HeadShort.png

29/12 Ματθαίος β΄13-23 [Ι.Μ.Μεσογαίας]

Από Αρχείο

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ (Μτθ. β΄ 13-23)

Τὴν Κυριακὴ μετὰ τὰ Χριστούγεννα ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει, ἀγαπητοί ἀδελφοί, τὴ μνήμη τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ μνήστορος, τοῦ Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου καὶ τοῦ προφητάνακτος Δαβίδ. Εἶναι τρία πρόσωπα ποὺ σηματοδοτοῦν τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸ νόμο στὴ Χάρη· εἶναι πρόσωπα τὰ ὁποῖα εἶχαν οὐσιαστικὴ σχέση μὲ τὸ Χριστό, διότι ἔζησαν ὁ καθένας μ᾽ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο τὸ ἔλεος, τὴ φιλανθρωπία καὶ τὴ δόξα Του. Τὸν γνώρισαν ὡς «τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ», «πρότερον μὲν ἄσαρκον ὡς Λόγον» ὁ Δαβίδ, «ὕστερον δὲ δι᾽ ἡμᾶς σεσαρκωμένον» ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Ἰάκωβος.

Ἡ μετάβαση ὅμως ἀπὸ τὸ νόμο στὴ Χάρη, ἀπὸ τὴν Παλαιὰ στὴν Καινὴ Διαθήκη, δὲν ἔγινε χωρὶς τριγμοὺς σὲ πολλὲς συνειδήσεις. Ὁ Χριστὸς γιὰ πολλοὺς ἦταν, καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι, «σημεῖον ἀντιλεγόμενον». Ἄν παρακολουθήσουμε τὴν ἱστορία τοῦ περιούσιου λαοῦ θὰ δοῦμε ὅτι σὲ σχέση μὲ τὸ Χριστὸ καὶ τὴν φανέρωση τῆς Βασιλείας Του ἐμφανίζονται διάφορες κατηγορίες ἀνθρώπων. Ὑπάρχουν αὐτοὶ ποὺ προγεύονται μὲ τὸ προφητικὸ χάρισμα τοὺς καρποὺς τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου, ὅπως ἦταν ὁ Δαβίδ. Ὑπάρχουν αὐτοὶ ποὺ ζοῦσαν σιωπηλὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, ἀφοῦ ξεπέρασαν τὸ «γράμμα» ποὺ «ἀποκτείνει» καὶ ἔφθασαν μέχρι τὴν τελειότητα τῆς εὐαγγελικῆς δικαιοσύνης, ὅπως συνέβη μὲ τὸν Ἰωσήφ.

Ὁ Μέγας Βασίλειος λέει ὅτι ὁ Ἰωσήφ ὑπηρέτησε τὸ μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας μὲ διάθεση καὶ μὲ στοργὴ καὶ μὲ ὅλη τὴν ἐπιμέλεια ποὺ ἐπιβάλλεται σὲ ἐκείνους ποὺ ζοῦν σ᾽ ἕνα σπίτι.

Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ μνηστεύθηκε τὴν ἁγία Παρθένο, βρέθηκε μπροστὰ σὲ ἀνέλπιστα καὶ ἀνεξήγητα γεγονότα. Ἀλλὰ ἡ διάθεσή του ἦταν πάντα ἀγαθὴ καὶ γι᾽ αὐτὸ σὲ κάθε περίσταση ὁ Θεὸς τὸν ὁδηγοῦσε στὸ πῶς ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσει. Ἐπίσης, ὑπάρχουν αὐτοὶ ποὺ ἀγαποῦσαν τὶς πατρικὲς παραδόσεις, ἀλλὰ δὲ δίστασαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴ σκιὰ τοῦ νόμου καὶ νὰ περάσουν στὸ φῶς τῆς ἀλήθειας, ὅταν γνώρισαν τὸ Χριστὸ ὡς μονογενῆ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ὅπως συνέβη μὲ τὸν γιὸ τοῦ Ἰωσήφ, τὸν ἀδελφόθεο Ἰάκωβο, πρῶτο ἐπίσκοπο Ἱεροσολύμων.

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ αὐτὲς τὶς κατηγορίες τῶν ἀνθρώπων, ποὺ εἶχαν μιὰ θετικὴ στάση ἀπέναντι στὸ Χριστό, ὑπῆρχαν καὶ ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ποὺ ἐκδήλωσαν ἀρνητικὲς διαθέσεις ἀπέναντί Του. Τέτοιοι ἦταν οἱ ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων, οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ φαρισαῖοι καὶ ὁ Ἠρώδης, ὁ ὁποῖος ὅταν ἄκουσε γιὰ τὴ Γέννηση τοῦ Ἰησοῦ «ἐταράχθη καὶ πᾶσα Ἱεροσόλυμα μετ᾽ αὐτοῦ, καὶ συναγαγῶν πάντας τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς τοῦ λαοῦ ἐπυνθάνετο παρ᾽ αὐτῶν ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται».

Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως περιγράφεται ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο στὴ σημερινὴ περικοπή, μᾶς δείχνει προκαταβολικὰ τὴν τύχη τοῦ Μεσσία μέσα στὸν κόσμο. Ὁ νεογέννητος Χριστὸς εὐθὺς ὡς εἰσέρχεται στὸν παρόντα κόσμο γνωρίζει τὴν καταδίωξη καὶ τὴν ἐχθρότητα τῶν ἀρχόντων. Ἡ ἐχθρότητα αὐτὴ βρίσκει τὸν κύριο ἐκπρόσωπό της στὸ βασιλιὰ Ἠρώδη, ἡ θηριωδία τοῦ ὁποίου μᾶς εἶναι γνωστὴ καὶ ἀπὸ τοὺς ἱστορικοὺς τῆς ἐποχῆς.

Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ σημαίνεται ἤδη ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς γεννήσεώς Του. Ἡ ὅλη πορεία τοῦ Χριστοῦ μέσα στὸν κόσμο θὰ εἶναι ἕνας σταυρὸς ἀγάπης καὶ θυσίας· ἕνας σταυρὸς στὸν ὁποῖο θὰ νικηθεῖ ὁριστικὰ ἡ δαιμονικὴ δύναμη γιὰ νὰ λάμψει τὸ φῶς τῆς ἀναστάσεως. Ἡ θηριωδία τοῦ Ἠρώδη, ποὺ ἐκδηλώθηκε μὲ τὴν ἀπάνθρωπη σφαγὴ τῶν νηπίων στὴ Βηθλεὲμ καὶ στὴ γύρω περιοχὴ, δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ σταματήσει ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸ ἔργο τοῦ νεογέννητου Μεσσία, ποὺ βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴν προστατευτικὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Παρὰ τὸ φαινομενικὸ θρίαμβο τοῦ κακοῦ, τοῦ μίσους καὶ τῆς θηριωδίας μέσα στὴν ἱστορία τῶν ἀνθρώπων, τελικὰ ἐπιβάλλεται ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης. Ὅτι ὁ Θεὸς γεννιέται σὰν ἄνθρωπος ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τὴν ἀπόδειξη γιὰ τὸ στοργικὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ νὰ λυτρώσει καὶ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο.

Ἡ «σωτήριος Χάρις», ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, δίνεται ἀπὸ τὸ Θεὸ ἐξίσου σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸ ποὺ μᾶς διαφοροποιεῖ εἶναι ἡ διάθεση τῆς εὐγνωμοσύνης ποὺ ἔχουμε ἀπέναντι στὸ Θεὸ γιὰ τὶς δωρεές Του. Εἶναι ἐπίσης ἡ αὐτοπροαίρετη διάθεση τῆς ὑπακοῆς μας στὸ εὐαγγελικὸ κήρυγμα. Καὶ εἶναι, τέλος, ἡ κοπιαστικὴ προσπάθεια νὰ μεταβάλλουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ ἀποστάτη ἤ διώκτη σὲ «σκεῦος ἐκλογῆς» τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.

Κηρύγματα Δεκεμβρίου 2018 pdf
Ι.Μ Μεσογαίας

29/4 Του Παραλύτου [Ι.Μ. Μεσογαίας]

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ (Ιωαν. ε΄΄1-15 )
29 Ἀπριλίου

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ τὴ θαυμαστὴ θεραπεία ἑνὸς ἄνδρα, ὁ ὁποῖος κατέκειτο παράλυτος γιὰ τριάκοντα ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια.

Στὴν πόλη τῆς Ἱερουσαλὴμ ὑπῆρχε ἕνα ἰδιαίτερος χῶρος, μία δεξαμενὴ μὲ πέντε στοές, ποὺ στὰ ἑβραϊκὰ ὀνομαζόταν Βηθεσδά. Στὸ μέρος ἐκεῖνο συγκεντρωνόταν πλῆθος ἀσθενῶν, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν καὶ ἐν γένει ἀνήμπορων ἀνθρώπων. Αὐτοὶ ἀποτελοῦσαν μιὰ ὄντως τραγικὴ εἰκόνα τῆς ἀνθρώπινης δυστυχίας, ἀλλὰ καὶ ἔκφραση τῆς θλίψεως, τῆς ὀδύνης καὶ τοῦ πόνου. Ἐκεῖ ἀκούγονταν ἀπὸ τοὺς ταλαίπωρους αὐτοὺς ἀσθε-νεῖς κραυγὲς πόνου καὶ ἀδημονίας, ἱκεσίες καὶ παρακλήσεις, ὥστε νὰ τύχουν βοηθείας.

