HeadShort.png

24/3 Ομιλία κατά την Κυριακή Β’ Νηστειών της Αγίας Τεσσαρακοστής [Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς]

 

Για τον παράλυτο που εθεραπεύτηκε στην Καπερναούμ από τον Κύριο και προς τους ομιλούντας ακαίρως μεταξύ τους κατά τις ιερές συνάξεις στην Εκκλησία.

Μικρή περίληψη της 10ης ομιλίας του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά:

Εις τον παραλυτικόν της Καπερναούμ, την δευτέραν Κυριακήν των Νηστειών, την μετέπειτα αφιερωθείσαν εις τον άγιον Γρηγόριον τον Παλαμάν. Ο παράλυτος της Καπερνα­ούμ εφέρετο υπό τεσσάρων ανδρών προς θεραπείαν παρά του Ιησού.

Ο ψυχικώς παράλυτος, μετανοών, φέρεται εις τον Κύ­ριον από τέσσαρας δυνάμεις· την αυτοκριτικήν, την εξομολόγησιν, την υπόσχεσιν αποχής από τα κακά εις το μέλλον, την δέησιν προς τον Θεόν. Η οροφή την οποίαν θα χαλάσωμεν δια να φθάσωμεν εις τον Κύριον είναι ο νους, ο οποίος πρέπει να καθαρθή δια να καθοδηγή και το σώμα.

1. Σήμερα θα ειπώ προς την αγάπη σας ως προοίμιο τα ίδια τα δεσποτικά λό­για, μάλλον δε την πεμπτουσία του ευαγγελικού κηρύγματος· «μετανοεί­τε, διότι ήγγισε η βασιλεία των ουρα­νών» (Ματθ. 3, 21).

Και δεν ήγγισε μόνο, αλλά και είναι μέσα μας· διότι, είπε πάλι ο Κύ­ριος, «η βασιλεία των ουρανών είναι μέσα μας» (Λουκ. 17, 21). Και δεν είναι μόνο μέσα μας, αλλά σε λίγον καιρό φθάνει περιφανέστερα, για να καταργήση κάθε αρχή και εξου­σία και δύναμι και να προσφέρη την ακαταμάχητη ισχύ, τον αδαπάνητο πλούτο, την αναλλοίωτη και άφθαρτη και ατελεύτη­τη τρυφή και δόξα, εξουσία και δύναμι, μόνο σ' αυτούς που έχουν ζήσει εδώ κατά το θέλημα και την αρέσκεια του Θεού.

2. Επειδή λοιπόν η βασιλεία του Θεού και ήγγισε και μέσα μας είναι και σε λίγον καιρό φθάνει, ας καταστήσωμε τους εαυ­τούς μας με τα έργα της μετανοίας αξίους αυτής. Ας βιάσωμε τους εαυτούς μας ανακόπτοντας τις πονηρές προλήψεις και συν­ήθειες· διότι η βασιλεία των ουρανών είναι βιαστή και οι βιασταί την αρπάζουν.

Ας ζηλεύσωμε την υπομονή, την ταπείνωσι και την πίστι των θεοφόρων πατέρων μας· διότι λέγει, «εξετάζοντας τα αποτελέσματα της διαγωγής τούτων, να μιμήσθε την πίστι τους» (Εβρ. 13, 7). Ας νεκρώσωμε τα μέλη μας τα επίγεια, πορ­νεία, ακαθαρσία, κάθε κακό πάθος, και την πλεονεξία, και μά­λιστα κατά την διάρκεια των ιερών τούτων ημερών της νηστείας.

Γι' αυτό ακριβώς η χάρις του Πνεύματος κατά σειρά, πρώτα μας εδίδαξε περί της μελλούσης φρικωδεστάτης κρίσε­ως του Θεού, έπειτα μας υπενθύμισε περί της εξορίας του Αδάμ και μετά από αυτό μας υπέδειξε την ασφαλέστατη πίστι, (Ο Γρηγόριος εννοεί το εορταστικό περιεχόμενο των τριών πρώτων Κυ­ριακών του Τριωδίου, Απόκρεω, Τυρινής, Ορθοδοξίας), έτσι ώστε με το φόβο της πρώτης και με τον θρήνο της δευτέρας να τηρούμε με βεβαιότητα την πίστι, να συμμαζεύωμε τους εαυ­τούς μας, να μη παραδιδώμαστε στην ακράτεια, να μη ανοίγωμε θύρα και προσφέρωμε χώρο δια της άπιστης και άπληστης κοι­λίας σε όλα τα πάθη και φθάνωμε στην ευρύχωρη και πλατειά οδό, καταστρεφόμενοι μ' ευχαρίστησι κατά κάποιον τρόπο· αλλά, αφού αγαπήσωμε την στενή και θλιμμένη οδό που οδηγεί στην αιώνια ζωή, της οποίας αρχή και πρώτο στάδιο είναι η νηστεία, να διανύσωμε αυτήν την τεσσαρακοστή των νηστησίμων ημερών με ευρωστία.

