HeadShort.png

11/2 Η αυθεντική κρίση [Χριστάκη Ευσταθίου, Θεολόγου]

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ

(Ματθ. κε΄ 31-46) (Α΄ Κορ. η΄ 8-θ΄2)

Η αυθεντική κρίση

«Τότε καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού, και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη»

Τρίτη Κυριακή του Τριωδίου, της Απόκρεω, όπως ονομάζεται και η Εκκλησία ξεδιπλώνει το γεγονός της μέλλουσας κρίσης. Η ευαγγελική περικοπή της ημέρας προσφέρει τα απαραίτητα ερεθίσματα για να συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος ότι κανένας εφησυχασμός δεν χωρεί στη ζωή του, αλλά αντίθετα επιβάλλεται εγρήγορση και αγώνας. Αποκαλύπτει, εξάλλου, ότι στην προσφορά της αγάπης του Χριστού καθορίζεται η ποιότητα της ζωής και η κατάσταση που μπορεί να βιώνει ο άνθρωπος, είτε ως παράδεισο είτε ως κόλαση, ανάλογα με τη στάση που διαμορφώνει και ακολουθεί.

Με την αποφυγή από την κρεοφαγία, η Κυριακή της Απόκρεω μάς παρακινεί ταυτόχρονα να εγκαταλείψουμε τα ψυχοκτόνα πάθη που εμφωλεύουν μέσα μας για να εισέλθουμε στο χώρο της αγάπης του Χριστού, μέσα στο γόνιμο πνευματικά έδαφος του οποίου καρποφορεί η αληθινή ελευθερία που τόσο εναγωνίως ψάχνει στη ζωή του ο άνθρωπος.

Η αγάπη ως δικαιοσύνη

Στο Σύμβολο της Πίστεως εμφανίζεται ο Χριστός ως ο δίκαιος κριτής: «Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς…».

Θα πρέπει όμως να γνωρίζουμε ότι ο Κύριος δεν περιορίζεται στην απόδοση της γνωστής εκείνης δικαιοσύνης, όπως την εννοούν οι άνθρωποι και η οποία σε αρκετές περιπτώσει εμφανίζει συμπτώματα χρεοκοπίας και ελλειμμάτων.

Η δικαιοσύνη του Χριστού, αντίθετα, θεμελιώνεται στην φανέρωση της αγάπης Του που ενώνει τους ανθρώπους με τον Θεό και μεταξύ τους, σε μια ευλογημένη σταυρόσχημη διάσταση. Έτσι, η άρνηση του ανθρώπου να αποδεχθεί την προσφερόμενη σ’ αυτόν αγάπη του Θεού και κατ’ επέκταση να κινηθεί αγαπητικά και προς τον συνάνθρωπό του, συνιστά την αυτοκατάκριση και την αυτοτιμωρία του. «Αύτη δε εστιν η κρίσις, ότι το φως ελήλυθεν και ηγάπησαν οι άνθρωποι μάλλον το σκότος ή το φως».

Όταν λοιπόν ο άνθρωπος δεν πλησιάζει αυτό το φως ως το αγαθό που εκπέμπει η θεϊκή αγάπη, τότε βυθίζεται στα σκοτάδια της αμαρτίας, τα οποία στην καθημερινή ζωή ερμηνεύονται σε πάθη, εγωισμούς, αδικίες, κακίες κ.α. Επιλέγει ο ίδιος ουσιαστικά να εγκαταλείπει ασπλάχνως τον εαυτό του στο σκοτάδι της κόλασης.

Το κριτήριο της αγάπης

Η αγάπη του Χριστού που προσφέρεται απεριόριστα στον άνθρωπο, φανερώνει το μεγαλείο του και ειδικότερα το εστιάζει στην κατ’ εικόνα Θεού δημιουργία του. Αποκαλύπτει τη συγγένειά μας με το Πρόσωπό Του. Γι’ αυτό άλλωστε στην περικοπή της ημέρας ταυτίζει τον Εαυτό Του «ενί των αδελφών Του των ελαχίστων».

Όταν ο Χριστός λοιπόν επιβραβεύει αυτούς που του έδωσαν να φάει, να πιει, να ενδυθεί, δεν περιορίζεται σε κάποια απλά ανθρωπιστικά στοιχεία που ασφυκτιούν σε μια στείρα ηθικολογία και συναισθηματολογία, αλλά φανερώνει την υπέρτατη αλήθεια της σωτηρίας μας που είναι ο παράδεισος. Δίνει τη διάσταση του μεγαλείου μιας αλληλοπεριχώρησης και κοινωνίας προσώπων που σφυρηλατεί το μυστήριο της ζωής του Θεού στους ανθρώπους, ως μεγαλείο ζωής και ανάβαση πίστης.

Η άλλη όψη αποκαλύπτεται στο πρόσωπο εκείνων που αρνούνται την αγάπη του Θεού. «Επείνασα γαρ, και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν…». Κατ’ αναλογία, η άρνηση εδώ της αγάπης δεν συνιστά μια απλή απόρριψη, αλλά οντολογική απομάκρυνση από την ίδια τη ζωή που είναι ο Χριστός. Έτσι, η άρνηση της αγάπης του Θεού μεταβάλλει τη διακονία, την προσφορά και την θυσία σε φιλαυτία, εγωισμό, αυτάρκεια, ατομικισμό κ.α. Πρόκειται τελικά και στην μια και στην άλλη περίπτωση για επιλογή του ιδίου του ανθρώπου αν θα εισέλθει στην τροχιά της ζωής ή του θανάτου, του παραδείσου ή της κόλασης και όχι βέβαια για καταδίκη του από τον Θεό, ο οποίος αγαπά πάντα το πλάσμα του και αναμένει να το συναντήσει στην οδό της σωτηρίας που είναι πάντα ανοικτή.

Αγαπητοί αδελφοί, η σημερινή περικοπή δεν ενσπείρει φόβο και πανικό στον άνθρωπο, αλλά συνιστά την πιο ισχυρή πρόσκληση γι’ αυτόν ν’ αφήσει ελεύθερη την καρδιά του για να εισέλθει η Χάρη του Θεού, ως καρπός της αυθεντικής αγάπης, για να πλημμυρίσει όλη την ύπαρξή του. Τότε θα είναι σε θέση να βλέπει στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου του τον ίδιο τον Χριστό και να έχει «καλήν απολογίαν επί του φοβερού βήματός Του» κατά την θεία και ένδοξη κρίση Του. Γένοιτο.

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος.

