HeadShort.png

Σχόλιο Θ΄Λουκά από Ι.Μ.Μεσογαίας

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ΛΟΥΚΑ (Λκ. ιβ΄ 16-21)
18 Νοεμβρίου 2018

Ἡ σημε­ρι­νὴ εὐαγ­γε­λι­κὴ περι­κο­πή, ἀδελ­φοί μου, λέγε­ται «παρα­βο­λὴ τοῦ ἄφρο­νος πλου­σί­ου». Ἡ ἀφορ­μὴ γιὰ νὰ τὴν διη­γη­θεῖ ὁ Κύρι­ος δόθη­κε ἀπὸ τὸ ἑξῆς περι­στα­τι­κό. Κάποι­ος ἀπὸ τοὺς ἀκρο­α­τὲς τοῦ Χρι­στοῦ τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τοῦ εἶπε: «Διδά­σκα­λε εἶπε τῷ ἀδελ­φῷ μου μερί­σα­σθαι τὴν κλη­ρο­νο­μία μετ᾿ ἐμοῦ» (Λουκ. 12, 1) καὶ ἔλα­βε ὡς ἀπάν­τη­ση τὸ ἐρώ­τη­μα «τίς με κατέ­στη­σε δικα­στὴν ἢ μερι­στὴν ἐφ᾿ὑμᾶς;». Ὅταν δυὸ ἀδέλ­φια, ποὺ μετα­ξύ τους συν­δέ­ον­ται μὲ δεσμοὺς αἵμα­τος, πιὸ πάνω ἀπὸ τὴν ἀδελ­φο­σύ­νη βάζουν τὴν πλε­ο­νε­ξία, ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ τοὺς ἀλλά­ξει γνώ­μη καὶ νὰ τοὺς συμ­βι­βά­σει; Ἡ πλε­ο­νε­ξία ἀφαι­ρεῖ ἀπὸ τὴν καρ­διὰ κάθε ἀνθρώ­που κάθε εὐγε­νι­κὸ συναί­σθη­μα, ἀκό­μα καὶ πρὸς τοὺς γονεῖς καὶ τὰ ἀδέλ­φια. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύρι­ος ἄφη­σε τὸν πλε­ο­νέ­κτη ἀδελ­φό, ἐστρά­φη πρὸς τοὺς ἀκρο­α­τές του καὶ εἶπε «ὁρᾶ­τε καὶ φυλάσ­σε­σθε ἀπὸ πάσης πλε­ο­νε­ξί­ας· ὅτι οὐκ ἐν τῷ περισ­σεύ­ειν τινὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἐκ τῶν ὑπαρ­χόν­των αὐτοῦ (Λουκ. 12, 15). Δὲν ἐξαρ­τᾶ­ται ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώ­που ἀπὸ τὰ περισ­σεύ­μα­τα τῶν ὑπαρ­χόν­των του, γι᾿ αὐτὸ ἂς προ­σέ­χει καὶ ἂς προ­φυ­λάσ­σει ὁ καθέ­νας τὸν ἑαυ­τό του ἀπὸ κάθε πλε­ο­νε­ξία. Καὶ γιὰ νὰ ἀντι­λη­φθοῦν ὅλοι ὅτι ἡ πλε­ο­νε­ξία εἶναι ἀφρο­σύ­νη καὶ ὁδη­γεῖ σὲ ψυχι­κὸ καὶ σωμα­τι­κὸ ὄλε­θρο, διη­γή­θη­κε τὴν παρα­βο­λὴ τοῦ «ἄφρο­νος πλου­σί­ου».

Ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ πλου­σί­ου τῆς παρα­βο­λῆς εἶναι πρά­γμα­τι ἀφρο­σύ­νη. Διό­τι λησμο­νεῖ τὸν Θεὸν τὴν ὥρα τῆς εὐφο­ρί­ας τῶν ἀγρῶν του. Λησμο­νεῖ ἢ μᾶλ­λον δὲν πιστεύ­ει ὅτι ὁ Θεὸς κυβερ­νᾶ τὸν κόσμο καὶ ὅτι, ἂν Ἐκεῖ­νος δὲν θέλει, ὅσο καὶ ἂν κοπι­ά­σει, οὔτε οἱ ἀγροί του οὔτε τὰ χωρά­φια του θὰ ἀπέ­δι­δαν καρ­πούς οὔτε οἱ ἐλι­ές του στα­γό­να λάδι. Λησμο­νεῖ ὅτι ἔχει προι­κι­σθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ ἀθά­να­τη ψυχὴ καὶ ἔχει ὑπο­χρέ­ω­ση νὰ τὴν καλ­λι­ερ­γή­σει. Ξεχνᾶ ὅτι ἡ ψυχὴ δὲν δια­τρέ­φε­ται μὲ προ­ϊ­όν­τα καὶ καρ­ποὺς τῆς γῆς καὶ ὑλι­κὰ μέσα. Ἔτσι γίνε­ται ὁ ἴδι­ος δολο­φό­νος τῆς ψυχῆς του. Τί μεγά­λη στ'᾿ ἀλή­θεια ἀφρο­σύ­νη.