3. Πραγματικά εάν, όπως για κάθε πράγμα υπάρχει ο κατάλλη­λος καιρός, κατά τον Σολομώντα (Εκκλ. 3, 1) και για όλα υπάρχει ο χρό­νος, έτσι και για την εκτέλεσι της αρετής πρέπει κανείς να ζητήση τον κατάλληλο καιρό, αυτός εδώ είναι καιρός, αυτή η τεσσαρακοστή των ημερών.

Εάν δε και όλος ο βίος των ανθρώ­πων είναι επιτήδειος για την κατάκτησι της σωτηρίας, πολύ περισσότερο είναι ο καιρός αυτός της νηστείας· καθ' όσον και ο αρχηγός και χορηγός της σωτηρίας μας Χριστός έκαμε την αρχή από νηστεία, και στο στάδιό της κατεπάλαισε και κατεντρόπιασε τον δημιουργό των παθών Διάβολο, που του επετέθηκε παντοιοτρόπως.

Όπως πραγματικά η ακρασία της κοιλιάς που αναιρεί τις αρετές είναι γεννήτρια της εμπαθείας, έτσι και η εγκράτεια, που αναιρεί τους από την ακρασία μολυσμούς, εί­ναι γεννήτρια της απαθείας. Εάν δε η ακρασία προξενεί και προξένησε τα πάθη που δεν υπήρχαν σ' εμάς, πώς, όταν υπάρ­χουν, δεν θα τα αυξήση και στηρίξη, όπως η νηστεία θα τα μειώση και θα τα αφανίση;

Είναι δε συζυγικαί μεταξύ τους η νηστεία και η εγκράτεια, έστω και αν για τους συνετούς ερευνητάς πότε πλεονεκτή η μία και πότε η άλλη.

4. Ας μη τις διαζεύξωμε λοιπόν κι' εμείς τώρα, αλλά κατά την διάρκεια των πέντε ημερών της εβδομάδος ας τηρούμε περισ­σότερο τη νηστεία, ενώ κατά το Σάββατο και την Κυριακή ας προσέχωμε μάλλον στην εγκράτεια παρά στην νηστεία, για να ακούωμε με σύνεσι τα ευαγγελικά λόγια, τα οποία θα μας αναγ­γείλουν σήμερα την θαυμαστή ίασι του παραλύτου που πραγματοποιήθηκε από τον Κύριο όχι στα Ιεροσόλυμα, αλλά στην Καπερναούμ (Μαρκ. 2, 1-12, Ματθ. 9, 1-8, Λουκ. 5, 17-26).

Τον καιρό εκείνο, λέγει ο θεηγόρος Μάρκος, «εισήλθε πάλι ο Ιησούς στην Καπερναούμ για ημέρες» (Μάρκ. 2, 1). Αυτήν δε την Καπερναούμ ονομάζει ιδιαιτέρα πόλι του Κυρίου ο Ματ­θαίος. Διότι ιστορώντας και αυτός τα σχετικά με τον παράλυτο τούτον, λέγει, «ήλθε ο Ιησούς στη δική του πόλι» (Ματθ. 4, 12).

Πραγματι­κά, αφού εβαπτίσθηκε στον Ιορδάνη από τον Ιωάννη και το Πνεύμα επέταξε επάνω σ' αυτόν, εξάγεται στην έρημο από το Πνεύμα για δοκιμασία και μετά την νίκη του κατά του πειρα­σμού επανήλθε και περιερχόταν τα πλησιόχωρα του Ιορδάνη διδάσκοντας και μαρτυρούμενος με πολλούς τρόπους από τον Βαπτιστή, μέχρις ότου ο Ιωάννης εφυλακίσθηκε από τον Ηρώδη.

Τότε δε, όπως λέγει ο Ματθαίος, «ανεχώρησε στην Γαλιλαία και εγκαταλείποντας την Ναζαρέτ, ήλθε και κατοίκη­σε στην παραθαλάσσια Καπερναούμ» (Ματθ. 4, 12).

5. Εξερχόταν λοιπόν από αυτήν στις ερήμους χάριν προσευ­χής και στις κωμοπόλεις των γειτόνων για να κηρύττη και πάλι επανερχόταν σ' αυτήν. Γι' αυτό ο μεν ευαγγελιστής Ματθαίος την ωνόμασε ιδιαιτέρα πόλι του, ο δε Μάρκος λέγει ότι εισήλ­θε πάλι στην Καπερναούμ για ημέρες.

«Και άκουσαν ότι είναι σ' ένα οίκο και αμέσως συναθροίσθηκαν πολλοί, ώστε να μη χωρούν άλλους ούτε τα σημεία γύρω από τη θύρα»· διότι, αφού τον περισσότερο χρόνο έμενε εκεί, αναγνωρίσθηκε καλύτερα δια των πολλών και μεγάλων θαυμάτων και λόγων, γι' αυτό και εποθείτο υπερβολικά. Καθώς ήκουσαν λοιπόν ότι είναι πάλι κοντά, συνέρρευσαν πολυπληθείς· όπως δε λέγει ο Λουκάς εί­χαν συνέλθει και από κάθε πόλι, μεταξύ δε των συνελθόντων ήσαν Γραμματείς και Φαρισαίοι και νομοδιδάσκαλοι· και απηύ­θυνε προς αυτούς τον λόγο.

Τούτο δε ήταν το κυριώτερο έργο του, όπως και προκαταβολικώς εδήλωσε με τα λόγια· «εξήλθεν ο σπείρων του σπείραι τον σπόρον αυτού» (Λουκ. 8, 5), δηλαδή τον λόγο της διδασκαλίας, και «ήλθα να καλέσω τους αμαρτωλούς σε μετά­νοια» (Ματθ. 9, 13), η δε κλήσις γίνεται με τον διδακτικό λόγο. Τούτο ήθε­λε να δήλωση και ο Παύλος όταν έλεγε, «η πίστις γεννάται από την ακοή, η δε ακοή δια του λόγου του Θεού» (Ρωμ. 10, 17).

6. Απηύθυνε λοιπόν ο Κύριος σ' όλους γενικώς και χωρίς φθόνο τον λόγο της μετανοίας, το ευαγγέλιο της σωτηρίας, τα λόγια της αιώνιας ζωής. Και όλοι μεν ήκουαν, αλλά δεν υπήκουαν όλοι· διότι φιλήκοοι μεν και φιλοθεάμονες είμαστε όλοι, φιλάρετοι δε δεν είμαστε όλοι.

Πραγματικά είμαστε καμωμένοι να ποθούμε πλην των άλλων να γνωρίζωμε και τα σχετικά με την σωτηρία, γι' αυτό οι περισσότεροι όχι μόνο ακούουν ευχα­ρίστως την ιερά διδασκαλία, αλλά και διερευνούν τους λόγους, εξετάζοντάς τους κατά την άποψί του ο καθένας σύμφωνα με την άγνοια ή σύνεσι που τον κατέχει.

Για να φέρωμε όμως τους λόγους σε έργο ή και να καρπωνώμαστε από αυτούς ωφέλιμη πίστι, χρειάζεται ευγνωμοσύνη και αγαθή προαίρεσις, η οποία δεν ευρίσκεται εύκολα, και μάλιστα ανάμεσα σ' αυτούς που δι­καιώνουν εαυτούς και είναι κατά τους εαυτούς των ειδήμονες, όπως ακριβώς ήσαν οι Γραμματείς και Φαρισαίοι μεταξύ των Ιουδαίων.

7. Γι' αυτό και τότε, μένοντας στον οίκο εκείνο, ήκουσαν το λόγο κι' έβλεπαν τα τελούμενα θαύματα, εβλασφημούσαν όμως περισσότερο παρά επαινούσαν τον δια των έργων και λόγων ευεργέτην.

Πραγματικά, όταν ο Κύριος εδίδασκε και όλοι ή οι περισσότεροι εδέχονταν με ανοικτά αυτιά τους λόγους της χά­ριτος που εκπορεύονταν από το στόμα του, λέγει, «έρχονται κά­ποιοι προς αυτόν, που έφεραν ένα παραλυτικό και τον εσήκωναν τέσσερις, οι οποίοι μη μπορώντας να τον πλησιάσουν εξ αι­τίας του πλήθους εξεσκέπασαν την στέγη της οικίας όπου ήταν ο Κύριος και ανοίγοντας τρύπα κατέβασαν το κρεββάτι στο οποίο εκοιτόταν ο παραλυτικός». Είναι δυνατό να νομισθή ότι η πράξις όλη είναι αποτέλεσμα της πίστεως των συνοδών και ότι ο Κύριος έδωσε στη συνέχεια την ίασι διότι εξετίμησε την πίστι τους· αλλ' εγώ νομίζω ότι τούτο δεν είναι αληθινό.

Εάν πραγματικά ο Κύριος, θεραπεύοντας το αγόρι του αρχισυναγώγου, δεν εζήτησε την πίστι από αυτό, όπως ούτε από την θυγα­τέρα της Χαναναίας ή του Ιαείρου, αρκούμενος στην πίστι αυ­τών που προσήλθαν υπέρ αυτών, αλλ' από αυτούς η μεν θυγατέ­ρα του Ιαείρου ήταν αποθαμένη, η της Χαναναίας ήταν ψυχο­παθής, το δε αγόρι ούτε καν ήταν παρόν· ο παράλυτος αυτός όμως ήταν παρών και κύριος του λογικού του, αν και ήταν πα­ράλυτος στο σώμα.