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2017/02/19-2017_57.html#ixzz56bGBT5W0

14/1 Κυριακή Μετά τα Φώτα: Λόγος περί μετανοίας (Αγ. Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ)

Ομιλία του Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ, επισκόπου Καυκάσου και Ευξείνου Πόντου, περί μετανοίας. Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών. Μετανοείτε και πιστεύετε εν τω ευαγγελίω. Αυτά ήσαν τα πρώτα λόγια του κηρύγματος του θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Αυτά τα ίδια λόγια λέγει και σ’ εμάς μέχρι σήμερα, μέσω του Ευαγγελίου. Όταν επληθύνθη περισσότερον από κάθε άλλη εποχήν η αμαρτία στον κόσμο, κατήλθε εδώ στην γη μας ο Παντοδύναμος Ιατρός. Κατήλθε στον τόπον αυτόν της εξορίας, στον τόπο των βασάνων και των παθών μας, που είναι μία πρόγευσις των αιωνίων βασάνων της κολάσεως, και ευαγγελίζεται την λύτρωση, την χαρά και την ίαση σε όλους τους ανθρώπους, χωρίς εξαίρεση, λέγοντας «μετανοείτε». Η δύναμις της μετανοίας είναι θεμελιωμένη στην δύναμη του Θεού. Ο Ιατρός είναι πανίσχυρος, και η ίασις που Εκείνος χαρίζει είναι παντοδύναμος. Την εποχήν εκείνη, όταν εκήρυσσεν εδώ στην γη ο Κύριος, καλούσε σε θεραπείαν όλους όσοι ήσαν άρρωστοι από την αμαρτία, και δεν θεωρούσε καμμίαν αμαρτίαν ως αθεράπευτον. Και τώρα, επίσης, συνεχίζει να καλή όλους, και υπόσχεται, και χαρίζει πράγματι την άφεση για κάθε αμαρτία και την ίαση για κάθε αμαρτωλή ασθένεια. Ω σεις, οι οδοιπόροι της γης. Ω σεις, όλοι όσοι αναλίσκεσθε ή σύρεσθε στην ευρύχωρον οδόν, μέσα στον ακατάπαυστο θόρυβο των γηίνων μεριμνών, περισπασμών και διασκεδάσεων, ανάμεσα σε άνθη ανάμικτα με αγκάθια, σεις που σπεύδετε και ακολουθείτε αυτόν τον δρόμο, κατευθυνόμενοι προς το τέλος, που είναι σε όλους γνωστόν και όμως όλοι το λησμονούν: ο σκοτεινός τάφος και η ακόμη σκοτεινοτέρα και φοβερωτέρα αιωνιότης. Σταματήστε! Αποτινάξτε την γοητείαν αυτού του κόσμου, που σας κρατεί μονίμως σε αιχμαλωσία! Ακούστε αυτό που σας ευαγγελίζεται ο Σωτήρ ημών Χριστός, δώστε στα λόγια του την προσοχή που τους αρμόζει: «Μετανοείτε και πιστεύετε εν τω ευαγγελίω. Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών». Σας είναι απαραίτητο, οδοιπόροι σεις της γης, να στρέψετε όλη σας την προσοχή σ’ αυτήν την ζωτικά ωφέλιμη και σωτήρια νουθεσία. Αλλιώς θα φθάσετε στον τάφο, θα φθάσετε στο κατώφλι και στην πύλη της αιωνιότητος, χωρίς να έχετε προηγουμένως κατανοήσει καθόλου ορθά την αιωνιότητα, ούτε τις υποχρεώσεις εκείνων που εισέρχονται σ’ αυτήν, έχοντας προετοιμάσει τον εαυτό σας μόνο για τις δίκαιες τιμωρίες που θα υφίστασθε αιωνίως για τις αμαρτίες σας. Η βαρυτέρα δε και σοβαροτέρα αμαρτία είναι το να μη δίδετε προσοχή στους λόγους του Σωτήρος μας Χριστού, δηλαδή να τον περιφρονήτε. Μετανοείτε! Αποκοιμίζει και εξαπατά τον άνθρωπον ο δρόμος της επιγείου ζωής. Στα μάτια αυτών που αρχίζουν την πορεία τους σ’ αυτήν, παρουσιάζεται σαν ένα ατελείωτο πεδίο που σφύζει από πραγματικότητα. Για όσους την τελείωσαν, παρουσιάζεται σαν ένα συντομότατο ταξίδι που συνοδεύεται από όνειρα και μάλιστα χωρίς περιεχόμενο. Μετανοείτε! Και την δόξα και τον πλούτο και όλα τα άλλα φθαρτά αποκτήματα και πλεονεκτήματα, που για την εξασφάλισή τους αναλίσκει όλη την επίγειο ζωήν του και όλες τις δυνάμεις της ψυχής και του σώματός του ο τυφλωμένος αμαρτωλός, οφείλει να τα εγκαταλείψη μέσα στα λίγα εκείνα λεπτά κατά τα οποία το ένδυμα της ψυχής, το σώμα, αφαιρείται και αποσπάται από αυτήν. Τότε η ψυχή οδηγείται από τους αυστηρούς αγγέλους στο Κριτήριον του δικαίου Θεού, του αγνώστου σ’ αυτήν, Εκείνου τον οποίον αυτή έχει περιφρονήσει. Μετανοείτε! Μοχθούν οι άνθρωποι και βιάζονται να πλουτίσουν σε γνώσεις, οι οποίες όμως είναι μικράς μόνον σημασίας, και κατάλληλες για κάποιο μόνον χρονικόν διάστημα. Γνώσεις που συμβάλλουν στην ικανοποίησιν αναγκών, ανέσεων και ιδιοτροπιών της επιγείου ζωής. Περιφρονούμε τελείως τις ουσιαστικές, τις αναγκαίες γνώσεις και την εργασία, για τα οποία και μόνο μας έχει χαρισθεί η επίγειος ζωή. Δηλαδή την γνώση του Θεού, και την συνδιαλλαγή μας με αυτόν μέσω του λυτρωτού μας Χριστού. Μετανοείτε! Αδελφοί, ας εξετάσωμε την επίγειο ζωή μας αντικειμενικά, αμερόληπτα, υπό το φως του Ευαγγελίου. Είναι μηδαμινή, ένα τίποτε. Όλα της τα αγαθά αφαιρούνται με τον θάνατον, αλλά συχνά και πολύ πριν από τον θάνατο με ποικίλες, απροσδόκητες καταστάσεις. Αυτά τα φθαρτά, τα τόσο γρήγορα εξαφανιζόμενα αγαθά, δεν αξίζουν να ονομάζωνται αγαθά. Στην πραγματικότητα είναι απάτες και παγίδες. Όσοι κολλούν και βυθίζονται στις παγίδες αυτές, και συλλαμβάνονται