HeadShort.png

16/12 Περὶ τῶν καλουμένων ἐν τῷ δείπνῳ [Θεοφυλάκτου Ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας]

Κυριακή τοῦ Λουκᾶ ΙΑ΄ (ΚΗ΄)

Λουκ. ιδ΄, 16-24

 

Περὶ τῶν καλουμένων ἐν τῷ δείπνῳ, Κεφάλαιον ιδ΄

«Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· Ἔκαμε κάποιος ἄνθρωπος μεγάλο δεῖπνο κι ἐκάλεσε πολλούς. Τὴν ὥρα τοῦ τραπεζιοῦ ἔστειλε τὸ δοῦλο του νὰ πῆ στοῦς καλεσμένους· Ἐλᾶτε, εἴναι ὅλα ἔτοιμα. Κι ἄρχισαν ὅλοι μὲ μιὰ γνώμη νὰ παρακαλοῦν νὰ μὴν παρευρεθοῦν. Ὁ πρῶτος τοῦ εἶπε ἀγόρασα χωράφι καὶ ἔχω ἀνάγκη νὰ βγῶ καὶ νὰ τὸ δῶ. Σὲ παρακαλῶ, θεώρησέ με δικαιολογημένο. Κι ὁ δεύτερος εἶπε ἀγόρασα πέντε ζευγάρια βόδια καί πηγαίνω νὰ τὰ δοκιμάσω. Σὲ παρακαλῶ, θεωρησὲ με δικαιολογημένο. Κι ὁ τρίτος εἶπε. Ἔκαμα τὸ γάμο μου καὶ γι’ αὐτὸ δὲν μπορῶ νἀρθῶ». Κι ὅταν κάποιος ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἦσαν μαζί στὸ τραπέζι εἶπε· μακάριος εἶναι ὅποιος πάρη τὸ γεῦμα του στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ,
ὁ Κύριος τοῦ ἐξηγεῖ πλατύτερα, πῶς πρέπει νὰ φανταζώμαστε τὰ δεῖπνα τοῦ Θεοῦ. Καὶ λέει τὴν παραβολὴ αὐτή, ὀνομάζοντας ἄνθρωπο καὶ τὸν φιλάνθρωπο πατέρα του. Γιατὶ ὅταν ὁ Θεὸς κάνη ὑπαινιγμὸ γιὰ τὴν τιμωρητική του δύναμη ὀνομάζεται στὴν Γραφὴ πάνθηρας καὶ πάρδαλη καὶ ἄρκτος. Ὅταν ὅμως εἶναι νὰ ὑποδηλώση κάποια φιλανθρωπία παρουσιάζεται, ὅπως τώρα, σὰν ἄνθρωπος. Ἐπειδὴ ἡ παραβολὴ μιλᾶ γιὰ τὴν πιὸ μεγάλη φιλανθρωπία ποὺ ἔκαμε σ’ἐμᾶς κάνοντας νὰ κοινωνήσυομε ἀπὸ τὴ σάρκα τοῦ Γιοῦ του, τὸν ἀποκάλεσε «ἄνθρωπο». Καὶ τὴ φιλανθρωπία του αὐτὴ τὴν ἐκάλεσε δεῖπνο μεγάλο, δεῖπνο, γιατὶ στοὺς τελευταίους καιρούς, καὶ ὅπως στὴ δύση τοῦ κόσμου, ἦρθε ὁ Κύριος. Κι εἶναι μεγάλο τὸ δεῖπνο αὐτό, γιατὶ ὀλοφάνερα εἶναι μεγάλο τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας μας. Καὶ τὴν ὥρα τοῦ δείπνου ἔστειλε τὸ δοῦλο του. Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ δοῦλος; Ὁ Γιὸς τοῦ Θεοῦ ποῦ πῆρε δούλου μορφή, κι ἔγινε ἄνθρωπος στάλθηκε στὴ γῆ. Πρόσεξε ἀκόμα πὼς δὲν εἶπε δοῦλο, ἀλλὰ τὸ δοῦλο, αὐτὸν ποὺ μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση του εὐαρέστησε καὶ στάθηκε δοῦλος πιστός. Δὲν ἦταν ἀρεστὸς στὸ Θεὸ μόνο, ἐπειδὴ ἦταν Γιὸς καὶ Θεός ἀλλὰ κι ἐπειδὴ ἦταν ἄνθρωπος, ποὺ αὐτὸς μόνο ἀναμάρτητα ὑπηρέτησε τὰ θελήματα καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Κι ἀφοῦ ἐκπλήρωσε ὅλες τὶς ὑποχρεώσεις, ποὺ ἀπαιτοῦσε ἡ δικαιοσύνη, λέγεται γι’ αὐτὸν ὅτι ἔγινε δοῦλος τοῦ Θεοῦ καὶ Πατέρα του. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο, μόνο αὐτὸς κατ’ ἐξοχὴν μπορεῖ νὰ λέγεται δοῦλος τοῦ Θεοῦ. Κι ὅτι στάλθηκε τὴν ὥρα τοῦ δείπνου σημαίνει τὴν ὡρισμένη καὶ κατάλληλη στιγμή. Κι οὔτε ὑπῆρχε ἄλλη πιὸ κατάλληλη εὐκαιρία, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς βασιλείας τοῦ Αὐγούστου, ὅταν ἔπρεπε νὰ καταλυθῆ ἡ κακία ποὺ εἶχε κορυφωθεῖ. Ὅπως οἱ γιατροὶ ἀφήνουν τὴν ὕπουλη καὶ κακοήθη ἀρρώστια νὰ ἐκδηλώση ὅλη τὴ δύναμή της καὶ τότε χρησιμοποιοῦν τὰ φάρμακά τους, ἔτσι καὶ ἡ ἁμαρτία ἔπρεπε νὰ παρουσιάση ὅλη τὴ ποικιλία της κι ἔπειτα ὁ μεγάλος γιατρὸς νὰ χρησιμοποιήση τὸ φάρμακο. Γι’ αὐτὸ περίμενε ὁ Κύριος νὰ συμπληρώση ὁ διάβολος τὸ μέτρο τῆς κακίας καὶ τότε, ἀφοῦ ἔλαβε σάρκα, μὲ τὴν ἁγία του ζωὴ ἐθεράπευσε κάθε εἶδος κακίας. Στάλθηκε λοιπόν στήν ὥρα, στήν ἐπίκαιρη καὶ κατάλληλη δηλαδὴ στιγμή. Ἔτσι λέει καὶ ὁ Δαβίδ· «Ζώσου τὸ σπαθὶ σου, δυνατὲ, στὸ μηρό σου στὴν ὥρα τῆς ἀκμῆς σου». Σπαθὶ εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ μηρὸς σημαίνει τὴ γέννησή του μέσα στὴ σάρκα, ποὺ ἔγινε τὴν ὥρα τῆς ἀκμῆς, δηλαδὴ τὴν κατάλληλη στιμγή. Καὶ στάλθηκε, γιὰ νὰ μιλήση στοὺς καλεσμένους. Ποιοί εἶναι αὐτοὶ οἱ καλεσμένοι; Ἴσως καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, γιατὶ ὅλους ἐκάλεσε ὁ Θεός νὰ τὸν γνωρίσουν μὲ τὴν τάξη καὶ τὴν ἁρμονία τῆς φύσεως ἀπὸ τὴ μιά, καὶ μὲ τὸ φυσικὸ νόμο ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ἴσως καὶ πιὸ ἰδιαίτερα οἱ Ἰσραηλῖτες, ποὺ τοὺς ἐκάλεσε μὲ τὸ Νόμο καὶ τοὺς Προφῆτες. Σ’ αὐτοὺς ἐστάλθηκε πρῶτα ὁ Κύριος, στὰ πρόβατα τοῦ Ἰσραήλ. Αὐτὸς λοιπὸν ἔλεγε· Ἐλᾶτε, γιατὶ εἶναι πιὰ ἕτοιμα ὅλα. Σ’ ὅλους εὐαγγελιζόταν ὁ Κύριος ὅτι εἶναι κοντά μας καὶ μέσα μας ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Κι αὐτοὶ ἄρχισαν μὲ μιὰ γνώμη ν’ ἀρνοῦνται νὰ παρευρεθοῦν, σὰ νὰ τοὺς δόθηκε σύνθημα. Ὅλοι οἰ ἄρχοντες τῶν Ἰδουδαίων, ἀφοῦ ἀρνήθηκαν νὰ ἔχουν βασιλιά τους τὸν Ἰησοῦ, δὲν ἀξιώθηκαν καὶ τὸ δεῖπνο. Ἄλλος ἀπὸ ἀγάπη τοῦ πλούτου, κι ἄλλος τῶν ἡδονῶν. Αὐτὸς ποὺ ἀγόρασε τὸ χωράφι κι ὁ ἄλλος τὰ ζευγάρια τῶν βοδιῶν, πρέπει νὰ θεωρηθοῦν σὰν φίλοι τοῦ πλούτου καὶ φιλήδονος αὐτὸς ποὺ ἔκαμε τὸ γάμο του. Κι ἄν θέλης, χωράφι ἀγοράζει αὐτὸς ποὺ ἀπὸ τὴ σοφία τοῦ κόσμου δὲν παραδέχεται τὸ μυστήριο. Χωράφι ὁ κόσμος καὶ γενικὰ ἡ φύση κι αὐτὸς ποὺ τὴ φύση βλέπει δὲν παραδέχεται τὸ ὑπερφυσικό. Ἀποβλέποντας λοιπὸν ὁ Φαρισαῖος στὸ χωράφι, δηλαδὴ ἔχοντας τὸ νοῦ του στοὺς νόμους τῆς φύσεως δὲν παραδέχτηκε ὅτι ἡ Παρθένος ἐγέννησε τὸ Θεό, ἐπειδὴ εἶναι ὑπερφυσικό. Ἀλλὰ κι αὐτοὶ ποὺ ὅλοι καυχιοῦνται γιὰ κοσμικὴ σοφία, γιὰ τὸ χωράφι τοῦτο, δηλαδή, τὴ φύση, ἁγνόησαν τὸν Ἰησοῦ, ποὺ ἀνανέωσε τὴ φύση. Μ’ αὐτὸν τέλος ποὺ ἀγόρασε τὰ πέντε ζευγάρια βόδια καὶ τὰ δοκιμάζει, μπορεῖ νὰ ἐννοήσης καὶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀγαπᾶ τὴν ὕλη, ποὺ ἔδεσε τὶς πέντε αἰσθήσεις τῆς ψυχῆς μὲ τὶς αἰσθήσεις τοῦ σώματος κι ἔκαμε σάρκα τὴν ψυχή. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ἀφοῦ εἶναι ἀπασχολημένος μὲ τὴ γῆ, δὲ θέλει νὰ πάρη μέρος στὸ πνευματικὸ δεῖπνο. Ρωτᾶ καὶ ὁ σοφός· «τί νὰ καταλάβη αὐτὸς ποὺ κρατάει τὸ ἀλέτρι»; Κι αὐτὸς ποὺ χάνει τὴ θέση του στὸ δεῖπνο γιὰ τὴ γυναῖκα, μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ φιλήδονος, ποὺ τὴ σάρκα, τὴ σύντροφο τῆς ψυχῆς, ποθῶντας περισσότερο καὶ μένοντας μέσα σ’ αὐτή, δὲν μπορεῖ ν’ ἀρέση στὸ Θεό. Μπορεῖς ὅμως νὰ τὰ ἐξηγήσης καὶ κυριολεκτικά· χάνομε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ χωράφια καὶ γιά ζευγάρια βοδιῶν καὶ γιὰ γάμους, μένοντας κολλημένοι σ’ αὐτὰ καὶ ξοδεύοντας σ’ αὐτὰ ὅλη τὴ ζωή μας καὶ κάποτε φτάνοντας νὰ χύνωμε καὶ αἷμα. Καὶ δὲν ἔχομε στὸ νοῦ μας οὔτε ἐκτελοῦμε καμμιὰ βουλὴ τοῦ Θεοῦ καὶ κανένα λόγο.

