνι, σὰν παιδί. Τοῦ φώναζε: «Ἰβάνουσκα, Ἰβάνουσκα, φάε ψωμὶ κι ἁλάτι καὶ μὴν τρῶς ἀνθρώπινο αἷμα». Οἱ στρατιῶτες ἔτρεξαν νὰ τὸν πιάσουν, ὅμως ἐκεῖνος τοὺς ξεγλίστρησε καὶ κρύφτηκε. Ὁ τσάρος ζήτησε νὰ μάθει γιὰ τὸ μακάριο Νικόλαο –ποιὸς ἦταν καὶ τί ἦταν– καὶ τὸν ἐπισκέφθηκε στo φτωχικό του. Ἦταν τότε ἡ πρώτη ἑβδομάδα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ὁ Νικόλαος, μόλις πληροφορήθηκε ὅτι ἐρχόταν ὁ τσάρος γιὰ νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ, φρόντισε νὰ ἐξασφαλίσει ἕνα κομμάτι ὠμὸ κρέας. Ὅταν λοιπὸν κατέφθασε ὁ Ἰβὰν ὁ Τρομερός, ὁ ὅσιος ἔβαλε μετάνοια καὶ τοῦ πρόσφερε τὸ κρέας λέγοντας «Φάε, Ἰβάνουσκα, φάε!». Ὀργισμένος ὁ τσάρος τοῦ ἀπάντησε «Εἶμαι χριστιανὸς καὶ δὲν τρώω κρέας τὴ Σαρακοστὴ γιατὶ νηστεύω!».
Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μονομιᾶς τὸν ἀποστόμωσε «Κάνεις πολὺ χειρότερα: τρέφεσαι μὲ σάρκα καὶ αἷμα ἀνθρώπων, ξεχνώντας ὄχι μόνον τὴ Σαρακοστή, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν Θεό!». Τὸ μάθημα αὐτὸ μπῆκε βαθιὰ μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ τσάρου Ἰβὰν ·ντροπιασμένος ἔφυγε ἀμέσως ἀπ’ τὸ Πσκώφ, ὅπου ἀρχικῶς εἶχε ἔλθει μὲ τὴν πρόθεση νὰ κατασφαγιάσει τὸν πληθυσμό.

Απόσπασμα από τον Πρόλογο της Αχρίδος του Αγίου Νικολάου Βελιμόροβιτς που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άθως


Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος: Μήνυμα για τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή

 

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στο μήνυμά του για τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή αναφέρεται στη στάση του Χριστιανού στο σύγχρονο κόσμο και τονίζει τη σημασία της ελευθερίας. Παράλληλα τονίζει πως το «ορθόδοξον ασκητικόν ήθος δεν γνωρίζει διχασμούς».

Αναλυτικά το μήνυμά του:

Χάριτι του πανδώρου Θεού, εφθάσαμεν και εφέτος εις την Αγίαν και Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, εις το στάδιον των ασκητικών αγώνων, διά να καθάρωμεν εαυτούς, συνεργούντος του Κυρίου, εν προσευχή, εν νηστεία και ταπεινώσει, και να ευτρεπισθώμεν προς ένθεον βίωσιν των σεπτών Παθών και εορτασμόν της λαμπροφόρου Εγέρσεως του Σωτήρος Χριστού.

Μέσα εις ένα κόσμον πολλαπλών συγχύσεων, η ασκητική πείρα της Ορθοδοξίας αποτελεί τιμαλφέστατον πνευματικόν κεφάλαιον, ανεξάντλητον πηγήν θεογνωσίας και ανθρωπογνωσίας. Η ευλογημένη άσκησις, το πνεύμα της οποίας διαποτίζει σύνολον τον καθ᾿ ημάς τρόπον του βίου, – «Ασκητισμός είναι ολόκληρος ο Χριστιανισμός»-, δεν αποτελεί προνόμιον των ολίγων ή των εκλεκτών, αλλά «εκκλησιαστικόν γεγονός», κοινόν αγαθόν, κοινήν ευλογίαν, και κοινήν κλήσιν διά πάντας ανεξαιρέτως τους πιστούς. Οι ασκητικοί αγώνες δεν είναι, βεβαίως, αυτοσκοπός, δεν ισχύει η αρχή «η άσκησις διά την άσκησιν». Ο στόχος είναι η υπέρβασις του ιδίου θελήματος και του «φρονήματος της σαρκός», η μετάθεσις του κέντρου της ζωής από την ατομικήν επιθυμίαν και το «δικαίωμα» εις την «ου ζητούσαν τα εαυτής» αγάπην, κατά το βιβλικόν, «μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά το του ετέρου έκαστος»[1].