από αυτές, αποστερούνται από τα αληθινά, τα αιώνια, τα ουράνια, πνευματικά αγαθά, που αποκτούμε όταν πιστεύωμε στον Χριστό και τον ακολουθούμε στην μυστικήν οδό της ευαγγελικής ζωής. Μετανοείτε! Σε πόσο φοβεράν τύφλωση ευρισκόμεθα! Πώς από αυτήν την τύφλωση αποδεικνύεται οφθαλμοφανώς η πτώσις μας! Βλέπουμε τον θάνατο των αδελφών μας. Γνωρίζουμε ότι ο θάνατος επίκειται, ίσως και πολύ σύντομα, και για μας, διότι κανείς από τους ανθρώπους δεν έμεινε εδώ στην γη για πάντα. Βλέπουμε ότι πολλούς, και πριν από τον θάνατο, η επίγειος ευτυχία τους προδίδει. Βλέπουμε αυτήν την ευτυχία να μεταβάλλεται συχνά σε δυστυχία, που ομοιάζει με καθημερινήν εμπειρία θανάτου. Παρ’ όλην αυτή την τόσον οφθαλμοφανή μαρτυρία της ιδίας μας της πείρας, εμείς κυνηγούμε τα πρόσκαιρα μόνον αγαθά ωσάν να ήσαν μόνιμα, αιώνια. Μόνον σ’ αυτά είναι στραμμένη η προσοχή μας! Ξεχασμένος ο Θεός! Ξεχασμένη και η μεγαλοπρεπής και συνάμα φοβερά αιωνιότης! Μετανοείτε! Θα μας προδώσουν, αδελφοί, οπωσδήποτε θα μας προδώσουν όλα τα φθαρτά αγαθά. Τους πλουσίους και τους πάμπλουτους θα τους προδώση ο πλούτος τους, τους ενδόξους η δόξα τους, τους νέους η νεότης τους, τους σοφούς η σοφία τους. Ένα μόνον αιώνιο και ουσιώδες αγαθόν ημπορεί να αποκτήση ο άνθρωπος κατά την διέλευσή του από την γη. Αυτό είναι η αληθής γνώσις του Θεού και η συμφιλίωσίς του με τον Θεόν, την οποία χαρίζει ο Χριστός. Για να λάβη όμως κανείς τα κορυφαία και υπέρτατα αυτά αγαθά, πρέπει να εγκαταλείψη την αμαρτωλήν ζωή και να την μισήση. Μετανοείτε! Μετανοείτε! Τι σημαίνει να μετανοήσωμε; Σημαίνει να ομολογήσωμε τις αμαρτίες μας και να μεταμεληθούμε γι’ αυτές. Σημαίνει ακόμη να πάψωμε να τις διαπράττωμε και ποτέ πλέον να μην επιστρέψωμε σ’ αυτές, όπως είπε κάποιος μεγάλος άγιος Πατέρας απαντώντας σε ανάλογον ερώτηση. Με τον τρόπον αυτόν πολλοί άνθρωποι μεταβάλλονται σε αγίους της Εκκλησίας μας και πολλοί άνομοι σε ανθρώπους ευλαβείς και δικαίους. Μετανοείτε! Απορρίψετε από επάνω σας όχι μόνο τις φανερές αμαρτίες, όπως είναι ο φόνος, η αρπαγή, η ακολασία, η διαβολή και το ψεύδος, αλλά και τις ολέθριες διασκεδάσεις, τις σαρκικές ηδονές, τα απρεπή ονειροπολήματα και τους αθέμιτους λογισμούς, όλα, όλα όσα απαγορεύονται από το ευαγγέλιον. Την μέχρι τώρα αμαρτωλήν ζωή σας να την λούσετε με τα δάκρυα της ειλικρινούς μετανοίας. Όταν καταληφθής από ακηδία και είσαι ψυχικώς εξησθενημένος, μην ειπής μέσα σου «έχω περιπέσει σε βαριά αμαρτήματα. Με την μακροχρόνιον αμαρτωλήν ζωή μου έχω αποκτήσει αμαρτωλές συνήθειες, που με την πάροδο του χρόνου έχουν γίνει σαν φυσικές μου ιδιότητες και έχουν κάνει αδύνατη για μένα την μετάνοια». Αυτούς τους σκοτεινούς λογισμούς σου εμπνέει ο νοητός εχθρός σου, που δεν τον έχεις προσέξει ακόμη, και δεν τον έχεις αντιληφθεί. Εκείνος γνωρίζει την δύναμη της μετανοίας και φοβείται μήπως η μετάνοια σε αποσπάσει από την εξουσία του. Και προσπαθεί να σε αφελκύση από την μετάνοια με τον λογισμόν ότι ο Θεός δεν έχει την ικανότητα να επιφέρη παντοδύναμο την ιατρεία του στην κατάστασή σου αυτή. Αυτού του πολέμου την εμπειρίαν είχε και ο Προφήτης Δαβίδ όταν έλεγε. «Κύριε, τι επληθύνθησαν οι θλίβοντές με; Πολλοί επανίστανται επ’ εμέ. Πολλοί λέγουσι τη ψυχή μου, ουκ έστι σωτηρία αυτώ εν τω Θεώ αυτού. Συ δε, Κύριε, αντιλήπτωρ μου ει, δόξα μου και υψών την κεφαλήν μου. Φωνή μου προς Κύριον εκέκραξα και επήκουσέ μου εξ όρους αγίου αυτού». Εκείνος που έχει θεσπίσει την μετάνοιαν είναι ο Δημιουργός σου, ο οποίος σε εδημιούργησε εκ του μηδενός. Ευκολώτερα λοιπόν τώρα που σε έχει ήδη φέρει στην ύπαρξη ημπορεί να σε αναπλάση και να μεταμορφώση την καρδία σου, από φιλαμαρτήμονα να την κάνη φιλόθεο, από φιλήδονο, από φιλόσαρκο, από κακόβουλο και από ηδυπαθή να την κάνη καθαράν, πνευματικήν, αγία. Αδελφοί! Ας γνωρίσωμε την ανέκφραστον αγάπη του Θεού προς το βυθισμένο στην αμαρτίαν ανθρώπινο γένος. Ο Κύριος οικονόμησε την ενανθρώπησή του, έτσι ώστε μέσω της ανθρωπίνης φύσεώς του να ημπορέση να δεχθή τις τιμωρίες που οι άνθρωποι αξίζουν να δεχθούν. Και με το να δεχθή τιμωρίαν Εκείνος ο Πανάγιος, να εξαγοράση και να λυτρώση τους ενόχους από την τιμωρία. Τι τον προσείλκυσε κοντά μας, εδώ στην γη, στον τόπο της εξορίας μας; Μήπως οι δικαιοσύνες μας; Όχι! Τον είλκυσε σε μας η ολεθρία εκείνη κατάστασις στην οποία μας έριξε η αμαρτία μας. Άνθρωποι αμαρτωλοί! Ας πάρωμε θάρρος, διότι για μας, ακριβώς προς χάριν μας ο Κύριος επετέλεσε το μέγα έργον της ενανθρωπήσεώς του! Επέβλεψε με ασύλληπτον έλεος στις ασθένειές μας. Ας πάψωμε να ταλαντευώμεθα, ας πάψωμε να παραδιδώμεθα στην ακηδία και