«Ἦρθε ὁ δοῦλος καὶ τὰ ἀνάφερε αὐτὰ στὸν Κύριό του. Τότε θύμωσε ὁ οἰκοδεσπότης κι εἶπε στὸν δοῦλο του. Ἔβγα γρήγορα στὶς πλατεῖες καὶ στοὺς δρόμους τῆς πόλεως καὶ φέρε στὸ σπίτι τοὺς φτωχούς, τοὺς ἀναπήρους, τοὺς κουτσοὺς καὶ τοὺς τυφλοὺς. Κι ὁ δοῦλος εἶπε. Κύριε, ἔγινε ὅπως εἶπες κι ἀκόμα ὑπάρχει τόπος. Κι εἶπε ὁ Κύριος στὸ δοῦλο· Ἔβγα στοὺς δρόμους καὶ στοὺς φράχτες τῶν χωραφιῶν καὶ πίεσέ τους νἀρθοῦν γιὰ νὰ γεμίση τὸ σπίτι. Σᾶς βεβαιώνων ὅτι κανένας ἀπὸ τοὺς καλεσμένους μου ἐκείνους δὲ θὰ δοκιμάση τὸ φαγητό μου». Ἐκδιώχθηκαν οἱ ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων καὶ κανένας ἀπ’ αὐτοὺς δὲν ἐπίστεψε στὸ Χριστό, ὅπως καὶ οἱ ἴδιοι μὲ κακία καυχιόνταν· «Μήπως ἐπίστεψε κάποιος ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες σ’ αὐτόν»; Αὐτοὶ λοιπὸν οἱ διδάσκαλοι τοῦ Νομου καὶ οἱ Γραμματεῖς, ὅπως λέει ὁ προφήτης ἀπὸ ἀνοησία ξέπεσαν ἀπὸ τὴ χάρη. Δέχτηκαν ὅμως πρόσκηση οἱ ἁπλοῖ Ἰουδαῖοι ποὺ παρομοιάζονται μὲ κουτσοὺς, τυφλοὺς καὶ ἀνάπηρους, οἱ κουτοὶ τοῦ κόσμου κι οἱ ἀσήμαντοι. Γιατὶ ὁ κόσμος ἐθαύμαζε τοὺς λόγους, ποὺ ἐμπνευσμένοι ἀπὸ τὴ χάρη, ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Ἰησοῦ καὶ χαιρόταν μὲ τὴ διδασκαλία του. Ὕστερ’ ἀπ’ αὐτὸ μπῆκαν κι αὐτοὶ ποὺ πορέρχονται ἀπὸ οτὺς Ἰουδαίους, οἱ διαλεχτοί, αὐτοὶ ποὺ τοὺς προώρισε ὁ Θεὸς γιὰ τὴ δόξα του, ὁ Πέτρος καὶ οἱ γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου, μπῆκαν κι οἱ μυριάδες ἐκείνων ποὺ πίστεψαν –ξεχύνεται καὶ στοὺς εἰδωλολατρικοὺς λαοὺς ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, γιατὶ μ’ αὐτοὺς ποὺ ἦσαν στοὺς δρόμους καὶ στοὺς φράχτες πρέπει νὰ ἐννοήσωμε τοὺς ἐθνικούς. Οἱ Ἰσραηλῖτες ἦταν βέβαια μέσα στὴν πόλη, ἀφοῦ καὶ τὸ νόμο εἶχαν δεχθῆ καὶ μὲ περισσότερη λεπτότητα συμπεριφέρονταν. Οἱ εἰδωλολάτρες ὅμως, ἐπειδὴ ἦσαν ξένοι πρὸς τὶς διαθῆκες καὶ ἄσχετοι ἀπὸ τὴ νομοθεσία τοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν ἦσαν συμπολῖτες τῶν ἁγίων, δὲν ἐπλανιόνταν σ’ἕνα μονάχα ἀλλὰ σὲ πολλοὺς δρόμους, τῆς ἀνομίας καὶ τὴς στενοκεφαλιᾶς καὶ στοὺς φραγμούς, ἐννοῶ τὶς ἁμαρτίες. Ἡ ἁμαρτία εἶναι μεγάλος φραγμὸς καὶ μεσότοιχο ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸ Θεό. Τὴ διαγωγὴ λοιπὸν τῶν ἐθνῶν, ποὺ ἔμοιαζε μὲ τῶν ζώων κι ἦταν χωρισμένη σὲ πολλὲς γνῶμες, ὑπονοεῖ μὲ τοὺς δρόμους καὶ μὲ τοὺς φραγμοὺς, τὴν ἁμαρτωλὴ ζωὴ τους. Καὶ δὲν προστάζει νὰ τοὺς καλέσουν ἁπλῶς ἀλλὰ νὰ τοὺς πιέσουν, μολονότι ἡ πίστη εἶναι προαιρετικὴ σ’ ὅλους. Εἶπε ὅμως «ἀνάγκασέ τους» γιὰ νὰ καταλάβωμε ὅτι εἶναι σημάδι τῆς μεγάλης δυνάμεως τοῦ Θεοῦ νὰ πιστέψουν οἱ εἰδωλολάτρες, ἄν κι ἔχουν τόσο μεγάλη ἄγνοια. Γιατὶ ἄν δὲν ἦταν μεγάλη ἡ δύναμη τοῦ κηρύγματος καὶ φανερὴ ἡ ἀλήθεια τοῦ λόγου, πῶς θὰ γινόταν ἄνθρωποι, ποὺ ἦσαν τρελλοὶ μὲ τὰ εἴδωλα καὶ ἀσχημονοῦσαν μὲ τὸ σακκί, νὰ καταλάβουν τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ νὰ ζήσουν πνευματικὴ ζωή; Θέλοντας λοιπὸν νὰ δηλώση τὴν παράδοξη μεταβολὴ στὴν κατάστασή τους τὴν ὠνόμασε ἀνάγκη. Θὰ ἔλεγε κανένας ὅτι καὶ μόλο ποὺ δὲν ἤθελαν οἱ Ἕλληνες νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ εἴδωλα καὶ τὶς ἀπολαύσεις, ἀναγκάστηκαν ὡστόσο νὰ τ’ ἀποφύγουν ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τοῦ κηρύγματος. Ἐξ ἄλλου καὶ ἡ δύναμη τῶν θαυμάτων δημιουργοῦσε μεγάλη ἀνάγκη νὰ περάσουν στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Καὶ καθημερινὰ στρώνεται αὐτὸ τὸ τραπέζι καὶ προσκαλούμαστε ὅλοι στὴ βασιλεία, ποὺ ὁ Κύριος καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν καταβολὴ ἀκόμα τοῦ κόσμου ἑτοίμασε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Ὡστόσο ἄλλοι ἀπὸ τὶς σοφιστικὲς μικρολογίες, κι ἄλλοι ἀπὸ τὴν ἀγάπη τους στὴν ὕλη κι ἄλλοι ἀπὸ τὸ σαρκικὸ φρόνημά τους δὲ γινόμαστε ἄξιοι γι’ αὐτήν. Καὶ τὴ χαρίζει ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ σὲ ἄλλους ἁμαρτωλούς, ποὺ εἶναι τυφλὰ τὰ μάτια τοῦ νοῦ τους καὶ δὲν κατανοοῦν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἤ ποὺ τὸ κατανοοῦν ἀλλὰ εἶναι κουτσοὶ κι ἀδρανοῦν νὰ τὸ πράξουν. Καὶ γενικὰ σὲ φτωχοὺς ποὺ ἐξέπεσαν ἀπὸ τὴν οὐράνια δόξα, καὶ σὲ ἀνάπηρους ποὺ ἡ ζωὴ τους δὲν παρουσιάζεται ἄψογη. Σ’ αὐτοὺς τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ εἶναι στὶς πλατείες, καὶ τριγυρίζουν στοὺς φαρδιοὺς δρόμους τῆς ἁμαρτίας στέλνει ὁ Πατέρας τὸ δειπνοκαλεστὴ Γιὸ του, ποὺ καὶ δοῦλος ἀκόμα ἔγινε κατὰ τὴ σάρκα, ποὺ δὲν ἦρθε νά καλέσῃ τοὺς δικαίους ἀλλὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς. Καὶ παραθέτει τραπέζι πλούσιο σ’ αὐτοὺς ἀντὶ στοὺς ἄλλους, ποὺ ἔχουν τὴ σοφία καὶ τὸν πλοῦτο καὶ χαρίζονται στὴν σάρκα. Σὲ πολλοὺς στέλνοντας ἀρρώστιες καὶ κινδύνους τοὺς κάνει ὅλους ν’ ἀρνηθοῦν αὐτὴ τὴν ζωή, γιά λόγους ποὺ ἐκεῖνος γνωρίζει, καὶ τοὺς φέρνει στὸ τραπέζι του, σὰν ἀνάγκη στέλνοντας τους τὴ ἀπειλὴ τῶν κινδύνων. Ὑπάρχουν πολλὰ παραδείγματα γι’ αὐτὸ. Μᾶς δίνει κι ἕνα πιὸ πρόχειρο νόημα ἡ παραβολή· νά κάνωμε χάρη περισσότερο στοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀνάπηρους παρὰ στοὺς πλούσιους. Σ’ αὐτὸ καὶ πρὶν ἀπὸ λίγο παρακινοῦσε, γι’ αὐτὸ τὸ ἴδιο φάνηκε ὅτι εἴπε τὴν παραβολή, ἐπιβεβαιώνοντας μ’ αὐτή, ὅτι πρέπει νὰ τρέφωμε τοὺς φτωχούς. Καὶ κάτι ἄλλο μαθαίνομε, ὅτι ὀφείλομε νὰ εἴμαστε ἔτσι πρόθυμοι καὶ φιλότιμοι στὴν ὑποδοχὴ τῶν ἀδελφῶν μας, ὥστε, καὶ χωρὶς νὰ θέλουν, νὰ τοὺς ἀναγκάζωμε νὰ παίρνουν μέρος στὰ ἀγαθά μας. Αὐτὸ ἀποτελεῖ καὶ γιὰ τοὺς δασκάλους τῆς πίστεως μεγάλο δίδαγμα, ὥστε νὰ διδάσκουν τοὺς μαθητάς τους τὸ ὀρθὸ καὶ χωρὶς νὰ θέλουν.

Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου
Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον
Τόμος Δεύτερος
Ἀθῆναι 1969

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com

9/12 Ἡ θεραπεία τῆς συγκυπτούσης. (Λουκ.13,10 —17) Ἀρχιμανδρίτης Ἰωήλ Γιαννακόπουλος

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι ΛΟΥΚΑ Ἡ θεραπεία αὕτη ἐγένετο ὡς ἑξῆς: Ὀλίγον χρόνον μετὰ τὰ ἀνωτέρω, ὁ Κύριος «ἦν διδάσκων ἐν μιᾷ τῶν συναγωγῶν ἐν τοῖς Σάββασι». Κάποιο Σάββατον ὁ Κύριος ἐδίδασκεν εἰς κάποιαν Συναγωγὴν «Ἰδοὺ γυνὴ ἦν πνεῦμα ἔχουσα ἀσθενείας ἔτη δέκα καὶ ὀκτώ». Αἰφνιδίως ἐμφανίζεται μία γυναῖκα ἀσθενὴς ἐπὶ 18 ἔτη, τῆς ὁποίας ἡ νόσος προήρχετο ἐκ δαιμονικῆς ἐνεργείας. Ἡ γυνὴ αὕτη ἦτο εὐσεβής, διότι παρὰ τὴν νόσον της μετέβη εἰς τὴν Συναγωγήν, ἵνα ἀκούσῃ τὸν Θεῖον λόγον. Αὕτη «ἦν συγκύπτουσα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές». Ἔπασχε δηλαδὴ ἐκ ραχιτικῆς τινος νόσου, ἦτο κεκυφυῖα τὸν κορμόν, μὴ δυναμένη νὰ ἀνακύψῃ οὐδόλως τὴν κεφαλὴν ἄνω˙ ἦτο διπλωμένη εἰς τὰ δύο ἐπὶ δεκαοκτὼ ἔτη. «Ἰδὼν αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς» εὐσπλαγχνισθεὶς αὐτὴν καὶ ἄνευ παρακλήσεώς της ἀμείβει τὴν εὐσέβειάν της, διότι παρ' ὅλην τὴν παραμορφωτικὴν νόσον δὲν ἀπουσιάζει τῆς Συναγωγῆς «προσεφώνησε καὶ εἶπεν αὐτῇ» τὴν ἐκάλεσε καὶ τῆς εἶπε «γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου» ἔσο ἐλευθέρα ἐκ τῆς νόσου. «Καὶ ἀπέθηκεν αὐτῇ τὰς χεῖρας» ἀκούμπησε τὰς χεῖρας Του εἰς αὐτὴν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς συγκυπτούσης καὶ εἰς δήλωσιν, ὅτι ἡ θεραπεία προήρχετο ἐκ τῶν παναχράντων χειρῶν Του. «Καὶ παραχρῆμα» ἀμέσως «ἀνωρθώθη» ἐσηκώθη «καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν». Θεραπευθεῖσα δηλαδὴ αὕτη, ἀνακύψασα καὶ ἰδοῦσα τὸν Χριστὸν πρῶτον δοξάζει τὸν Θεὸν διὰ τὴν θεραπείαν της. Ὁ Ἀρχισυνάγωγος, πλήρης Φαρισαϊκῶν προλήψεων, ἀγανακτεῖ ἀπὸ φθόνον διὰ τὴν θεραπείαν ταύτην κατὰ τὸ Σάββατον καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν Ἰησοῦν ἀπ' εὐθείας λέγει πρὸς τὸν λαὸν πομπωδῶς καὶ ἀνοήτως «ἓξ ἡμέραι εἰσίν, ἐν αἷς δεῖ ἐργάζεσθαι˙ ἐν ταύταις οὖν ἐρχόμενοι, θεραπεύεσθε καὶ μὴ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Σαββάτου». Ἓξ ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος εἶναι ἐργάσιμοι. Κατ' αὐτὰς γίνονται καὶ θεραπεῖαι. Κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου ἀπαγορεύεται ἡ θεραπεία. Ἔγινε ὅμως! Εἶχε τὴν ἀπαίτησιν οὗτος ἀπὸ τὴν γυναῖκα νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀνόρθωσίν της διὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ἐπειδὴ ἦτο ἀργία! Ἀπεκρίθη εἰς αὐτὸν ὁ Κύριος καὶ εἶπεν «ὑποκριτά, ἕκαστος ὑμῶν τῷ Σαββάτῳ οὐ λύει τὸν βοῦν αὐτοῦ ἢ τὸν ὄνον» κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου ὁ Ἑβραῖος δὲν λύει τὸ βόδι του ἢ τὸ γαϊδούρι του «ἀπὸ τῆς φάτνης καὶ ἀπαγαγὼν» καὶ ὁδηγὼν αὐτὸ εἰς τὴν βρύσην «ποτίζει αὐτό; ταύτην δὲ θυγατέρα Ἀβραὰμ οὖσαν» αὐτὴ ἡ ὁποία εἶναι ἄνθρωπος καὶ Ἑβραία, ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ, «ἣν ἔδησεν ὁ Σατανᾶς ἰδοὺ δέκα καὶ ὀκτὼ ἔτη» τὴν ὁποίαν διὰ νόσου ἔδεσεν ὁ Σατανᾶς 18 ἔτη, «οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπὸ τοῦ δεσμοῦ τούτου τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Σαββάτου;» δὲν ἔπρεπε νὰ λυθῇ τῆς νόσου ἐκ δαιμονικῆς ἐνεργείας κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου; Ὁ Κύριος ὀνομάζει τὸν Ἄρχοντα τῆς Συναγωγῆς ὑποκριτήν, διότι εἰς μὲν τὰ χείλη εἶχε τὴν εὐσέβειαν εἰς δὲ τὴν καρδίαν τὸν φθόνον. Ὁ Νόμος ἐπέτρεπε τὸ λύσιμον καὶ πότισμα τῶν ζώων κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου. Τὸ μέγεθος τοῦ συλλογισμοῦ τοῦ Κυρίου ἀφ' ἑνὸς καὶ τῆς ὑποκρισίας καὶ τοῦ φθόνου τῶν Φαρισαίων ἀφ' ἑτέρου φαίνεται ἐκ τῶν ἀντιθέσεων ὡς ἑξῆς: Κόρη Ἀβραὰμ ἡ μέν, ζῶον ἄλογον τὸ δέ! Δέσιμον τῆς μὲν ἦτο ἀσθένεια φρικτή, δέσιμον τοῦ ζώου ὑπὸ τοῦ ἀνθρώπου διὰ σχοινίου! Ἐπὶ δεκαοκτὼ ἔτη ἡ μὲν δεμένη εἰς τὴν ἀσθένειαν, οὔτε μίαν ἡμέραν τὸ ζῶον δεμένον! Καὶ ὅμως διὰ τὸ ζῶον παρεβαίνετο ἡ ἀργία τοῦ Σαββάτου διὰ νὰ ποτισθῇ! «Καὶ ταῦτα λέγοντος Αὐτοῦ κατῃσχύνοντο πάντες οἱ ἀντικείμενοι Αὐτῷ καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἔχαιρεν ἐπὶ πᾶσι τοῖς ἐνδόξοις τοῖς γινομένοις ὑπ' Αὐτοῦ». Ἡ ἐντύπωσις εἰς τὸν λαὸν ὑπῆρξε τεραστία καὶ εἰς τὰς δύο μερίδας ἐχθρικὰς καὶ φιλικὰς πρὸς τὸν Ἰησοῦν. Καὶ οἱ μὲν ἐχθρικῶς διακείμενοι ἔμειναν βωβοὶ ἀπὸ ἐντροπήν, οἱ δὲ φιλικῶς διακείμενοι ἦσαν πλήρεις χαρᾶς καὶ θαυμασμοῦ. Θέμα: Περὶ Κατακρίσεως Ὁ Κύριος θεραπεύει τὴν συγκύπτουσαν. Ὁ Ἀρχισυνάγωγος ὅμως τὴν ἀγαθοεργίαν ταύτην τοῦ Κυρίου θεωρήσας ὡς ἁμαρτίαν κατακρίνει Αὐτόν. Θέλων δὲ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν κατάκρισίν του ταύτην καταφεύγει εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφήν. «Ἓξ ἡμέραι εἰσὶν ἐν αἷς δεῖ ἐργάζεσθαι...» καὶ ἔτσι δικαιολογεῖ τὴν κατάκρισίν