Αυτό το πνεύμα κυριαρχεί καθ᾿ όλην την μακράν ιστορικήν πορείαν της Ορθοδοξίας. Εις το Νέον Μητερικόν συναντώμεν μίαν υπέροχον περιγραφήν αυτού του ήθους της παραιτήσεως από το «εμόν» εν ονόματι της αγάπης: «Παρέβαλόν ποτε σκητιώται τη οσία Σάρρα, η δε παρέθηκεν αυτοίς κανίσκιον μετά χρειών˙ οι δε γέροντες αφέντες τα καλά, έφαγον τα σαπρά. Είπε δε αυτοίς η τιμία Σάρρα˙ ‘όντως εν αληθεία, σκητιώταί εστε’»[2]. Αυτή η κατανόησις και η θυσιαστική χρήσις της ελευθερίας είναι ξένη προς το πνεύμα της εποχής μας, το οποίον ταυτίζει την ελευθερίαν με ατομικάς διεκδικήσεις και δικαιωματισμόν. Ο σύγχρονος «αυτόνομος» άνθρωπος δεν θα έτρωγε τους σαπρούς καρπούς, αλλά τους καλούς, και θα ήτο βέβαιος ότι τοιουτοτρόπως εκφράζει και χρησιμοποιεί αυθεντικώς και υπευθύνως την ελευθερίαν του.

Εις το σημείον αυτό ευρίσκεται η υψίστη αξία της ορθοδόξου θεωρήσεως της ελευθερίας διά τον σύγχρονον άνθρωπον. Πρόκειται περί μιάς ελευθερίας, η οποία δεν απαιτεί αλλά μοιράζεται, δεν διεκδικεί αλλά θυσιάζεται. Ο ορθόδοξος πιστός γνωρίζει ότι η αυτονομία και αυτάρκεια δεν απελευθερώνουν τον άνθρωπον από τον κλοιόν του εγώ, της αυτοπραγματώσεως και της αυτοδικαιώσεως. Η ελευθερία, «η Χριστός ημάς ηλευθέρωσεν»[3], ενεργοποιεί τας δημιουργικάς δυνάμεις του ανθρώπου, πραγματώνεται ως άρνησις του αυτοεγκλεισμού, ως απροϋπόθετος αγάπη και κοινωνία της ζωής.

Το ορθόδοξον ασκητικόν ήθος δεν γνωρίζει διχασμούς και δυισμούς, δεν απορρίπτει την ζωήν, αλλά την μεταμορφώνει. Η δυιστική θεώρησις και απόρριψις του κόσμου δεν είναι χριστιανική. Ο γνήσιος ασκητισμός είναι φωτεινός και φιλάνθρωπος. Είναι χαρακτηριστικόν της ορθοδόξου αυτοσυνειδησίας, ότι η περίοδος της νηστείας είναι διαποτισμένη από σταυροαναστάσιμον χαράν. Και οι ασκητικοί αγώνες των ορθοδόξων, όπως και συνολικώς η καθ᾿ ημάς πνευματικότης και η λειτουργική ζωή, αναδίδουν το άρωμα και το φως της Αναστάσεως. Ο Σταυρός ευρίσκεται εις το κέντρον της ορθοδόξου ευσεβείας, δεν είναι όμως το τελικόν σημείον αναφοράς της ζωής της Εκκλησίας. Αυτό είναι η ανεκλάλητος χαρά της Αναστάσεως, οδόν προς την οποίαν αποτελεί ο Σταυρός. Κατά ταύτα, και εις την περίοδον της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η βιωματική πεμπτουσία των Ορθοδόξων παραμένει ο πόθος της «κοινής αναστάσεως».