την αμφιβολία. Ας πλησιάσωμε γεμάτοι πίστη, ζήλο και ευγνωμοσύνη, και ας αρχίσωμε την μετάνοια. Ας συμφιλιωθούμε δια μέσου αυτής προς τον Θεόν. Ας ανταποκριθούμε, όσον μας είναι δυνατόν, με τις ασθενικές δυνάμεις μας στην μεγάλην αγάπη του Κυρίου προς εμάς, όπως ημπορούν να ανταποκρίνωνται στην αγάπη του Δημιουργού τα δημιουργήματά του, τα οποία μάλιστα έπεσαν στην αμαρτία: Ας μετανοήσωμε! Ας μετανοήσωμε όχι μόνο με λόγια, ας δώσωμε μαρτυρία της μετανοίας μας, όχι μόνο με λίγα δάκρυα της στιγμής, ούτε μόνο με την εξωτερικήν συμμετοχή στις ιερές ακολουθίες της Εκκλησίας, να τελούμε μόνο τις εκκλησιαστικές ιεροτελεστίες, όπως περιωρίζοντο να πράττουν οι Φαρισαίοι. Ας προσκομίσωμε μαζί με τα δάκρυα και με την εξωτερικήν ευσέβεια και τον άξιον καρπό της μετανοίας μας. Ας μεταβάλωμε την αμαρτωλήν ζωή μας σε σύμφωνον με το Ευαγγέλιον βιοτήν. «Ίνα τι αποθνήσκετε, οίκος Ισραήλ;». Γιατί χάνεστε, χριστιανοί, με θάνατον αιώνιον εξ αιτίας των αμαρτιών σας; Γιατί να γεμίζετε την κόλαση σαν να μην έχη θεσπισθή μέσα στην Εκκλησία του Χριστού η πανίσχυρος μετάνοια; Αυτή η άπειρος αγαθή δωρεά έχει δοθεί στον οίκον Ισραήλ, δηλαδή στους χριστιανούς. Και όποτε θελήσουμε, καθ’ όλην την διάρκεια της ζωής μας, και όποιες και αν είναι οι αμαρτίες μας, η δωρεά αυτή ενεργεί με δύναμη μοναδική. Καθαρίζει από κάθε αμαρτία, σώζει τον κάθε άνθρωπο που προστρέχει στον Θεόν, έστω και αν αυτός μετανοήση στα τελευταία λεπτά της ζωής του, μόλις πριν από τον θάνατο. «Ίνα τι αποθνήσκετε, οίκος Ισραήλ;». Χάνονται τόσοι χριστιανοί με τον αιώνιον θάνατο, για τον λόγο ότι σε όλην την διάρκεια της επιγείου ζωής των δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να ασχολούνται με την αθέτηση των υποσχέσεων που έδωσαν κατά το άγιον Βάπτισμα, και με την δουλεία τους στην αμαρτία. Χάνονται, διότι δεν κρίνουν τον Λόγο του Θεού άξιον ακόμη και της παραμικράς προσοχής τους, τον Λόγο που κηρύττει την μετάνοια. Στις ύστατες στιγμές πριν από τον θάνατό τους, δεν κατορθώνουν να επωφεληθούν από την πανίσχυρο δύναμη της μετανοίας. Δεν ημπορούν να επωφεληθούν είτε διότι δεν απέκτησαν καμμίαν γνώση για τον χριστιανισμόν, είτε διότι απέκτησαν μια πολύ ανεπαρκή και συγκεχυμένη γνώση γι’ αυτόν, η οποία πρέπει να ονομασθή πλήρης άγνοια μάλλον παρά έστω και παραμικρά γνώσις. «Ζω Εγώ, λέγει Κύριος», αναγκαζόμενος να ενισχύση με αυτόν τον τρόπο την διαβεβαίωση ενώπιον των απίστων, και να διεγείρη την προσοχή των απροσέκτων. «Ζω Εγώ, λέγει Κύριος, ου βούλομαι τον θάνατον του ασεβούς, ως το αποστρέψαι τον ασεβή από της οδού αυτού, και ζην αυτόν… Ίνα τι αποθνήσκετε οίκος Ισραήλ;». Ο Θεός εγνώριζε την ασθένεια των ανθρώπων. Εγνώριζε ότι και μετά το Βάπτισμα θα πίπτουν σε παραπτώματα και αμαρτίες. Γι’ αυτόν τον λόγο και εθέσπισε στην Εκκλησία του το Μυστήριον της Μετανοίας, δια της οποίας καθαρίζονται οι αμαρτίες που διεπράχθησαν μετά το Βάπτισμα. Η μετάνοια πρέπει να συμβαδίζη με την πίστη στον Χριστό, και να προηγείται από το εις Χριστόν Βάπτισμα. Μετά δε το Βάπτισμα βοηθεί εκείνον που επίστευσε στον Χριστόν και εβαπτίσθη σ’ αυτόν, να διορθώση τις παραβάσεις των υποχρεώσεών του. Όταν πολλοί από τα Ιεροσόλυμα και όλην την Ιουδαία κατέβαιναν στον Ιορδάνη για να βαπτισθούν από τον Ιωάννη, τον κήρυκα της μετανοίας, εξωμολογούντο σ’ αυτόν τις αμαρτίες των, όχι επειδή ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής είχε ανάγκη να γνωρίζη τις αμαρτίες των προσερχομένων σ’ αυτόν, όπως παρατηρεί κάποιος ιερός συγγραφεύς, αλλά διότι ήταν ανάγκη, χάριν της σταθερότητος της μετανοίας τους, μαζί με την λύπη τους για την διάπραξη αμαρτημάτων, να συνενώσουν και την εξομολόγηση των αμαρτιών τους. Η ψυχή που γνωρίζει ότι πρέπει να εξομολογηθή τις αμαρτίες της, λέγει ο ίδιος άγιος, συγκρατείται με αυτήν την ιδία την σκέψη ωσάν με χαλινόν, να μην επαναλάβη τις προηγούμενες αμαρτίες. Αντιθέτως, οι αμαρτίες που δεν έγιναν αντικείμενον εξομολογήσεως, επαναλαμβάνονται με άνεση, ωσάν να διεπράχθησαν στο σκότος. Με την εξομολόγηση των αμαρτιών καταλύεται η φιλική μας σχέσις προς αυτές. Το μίσος προς τις αμαρτίες είναι σημάδι αληθινής μετανοίας, και αποφασιστικότητος του εξομολογουμένου να ζήση ζωήν ενάρετον. Αν απέκτησες την έξη προς αμαρτωλές πράξεις, τότε να τις εξομολογήσαι συχνά, και σύντομα θα ελευθερωθής από την αιχμαλωσία σου σ’ αυτές, και έτσι με ευκολία και χαρά θα ακολουθής τον Κύριόν μας Ιησούν Χριστό. Αν κάποιος καταδίδει συνεχώς τους φίλους του, οι φίλοι του γίνονται εχθροί του και απομακρύνονται σαν από καταδότη, που επιδιώκει στην πραγματικότητα την καταστροφή