του. Ὁ Κύριος θέλων νὰ θεραπεύσῃ τὴν κατάκρισιν τοῦ Ἀρχισυναγώγου δὲν ὁμιλεῖ ὄπισθεν τοῦ Ἀρχισυναγώγου, ἀλλὰ κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ ἀποκαλύπτων τὴν κακίαν του διὰ τοῦ «ὑποκριτὰ» καὶ ἀνατρέπων τὴν δικαιολογίαν τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου δι' ἄλλων Γραφικῶν χωρίων συνιστώντων τὴν διὰ λόγους ἀνάγκης εἴς τινας περιστάσεις κατάργησιν τῆς ἀργίας ταύτης. Ἔχομεν ἑπομένως ἐνώπιόν μας τὸν Ἀρχισυνάγωγον κατακρίνοντα καὶ τὸν Κύριον ἐλέγχοντα αὐτόν. Ἔχομεν τὸν Ἀρχισυνάγωγον διαπομπεύοντα τὴν θεραπείαν τοῦ Κυρίου καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ θύματός του, τὸν δὲ Ἰησοῦν ἀποκαλύπτοντα τὴν κακίαν αὐτοῦ. Συνεπῶς δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ κατακρίσεως ἔχοντες ὑπ' ὄψιν μας τὸν πρῶτον, τὸν Ἀρχισυνάγωγον, περὶ θεραπείας ταύτης ἔχοντες ὑπ' ὄψιν μας τὸν δεύτερον, τὸν Ἰησοῦν, τὸν Σωτῆρα. Α'. Κατάκρισις: Κατάκρισις εἶναι ἡ ἐν ἀπουσίᾳ τινὸς διαπόμπευσις τῶν κατὰ τὴν γνώμην μας κακιῶν του. Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι πάντες ἔχομεν τὰς ἀσθενεῖς μας πλευράς, τὰ σφάλματά μας καὶ ἡ κρίσις εἶναι αὐτόματος λειτουργία τοῦ μυαλοῦ μας. Ἑπομένως ἡ κατάκρισις φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως θεμιτή. Ἂν δὲ λάβωμεν ὑπ' ὄψιν μας, ὅτι εἴμεθα κατ' εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοῦ κρίνοντος τὸν κόσμον, θέλει φανῇ, ὅτι καὶ ἡμεῖς ὡς κατ' εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωμεν. Βεβαίως τὸ δικαίωμα καὶ ἡ ἱκανότης νὰ κρίνωμεν μίαν πρᾶξιν, ἂν εἶναι καλὴ ἢ κακή, εἶναι δῶρον Θεοῦ, διότι κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ γίνωμεν ἐνάρετοι, διότι θὰ ἀποφεύγωμεν τὸ κακὸν καὶ θὰ πράττωμεν τὸ καλόν. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως τοῦ νὰ χωρίζωμεν μίαν πρᾶξιν καλὴν ἀπὸ τὴν κακὴν μέχρι τοῦ σημείου νὰ διαπομπεύωμεν τὸν πράττοντα ὑπάρχει μεγάλη διαφορά. Ἡ κατάκρισις, ἡ διαπόμπευσις τῶν κακιῶν τοῦ ἄλλου δὲν εἶναι μόνον δημοσίευσις τῶν κακιῶν τούτου, ἀλλὰ ἔκφρασις καὶ τῆς ἰδικῆς μας κακίας, εἶναι ἐμπάθεια! Τότε ἡ γλῶσσα τοῦ κατακρίνοντος γίνεται «πῦρ καὶ ὁ κόσμος τῆς ἀδικίας», κατὰ τὸν Ἀπόστολον Ἰάκωβον. Ὁ Ἀρχισυνάγωγος κατακρίνει τὸν Ἰησοῦν ὄχι κατὰ πρόσωπον, ἀλλὰ ὄπισθεν «τῷ ὄχλῳ» ὅπως λέγει ὁ Εὐαγγελιστής. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ παρ' ἡμῖν. Ἡ κατάκρισις γίνεται ὄπισθεν τοῦ κατακρινομένου. Ἡ κατάκρισις εἶναι πολύμορφος, εὔκολος καὶ δικαιολογήσιμος. Ἡ κατακρίνουσα γλῶσσα εἶναι πολύμορφος, διότι εἶναι πλήρης πάσης κακίας. Καὶ πράγματι. Ἡ γλῶσσα εἶναι φωτιά˙ Ἡ φωτιά, ὅ,τι δὲν δύναται νὰ κάψῃ, τὸ μαυρίζει. Τὸ ἴδιον κάμνει καὶ ἡ γλῶσσα, ἡ ὁποία κατακρίνει. Ἡ κατάκρισις εἶναι μῖσος, τὸ ὁποῖον σκορπίζει τὴν χολὴν τῆς καρδίας, εἰς τὰ λόγια ὅλων, εἶναι χαμερπὴς ζηλοτυπία, ἡ ὁποία πληγωμένη ἀπὸ τὰ χαρίσματα τοῦ ἄλλου, μεταβάλλει αὐτὰ εἰς ψεγάδια, εἶναι ἀπεχθὴς διπροσωπία, ἡ ὁποία ἐνῶ ἔμπροσθεν ἐπαινεῖ, ὄπισθεν ξεσχίζει. Ἡ κατάκρισις εἶναι ἐλαφρότης ἀνυπόφορος μὴ δυναμένη νὰ περιορίσῃ τὰ λόγια της, βαρβαρότης, διότι δυσφημεῖ ἀπόντας. Ἡ κατάκρισις εἶναι ἀδικία, διότι ἀφαιρεῖ τὸ πολυτιμότερον ἀγαθόν, τὴν ὑπόληψιν, εἶναι τυφλότης, διότι δὲν βλέπει τὰ ἴδια σφάλματα. Οἱ ἔπαινοί της εἶναι δηλητήριον καὶ ἡ σιωπή της φαρμάκι! Ἰδοὺ ἡ πολυμορφία τοῦ κακοῦ τούτου τῆς κατακρίσεως. Ἀλλὰ τὸ κακόν τῆς κατακρίσεως αὐξάνει μὲ τὴν εὐκολίαν ποὺ γίνεται καὶ διαδίδεται. Εἰς ἕνα μόνον ἔμπιστόν σου ἀπεκάλυψας σὺ καὶ ἕνα μόνον ἁμάρτημα τοῦ πλησίον σου. Ὁ ἔμπιστός σου εὑρῆκε ἄλλον ἔμπιστον ἰδικόν του καὶ φανεὶς ἀδιάκριτος ὅπως καὶ σὺ ἀνεκοίνωσεν εἰς αὐτὸν τὸ ἁμάρτημα εἰς δευτέραν ἔκδοσιν ἐπηυξημένην δι' ἀτομικῶν σχολίων, τὰ ὁποῖα ἤντλησε ἐκ τοῦ πάθους του, τοῦ συμφέροντός του. Ὁ ἰδικός σου ἔμπιστος θὰ ἔχῃ τὸν ἰδικόν του ἔμπιστον, ἐκεῖνος πάλιν τὸν γνωστόν, συγγενῆ καὶ φανερῶς ἢ ὑπὸ τύπον ἐχεμυθείας θὰ ἀνακοινώσῃ εἰς αὐτὸν τὸ κακὸν καὶ ἔτσι τὸ κακὸν ἁπλώνεται. Ὁμοιάζει σὰν μία σπίθα, σὰν ἕνα σπίρτο κατ' ἀρχάς, τὸ ὁποῖον ἄναψε καὶ ἀργότερα μεταβάλλεται εἰς πυρκαϊὰν καὶ καίει δάση καὶ χωριά. Ὁμοιάζει σὰν ἕνα ρυάκιον κατ' ἀρχάς, τὸ ὁποῖον δεχόμενον καθ' ὁδὸν τὰ νερὰ ἄλλων ρυακίων, γίνεται σιγὰ — σιγὰ ποτάμι ὁρμητικόν, τὸ ὁποῖον κατακλύζει πόλεις καὶ χωριά. Τὸ ἴδιον εἶναι καὶ ἡ κατάκρισις. Κατ' ἀρχὰς μία ἀστειότης, μία ἐπιπολαιότης, μία ἁπλῆ ὑπόθεσις, μία ἁπλῆ σκέψις, ἕνας ἐλαφρὸς λόγος. Κατόπιν γίνεται κραυγή, κατάρα, θέμα πάντων, ὑπόθεσις γενική. Ὥστε τὸ ἕνα ἁμάρτημα ἔγινε πολλά, ὁ ἕνας σὺ ἔγιναν πολλοί. Πηγὴ ὅλων αὐτῶν; Ἡ ἀδιακρισία σου καὶ ἡ εὐκολία τοῦ κακοῦ τούτου! Ἀλλὰ τὸ μέγεθος τοῦ κακοῦ τούτου δὲν φαίνεται μόνον ἐκ τῆς πολυμορφίας καὶ εὐκολίας του ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς δ ι κ α ι ο λ ο γ ί α ς. Λέγουν οἱ κατακρίνοντες δικαιολογούμενοι. Δὲν μιλοῦμεν περὶ μεγάλων ἁμαρτημάτων, ἀλλὰ περὶ μικρῶν, ὄχι διὰ νὰ σκοτώσωμέν τινα, ἀλλὰ διὰ νὰ περάσωμεν τὴν ὥραν, νὰ γελάσωμεν, νὰ διασκεδάσωμεν. Δὲν ἔχομεν, λέγουν, κακὴν διάθεσιν. Μὲ τὴν δικαιολογίαν αὐτὴν αὐξάνουν τὰ παραγεμίσματα, μεγαλοποιοῦν τὸ κακόν. Πῶς; Μὲ μορφασμούς, χειρονομίας, μειδιάματα, ὑπομειδιάματα, ἱστορίας φιλοτεχνημένας ἐπὶ παραγγελίᾳ, ὥστε νὰ ἀρέσουν. Κάμνουν νύξεις διὰ νὰ ἀνοίξωσι περισσότερον τὸ πνεῦμα τοῦ ἄλλου σὲ χίλιες δύο ὑπόνοιες, σιωπῶσιν διὰ νὰ τὸν ἀφίσωσιν νὰ ἐννοήσῃ περισσότερα ἀπ' ὅ,τι θέλουν νὰ εἴπωσιν. Ἰδοὺ τὸ κακόν της κατακρίσεως. Ἰδοὺ ἡ πολυμορφία, ἡ εὐκολία, ἡ δικαιολογία. Πῶς θὰ θεραπευθῇ τὸ κακὸν τοῦτο; Ἡ θ ε ρ α π ε ί α. Ὁ Κύριος, ὁ ἔνσαρκος λόγος, ἤλεγξε τὸν Ἀρχισυνάγωγον ἀποκαλύψας εἰς αὐτὸν τὴν κρυμμένην κακίαν του καὶ ἀνατρέψας τὸ δικαιολογητικὸν ἐκ τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἐπιχείρημα τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου. Καὶ ἡμεῖς, ἂν ἐπιθυμῶμεν νὰ θεραπευθῶμεν ἐκ τοῦ κακοῦ τῆς κατακρίσεως, ἂς τεθῶμεν ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ Προφορικοῦ καὶ Γραπτοῦ λόγου τοῦ Κυρίου καὶ ἂς ἐλέγξωμεν τὴν κακίαν τῆς κατακρίσεως εἰς τὸ σαθρὸν τῶν δικαιολογιῶν. Τ ὸ σ α θ ρ ὸ ν τ ῶ ν δ ι κ α ι ο λ ο γ ι ῶ ν: Λέγεις ὅτι ὁμιλεῖς περὶ μικρῶν ἁμαρτημάτων. Ἀπάντησις: Δὲν γνωρίζεις ὅτι ὅσο μικρότερα εἶναι τὰ σφάλματα τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὰ ὁποῖα κατακρίνεις, τόσον πονηρότερος εἶσαι, διότι δείχνεις μὲ αὐτὸ ὅτι τίποτα δὲν σοῦ διαφεύγει; Ὅ,τι κατακρίνεις σὺ τοὺς ἄλλους, εἶναι μηδαμινό, ὅ,τι μηδαμινὸν ἰδικόν σου κατακρίνουν οἱ ἄλλοι, εἶναι ἀνυπόφορον. Λέγεις ὅτι κατακρίνεις διὰ νὰ γελάσῃς, διασκεδάσῃς. Ἀπάντησις: Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ σκληρὴ χαρά, ἡ ὁποία στάζει φαρμάκι εἰς τοὺς ἄλλους καὶ βγαίνει ἀπὸ τὴν δυστυχίαν τοῦ ἄλλου; Λέγεις ὅτι ἡ πρόθεσίς σου εἶναι ἁγνή. Ἀπάντησις: Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ καρδία σου νὰ εἶναι ἁγνή, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ χείλη σου στάζουν δηλητήριον; Λέγεις ὅτι κουτσομπολεύεις, διὰ νὰ σκοτώσῃς τὴν ὥραν. Ὄχι. Σκοτώνεις τὴν πολύτιμην ὥραν, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀδελφόν σου. Οἱ υἱοὶ τοῦ Νῶε ἐτιμωρήθησαν, διότι δὲν ἐσκέπασαν τὴν γύμνωσιν τοῦ πατρός των, ὅταν ἐκεῖνος ἐμέθυσε. Πόσον θὰ τιμωρηθῶμεν ἡμεῖς, ὄχι ὅταν δὲν σκεπάζωμεν τὴν γύμνωσιν τοῦ ἀδελφοῦ μας, ἀλλὰ ὅταν διὰ τῆς κατακρίσεως ξεσκεπάζωμεν τὴν ψυχικήν του γυμνότητα; Ἀλλὰ θὰ σὲ ἐρωτήσω κάτι ἄλλο. Ὅλας αὐτὰς τὰς δικαιολογίας θὰ τὰς ἐθεώρεις ὡς σοβαρὰς ὄχι ὅταν σὺ ἐνεργῇς τὴν κατάκρισιν, ἀλλὰ ὅταν γίνεσαι θῦμα κατακρίσεως, ὅταν κατακρίνεσαι; Ὅταν μάθῃς, δηλαδή, ὅτι ἄλλοι ἀσχολοῦνται μὲ τὰς ἀσθενεῖς σου πλευρὰς διὰ νὰ γελάσουν ἐπιπολαίως πῶς δὲν θὰ ἀγανακτήσῃς; Ἀσφαλῶς. Διατί δὲν σέβεσαι τὴν ἀπουσίαν τοῦ ἄλλου; Ἰδοὺ ἑπομένως τὸ σαθρὸν τῶν δικαιολογιῶν σου. Τό μέγεθος τοῦ κακοῦ. Δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐπανορθωθῇ τὸ γενόμενον κακόν. Ἔσπειρες εἰς τοὺς ἀνέμους. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιμαζέψῃς τὸ σπαρὲν κακόν, διότι τοῦτο ἐμεγάλωσε καὶ ξέφυγε ἀπὸ τὰ χέρια σου. Μεγάλωσε διὰ τῶν διαφόρων ἐκδόσεων, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ διερχόμενον ἀπὸ στόματος εἰς στόμα. Ἐξέφυγε ἀπὸ τὸ στόμα σου καὶ ἀπὸ τὰ χέρια σου, διότι δὲν σοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ συναντήσῃς τὰ πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα περιῆλθε, ὥστε νὰ διορθώνῃς τὰς ἐξογκώσεις τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἐξεστόμισες. Πῶς θὰ περιμαζέψῃς τὰς κατὰ τῶν ἄλλων κατακρίσεις σου; Τρόπος θεραπείας τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον κατακρίνεις δὲν εἶναι τὸ κουτσομπολιό, ἀλλὰ εἴς τινας περιστάσεις ὁ ἔλεγχος. Ὁ ἔλεγχος διαφέρει τῆς κατακρίσεως, διότι γίνεται ἐνώπιον τοῦ πταίσαντος ἀδελφοῦ καὶ πρὸς διόρθωσιν αὐτοῦ. Ἐνῶ ἡ κατάκρισις γίνεται ὄπισθεν καὶ ἄνευ ὠφελείας. Εἶναι γνωστὸν τὸ ἁπλοῦν παράδειγμα τῆς ὄρνιθος, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε Πνευματικὸς πρός τινα ἐξομολογούμενον, ὁ ὁποῖος ἐδικαιολογεῖτο διὰ τὰς κατακρίσεις του. Κάποιος δηλαδὴ ἐξομολογούμενος ἐδικαιολόγει εἰς τὸν Πνευματικόν του τὴν κατάκρισίν του, ὅτι αὕτη δὲν ἔχει σημασίαν. Ὁ Πνευματικὸς τοῦ ἀπήντησε: Λάβε μίαν ὄρνιθα καὶ βαδίζων ἀπὸ ἑνὸς χωρίου εἰς ἄλλον ἀνὰ ἑκατὸν μέτρα ἀπόσπα, σκόρπιζε ἀνὰ ἕνα πτερὸν τῆς ὄρνιθος. Ὅταν φθάσῃς εἰς τὸ χωρίον σου, ἐπίστρεψε, εὑρὲ τὰ πτερὰ καὶ θέσε αὐτὰ εἰς τὴν θέσιν των. Ὁ ἐξομολογούμενος ἀπαντᾷ: Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον, διότι τὰ πτερὰ ἐξηφάνισεν ὁ ἄνεμος. Καὶ ὁ Πνευματικὸς λέγει: τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴν κατάκρισιν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ περιμαζεύσῃς, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐσκόρπισες. Ἂς προσέχωμεν λοιπὸν τὴν κατάκρισιν. Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2013/12/blog-post_7380.html#ixzz5Z1JLcmUK A