Ὅμως προ­χω­ρεῖ καὶ σὲ ἄλλη ἀφροσύνη ὁ πλού­σι­ος. Παρα­με­λεῖ καὶ ἀγνο­εῖ τοὺς συναν­θρώ­πους του. Ἡ στά­ση του εἶναι προ­κλη­τι­κή. Χωρὶς συναί­σθη­ση καὶ χωρὶς ντρο­πὴ τακτο­ποι­εῖ τὰ ἔσο­δα ἀπὸ τὴ εὐφο­ρία τῶν καρ­πῶν τῆς γῆς του μόνο γιὰ τὸν ἑαυ­τό του «συνά­ξω πάν­τα τὰ γεν­νή­μα­τά μου καὶ τὰ ἀγα­θά μου». Γκρέ­μι­σε ὁ πλού­σι­ος τὶς ἀπο­θῆ­κες του καὶ ἔκτι­σε μεγα­λύ­τε­ρες. Κου­ρά­στη­κε πολὺ μέχρι νὰ συγκεντρώσει τὰ ἀγα­θά του. Ξάπλω­σε κατό­πιν νὰ ξεκου­ρα­στεῖ ἀπὸ τὸν κόπο καὶ τὴν ἀγω­νία καὶ γεμᾶ­τος αὐτα­ρέ­σκεια μονο­λο­γοῦ­σε. «Ψυχή μου, ἔχεις πολ­λὰ ἀγα­θὰ γιὰ πολ­λά χρόνια. Ἀνα­παύ­ου, φάγε, πίε, εὐφραί­νου».

Ἀφρο­σύ­νη σὲ ὅλο τὸ μεγαλεῖο, ἀφοῦ ἀκού­γε­ται ἡ φωνὴ ποὺ δὲν περιμένει κανεὶς καὶ προσ­γει­ώ­νει στὴν πρα­γμα­τι­κό­τη­τα. «Ταύ­τη τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαι­τοῦ­σιν ἀπό σοῦ, ἃ δὲ ἠτοί­μα­σας τίνι ἔσται;» Ἀνό­η­τε ἄνθρω­πε, ἐστή­ρι­ξες τὴ ζωὴ στὸν πλοῦ­το σου τὸν ὁποῖο ὁρί­ζεις. Τὴ ζωή σου ὅμως δὲν σκέφθηκες ὅτι ἄλλος τὴν ὁρί­ζει;

Ὁ πλού­σι­ος τῆς παρα­βο­λῆς εἶναι ὁ ἄνθρω­πος τοῦ ἐνα­γώ­νι­ου κόπου. Ἡ πλε­ο­νε­ξία του ἀπο­βλέ­πει στὴν προ­σω­πι­κή του ἱκα­νο­ποί­η­ση καὶ αὐτή του ἡ διάθεση τὸν ὁδη­γεῖ στὸ νὰ ἀπο­μα­κρύ­νε­ται ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώ­πους καὶ ἑπομένως καὶ ἀπὸ τὸν Θεὸ. Μένει ἔρη­μος καὶ δυστυ­χὴς καὶ δὲν ἔχει ἀπάν­τη­ση στὸ ἐρώ­τη­μα «ἃ ἠτοί­μα­σας τίνι ἔσται;». Ὁ ἄφρων καὶ πλε­ο­νέ­κτης δὲν πιστεύ­ει στὸν Θεὸ, δὲν ἀγα­πᾶ τοὺς ἀνθρώ­πους καὶ δὲν αἰσθάνεται τίποτε γιὰ ὅ,τι προσωπικὰ δὲν τὸν ἀφορᾶ καὶ ἔτσι ἔχει δολο­φο­νή­σει τὴν ψυχή του. Δὲν ξέρει τίνος εἶναι ὅσα συγ­κέν­τρω­σε καὶ πέρασε ἡ ζωή του μέσα σὲ μιὰ ἀγωνία.

Ἀδελ­φοί μου, ἂς ἔχου­με πάν­τα στὸ μυα­λό μας τὴ φρά­ση τοῦ εὐαγ­γε­λί­ου «ταύ­τη τῇ νυκτὶ τὴν ψυχὴν σου ἀπαι­τοῦ­σιν ἀπὸ σοῦ» καὶ ἂς ἀκού­σου­με τὴν προτροπὴ τοῦ Κυρί­ου μας «γίνε­σθε ἕτοι­μοι ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖ­τε ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώ­που ἔρχε­ται (Λουκ. 12-40). Τοῦ­το ἰσχύ­ει γιὰ ὅλους, πλου­σί­ους καὶ φτω­χούς. Ἄφρο­νες καὶ συνε­τούς, ἔνθε­ους καὶ μή. Γιαυτὸ «γρη­γο­ρεῖ­τε καὶ προ­σεύ­χε­σθε». Ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς κρί­νει ἀνά­λο­γα μὲ τὸν χρό­νο ποὺ ζήσα­με, ἀλλὰ ἀνά­λο­γα μὲ τὰ ἔργα τῆς ἀρε­τῆς ποὺ κάνα­με καὶ γιὰ ὅσα δὲν κάναμε.

Ἀδιάκοπο αἴτη­μα στὴν προ­σευ­χή μας νὰ εἶναι ἡ παράκλησή μας «τὸν ὑπό­λοι­πον χρό­νον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρή­νῃ καὶ μετα­νοίᾳ ἐκτε­λέ­σαι», ὥστε τὰ τέλη μας νὰ ἀποβοῦν «χρι­στι­α­νά, ἀνώ­δυ­να, ἀνε­παί­σχυν­τα, εἰρη­νι­κά», χωρὶς ἀφρο­σύ­νη, γιὰ νὰ ἔχου­με «καλὴν ἀπο­λο­γί­αν ἐπὶ τοῦ φοβε­ροῦ βήμα­τος τοῦ Χρι­στοῦ». Ἀμήν.

www.imml.gr

Pin It