τους. Αν κάποιος εξομολογήται τα αμαρτήματά του, αυτά υποχωρούν και τον εγκαταλείπουν, διότι οι αμαρτίες θεμελιώνονται και στηρίζονται επάνω στην υπερηφάνεια της πεπτωκυίας φύσεως, και δεν αντέχουν την αποκάλυψή τους και τον ονειδισμό. Όποιος με την ελπίδα να μετανοήση, αμαρτάνει εκ προαιρέσεως και με την πρόθεσή του, αυτός συμπεριφέρεται ύπουλα έναντι του Θεού. Και όποιος, ελπίζοντας ότι θα μετανοήση, αμαρτάνει αυτοπροαιρέτως και με πρόθεση να ενεργήση έτσι, αυτός πλήττεται απροσδοκήτως από τον θάνατο, και δεν του παρέχεται ο καιρός τον οποίον σκοπεύει να αφιερώση στην αρετή. Με το μυστήριον της εξομολογήσεως καθαρίζονται και εκπλύνονται τελείως όλες οι αμαρτίες που έχουν διαπραχθή εν λόγω ή έργω ή διανοία. Για να εξαλειφθούν από την καρδία οι αμαρτωλές συνήθειες που με την πάροδο των ετών έχουν ριζώσει μέσα της, χρειάζεται να εμμένη κανείς συνεχώς και σταθερά στην μετάνοια. Η συνεχής και σταθερά μετάνοια βιώνεται ως συνεχής συντριβή του πνεύματος, και συνίσταται στην πάλη με τους λογισμούς και τις επιθυμίες, με τα οποία εκδηλώνεται το κρυμμένο στην καρδίαν αμαρτωλόν πάθος, στην χαλιναγώγηση των σωματικών αισθήσεων και της κοιλίας, στην ταπεινή προσευχή και στην συχνή εξομολόγηση. Αδελφοί, με την εκουσία αμαρτία έχουμε χάσει την αγίαν αγνότητα, την καθαρότητα και αθωότητα, που παραβιάζεται όχι μόνον από την αμαρτωλή πράξη, αλλά ακόμη και από την γνώση του κακού. Έχουμε χάσει την καθαρότητα και αθωότητα, μέσα στην πνευματικήν αίγλη και ακτινοβολία της οποίας μας έφεραν στο είναι, κατά την γένεση, τα χέρια του Δημιουργού. Έχουμε χάσει ακόμη και την καθαρότητα που ελάβαμε κατά την ανάπλασή μας με το άγιον Βάπτισμα. Στον δρόμο της ζωής έχουμε κηλιδώσει με ποικίλες αμαρτίες τον χιτώνα μας, τον οποίον ο Λυτρωτής μας είχε καθαρίσει και λευκάνει προς χάριν μας. Το μόνο που μας έχει απομείνει είναι το ύδωρ, το ύδωρ της μετανοίας. Τι θα απογίνωμε εάν αμελήσωμε και καταφρονήσωμε και αυτό το λουτρόν του καθαρισμού; Θα αναγκασθούμε να παρουσιασθούμε ενώπιον του Θεού με ψυχήν παραμορφωμένην από την αμαρτία, και Εκείνος θα εμβλέψη φοβερός σε μια τοιαύτη μολυσμένην ψυχή, και θα την καταδικάση στο πυρ της γεένης. «Λούσασθε». λέγει Κύριος ο Θεός στους αμαρτωλούς, «και καθαροί γίνεσθε, αφέλετε τας πονηρίας από των ψυχών υμών, απέναντι των οφθαλμών μου, παύσασθε από των πονηριών υμών… και δεύτε διαλεχθώμεν». Και πώς τελειώνει η δικαία αυτή κρίσις του Θεού, η κρίσις του για την μετάνοια, στην οποία συνεχώς καλεί τον αμαρτωλόν κατά τον καιρόν της επιγείου ζωής του; Όταν ο άνθρωπος ομολογήση τις αμαρτίες του, και αποφασίση να μετανοήση ειλικρινώς και να διορθωθή, τότε ο Θεός λύει την κρίση που υπήρχε μαζί του με την ακόλουθον απόφαση: «Και εάν ώσιν αι αμαρτίαι υμών ως φοινικούν, ως χιόνα λευκανώ, εάν δε ώσιν ως κόκκινον, ως έριον λευκανώ». Αν όμως ο χριστιανός καταφρονήση αυτήν την τελευταία, την πολυεύσπλαχνο κρίση του Θεού, τότε του ανακοινώνεται από τον Θεόν η οριστική του καταδίκη στο αιώνιον πυρ. «Το χρηστόν του Θεού», λέγει ο Απόστολος Παύλος, «εις μετάνοιαν σε άγει». Ο Θεός βλέπει τα αμαρτήματά σου, παρατηρεί με μακροθυμία τις αμαρτίες που διαπράττεις κάτω από το βλέμμα του, την αλυσίδα των αμαρτιών που διεμόρφωσαν όλον σου τον βίο. Αναμένει την μετάνοιά σου, και συνάμα αναθέτει στην ελευθέρα προαιρεσή σου την επιλογήν της σωτηρίας σου ή της καταδίκης σου στο αιώνιον πυρ. Συ όμως καταχράσαι την αγαθότητα και την μακροθυμία του Θεού! Ουδεμία διόρθωσις και βελτίωσις μέσα σου! Η αδιαφορία σου αντιθέτως αυξάνει! Αυξάνει μέσα σου η αμέλεια και η περιφρόνησίς σου προς τον Θεόν αλλά και προς την ιδική σου, την αιώνια τύχη σου. Ενδιαφέρεσαι, μόνο για το πώς θα πληθύνης τις αμαρτίες σου, και στις προηγούμενες αμαρτίες σου προσθέτεις νέες και χειρότερες! «Κατά την σκληρότητά σου και αμετανόητον καρδίαν θησαυρίζεις σεαυτώ οργήν εν ημέρα οργής και αποκαλύψεως και δικαιοκρισίας του Θεού, oς αποδώσει εκάστω κατά τα έργα αυτού. Τοις μεν καθ’ υπομονήν έργου αγαθού δόξαν και τιμήν και αφθαρσίαν ζητούσι, ζωήν αιώνιον, τοις δε εξ εριθείας (από φιλόνεικο διάθεση δηλαδή), και απειθούσι μεν τη αληθεία, πειθομένοις δε τη αδικία, θυμός και οργή. Θλίψις και στενοχωρία επί πάσαν ψυχήν ανθρώπου του κατεργαζομένου το κακόν». Αμήν. (19ος αιών, από το βιβλίο του "Ασκητικές εμπειρίες" τόμ. Α' στο περιοδικόν "Αγιορειτική Μαρτυρία" αρ. 59, σελ. 42 - Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 647 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς) Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2014/01/blog-post_7779.html#ixzz53xTUChjo