23/9 «Ἐπί τῷ ῥήματί σου χαλάσω τό δίκτυον»

(Α’ ΛΟΥΚΑ) (Λουκ. ε’ 1-11) Ὁ λόγος αὐτός τοῦ ἀποστόλου Πέτρου στήν προσταγή τοῦ Κυρίου νά ρίξει τα δίχτυα στά δεξιά τοῦ πλοίου, μᾶς δίνει τήν ἀφορμή νά δοῦμε ὅτι ἡ ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀρετή δύσκολη ἀλλά ἀπαραίτητη, γιά νά ἔλθει ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας. Τό περιστατικό τοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος μᾶς μεταφέρει στη λίμνη τῆς Γεννησαρέτ. Οἱ μαθητές τοῦ Κυρίου κουρασμένοι καί ἀπογοητευμένοι ἀπό μιά ὁλονύκτια προσπάθεια γιά ψάρεμα, τακτοποιοῦν τά δίχτυα τους. Κάποια στιγμή ὁ Πέτρος ξαφνιάζεται, καθώς βλέπει τόν Κύριο νά πλησιάζει καί νά τοῦ λέει: Φέρε καί πάλι τό πλοῖο σου στά βαθιά νερά τῆς λίμνης καί ρίξτε τά δίχτυα σας, γιά νά πιάσετε ψάρια. Μέ ἀπορία τότε τοῦ ἀποκρίνεται: Διδάσκαλε, ὅλη τή νύκτα κοπιάζαμε, ἀλλά δέν πιάσαμε οὔτε ἕνα ψάρι. Ἀφοῦ ὅμως ἐσύ τό ζητᾶς, θά ὑπακούσω στήν προσταγή σου. Ὁ Πέτρος ἦταν ἔμπειρος ψαρᾶς. Ἤξερε πολύ καλά πώς τέτοια ὥρα ἦταν ἀδύνατον νά πιάσει ψάρια. Παρ’ ὅλα αὐτά πειθαρχεῖ πρόθυμα σέ κάτι πού ἀνθρωπίνως φαίνεται παράλογο. Σέ παρόμοια θέση βρισκόμαστε κι ἐμεῖς πολλές φορές στή ζωή μας. Κάποιες ἐντολές τοῦ Θεοῦ μᾶς φαίνονται ἀντίθετες πρός τή φτωχή καί πεπερασμένη λογική μας. Ἡ ἐφαρμογή τους μᾶς φαίνεται ἀκατόρθωτη, ἀσύμφορη, ἄσκοπη ἤ καί ἄνευ σημασίας. Καί ἐπιστρατεύουμε ἕνα σωρό ἐπιχειρήματα, ἀντιρρήσεις καί ἀντιλογίες, γιά νά δικαιολογήσουμε τήν δυσκολία μας στήν ὑπακοή. Κάποιοι, μάλιστα, λένε πώς τάχα σήμερα δέν ἐφαρμόζονται αὐτές οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Καί, δυστυχῶς, προχωρῶντας μέ τό δικό τους ἐγωκεντρικό θέλημα ἀντιμετωπίζουν κατόπιν καί τίς συνέπειες τῆς ἐπιλογῆς τους. Βέβαια, πολλές φορές οἱ συνθῆκες γύρω μας μᾶς ἐπηρεάζουν καταλυτικά. Ἀπορεῖ ὁ ἐργαζόμενος πῶς θά μπορέσει νά ἐπιβιώσει οἰκονομικά, ἐάν ἐργάζεται μέ τιμιότητα, ἐνῶ οἱ πολλοί κερδίζουν μέ παρανομίες καί φοροδιαφυγές. Ἀγωνιᾶ ὁ οἰκογενειάρχης πῶς θά ἐξασφαλίσει τά ἀπαραίτητα, ἐάν σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀποκτήσει καί ἄλλα παιδιά. Δυσκολεύονται μερικοί πιστοί νά ὑπακούσουν σέ κάποιες συμβουλές τοῦ Πνευματικοῦ, διότι ἡ ἐφαρμογή τῶν συγκεκριμένων ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ τούς φαίνεται ἀκατόρθωτη. Μέ τήν περιορισμένη μυωπική μας κρίση δέν καταλαβαίνουμε τήν πανσοφία τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί ἡ ὑπακοή συχνά μᾶς κοστίζει. Ἐάν, ὅμως, ἡ ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἦταν τόσο εὔκολη, δέν θά εἶχε τόσο μεγάλη ἀξία καί εὐλογία ἀπό τό Θεό. Ἡ ὑπακοή ἀπαιτεῖ θυσίες, ἱδρώτα καί ἀγώνα. Πῶς, λοιπόν, θά μπορέσουμε νά ἀποκτήσουμε κι ἐμεῖς τήν ἀταλάντευτη ὑπακοή πού ἔδειξε ὁ ἀπόστολος Πέτρος; Ἡ ὑπακοή τοῦ Πέτρου κρύβει μέσα της θαυμαστό μεγαλεῖο. Ὑπακούει μέ ταπείνωση, χωρίς ἀντιρρήσεις καί διαμαρτυρίες σέ κάτι πού φαίνεται παράλογο σ’ ἕναν ἔμπειρο ψαρᾶ. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος θαυμάζοντας τήν ὑπακοή τοῦ Πέτρου λέει: Πόση σύνεση ἔδειξε ὁ Πέτρος. Καί μόνο πού ἀκούει τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἀμέσως ὑπακούει. Καί μᾶς διδάσκει τέτοια ὑπακοή νά ἔχουμε κι ἐμεῖς. Γιά νά γίνει ὅμως αὐτό, θά πρέπει νά καλλιεργήσουμε τήν ταπείνωση. Νά ὑποτάσσουμε τό ἐγώ μας στήν πανσοφία τοῦ Θεοῦ, ὑπακούοντας σ’ ὅλες τίς ἐντολἐς Του, ἀκόμη καί σ’ αὐτές πού μᾶς φαίνονται δύσκολες, χωρίς γογγυσμούς καί διαλογισμούς (Φιλιπ. β’ 14). Καί τότε θά δοῦμε πόσο μᾶς ἐξαπατᾶ ὁ ἐγωισμός καί ἡ λογική μας. Θά πρέπει ἀκόμη νά ἀποκτήσουμε πίστη, ἐμπιστοσύνη στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Νά εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ Θεός δέν ἐπιβάλλει σέ μᾶς φορτία δυσβάστακτα, ἀλλά ὅ,τι μᾶς ζητᾶ εἶναι ἀνάλογο μέ τίς δυνάμεις μας. Διότι ὁ Θεός βλέπει πολύ πιό μακριά ἀπό τόν περιορισμένο δικό μας ὁρίζοντα. Ἔτσι ἡ ὑπακοή μας θά μᾶς ἀσφαλίζει καί θά ἐξασφαλίζει ὅ,τι καλύτερο γιά μᾶς. Ἔτσι θά ἔρχεται ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας. Τέλος ὁ εὐκολότερος δρόμος τῆς ὑπακοῆς εἶναι τό νά ἀγαπήσουμε τόν Κύριό μας ὁλοκληρωτικά. Διότι ἡ ὑπακοή μας στό Θεό εἶναι ἀπαύγασμα καί ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης μας πρός Αὐτόν. «Ἐάν ἀγαπᾶτέ με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε», μᾶς εἶπε ὁ Κύριος (Ἰω. ιδ’ 15). Ἔτσι ἡ ὑπακοή μας θά γίνεται μέ χαρά. Ὄχι ἐπειδή δέν μποροῦμε νά κάνουμε ἀλλιῶς, ἀλλά ἐπειδή ἀγαποῦμε τόν Κύριο καί Θεό μας. Ἀδελφοί, ἡ ὑπακοή εἶναι ἡ πρώτη ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Τή νομοθέτησε ὁ Θεός μέσα στόν Παράδεισο. Ἀπό τήν ἀνυπακοή τοῦ Ἀδάμ ὁδηγηθήκαμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι στήν πτώση καί τήν ἔξωση ἀπό τόν Παράδεισο. Ἀπό τήν ὑπακοή τοῦ νέου Ἀδάμ, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στό θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρός Του ὁδηγηθήκαμε στή σωτηρία. Ἄς γίνουμε λοιπόν κι ἐμεῖς τέκνα ὑπακοῆς κι ἄς ἀποκρινόμαστε ἀμέσως, σάν τόν ἀπόστολο Πέτρο, σέ κάθε προσταγή τοῦ Κυρίου μας: «Ἐπί τῷ ῥήματί σου χαλάσω τό δίκτυον». Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com

23/9 «αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ»