Εύχεσθε και προσεύχεσθε, τιμιώτατοι αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω, να αξιωθώμεν, άνωθεν επινεύσει και αρωγή, πρεσβείαις δε της Αγιοπρώτου Θεοτόκου και πάντων των Αγίων, να διατρέξωμεν χριστοπρεπώς και χριστοτερπώς τον δόλιχον της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ασκούντες μετ᾿ ευφροσύνης, εν υπακοή προς τον κανόνα της εκκλησιαστικής παραδόσεως, το «κοινόν άθλημα» της παθοκτόνου νηστείας, προσκαρτερούντες τη προσευχή, βοηθούντες τοις πάσχουσι και τοις εν ανάγκαις, συγχωρούντες αλλήλοις και «εν παντί ευχαριστούντες»[4], διά να προσκυνήσωμεν ευσεβοφρόνως τα «Άγια και Σωτήρια και Φρικτά Πάθη» και την ζωηφόρον Ανάστασιν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, Ω η δόξα και το κράτος και η ευχαριστία εις τους απεράντους αιώνας. Αμήν.

Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή ,βιθ´

† Ο Κωνσταντινουπόλεως

διάπυρος προς Θεόν ευχέτης πάντων υμών

[1] Α’ Κορ. ι’, 24.

[2] Π. Β. Πάσχου (επιμ.), Νέον Μητερικόν (Αθήναι: εκδ. Ακρίτας, 1990), 31.

[3] Γαλ. ε’, 1.

https://www.vimaorthodoxias.gr/

Διαδρομή στους δρόμους της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. (απόσπασμα)

Η προσευχή ως θώρακας.
 
 Συνεχίζοντας τη διαδρομή μας στους δρόμους της Μεγάλης Τεσσαρακοστής φτάνουμε στην προσευχή η οποία είναι, «η αναφορά της ζωής, όλων των πραγμάτων και των γεγονότων στο Θεό, η άνοδος του ανθρώπου προς συνάντηση του κατερχόμενου Θεού, η οδός της Θεανθρώπινης φιλίας, κοινωνίας και ενώσεως». Η  Προσευχή σημαίνει αναζήτηση του Θεού, συνάντηση με το Θεό και προώθηση πιο πέρα από τη συνάντηση, στην κοινωνία μαζί Του. Η προσευχή είναι μία πράξη, ένα βίωμα, μία στάση. Μία στάση όχι μόνο σε σχέση με το Θεό αλλά και σε σχέση με τον κόσμο της δημιουργίας. Προκύπτει από τη συναίσθηση ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε δεν είναι απλώς δισδιάστατος, φυλακισμένος στις συντεταγμένες του χρόνου και του χώρου, ένας κόσμος επίπεδος στον οποίο συναντούμε την επιφανειακή όψη των πραγμάτων, μια θαμπή επιφάνεια που σκεπάζει το κενό. Η προσευχή προκύπτει από την ανακάλυψη ότι ο κόσμος έχει βάθος και ότι δεν περιστοιχιζόμαστε μόνο από ορατά πράγματα, αλλά ότι είμαστε βουτηγμένοι μέσα σε αόρατα πράγματα και διαποτισμένοι από αυτά. Κι αυτός ο αόρατος κόσμος είναι συγχρόνως η παρουσία του Θεού, η ύψιστη και κορυφαία πραγματικότητα και η εσώτατή μας αλήθεια».
 