14/1 Ο Θεός έλαμψεν εν ταις καρδίαις ημών [Του κ. Μιχαήλ Τσακιράκη]

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ (Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου) Του κ. Μιχαήλ Τσακιράκη Θεολόγου - Εκπαιδευτικού Ο Θεός έλαμψεν εν ταις καρδίαις ημών (Κορ.2,4,6-15) Γιατί άραγε εμείς οι απόστολοι οι αληθινοί δεν κηρύττουμε τον εαυτό μας; απλούσττα γιατί έλαμψε στις καρδιές μας ο Θεός –και γι’ αυτό κι η εκκλησία μας αφεσπέρας αρχίζει το νυχθήμερο και εκ του σκότους εξέρχεται στο φως ότι ετάφη και εγήγερται τη τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς άλλος ποιεί ημέρα ήλιος ο το αληθινόν φως απολάμπων ος επειδάν επιφανή ημίν ουκέτι εκ δυσμαίς κρύπτεται αλλά πάντα τη φωτιστική εαυτού δυνάμει περιπτυξάμενος διηνεκές τε και αδιάδοχον τοις αξίοις το φως εμποιεί και αυτούς τους μετέχοντας του φωτός εκείνου άλλους ηλίους απεργαζόμενος! - και όπως φώτισε και δόξασε το πρόωπο του Μωυσή έτσι και μας…και μάλιστα ο ίδιος ο Θεός έγινε φως σε μας αφού έλαμψε εν προσώπω Ιησού Χριστού και επειδή ο Πατήρ σε μας λάμπει δια του Υιού και μας χαρίζει το φωτισμό της γνώσεως όχι βέβαια της ουσίας Αυτού και φύσεως αλλά της σωτηριώδους δόξης Αυτού και φυσικής ενεργείας αφού για τον Υιό μας χαρίστηκε η αληθινή γνώση του Πατρός εφανέρωσά Σου το όνομα τοις ανθρώποις και Εγώ Σε εδόξασα επί της γης και ιδού η θεολογία και το ομόδοξο της Αγίας Τριάδος και επειδή το Πνεύμα εστι Κύριος και τον φωτισμόν του ευαγγελίου της δόξης του Χριστού προς φωτισμόν της γνώσεως –επειδή η θ.φύσις αόρατος δια της ληφθείσης ανθρωπότητος τω θ.φωτί περιλαμπομένης και αστραπάς αφιείσης καθοράται ως ένεστιν υποστατικού φωτός εν ταις ψυχαίς βεβαία και διηνεκής έλλαμψις ο φωτισμός της θ.χάριτος!- λέει τώρα της δόξης του Θεού… πώς μπορούμε επομένως να μένουμε στο θνητό μας σώμα εμείς που λάβαμε τέτοια μεγάλα χαρίσματα είναι το επόμενο ερώτημα που απαντά ο απόστολος λέγοντας ότι το να έχουμε ακόμα φθαρτό σώμα και δεν αφθαρτιζοόμαστε ακόμα από τούτη τη ζωή είναι κι αυτό έργο και αποτέλεσμα της θ.δυνάμεως γιατί τέτοιους θησαυρούς χαρίτων το οστράκινο και πήλινο τούτο σώμα χωρεί προκειμένου να είναι η υπερβολή της φαινομένης σε μας δυνάμεως του Θεού και να μη νομιζουν άλλοι ότι κάτι κατορθώνουμε από μόνοι μας αλλά όλοι να λένε που μας βλέπουν πως του θεού είναι το παν! Ιδού και αινιγματική αποστόμωση των ψευδαποστόλων ανά τους αιώνες που νομίζουν ότι κάτι κάνουν μόνοι τους και το διακηρύττουν κιόλας…όχι αλλά η αγιαστική θ.δύναμη του Πνεύματος…ο θησαυρός ούτος εν οστρακίνοις σκεύεσι! κι όλα αυτά γίνονται με το να έχουμε όντως μέγα κατόρθωμα της θ.δυνάμεως ώστε και μόλο που είμαστε αδύναμοι και πήλινοι και μας χτυπάνε από παντού και από κάθε μέρος και με τόσους και τόσους πειρασμούς παρόλα αυτά δεν συντριβόμαστε όπως φυσικά συντρίβεται ο πηλός κι ούτς ΄χανουμε το θησαυρό των χαρισμάτων που έχουμε μέσα μας κρυμμένο γιατί θλιβόμαστ ναι σε κάθε καιρό και τόπο και σε κάθε πράγμα και από κάθε πρόσωπο και από φίλους και από εχθρούς αλλά κι ας πάσχουμε τόσα κι όμως δεν στεναχωριόμαστε γιατί ο θεός πλαταίνει τις καρδιές μας και έτσι μόνο καταφέρνουμε να δεχόμαστε ε ευκολία τους πειρασμούς εν θλίψει επλάτυνάς με…κι ακόμα παραπέρα απορούμενοι αλλά ουκ εξαπορούμενοι που σημαίνει ότι πέφτουμε σε πολλές ανάγκεςκ αι απορίες όμωςπ άλι όρθιοι στεκόμαστε και δεν απελπιζόμαστε ούτε μας νικάνε οι πειρασμοί αλλά και πόρους και τρόπους βρίσκουμε σωτηρίας με τη βοήθεια του Θεού με τους οποιους γλιτώνουμε και νικάμε αν και διωκόμενοι ουκ εγκαταλειπόμενοι δηλαδή μας καταδιώκουν οι άνθρωποι αλλά ο Θεός δε μας εγκαταλείπει κι αφού όλα αυτά τα δεινά επιτρέπει να μας έρχονται όχι για να νικηθούμε αλλά για να γυμνζόμαστε στον πόλεμο των πειρασμών και να γινόμαστε δόκιμοι και έμπειροι –γιατί αν δεν ήταν όλα αυτά δε θα φαινότανε το μέγεθος της θ.δύναμης- και πάλι καταβαλλόμενοι αλλά ουκ απολλύμενοι αφού πέφτουμε κάτω από όσους μας πολεμάνε στο σώμα και στις σωματικές περιστάσεις αλλά δεν αφανιζόμαστε ούτε χανόμαστε κατά την προθυμία και την ανδρεία της ψυχής μας αλλά και στο σώμα διαφυλαττόμαστε! Κι όλα αυτά κατά το αντιθετικό ζεύγος Θεού-ανθρώπου: κι αν ανθρωπίνως θλιβόμαστε Θεϊκώ τω τρόπω και ως προς την πίστη στο Θεό ουκ εξαπορούμενοι ή στεναχωρούμενοι… Πάντοτε τη νέκρωση του Κυρίου Ιησού στο σώμα περιφέροντας προκειμένου η ζωή του Ιησού να φανερωθεί στο σώμα μας! Υπομένουμε θανάτους καθημερινά και με αυτούς μιμούμαστε το θάνατο του Κυρίου πάντα αλλά με τους θανάτους αυτούς και τη ζωή του Κυρίου δειχνουμε δηλαδή την ανάσταση Αυτού στο σώμα μας που πάντα πάσχει από πάθη αλλά δε θανατώνεται καθημέραν αποθνήσκω νη την ημετέραν καύχησιν γιατί όποιος απιστεί ότι ανέστη ο Χριστός ας δει εμείς πώς πεθαίνουμε καθημερινά κι πώς ζωντανεύουμε πάλι καθημαρινά και βέβαια δεν θα απιστήσει πια… Πάντα εμείς οι ζώντες παραδινόμαστε σε θάνατο για τον Ιησού μας προκειμένου και η ζωή του Ιησού να φανερωθεί στη θνητή μας σάρκα κι συνεχίζοντας την ανάλυση των λόγων του ο απόστολος μας λέει καθαρότρα τώρα ότι όπως εδώ εμείς οι απόστολοι υπομένουμε τα πάντα και το θάνατο του Κυρίου και ζωντανοί όντες προτιμάμε και αγαπάμε να πεθάνουμε γι’ Αυτόν έτσι κι Αυτός θα μας αγαπήσει και θα μας ζωοποιήσει μετά θάνατο! επομένως ο θάνατος ενεργείται εν ημίν και η ζωή εν υμίν γιατί θανατηφόροι πειρασμοί μας απειλούν συνέχεια ενώ οι Κορίνθιοι εσείς δηλαδή λαμβάνετε ζωή από το δικό μας κίνδυνο αφού το ευαγγέλιοο κηρύττεται από μας σε σας δια μέσου του οποίου εσείς ζείτε αιώνια ζωή. Πειρασμοί και θανατος μας έρχονται αλλά και από αυτά όλα μας ελευθερώνει ο Κύριος για να βεβαιώσει τη δική Του ανάσταση και αυτό να το βεβαιώνουμε από τηνπ ίστη μας επιστευσα διό ελάλησα όπως ανέστη ο Κύριος έτσι κι εμείς θα νικήσουμε τους θανατηφόρους κινδύνους που πάσχουμε και θα αναστηθούμε με τον Ιησού. Τι πιστεύουμε και τι λαλούμε άλλο από το ότι ξέρουμε και πως τώρα ο Θεός θα μας ελευθερώσει από κινδύνους και έπειτα με τη συντέλεια του κόσμου θα μας αναστήσει μαζί σας στη βασιλεία Του για να απολαύσουμε τα αιώνια αγαθά κι έτσι πάρτε θάρρος και αγωνιστείτε στην πίστη και την ενάρετη ζωή που οφείλετε να έχετε! Για σας είναι ταγαθά από το Θεό για τους πιστούς Του και η ανάσταση ακόμα κι όχι για άλλους και αυτό για να σωθούν όσο γίνεται περισσότεροι και να αθξηθεί η θ.χάρη και επομένως να αυξήσει κι η ευχαριστία που προσφέρεται στο Θεό διαμέσου πολλών ανθρώπων εις δόξαν Αυτού! Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2015/01/blog-post_63.html#ixzz53xSmvwRD