Ταυτόχρονα, ὅμως, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἐπισημαίνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὑπῆρχε στὸ χῶρο ἐκεῖνο ὑπομονὴ καὶ πολλὴ καρτερία. Ὁμιλώντας ὁ ἴδιος εἰδικότερα στὸν ἐπὶ τριάντα ὀκτὼ ἔτη παράλυτο, χαρακτηρίζει «ἔκπληκτη» τὴν καρτερία του, ἐπειδὴ παρέμενε καὶ ὑπέμενε στὸν χῶρο τῆς δεξαμενῆς, χωρὶς συγγενεῖς καὶ φίλους, μόνος καὶ ἀβοήθητος. Τὸ ἴδιο πάντως ἄγρυπνοι καὶ καρτερικοὶ ἦταν καὶ οἱ ἄλλοι ἀσθενεῖς, ἀφοῦ ἦταν ἄδηλος ὁ καιρὸς ταραζόταν τὸ ὕδωρ. Ἑρμηνεύοντας ὁ Εὐθύμιος Ζιγαβηνὸς τὸ «ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ», λέει πὼς τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας δὲν γινόταν βέβαια συνεχῶς, ἀλλὰ ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρό. Ὁ χρόνος τέλεσής του ἦταν ἄγνωστος στοὺς ἀνθρώπους. Ἐπειδή, ὅμως, αὐτὸ λάμβανε χώρα πολλὲς φορὲς κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἔτους, οἱ ἀσθενεῖς εὑρίσκοντο συνεχῶς στὸν χῶρο τῆς δεξαμενῆς, γιὰ νὰ εἶναι ἕτοιμοι νὰ εἰσέλθουν σὲ αὐτή. Ὅλοι δὲ οἱ ἀσθενεῖς εἶχαν καὶ κάποιο δικό τους, ὥστε νὰ τοὺς ὑπηρετεῖ καὶ νὰ τοὺς σπρώξει στὸ νερό. Μόνον ὁ παραλυτικὸς ἦταν μόνος ἐκεῖ. Παρόλα αὐτὰ δὲν δυσανασχετοῦσε. Στὸν διάλογό του μὲ τὸν Κύριο, ἐπιδεικνύει τὴν ἐσωτερική του ποιότητα. Ὅταν ὁ Χριστὸς τὸν ρώτησε ἐὰν θέλει νὰ γίνει καλὰ δὲν ἀντέδρασε μὲ κακότητα καὶ ἀπελπισία. Πολὺ περισσότερο δὲν στενοχωρήθηκε ἀπὸ τὴν ἐρώτηση ποὺ τοῦ ἀπηύθυνε ὁ Κύριος˙ δὲν ἔδειξε νὰ τοῦ φταίει κανείς. Ἀπαντᾶ μὲ πραότητα, ἀλήθεια καὶ πόνο «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν˙ ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει».

Τότε ὁ Κύριος τὸν εὐσπλχανίζεται, τὸν θεραπεύει καὶ τοῦ λέει «ἴδε ὑγιὴς γέγονας˙ μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται», πρᾶγμα ποὺ ὅπως ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Ἀμφιλόχιος ὁ ἐπίσκοπος Ἰκονίου, σημαίνει πὼς ἡ ἁμαρτία του ἦταν ὑπεύθυνη γιὰ τὴ μακροχρόνια ἀσθένειά του.

Ἡ συνομιλία τοῦ παραλυτικοῦ μὲ τὸν Κύριο ἀποδεικνύει καὶ ἀναδεικνύει τὴν πίστη καὶ τὴν ἀνδρεία τοῦ ἀνθρώπου ποὺ μὲ συναίσθηση ὑπομένει. Ἡ πίστη του φαίνεται στὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο δέχθηκε τὴν προσταγή: «ἔγειρε, ἆρον τὸν κράββατόν σου καὶ περιπάτει». Καὶ ἡ ἀνδρεία του ἀποκαλύπτεται ἀμέσως μετὰ τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας, ὅταν, παρὰ τὶς κατηγορίες τῶν ἄλλων γιὰ δῆθεν καταπάτηση τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου, ὄχι μόνο δὲν ἀρνήθηκε τὸν εὐεργέτη του, ἀλλὰ τὸν ὁμολόγησε.

Ἀδελφοί μου,ὁ πόνος καὶ ἡ δοκιμασία τοῦ παραλυτικοῦ εἶναι πράγματα μὲ τὰ ὁποῖα δοκιμάζεται καθημερινὰ ἡ ἀντοχὴ ὅλων τῶν ἀνθρώ-πων, ἄλλοι λιγότερο καὶ ἄλλοι περισσότερο. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἄνθρωπος ποὺ νὰ περάσει τὴ ζωή του χωρὶς θλίψη.

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐπεσήμανε στοὺς μαθητές του αὐτὴ τὴν πραγματικότητα ποὺ ἐπιφυλάσσει αὐτὸς ὁ κόσμος «ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ θλῖψιν ἕξετε». Ἐφόσον κάποιος ζεῖ ἐπὶ τῆς γῆς θὰ συνυφαίνει τὴ ζωή του μὲ τὸν πόνο καὶ τὴ θλίψη καὶ τὴ δυστυχία. Καὶ αὐτὸ ἰσχύει ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἐὰν εἶναι εὐσεβὴς ἢ ἀσεβής, πιστὸς ἢ ἄπιστος. Ὁ τρόπος, ὅμως, ποὺ ἀντιμετωπίζει τὶς θλίψεις, τὴν ἀσθένεια καὶ τὴ δοκιμασία, θὰ φανερώνει τὴν πνευματική του κατάσταση, ἡ ὁποία θὰ προκαλεῖ ἤ ὄχι τὸ θαῦμα στὴ ζωή.