– Α΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ε΄1-11), (Β΄ Τιμ. γ΄10-15) Κοντά στο μεγάλο Δάσκαλο «αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ» Η σημερινή ευαγγελική περικοπή ξεδιπλώνει μπροστά μας με ένα εκπληκτικό τρόπο το περιστατικό της κλήσης των πρώτων μαθητών του Κυρίου. Ο Λόγος του Θεού είναι εκείνος που πρώτος σπεύδει να απευθύνει την πιο ευλογημένη πρόσκληση. Καλεί όλους τους ανθρώπους από την ανυπαρξία στη ζωή. Γι’ αυτό και στην ευχαριστιακή σύναξη ακούμε την ομολογία: «Συ εκ του μη όντος εις το είναι ημάς παρήγαγες». Ο άνθρωπος καλείται από τον Χριστό όχι απλά να διατηρήσει το «είναι», δηλαδή έτσι απλά να υπάρχει, αλλά να καταξιωθεί ενός μεγαλείου ανώτερου. Ν’ ατενίσει τις κορυφογραμμές του «εύ είναι», να φθάσει δηλαδή στη θέωση. Να γίνει κοινωνός της θείας ζωής, να γνωρίσει την «καλή αλλοίωση», όπως χαρακτηριστικά σημειώνουν οι πατέρες της Εκκλησίας. Μας προσκαλεί να κοινωνήσουμε της θεανθρώπινης ζωής της Εκκλησίας, διά μέσου εκείνων που την θεμελίωσαν. Αυτοί είναι οι άγιοι απόστολοι, οι μαθητές που τότε προσκάλεσε ο ίδιος ο Χριστός για να τον ακολουθήσουν και να είναι οι ευλογημένοι συνεργάτες του. Σε μια πολύ ζωηρή εικόνα, ο Λουκάς εμφανίζει τον Χριστό να διδάσκει στο πλήθος, πριν να καλέσει τους πρώτους τέσσερις μαθητές του. Την επικοινωνία που απορρέει από τη θεϊκή αγάπη χαρακτηρίζει η αυθεντικότητα. Πάντοτε κοιτούσε τους ανθρώπους πρόσωπο προς πρόσωπο. Στη διάσταση εκείνη που η κοινωνία αγάπης αναδεικνύεται το κυρίαρχο στοιχείο της Βασιλείας του και της καταξίωσης του ανθρώπου στους πιο ψηλούς αναβαθμούς πνευματικότητας. Εκεί, λοιπόν, στην ακρογιαλιά της Γεννησαρέτ που ήταν κατάμεστη από κόσμο, επέλεξε ένα από τα δύο πλοιάρια των μετέπειτα μαθητών του για να διδάσκει το πλήθος. Ακριβώς, μέσα από την ταπείνωση παρατηρούμε πώς αναδύεται η θεϊκή μεγαλοπρέπεια. Το ευλογημένο προσκλητήριο Τη διδαχή του πλήθους διαδέχεται το σκηνικό της ευλογημένης πρόσκλησης που απευθύνει ο Κύριος προς τους μαθητές του. Οι συνθήκες μπορεί να μην ήταν και τόσο ευνοϊκές, αφού εκτός από το ακατάλληλο της ώρας, η κοπιώδης εργασία που προηγήθηκε από τους μαθητές ολόκληρη τη νύχτα συνοδευόταν και από την απογοήτευση της δυστοκίας που χαρακτήριζε την προσπάθεια τους. Ωστόσο, η μεγάλη πρόσκληση μπορεί να καρποφορήσει και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες, κάτι που επιβεβαιώνουν τα ίδια τα γεγονότα. Παρακαλεί το Σίμωνα ο Κύριος: «επανάγαγε εις το βάθος και χαλάσατε τα δίκτυα υμών προς άγραν». Ο άνθρωπος μπορεί να ερμηνεύει επιφανειακά και με το δικό του τρόπο πράγματα και γεγονότα, να απογοητεύεται και να απελπίζεται. Ωστόσο, η αγάπη του Θεού αποφέρει την πιο ευλογημένη καρποφορία, ακόμα και κάτω από τις πιο δύσκολες περιστάσεις. Αρκεί ο άνθρωπος να αφήσει την καρδιά του να γίνει δεκτική της θεϊκής αγάπης και παρουσίας, να δεχθεί το θείο φωτισμό. Η ανταπόκριση ακριβώς του Πέτρου, παρά την όποια απογοήτευσή του που εκφράζεται με το «δι’ όλης της νυκτός κοπιάσαντες ουδέν ελάβομεν», δείχνει το δρόμο της πορείας του κάθε ανθρώπου που ενδείκνυται ν’ ακολουθεί προκειμένου ν’ ανήκει στους μαθητές του Χριστού. Θυσίασε τους όποιους εγωισμούς και παρέκαμψε πρόσκαιρα βολέματα, προφάσεις και φτηνές δικαιολογίες. Η αγάπη του Χριστού ήταν ότι πιο πολύτιμο, χάρη της οποίας άξιζε να θυσιάσει τα πάντα. Η υπακοή στο θέλημα του Χριστού συνιστά την πιο ασφαλή πορεία στη ζωή: «επί δε τω ρήματί σου χαλάσω το δίκτυον». Αγαπητοί αδελφοί, ο Πέτρος εισερχόμενος πλέον στο χώρο της θαυματουργίας του Κυρίου βιώνει το μεγαλείο της ολοκληρωμένης αγάπης. Ο άνθρωπος που δέχεται στην καρδιά του την αγάπη του Χριστού, ανυψώνεται στο «αρχαίο κάλλος της εικόνος του Θεού». Σ’ αυτήν ακριβώς τη μεταμορφωτική και ανυψωτική δυναμική, όπως ο Πέτρος μεταποιείται από απλό ψαρά σε «αλιέα ανθρώπινων ψυχών», έτσι και ο κάθε ένας από εμάς μπορεί να ακολουθήσει το δικό του παράδειγμα. Η ακολουθία όμως του Χριστού προϋποθέτει την απάρνηση όλων εκείνων των ψεύτικων στηριγμάτων, τα οποία αφήνουν τον άνθρωπο να κλυδωνίζεται στα κύματα κρίσεων και τη μίμηση του παραδείγματος των αποστόλων, οι οποίοι «αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ». Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/

25/11 Σχόλιο στο ευαγγέλιο Λουκάς ιβ΄16-21

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λουκ. 12, 16-21)

Ὁ πλούσιος τῆς σημερινῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ἀγαπητοὶ μου ἀδελφοί, καθὼς τό ἀκούσαμε στὴν παραβολή, χαρακτηρίζεται ἀπὸ τόν Κύριο «ἄφρων», δηλαδὴ ἀνόητος καὶ ἀπερίσκεπτος.

Χαρακτηρίζεται ἔτσι, διότι ἦταν ἄνθρωπος ποὺ διακατέχονταν ἀπὸ τήν πλεονεξία. Δὲν ἤθελε νὰ ξέρει ὅτι ὑπάρχει Θεός, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι, ὅτι ὑπάρχει αἰώνια ζωή. Μὲ τά σχέδια ποὺ κάνει ἀναδεικνύει τόν ἑαυτὸ του εἴδωλο λατρείας καὶ περιποιήσεων.

Προσκολλημένος στὰ ὑλικὰ ἀγαθά ἐνδιαφερόταν μόνο πώς θὰ ἔβρισκε ἕναν τρόπο νὰ ἀποθηκεύσει τὴν πλούσια καὶ ἄφθονη σοδειὰ ποὺ εἶχε μαζέψει ἀπὸ τὰ χωράφια του, γι” αὐτὸ καὶ εἶπε: «Θὰ γκρεμίσω τὶς ἀποθῆκες μου καὶ θὰ κτίσω πιὸ μεγάλες καὶ θὰ συγκεντρώσω ἐκεῖ ὅλα τὰ ἀγαθά μου. Θὰ πῶ τέλος στὴν ψυχή μου, ψυχὴ ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ καὶ φθάνουν γιὰ ἀρκετὰ χρόνια, φάγε, πιές, καὶ ἀπόλαυσε τὴν καλοπέραση».

Μὲ τή στάση του ἔχει ἀπομακρύνει τελείως τόν Θεὸ καὶ τούς ἀνθρώπους τόσο ἀπὸ τήν σκέψη του ὅσο καὶ ἀπὸ τήν καρδιά του. Ὁ ἐγωϊσμός δὲν τόν ἀφήνει νὰ δεῖ ὅτι πίσω ἀπ” ὅλη τήν ἀφθονία τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ὑπάρχει ὁ Θεὸς: «ἀνοίξαντός σου τήν χεῖρα, τὰ σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος» ψάλλει ὁ θεῖος ποιητής.

Ἡ σκέψη του φανερώνει ὅτι πρόκειται γιὰ ἄνθρωπο πνευματικὰ φτωχό, ὅτι δὲν ἔχει τήν παραμικρὴ αἴσθηση ἀγάπης, ὅτι ἡ πλεονεξία του βρίσκεται σὲ τέτοιο σημεῖο ποὺ, ἀκόμη καὶ ἂν εἶχε ὅλο τόν κόσμο δικὸ του, αὐτὸς πάλι θὰ σκεπτόταν μόνο τόν ἑαυτὸ του.

Ἡ πλεονεξία ὅμως εἶναι κάτι ποὺ δυστυχῶς ὑπάρχει καὶ σήμερα καὶ θὰ ὑπάρχει σὲ ὅλες τίς ἐποχές, σὲ ὅλες τὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες, καὶ αὐτό ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ἡ ἀγάπη ἀπὸ τούς ἀνθρώπους.