14/1 «....ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα...» (†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας

Κυριακή μετά τά Φῶτα (Ματθ. δ΄ 12-17) Φῶς ἐκ φωτός «....ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα...» (†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας Λόγια γεμᾶτα φλόγα καί ἀγαλλίασι. Ὁ προφήτης στέκεται ἀνήσυχος καὶ βλέπει τό μέλλον. Σκοτεινό καί ἀβέβαιο. Ὅμως αἴφνης διασχίζει τὸ σκοτάδι αὐτὸ ἕνα μυστηριῶδες φῶς. Εἶναι γλυκύ καὶ θεῖον. Οἱ λαοί καταπλήσσονται. Οἱ ἀκτῖνες τοῦ οὐρανίου φωτὸς φωτίζουν τὸν κόσμον. Οἱ καρδιὲς σκιρτοῦν. Τὰ πρόσωπα φεγγοβολοῦν. Ἡ ζωὴ ἀποκτᾷ ἰδιαίτερον χρῶμα. Ἡ ἐλπίδα ζωντανεύει τὶς ψυχὲς τῶν λαῶν. Ἡ «χώρα καὶ ἡ σκιὰ τοῦ θανάτου» δὲν ἠμποροῦν πλέον νά πιέσουν τὰ ἀνθρώπινα στήθη. Καινούργια πνοὴ παντοῦ... Δικαιολογημένη, ἀδελφέ, ἡ συγκίνησις τοῦ προφήτου. Καὶ θὰ γίνῃ περισσότερον κατανοητή, ἄν παρουσιάζετο μὲ κάποια μεγαλυτέρα ἀνάλυσι ἐφ’ ἑνὸς ἡ κατάστασις ἡ προχριστιανικὴ καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ μορφή τοῦ κόσμου μετὰ τὴν ἀνατολὴ αὐτοῦ τοῦ φωτός. Ἔτσι θὰ γίνῃ περισσότερον σαφὲς καὶ τὸ ἰδικόν μας σημερινὸν χρέος. 1. Τ ὸ β α θ ὺ σ κ ο τ ά δ ι. Ἀπὸ ποῦ, ἀλήθεια, νὰ ἀρχίσῃ κανείς; Γύρω, ἐκτὸς τῶν Ἰουδαίων, παντοῦ ἡ λατρεία τῶν εἰδώλων. Ποῦ εἶχε καταντήσει ὁ ἄνθρωπος ! Νὰ λατρεύῃ αὐτὸς, ὁ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν τοῦ Θεοῦ πλασθείς, νὰ λατρεύῃ, τὰ ἄψυχα, τὸν ἥλικο, τ’ ἀστέρια, τοὺς ὠκεανούς, τὰ ζῶα, τὰ πράγματα. «Καὶ ἤλλαξαν τὴν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου καὶ πετεινῶν καὶ τετραπόδων καὶ ἑρπετῶν» (Ρωμ. α΄23). Καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ πολιτισμένοι Ἕλληνες κατέφυγον εἰς φανταστικὲς θεότητες, ποὺ τὶς ἔδωσαν ἰδιότητες ἀνθρώπινες, μὲ πάθη καί μίση καὶ ἀνηθικότητες. Μιὰ τοιαύτη κατόπιν θρησκευτικὴ κατάστασις τῆς ἀνθρωπότητητος δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ ἀντίκτυπον καὶ εἰς τὴν ἠθικὴν ζωὴν τῶν λαῶν. Ἡ ἀνηθικότης εἶχε κατακτήσει τὸ σύμπαν. Σωστή «σκιὰ θανάτου» ἦταν ἁπλωμένη παντοῦ. Τρομερὴ φθορὰ τῆς ἀνθρωπίνης ἀξιοπρεπείας. Χωρὶς ἐντροπὴν ὁ ἄνθρωπος καταπατοῦσε τὴν ἁγίότητα καὶ τὴν τιμιότητα. Ἡ οἰκογένεια ἦτο ἀνύπαρκτη. Ἡ γυναίκα χωρὶς καμμίαν ἀξίαν, ταπεινὸ ἀντικείμενο στὴ διάθεσι τοῦ ἀνδρός. Ὡς μητέρα δὲν εἶχε κανένα δικαίωμα στὰ παιδιὰ της. Ὅ,τι ἤθελε τὰ ἐκαμεν ὁ ἄνδρας. Ὡς σύζυγος ἦτο δυστυχισμένη ὕπαρξις. Πολλάκις, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ συζύγου της, ἐκαίετο καὶ αὐτὴ μαζύ του ζωντανή. Τὰ παιδιὰ, χωρὶς ἀξίαν. Ἄν ὁ πατέρας δὲν τὰ ἤθελε, τὰ ἐσκότωνε, τὰ πετοῦσε στὴ χαράδρα, χωρὶς νὰ δώσῃ λογαριασμό. Ἡ κοινωνία ἦταν οὐσιαστικά διαλελυμένη. Ἠ ἀγάπη ἦταν ἄγνωστη. Ἡ δικαιοσύνη ἀνύπαρκτη σχεδόν. Οἱ περισσότεροι ἦσαν δοῦλοι. Εἰς τὶς λίμνες τῶν μεγάρων τῆς Ρώμης ἔτρεφαν τὰ χρυσόψαρα ἀπὸ τὶς σάρκες τῶν δούλων, τοὺς ὁποίους ἔρριπταν ἐπίτηδες, διὰ νὰ τρέφωνται τὰ ψάρια. Καὶ αὐτὰ ὅλο ἐγίνοντο μὲ τὴν συμπαράστασιν καὶ αὐτῶν τῶν φιλοσόφων τῆς ἐποχῆς. Σκοτάδι, λοιπόν καὶ σκιὰ θανάτου παντοῦ. Οἱ μόνοι ποὺ ζοῦσαν κάπως ἀνώτερα ἦσαν οἱ Ἰδουδαῖοι. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ εἶχαν ἀρχίσει νὰ ξεθωριάζουν. Μόνον τύπους καὶ σύμβολα εἶχαν. Ἀληθινὴν ζωὴν δὲν εὕρισκες. Κάτι περίμεναν νὰ ἁλλάξῃ.... Ἀλλὰ τί; Καὶ πῶς; Καὶ ποιός θὰ ἦταν ὁ δυνατός; 2. Τ ὸ μ έ γ α Φ ῶ ς ! Αἴφνης ἔλαμψε τὸ φῶς. Καὶ ἦταν ὄχι ἁπλῶς φῶς, ἀλλὰ μέγα Φῶς. «Φῶς ἐκ φωτὸς ἔλαμψε τῷ κόσμῳ, Χριστὸς ὁ Θεός», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας. Αὐτὸς εἶναι τό οὐράνιο Φῶς. «Ἐγώ εἰμι τὸ Φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. η΄ 12), εἶπεν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ἦλθε. Καὶ ἐπλημμύρισαν οἱ λαοὶ ἀπὸ ἀκτῖνες σωτηρίου φωτός. Ἔμαθεν ὁ κόσμος τὴν ἀλήθειαν περὶ τοῦ Θεοῦ. Ὕψωσε τὰ μάτια του ψηλότερα ἀπὸ τὰ δημιουργήματα καὶ ἐλάτρευσε τὸν αἰώνιον Δημιουργόν. Ἐφωτίσθη ἐπάνω εἰς τὸ θέμα τῆς ψυχῆς καὶ τῶν καθηκόντων του. Ἄκουσε διὰ τὴν ἀρετὴν καί τὴν γοητείαν τῆς ἠθικῆς. Ἀπέκτησεν οἰκογένειαν. Ἐστερέωσε τὰ θεμέλια της ἐπάνω εἰς τὸ πνεῦμα. Ἡ γυναίκα ἐξυψώθη καὶ ἔγινεν