Στὴν ἀγωνία καὶ στὴν ἀναμονὴ τοῦ ποθητοῦ θαύματος, ἄς ἐνισχυόμαστε ἀπὸ τὴν ἀψευδῆ διαβεβαίωση τοῦ ποιοῦντος μεγάλα καὶ θαυμαστὰ Κυρίου, λέγοντος «θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον».

 www.imml.gr

26/1 Σχόλιο στο ευαγγέλιο του Ζακχαίου [Ι.Μ. Λαυρεωτικής]

Από Αρχείο ΚΥΡΙΑΚΗ IE΄ ΛΟΥΚΑ (ZAKXAIOY) (Λουκ. ιθ΄ 1-10)

Ὁ Ζακχαῖος τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου μὲ τὴ στάση του ἀποκάλυψε μιὰ βασικὴ ἀλήθεια, πὼς εἶναι ἀσέβεια στὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ νὰ ἁμαρτάνουμε προσβάλλοντας τὸ ὄνομά Του, καὶ εὐτυχία νὰ κοινωνοῦμε μὲ τὸν Χριστό.

Ὁ ἴδιος ὁ Ζακχαῖος δὲν φοβήθηκε τοὺς ἀνθρώπους νὰ μὴν γελάσουν μαζί του· δὲν λογάριασε τὴν ἡλικία του καὶ τὴν κοινωνικὴ θέση του, ἀλλὰ ἔτρεξε κι ἀνέβηκε στὸ δέντρο. Γιατὶ εἶχε μιὰ καὶ μοναδικὴ ἐπιθυμία· νὰ δεῖ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ κοινωνήσει μαζί Του.

Μὲ αὐτὴ τὴ διάθεση ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ δὲν πέρασε ἀπαρα-τήρητη ἀπ᾿ αὐτόν. Ἀπεναντίας ἔγινε αἰτία γιὰ ἔμπρακτη μετάνοια. Σὲ ἀντίθεση μὲ ἐμᾶς τοὺς ἐπίσης ἁμαρτωλούς, ποὺ ὁ Χριστὸς περνάει δίπλα μας καὶ ἐμεῖς Τὸν προσπερνοῦμε. Δὲν Τὸν προσέχουμε, οὔτε τοῦ ζητοῦμε νὰ μείνει μαζί μας. Τὸν ἀφήνουμε, ἐπειδὴ ντρεπόμαστε νὰ Τοῦ ποῦμε πὼς εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ καὶ νὰ Τοῦ ζητήσουμε συγχώρηση.

Πολλοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ντρέπονται νὰ μετανοήσουν, ἀλλὰ δὲν ντρέπονται νὰ ἁμαρτάνουν. Ντρέπονται καὶ φοβοῦνται τοὺς ἀνθρώπους μήπως κατηγορηθοῦν πὼς εἶναι μὲ τὸν Χριστὸ καὶ δὲν ντρέπονται καὶ δὲν φοβοῦνται ποὺ εἶναι μὲ τὸ διάβολο.

Ντρέπονται νὰ πᾶνε στὴν Ἐκκλησία, νὰ ἐξομολογηθοῦν, νὰ κοινω-νήσουν καὶ τὸ πιὸ ἁπλό, νὰ κάνουν τὸ σταυρό τους. Τί θὰ πεῖ ὁ κόσμος σκέπτονται. Πῶς θὰ μᾶς κρίνουν οἱ ἄλλοι.

Ἔτσι, ρυθμίζουμε τὸ βίο μας, τὴν πορεία μας, σύμφωνα μὲ τὴν κρίση τοῦ κόσμου. Καὶ τὸ πιὸ σπουδαῖο καὶ ἀνησυχητικό, χάνουμε ἢ δὲν ἐπιδιώκουμε τὴ σωτηρία μας γιὰ χάρη τοῦ κόσμου. Εἴμαστε ἕρμαιοι στὴν κριτικὴ τῶν ἄλλων καὶ ἀφήνουμε τὴ ζωὴ καὶ τὴ σωτηρία μας σὲ χέρια ἀκατάλληλα, ἀνάξια καὶ ἐπικίνδυνα. Δὲν ἔχουμε συνειδητοποιήσει ὅτι ἡ πιὸ σίγουρη ἀποτυχία στὴ ζωή, εἶναι ἡ προσπάθειά μας νὰ τὴν φτιάξουμε ὅπως τὴν θέλουν οἱ ἄλλοι.