Η προσευχή δεν μπορεί παρά να εκληφθεί ως ένα κορυφαίο δώρο του Θεού προς όλους μας. Είναι η οδός για να Τον συναντήσουμε, να επικοινωνήσουμε μαζί Του, να Τον προσεγγίσουμε με τρόπο άμεσο και, συνάμα, μυστηριακό. Είναι απόλυτα προσωπική υπόθεση, αλλά ταυτόχρονα υπόθεση όλης της Εκκλησίας, όλου του πληρώματος του Σώματος του Χριστού. Γι’ αυτό και διεξάγεται είτε σε χώρο άκρως προσωπικό, στο «ταμείον», όπως λέει η Γραφή, είτε στον Ιερό Ναό, από κοινού με όλους τους Χριστιανούς, κατά τη διάρκεια των Ιερών Ακολουθιών. Στην πρώτη περίπτωση η προσευχή δεν μπορεί να μπαίνει σε καλούπια, να ορίζεται από συγκεκριμένους αυστηρούς κανόνες, να διεξάγεται σε προκαθορισμένους χώρους και με σταθερούς τρόπους. Πραγματώνεται οπουδήποτε, οποτεδήποτε, εκφράζεται με λίγα ή πολλά λόγια, αρκεί αυτά να είναι αποστάγματα καρδιάς πυρωμένης από την αγάπη του Θεού.  Άλλωστε, μην ξεχνούμε ότι η πιο δυνατή και περιεκτική προσευχή δεν είναι άλλη από το «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό» ή απλά το «Κύριε Ελέησον». Δεν έχει σημασία η ποσότητα αλλά η ποιότητα της προσευχής. Έλεγε ο μακαριστός γέρων Εφραίμ ο Κατουνακιώτης στους κοσμικούς επισκέπτες του: «Εάν εγώ μέσα στην ησυχία των Κατουνακίων λέω εκατό ευχές την ημέρα και σεις μέσα στην τύρβη της πόλεως και τις υποχρεώσεις της εργασίας και της οικογένειας λέτε τρείς ευχές, είμαστε ίσα».
 
Στη δεύτερη περίπτωση η προσευχή, όταν γίνεται εν μέσω της Εκκλησίας, σηματοδοτεί την κοινωνία και την ενότητα των πιστών μεταξύ τους και των πιστών με το Θεό, γίνεται η φωνή της ικεσίας, της δοξολογίας, της ευχαριστίας, της μετανοίας συμπάσης της Εκκλησίας προς τον Κύριο και Θεό της. Αποτελεί συστατικό στοιχείο της Λειτουργικής και Ευχαριστιακής σύναξης έξω από την οποία ουδείς δύναται να αυτοπροσδιορίζεται Ορθόδοξος Χριστιανός και να λαμβάνει το δικαίωμα της κρίσεως και της επικρίσεως των εν τη Εκκλησία διακονούντων, διαβιούντων και προσευχόμενων προσώπων, είτε αυτά πολιτεύονται αγίως είτε ατελώς.
 
Βέβαια και στη μία και στην άλλη περίπτωση η προσευχή καθίσταται αντικείμενο δριμείας πολεμικής υπό του διαβόλου, ο οποίος με κάθε τρόπο αγωνίζεται για να αποσπάσει τον νου του ανθρώπου από την υψίστη πνευματική αυτή ενασχόληση, προκειμένου να διασπάσει την επικοινωνία με το Θεό. Και είτε φορτώνει τη διάνοιά μας με λογισμούς πονηρίας, είτε περισπά τη σκέψη μας με τα προβλήματα της ημέρας, είτε εμφυτεύει μέσα μας τον πειρασμό της αναβολής, που είναι κακός σύμβουλος στην πορεία της πνευματικής ζωής. Οι αλήθειες αυτές καταγράφονται στο Γεροντικό, όπως τις διδάσκει ο Αββάς Αγάθων: «Συγχωρέστε με», λέγει, «αλλά θαρρώ πως δεν υπάρχει άλλος μεγαλύτερος κόπος, όπως ο κόπος του να προσευχηθεί ο άνθρωπος στον Θεό. Διότι πάντοτε, όταν ο άνθρωπος θέλει να προσευχηθεί, οι δαίμονες που τον εχθρεύονται θέλουν να τον ανακόψουν, επειδή γνωρίζουν ότι από τίποτε άλλο δεν εμποδίζονται στο καταχθόνιο έργο τους όσο από την προσευχή στο Θεό».
 
(Αρχιμ. Επιφανίου Σ. Οικονόμου, «Ορθόδοξες θέσεις. Σύγχρονες προσεγγίσεις», εκδ. Ίνδικτος. Αθήναι 2006, σ. 350-358)