ἰσοδύναμος μὲ τὸν ἄνδρα. Ἀνεδείχθη ἀπὸ σκλάβα, βασίλισσα τοῦ σπιτιοῦ. Τὸ παιδὶ ἐχαρακτηρίσθη ὡς δῶρον του οὐρανοῦ καὶ ἐτέθη ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ Θεοῦ. Κατηργήθη ἡ δουλεία. Ἔγιναν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀδελφοί. Ἐθεμελιώθη ἡ δικαιοσύνη. Ἁπλώθηκε ἡ ἀγάπη εἰς τὸν κόσμον. Ἀνετράπησαν ὅλαι αἱ παλαιαὶ θεωρίαι τῶν φιλοσόφων. Ὑψώθηκε ἐπάνω στά ἐρείπια τοῦ παλιοῦ κόσμου νέον οἰκοδόμημα, τοῦ ὁποίου ἀρχιτέκτων ὑπῆρξεν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ἀπὸ τότε δὲν ὑπάρχουν πλέον σκοτειναὶ πτυχαὶ εἰς τὴν ζωήν. Τὰ ἐφώτισεν ὅλα τὸ γλυκύτατον, τὸ θεῖον φῶς, πού ἦλθεν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν εἰς τοὺς «καθημένους ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου» λαούς. Τί μεγαλυτέραν δωρεὰν τοῦ οὐρανοῦ ἦτο δυνατόν νὰ ζητήσῃ ποτέ ἡ γῆ; Καὶ ὅμως ! 3. Π ά λ ι ν σ κ ο τ ά δ ι !.... Κρίμα ! Μετὰ ἀπὸ τέτοιαν πλήμμυραν φωτός, ὁ καθένας θὰ ἐπερίμενε ν’ ἀγαπήσῃ ὁ κόσμος τὸ Φῶς καὶ νὰ ποθήσῃ νὰ ζῇ διαρκῶς μέσα εἰς τὸ φῶς. Ὅμως δὲν ἔγινεν αὐτό. Ἡ μεγαλυτέρα μερὶς τοῦ κόσμου, εἴτε συνειδητά, εἴτε ἀσυνείδητα, ἔδιωξεν αὐτὸ τὸ φῶς. Δὲν τῆς ἄρεσεν, δὲν τῆς ἀρέσει ἡ φωτεινή ζωή. Προτιμάει τὴν σκοτεινή, τὴν μυστική, τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου χωρὶς χαλινόν, χωρὶς ἐντροπήν. Καὶ μένει ἔτσι στὸ σκοτάδι, διότι ἔτσι κρύβεται. «Πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ» (Ἰωαν. γ΄,20). Ἔτσι εἶναι. Ὁ ἁμαρτωλὸς μισεῖ τὸ φῶς. Δὲν πρέπει, συνεπῶς, νὰ ἀποροῦμεν διὰ τὴν σημερινὴν κατάστασιν τοῦ κόσμου. Ὅπου λείπει ὁ Χριστὸς καὶ τὸ φῶς του, ἁπλώνεται «ἡ σκιὰ τοῦ θανάτου». Ἔτσι ζῇ ὅλη ἡ ἀνθρωπότης εἰς ἕνα ἀληθινὸν ἠφαίστειον. Συγκρούσεις καὶ πόλεμοι καὶ αἵματα. Ἀπὸ κοινωνικῆς καὶ ἠθικῆς πλευρᾶς ἀληθινὸς φαῦλος κύκλος. Παντοῦ ἀκαστασία. Φθορὰ τοῦ ἤθους. Διάβρωσις τοῦ οἰκογενειακοῦ θεσμοῦ. Ἡ νεότης παρασύρεται εἰς τὸν κρημνόν. Τὸ θεάμα, κινηματογράφος καὶ θεάτρον, συνήθως καταστρεπτικόν. Τὸ ἀνάγνωσμα ἐκρηκτικόν. Ἡ ψυχαγωγία ἐπικίνδυνος. Διασύρονται ὑπολήψεις. Τραυματίζονται παραδόσεις γενεῶν. Τὸ ἔγκλημα εἰς ἠμερησίαν διάταξιν. Σκοτώνουν ὁ πατέρας, ἡ μητέρα τὰ παιδιὰ διὰ λόγους οἰκονομικοὺς, διὰ λόγους τιμῆς.... Ἔλειψαν αἱ παλαιαὶ οἰκογενειακαὶ ἀρχαί. Ἡ δικαιοσύνη στραγγαλίζεται. Ἡ ἀγάπη ψυχραίνεται. Ἡ ἀξιοπρέπεια περιφορνεῖται. Ἡ ἠθικὴ ἐμπαίζεται. Ἡ μάσκα τοῦ μοντέρνου πολιτισμοῦ κατακτᾷ ἔδαφος. Σπαταλῶνται χρήματα διὰ τὴν ματαιοδοξίαν. Ὁ πόνος ἁπλώνει τοὺς πλοκάμους του. Τὸ πλοιάριον τῆς ἀνθρωπότητος πλέει χωρὶς πυξίδα... Μὰ εἶναι τρομερόν ! Δὲν μᾶς ἔχουν ἀκόμη συνετίσει τόσαι πικρίαι, τόσοι πόλεμοι, τόσα δάκρυα; Δὲν μᾶς ἔχουν συνετίσει; Ἀ γ α π η τ ο ί, Μέσα ἀπὸ τοὺς τάφους, ἀπὸ τὸ σκοτάδι, ἀπὸ τὰ συντρίμματα ἀκούεται καὶ σήμερον καθαρὰ ἡ φωνὴ τοῦ προφήτου: «Ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα...». Ναί ! Τὸ Φῶς τὸ μέγα εἶναι κοντά μας 2.000 τώρα χρόνια. Εἶναι ὁ Χριστός ! Κοιτάξτε Τον. Κρατάει στό Χέρι Του τὴν ἄσβεστη λαμπάδα καὶ μᾶς καλεῖ: «Δεῦτε λάβετε Φῶς !» Οἱ ἄγγελοι τὸν περιβάλλουν μὲ θάμβος. Οἱ ἅγιοι τοῦ οὐρανοῦ μὲ ἀγαλλίασιν. Ἡμεῖς; Ἀλήθεια, τί θά κάνωμεν ἡμεῖς; Χωρὶς χρονοτριβήν, πρέπει νὰ πετάξωμεν τὰ ὅπλα τοῦ θανάτου, τὰ μίση, τὰ πάθη, τὰς κακίας μας καὶ νὰ πάρωμεν λαμπάδες. Νὰ γίνωμεν λαπαδηφόροι. Νὰ τρέξωμεν παντοῦ. Νὰ ἀνάψουμε φανάρια. Νὰ διαλυθοῦν τὰ σκοτάδια τοῦ κακοῦ. Νὰ γίνῃ ἀνάστασις καινούργια στὶς ψυχές μας. Νὰ σπάσουμε τὰ σίδερα. Νὰ πᾶμε στὸ ὁλόφωτο βασίλειο τῆς ἀγάπης, τῆς εἰρήνης τοῦ Θεοῦ. Νὰ σωθοῦμε... Ἀδελφέ, Νὰ τὸ σύνθημα ὅλωνς μας: Στὸ σκοτάδι τοῦ κόσμου ν’ ἁπλωθῇ τοῦ Χριστοῦ μας τὸ φῶς. Λαμπαδηφόροι Χριστιανοί τῆς Ἑλλάδος ! Οἱ οὐρανοί, ἡ γῆ, οἱ σταυροί, οἱ τάφοι, οἱ ἄγγελοι, οἱ ἅγιοι, οἱ ψυχές μας προστάζουν. Τί κάθεσθε; Δὲν ἀκοῦτε; Ν’ ἁπλωθῆ παντοῦ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ!.... Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας Λύχνος τοῖς ποσί μου Λόγοι εἰς τὰ Εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν Ἐκδόσεις Β΄ Ἀποστολική διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2013/01/blog-post_6487.html#ixzz53xRNmTIA a