Ὁ Ζακχαῖος σήμερα μᾶς δίνει ἕνα γερὸ μάθημα. Μᾶς ὑποδεικνύει νὰ ἀγνοοῦμε αὐτοὺς ποὺ μᾶς βάζουν ἐμπόδια καὶ μᾶς δημιουργοῦν δυσκολίες, ἀφοῦ τὸ θέμα τῆς δικῆς μας σωτηρίας εἶναι προσωπικὸ καὶ μοναδικό.

Καὶ ὅπως αὐτὸς βρῆκε τρόπο νὰ ξεπεράσει τὶς δυσκολίες καὶ νὰ ὑπερνικήσει τὰ ἐμπόδια, μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ἐμεῖς μποροῦμε νὰ πορευτοῦμε. Ἂς μὴν ἰσχυριστοῦμε πὼς ἔχουμε ἐμπόδια ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμά μας, τὴν κοινωνικὴ θέση, τὴν ἡλικία μας, τὶς διάφορες καταστάσεις, τὴν κοινὴ γνώμη. Ὅλα αὐτὰ τὰ βάζουμε στὴν ἄκρη, διότι ἡ σωτηρία μας εἶναι τεράστιο θέμα καὶ καθοριστικό.

Κάνοντας λοιπὸν αὐτὸ τὸ πρῶτο καὶ οὐσιαστικὸ βῆμα, προχωροῦμε στὸ δεύτερο, ποὺ εἶναι νὰ τὰ βροῦμε καὶ νὰ μονοιάσουμε μὲ τοὺς συνανθρώπους μας. Ἡ κοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ σημαίνει καὶ κοινωνία μὲ τὸν πλησίον, ἀφοῦ τὸ ἕνα ἐμπεριέχεται στὸ ἄλλο.

Μὴ νομίσουμε ποτὲ ὅτι τὰ ἔχουμε καλὰ μὲ τὸ Θεό, ὅταν δὲν τὰ ἔχουμε καλὰ μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Λέμε ψέματα, διευκρινίζει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Εἶναι δυνατὸ νὰ λέμε πὼς ἀγαπᾶμε τὸ Θεό, ποὺ δὲν βλέπουμε, ὅταν δὲν ἀγαπᾶμε τοὺς συνανθρώπους μας, ποὺ καθημερινὰ βλέπουμε μπροστά μας;

Μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν κοινωνία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, δὲν μποροῦμε νὰ λειτουργήσουμε διαφορετικά. Σὲ κάθε ἄλλη περίπτωση διασπᾶμε τὴν ἑνότητα καὶ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,
ἂν εἶναι νὰ ντρεπόμαστε γιὰ κάτι, αὐτὸ εἶναι ἡ δική μας ζωὴ ποὺ εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἂν εἶναι νὰ φοβόμαστε, αὐτὸ εἶναι ἡ ἄδικη καὶ ἁμαρτωλὴ τακτική μας.

Τὸ ἐρώτημα ποὺ γεννιέται, εἶναι ἂν ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε τὴν ἀλλαγή. Ἀν ἀναζητοῦμε τρόπο γιὰ τὴ σωτηρία μας.

Ὁ Χριστὸς ἦλθε γιὰ νὰ βρεῖ καὶ νὰ σώσει τοὺς ἁμαρτωλούς. Ὅλους καὶ ἐμᾶς. Βρίσκει ἐκείνους ποὺ προσπαθοῦν νὰ Τὸν συναντήσουν· ποὺ Τὸν ἀναζητοῦν. Φανερώνεται σὲ ἐκείνους ποὺ ἐπιθυμοῦν ν᾽᾿ ἀλλάξουν καὶ ν᾽᾿ ἀναγεννηθοῦν. Λυτρώνει τοὺς ἀποφασιστικοὺς ποὺ ἀφήνουν πίσω τους τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο τῆς φθορᾶς καὶ τῆς πτώσεως καὶ ποθοῦν τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἀφθαρσίας, ὅπως ὁ Ζακχαῖος.

imml.gr

19/1 Κήρυγμα στο Ευαγγέλιο των 10 λεπρών [Ι.Μ. Μεσογαίας]

Από Αρχείο

ΚΥΡΙΑΚΗ IB΄ ΛΟΥΚΑ (ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ) (Λουκ. ιζʹ 12 - 19)

Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀκούσαμε τὴ διήγηση γιὰ τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τῶν δέκα λεπρῶν καὶ θαυμάσαμε τὴ θερμὴ εὐγνωμοσύνη τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς δέκα θεραπευμένους. Αὐτός, «ἰδὼν ὅτι ἰάθη», σημειώνει ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ἐπέστρεψε στὸν Κύριο καὶ μὲ δυνατὴ φωνή, πεσμένος στὸ ἔδαφος, δόξαζε τὸν Θεὸ καὶ εὐχαριστοῦσε τὸν Εὐεργέτη του.

Μὲ αὐτὴ τὴν ἀφορμὴ ἂς δοῦμε ποιὲς εἶναι οἱ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ καὶ πῶς ἐμεῖς μποροῦμε νὰ ἐκφράσουμε πρὸς Ἐκεῖνον τὴν εὐγνωμοσύνη μας.

Οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀλήθεια ἀμέτρητες. Μᾶς δημιούργησε ἐκ τοῦ μηδενὸς καὶ μᾶς δίνει ὅλα τὰ μέσα γιὰ τὴ συντήρησή μας. Ἡ πρόνοιά Του ἁπλώνεται σὲ κάθε πτυχὴ τῆς ζωῆς μας. Τὶς περισσότερες φορὲς ἔχουμε ὅ,τι χρειαζόμαστε πρὶν προλάβουμε νὰ Τοῦ τὸ ζητήσουμε.

Ἀσυγκρίτως μεγαλύτερες εἶναι οἱ πνευματικὲς δωρεές Του, μὲ κορυφαία εὐεργεσία τὸ ὅτι ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του ἔγινε ἄνθρωπος καὶ σταυρώθηκε γιὰ νὰ μποροῦμε ἐμεῖς νὰ ἔχουμε τὴν δυνατότητα νὰ ἀναστηθοῦμε. Μᾶς γλύτωσε ἀπὸ τὴν φοβερὴ κόλαση καὶ μᾶς χάρισε τὴν αἰώνια ζωή. Μᾶς ἔβαλε μέσα στὴν Ἐκκλησία Του, μᾶς ἀξίωσε νὰ γνωρίσουμε τὴν ἀλήθεια, νὰ εἴμαστε Χριστιανοί. Βαπτισθήκαμε, χρισθήκαμε, ζοῦμε μέσα στὴν ἀγκαλιὰ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου πνέει ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γνωρίζουμε τὸ νόημα τῆς ζωῆς. Μποροῦμε νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὸν θάνατο μὲ ἐλπίδα. Μᾶς χάρισε τὸν λόγο Του, τὴν Ἁγία Γραφή, τὸ μεγάλο ὅπλο τῆς προσευχῆς. Λαμβάνουμε ἄφεση ἁμαρτιῶν στὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως. Παίρνουμε τὸν Θεὸ μέσα μας στὸ ἱερὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἔχουμε ἄγγελο φύλακα, βοηθοὺς καὶ συμπαραστάτες μας τοὺς Ἁγίους. Ἔχουμε ἐν Χριστῷ ἀδελφοὺς τοὺς ἄλλους πιστούς.

Εὐεργεσίες ὅμως εἶναι καὶ οἱ θλίψεις ποὺ ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς στὴ ζωή μας. Ναί, εἶναι εὐεργεσίες, διότι ὅταν τὶς ἀντιμετωπίζουμε μὲ πίστη καὶ ὑπομονή, ἐξαγιαζόμαστε. Ἔλεγε ὁ νέος ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης: «Ἡ ὑγεία εἶναι μεγάλο δῶρο. Τὴν ὠφέλεια ὅμως ποὺ δίνει ὁ πόνος, δὲν μπορεῖ νὰ τὴ δώσει ἡ ὑγεία».

Γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ὑπάρχει τρόπος καὶ ἐμεῖς νὰ ἐκδηλώνουμε τὴν εὐγνωμοσύνη μας.

Πρῶτα πρῶτα ἀναγνωρίζοντας τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ. Νὰ κάνουμε ἀποτίμηση καὶ ἀπολογισμὸ τῶν πράξεων καὶ τῶν «σημείων» τῆς κάθε ἡμέρας τῆς ζωῆς μας. Ἔτσι θὰ συνειδητοποιοῦμε τὶς φανερὲς καὶ ἴσως, τὶς πιὸ πολλὲς ἀφανεῖς Του εὐεργεσίες καὶ νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε προσευχητικά. Ἡ προσευχή μας εἶναι καλὸ νὰ μὴν περιέχει μόνον αἰτήματα, ἀλλὰ κυρίως εὐχαριστίες.

Νὰ μετέχουμε πρόθυμα καὶ καρδιακὰ στὴ θεία Λειτουργία, ἡ ὁποία ἔχει κατεξοχὴν εὐχαριστιακὸ χαρακτῆρα.

Τὸ σημαντικότερο ὅμως εἶναι νὰ ἐκ­δηλώνουμε τὴν εὐγνωμοσύνη μας ἔμπρακτα μὲ τὴ ζωή μας. Νὰ κάνουμε ὑπακοὴ στὸ θέλημά Του καὶ ἀναλογιζόμενοι πὼς ὁ Χριστὸς σταυρώθηκε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, νὰ σταυρώσουμε κι ἐμεῖς τὰ πάθη μας.