Ἀποτέλεσμα δὲ ὅλων αὐτῶν εἶναι νὰ ἐπικρατεῖ στὸν κόσμο ἡ ἀδικία, ἡ αἰσχροκέρδεια, ἡ φτώχεια, ἡ δυστυχία, ἡ πεῖνα, καὶ τέλος σὰν μόνη λύση νὰ ἔρχεται ὁ πόλεμος καὶ ἡ καταστροφή.

Ὅμως, ἀδελφοὶ μου, συμβαίνει πολλὲς φορὲς κι ἐμεῖς νὰ ξεχνοῦμε τόν Θεὸ γιὰ ὅλες τίς εὐεργεσίες Του. Ἐνῶ αὐτὸς μᾶς παρέχει ὅλα ὅσα πρέπει γιὰ νὰ ζήσουμε καὶ φροντίζει γιὰ μᾶς, ἐμεῖς παραλείπουμε νὰ ποῦμε ἕνα ἁπλὸ «εὐχαριστῶ», ἕνα «δόξα τῷ Θεῷ»! Ἄλλοτε ἀδιαφοροῦμε γιὰ τούς ἀδελφοὺς μας, ὅταν αὐτοὶ μᾶς χρειάζονται. Ὅταν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ ἕνα κομμάτι ψωμὶ ἢ ἀπὸ ἕνα πιάτο φαγητό, κάνουμε ὅτι δὲν ἀκοῦμε ἢ ὅτι δὲν βλέπουμε τήν δυστυχία ποὺ ὑπάρχει γύρω μας. Ἀλήθεια, πόσο ὑποκριτὲς γινόμαστε! Ἀλλὰ, νὰ μὴν ξεχνοῦμε ὅτι τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως θὰ δώσουμε λόγο γι” αὐτό!

Ἂς σκεφτοῦμε περισσότερο συνετὰ, ἀδελφοὶ μου. Ἐὰν ὑπάρχουμε στὴ ζωή, ἐὰν κινούμαστε καὶ ἐνεργοῦμε, ἐὰν ἔχουμε ὑγεία, ἐὰν οἱ στόχοι μας πραγματοποιοῦνται, ὅλα αὐτὰ τά χρωστοῦμε στὸν Θεό. Πρὶν λοιπὸν νὰ χαροῦμε, προτοῦ νὰ ἀρχίσουμε νέα σχέδια καὶ ὑπολογισμοὺς, ἂς σκεφθοῦμε τόν Ἅγιο Θεό. Νὰ κάνουμε σὲ Αὐτὸν μιὰ προσευχὴ εὐχαριστίας, ἀκριβῶς διότι ἔχουμε χρέος νὰ τόν θυμηθοῦμε. Ἂν δὲν τό κάνουμε, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἴμαστε ἀγνώμονες καὶ ἄφρονες.

Ἡ ἀπερισκεψία τοῦ ἄφρονος πλουσίου κορυφώνεται στήν ἀντίληψη ποὺ ἔχει γιὰ τήν ψυχή, τήν ὁποῖα ἔκανε ἕνα μέ τά ὑλικὰ ἀγαθά: «Ψυχὴ ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά, ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου». Ὅμως, μᾶς τονίζει ὁ Κύριος, μιὰ ἀνθρώπινη ψυχὴ ἔχει τόσο μεγάλη ἀξία, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μέ ὁλόκληρη τήν ὑλικὴ δημιουργία.

Πῶς εἶναι δυνατὸν, λοιπὸν, ἕνας ἄνθρωπος νὰ καταδικάσει τήν ψυχή του χάριν τῶν ὑλικῶν πραγμάτων; Καὶ ἂν χάσει τήν ψυχή του, μέ τί εἶναι δυνατὸν νὰ τήν ἐξαγοράσει; «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον, ἐὰν κερδίση τόν κόσμον ὅλον καὶ ζημιωθῇ τήν ψυχὴν αὐτοῦ; καὶ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς

αὐτοῦ;». Δὲν ἔχουμε, λοιπὸν, οὔτε δικαίωμα οὔτε συμφέρον νὰ τήν χάσουμε, διότι ἔχει θεῖα προέλευση καὶ θεῖο προορισμό.

Γιὰ τήν ψυχή μας, γιὰ τήν ψυχή τοῦ καθενὸς ἀπὸ μᾶς πέθανε πάνω στὸ Σταυρὸ ὁ Χριστός. Κι ἐπειδὴ ἡ ψυχὴ εἶναι τό ἀπαύγασμα τῆς Τριλαμποῦς Θεότητος, ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα της, πετᾶ πρὸς τά ἄνω γιὰ νὰ ἀναζητήσει τόν προορισμὸ της, δηλαδὴ τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Θέλει νὰ ἀπολαύσει τή θεῖα μακαριότητα. Ἐκεῖ θὰ παραμείνει αἰωνίως εὐτυχισμένη, ἐφ” ὅσον ἐμεῖς, ἐδῶ πάνω στὴ γῆ, τήν φροντίσαμε˙ ἐφ” ὅσον τῆς δώσαμε, μὲ πράξεις ἀγαθὲς, τά ἐφόδια ἐκεῖνα ποὺ χρειάζεται γιὰ τήν ἄλλη ζωή, ἐφ” ὅσον τήν ἐπιτρέψαμε νὰ εὐφραίνεται μέσα στὴν καθαγιαστικὴ χάρη τῶν ἱερῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τή συμμετοχὴ μας σὲ αὐτὰ καὶ κυρίως στὸ κατ” ἐξοχὴν μυστήριο, τήν Θεία Εὐχαριστία.

Γιὰ τόν «ἄφρονα» τῆς παραβολῆς, τήν στιγμὴ ποὺ πίστεψε ὅτι βρῆκε τή λύση, ὅλα γκρεμίζονται. Ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ἡ φωνὴ τῆς ἀλήθειας, τόν ξαναφέρνει στὴν πραγματικότητα: «Ἄφρων, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχὴν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ, ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» Ἀνόητε, αὐτὴ τή νύκτα σοῦ ζητοῦν τήν ψυχή σου, αὐτὰ δὲ ποὺ ἑτοίμασες καὶ ἀποθήκευσες ποιὸς θὰ τά πάρει;

Ἡ σκέψη καὶ ἡ στάση τοῦ πλουσίου τῆς παραβολῆς εἶναι προκλητικὴ καὶ ἐγωϊστική, διότι χωρὶς ντροπή τακτοποιεῖ τήν πλούσια σοδειὰ ἀπὸ τήν ἀφθονία τῶν χωραφιῶν του μόνο γιὰ τόν ἑαυτὸ του: «Συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γενήματα καὶ τὰ ἀγαθὰ μου». Ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀποκλείονται. Δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ κανέναν καὶ δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει ὅτι ἡ ψυχή γιὰ νὰ εὐχαριστηθεῖ πραγματικὰ ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τροφή πνευματικὴ, ἀπὸ ἀρετὲς, ἀπὸ καλοσύνη καὶ κυρίως νὰ εἶναι πλημμυρισμένη ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τούς ἀνθρώπους.

Ὁ διπλανὸς μας, ὁ κάθε ἄνθρωπος, εἶναι παιδὶ τοῦ Θεοῦ. Γι” αὐτὸν τόν ἄνθρωπο, ὁ Υἱὸς Του, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, θυσιάσθηκε πάνω στὸ Σταυρὸ καὶ ἔχυσε το αἷμα Του. Σημαίνει δὲ αὐτὸ ὅτι δὲν ἔχουμε δικαίωμα οὔτε νὰ ἀγνοοῦμε κανέναν ἄνθρωπο, ἀλλὰ

οὔτε καὶ νὰ τόν περιφρονοῦμε, διότι, «οὐ μὴ γένοιτο», ὅταν συμπεριφερόμαστε κατ” αὐτὸν τόν τρόπο εἶναι σὰν νὰ περιφρονοῦμε τόν ἴδιο τόν Θεό.

Ἂν εἴμαστε πλούσιοι, ἂν εἴμαστε ἰσχυροί, ἂν ἔχουμε ἐξουσία, ἂς σκεφθοῦμε ὅτι αὐτὰ εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ, ὄχι γιὰ νὰ ἱκανοποιοῦμε τόν ἐγωϊσμὸ μας, ἀλλὰ γιὰ νὰ εἴμαστε εὐεργετικοὶ στοὺς ἄλλους. Τότε πραγματικὰ δεχόμαστε μεγαλύτερη εὐλογία ἀπὸ τόν Κύριο, διότι πραγματικὴ εὐλογία ἔχει μόνο ἐκεῖνος ποὺ εἶναι χριστιανὸς στήν πράξη, ἐκεῖνος ποὺ κάνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τούς συνανθρώπους του.

Ἀγαπητοὶ μου ἀδελφοί, «Ἀφροσύνη ἀνδρὸς λυμαίνεται τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ», λέει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀφροσύνη σκορπίζει τήν καταστροφὴ στὴ ζωὴ καὶ τόν προορισμὸ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ προορισμὸς μας εἶναι οὐράνιος. Ἡ οὐράνια πατρίδα μᾶς περιμένει. Εἶναι ἀνάγκη ὅσο ζοῦμε πάνω στὴ γῆ νὰ ἀγαπᾶμε τόν Θεὸ μέ πολλὴ δύναμη. Νὰ ἀγαπᾶμε τούς ἀδελφοὺς μας σὰν τόν ἑαυτὸ μας. Χριστιανὸς χωρὶς Θεὸ δὲν ὑπάρχει. Χριστιανὸς χωρὶς ἀδελφοὺς πάλι δὲν ὑπάρχει. Ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἄνθρωποι ἂς εἶναι τό πλήρωμα τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς. Ἀμήν.

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/

Σελίδα 1 από 4