Ἀδελφοί μου,
στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο ἀκοῦμε τὸν Κύριο νὰ διατυπώνει παράπονο. «Δὲν θεραπεύθηκαν οἱ δέκα; Οἱ ἄλλοι ἐννέα ποῦ εἶναι;». Ὁ Θεὸς φαίνεται νὰ παραπονεῖται γιὰ τὴν ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων, ἂν καὶ δὲν κερδίζει τίποτε ἀπὸ τὶς εὐχαριστίες τους. Οἱ ἄνθρωποι κερδίζουν, διότι ὁ Θεὸς σ᾽᾿ἐκείνους ποὺ Τὸν εὐγνωμονοῦν μὲ λόγια καὶ ἔργα προσθέτει καὶ ἄλλες εὐεργεσίες. Ἂς μάθουμε νὰ λέμε «εὐχαριστῶ» στοὺς εὐεργέτες μας, γιὰ νὰ γινόμαστε ἔμπρακτα, ὅπως ὁ ἕνας λεπρὸς, εὐγνώμονες πρὸς τὸν Σωτῆρα τῆς ζωῆς μας.

Ἀμήν.

imml.gr

22/4 Των Μυροφόρων


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ (Μαρκ. ιε΄ 43- ις΄8)
22 Ἀπριλίου

Πέρασαν ἤδη δύο ἑβδομάδες ἀπὸ τὴν πανεφρόσυνη ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐμεῖς ὡς μέλη τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας συνεχίζουμε νὰ πανηγυρίζουμε καὶ νὰ ζοῦμε μέσα στὴν ἴδια ἀναστάσιμη χαρά. Αὐτὸ τὸ ἀναστάσιμο πανηγύρι εἶναι ἑορτὴ διαρκείας. Δὲν εἶναι μόνον οἱ τρεῖς ἡμέρες. Οὔτε μόνον οἱ σαράντα ἡμέρες μετὰ τὴν Κυριακὴ τὴν Ἀνάσταση. Εἶναι ὁλόκληρο τὸ ἔτος, ἀφοῦ κάθε Κυριακὴ μὲ τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας ἑορτάζουμε πανηγυρικὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μόνον αὐτὸ τὸ λατρευτικὸ τυπικὸ τῆς Ἐκκλησίας ἀρκεῖ γιὰ νὰ δείξει ποιὰ εἶναι ἡ θέση τῆς Ἀναστάσεως στὴ ζωὴ τῶν χριστιανῶν. Εἶναι αὐτὴ ποὺ φωτίζει καὶ νοηματοδοτεῖ τὸν βίο μας. Εἶναι αὐτὴ ποὺ δίνει ἀπαντήσεις καὶ λύσεις στὰ ζωτικὰ προβλήματα ποὺ μᾶς ἀπασχολοῦν, ὅπως τὸ πρόβλημα τοῦ θανάτου καὶ τῆς μετὰ θάνατον ζωῆς.

Ὅπως κάθε ἀναστάσιμη γιορτινὴ ἡμέρα φωτίζει καὶ μία ξεχωριστὴ πτυχὴ τῆς ζωῆς τῶν χριστιανῶν, ἔτσι καὶ ἡ σημερινὴ Κυριακὴ τονίζει ἰδιαίτερα τὴ σχέση τῶν χριστιανῶν γυναικῶν μὲ τὸν ἀναστημένο Χριστό. Κι αὐτὸ τὸ ἐπιτυγχάνει προβάλλοντάς μας τὸ παράδειγμα τῶν μυροφόρων γυναικῶν.

Ποιὲς ἦταν αὐτὲς οἱ μυροφόρες γυναῖκες; Ἦταν μία ὁμάδα γυναικῶν, ποὺ τρία χρόνια ἀκολουθοῦσαν καὶ διακονοῦσαν τόν Ἰησοῦ. Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀναφέρονται τρεῖς ἀπὸ αὐτές. Μαρία ἡ Μαγδαληνή, ἡ Μαρία τοῦ Ἰακώβου καὶ ἡ Σαλώμη. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὲς, ἄλλες γνωστὲς ἦταν ἡ Μαρία, ἡ μητέρα τοῦ Ἰωςὴφ καὶ ἡ Παναγία. Ὅλες αὐτές, μαζὶ καὶ μὲ ἄλλες, εἶχαν μεγάλο πόθο νὰ μαθαίνουν ἀπὸ τὴν διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ παρακολουθοῦν τὴ δράση του. Ἔβλεπαν τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦσε. Πίστευαν στὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἀγαποῦσαν πολύ. Ἔδειχναν τὴν ἀγάπη τους μὲ τὴν θυσία. Δὲν ὑπολόγιζαν τὸν ἑαυτό τους. Δὲν πτοοῦνταν ἀπὸ τὴν περιφρόνηση καὶ τὴν ἐχθρότητα τῶν ἀρχόντων πρὸς τὸν Χριστό. Γιὰ τοὺς ἄρχοντες, τοὺς ἀρχιερεῖς, τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς φαρισαίους, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦταν πρόκληση, γιαυτὸ αἰσθάνονταν ἐχθρικὰ καὶ τὸν περιφρονοῦσαν. Αὐτονόητα περιφρονοῦσαν καὶ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦσαν.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀκριβῶς βρίσκεται τὸ μεγαλεῖο τῶν Μυροφόρων γυναικῶν. Αὐτὸν ποὺ οἱ ἄλλοι τὸν χαρακτήριζαν ὡς πλᾶνο, ὡς φίλο τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ τῶν τελώνων, αὐτὸν ποὺ οἱ ἰσχυροὶ τοῦ κόσμου τὸν περιφρονοῦν, τὸν ἐχθρεύονται, τὸν δικάζουν, τὸν καταδικάζουν καὶ τὸν σταυρώνουν, οἱ Μυροφόρες τὸν πιστεύουν ὡς Κύριο καὶ θεό τους. Τὸν ἀγαποῦν, τὸν διακονοῦν καὶ μένουν κοντά του ἀκόμη καὶ στὶς πιὸ κρίσιμες στιγμές. Ὅταν ὁ Κύριος δικάζεται ἀπὸ τὸν Ἄννα καὶ τὸν Καϊάφα, ὅταν ἀποστέλλεται στὸν Ἡρώδη καὶ ὅταν ἀνακρίνεται ἀπὸ τὸν Πιλᾶτο, ἐκεῖνες παρακολουθοῦν ἀπὸ κοντὰ κάθε βῆμα. Ὅταν ἀνεβαίνει στὸν Γολγοθᾶ φορτωμένος τὸν βαρὺ σταυρό, τὸν ἀκολουθοῦν μὲ σφιγμένη τὴν καρδιά. Ὅταν τὰ καρφιὰ τρυποῦν τὰ ἄχραντα χέρια του, ἐκεῖνες σφίγγουν τὰ δικά τους. Ὅταν δέχεται τοὺς χλευασμοὺς καὶ τὶς ὕβρεις κι ὅταν ἡ λόγχη τρυπάει τὴν ἁγία του πλευρά, περνάει δίστομη ρομφαία τὴν δική τους καρδιά. Στέκονται δίπλα στὸν σταυρὸ βουβές, ἀμίλητες, γεμᾶτες ἀπορία καὶ ἀνθρώπινο πόνο.

Καὶ ὅταν ὅλοι ἐγκαταλείπουν τὸν Χριστό, ὅταν καὶ αὐτοὶ οἱ μαθητές του κρύβονται «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων», οἱ Μυροφόρες ὑπερνικοῦν ὅλα τὰ ἐμπόδια. Ἔρχονται «λίαν πρωῒ, σκοτίας ἔτι οὔσης» στὸ μνημεῖο, γιὰ νὰ περιποιηθοῦν μυρώνοντας τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Διδασκάλου μὲ σεβασμὸ καὶ συνέπεια στὰ νεκρικὰ ἔθιμα. Δὲν τοὺς σταματᾶ κανένας φόβος. Οὔτε τὸ μῖσος τῶν ἀρχόντων, οὔτε τῶν στρατιωτῶν ἡ σκληρότητα, οὔτε τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι. Ὅλα τὰ νικᾶ ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

τὰ πρόσωπα τῶν Μυροφόρων, ποὺ προβάλλονται σήμερα γίνονται τὰ πρότυπα καὶ τὰ παραδείγματα γιὰ τὶς χριστιανὲς γυναῖκες ὅλων τῶν αἰώνων. Κάθε ἀληθινὴ χριστιανὴ εἶναι καὶ μία μυροφόρα τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν ἐποχή της. Κύριο γνώρισμά της εἶναι ἡ γνήσια, ἡ θυσιαστικὴ ἀγάπη τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία.

Ἡ πραγματικὴ χριστιανὴ ὡς μυροφόρα παραμερίζει τὸν ἑαυτό της καὶ φλέγεται ἀπὸ τὸν πόθο νὰ βρίσκεται κοντὰ στὸν Χριστὸ κάτω ἀπὸ ὁποιεσδήποτε συνθῆκες. Στὸν ἱερὸ ναό, στὴ Θεία Λειτουργία, στὸ κήρυγμα, στὴν κατήχηση. Ἡ πραγματικὴ χριστιανὴ γυναίκα ἐπιθυμεῖ καὶ ἀγωνίζεται νὰ κάνει ὅ,τι ἀρέσει στὸν Χριστό. Καὶ τὸ κάνει μὲ ὅλη της τὴν καρδιά. Τὴν θέλει ὁ Χριστὸς ἁπλῆ, ἀνεπητίδευτη, σεμνή, διακριτική; Τὸ κάνει μὲ πολὺ χαρά. Τὴν θέλει ὁ Χριστὸς στὴ διακονία τῶν ἐν ἀνάγκαις ἀδελφῶν; Τὸ κάνει ὁλοπρόθυμα. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο οἱ Μυροφόρες τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας σ’ ὅλους τοὺς αἰῶνες καὶ στὶς μέρες μας, μαρτυροῦν τὴν συνεχιζόμενη στὴν ἱστορία ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀκυρώνοντας ἔμπρακτα τὴν ἀπιστία τοῦ κόσμου, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ φθορὰ καὶ στὸν θάνατο, γιὰ νὰ παρέχουν στὸν καθένα τὴν ἐμπειρία ὅτι «Χριστός Ἀνέστη».

www.imml.gr

Σελίδα 1 από 4