Γι' αυτό νομίζω ότι μάλλον από την ελπίδα και πίστι του παραλυτικού εδέχθηκαν την πίστι στον Κύριο και οι συνοδοί του κι' ενθαρρύνθηκαν να προσέλθουν σ' αυτόν. Πειθόμενοι στον παραλυτικό τούτον τον μετέφεραν και τον ανέβασαν επάνω στη στέγη και τον κατέβασαν από εκεί εμ­πρός στον Κύριο.

Βέβαια εκείνοι δεν θα ενεργούσαν έτσι χωρίς τη θέλησι αυτού και η επίτασις της παραλύσεως προφανώς δεν είχε διαλύσει το λογικό αλλά μάλλον τα εμπόδια και προσκόμ­ματα στην πίστι.

8. Ο έρως της ανθρωπίνης δόξης απεμάκρυνε τους Φαρισαίους από την πίστι προς τον Κύριο· γι' αυτό έλεγε προς αυτούς, «πώς μπορείτε να πιστεύετε σ' έμενα, δεχόμενοι δόξα από ανθρώπους και μη ζητώντας τη δόξα από τον μόνο Θεό;» (Ιω. 5, 44).

Αλλους πάλι τους εμπόδισαν από την προσέλευσι αγροί και γάμοι και φροντίδες βιωτικών έργων, πράγματα που η πάρεσις του σώματος τα παρέλυσε όλα και τα εξέβαλε από τους λογι­σμούς του παραλύτου.

Και γι' αυτό στους αμαρτωλούς η νόσος είναι μερικές φορές ανώτερη της υγείας, διότι συνεργεί στη σωτηρία τους, και τις μεν έμφυτες ορμές προς την κακία αμβλύ­νοντας, το δε χρέος των σφαλμάτων εξοφλώντας κατά κάποιον τρόπο δια της κακώσεως, τους καθίστα δεκτικούς πρώτα της ψυχικής θεραπείας, έπειτα και της θεραπείας του σώματος, και μάλιστα όταν ο ασθενής, κατανοώντας ότι το κτύπημα είναι θε­ραπεία από τον Θεό, το βαστάζει γενναίως, προσπίπτει με πίστι στον Θεό και επικαλείται τον ιλασμό δια των έργων με όση δύ­ναμι έχει.

Τούτο υπέδειξε κατά την δύναμί του και ο παράλυτος και παρέστησε ο Κύριος με τα λόγια και τα έργα του, αν και οι Φαρισαίοι, μη μπορώντας να το συλλάβουν, εβλασφημούσαν κι' εγόγγυζαν «αφού είδε», λέγει, «ο Ιησούς την πίστι τους, δηλαδή του κλινήρους που κατεβαζόταν και αυτών που τον κατέβαζαν από τη στέγη, λέγει στον παραλυτικό, τέκνο, συγχω­ρούνται οι αμαρτίες σου».

9. Τι μακαρία ονομασία. Ακούει το όνομα «τέκνο» και υιοποιείται από τον ουράνιο Πατέρα και προσκολλάται στον αναμάρτητο Θεό, γενόμενος και αυτός αμέσως αναμάρτητος δια της αφέσεως των αμαρτιών· για ν' ακολουθήση η ανακαίνισις του σώματος, λαμβάνει πρωτύτερα την ψυχή ανωτέρα της α­μαρτίας από τον γνωρίζοντα ότι, αφού πρώτα υπέπεσε η ψυχή στους βρόχους της αμαρτίας, επηκολούθησαν κατά τη δικαία κρίσι του οι νόσοι του σώματος και ο θάνατος.

10. Αλλ' οι Γραμματείς, όταν άκουσαν αυτά, «διαλογίζονταν», λέγει, μέσα τους, γιατί λαλεί αυτός βλάσφημα; ποιός μπορεί να αφήση αμαρτίες, εκτός ενός, του Θεού;

Ο δε Κύριος, γνωρί­ζοντας ως ποιητής καρδιών και τους αφανείς λογισμούς των καρδιών των Γραμματέων, λέγει προς αυτούς· «τί διαλογίζεσθε αυτά τα πράγματα στις καρδιές σας; τί είναι ευκολώτερο, να ειπώ στον παραλυτικό, συγχωρούνται οι αμαρτίες σου ή να του ειπώ, σήκω, πάρε το κρεββάτι σου και περιπάτει;».

Επειδή κατά τους Γραμματείς ο Κύριος αδυνατούσε να θεραπεύση τον παράλυτο, κατέφυγε προς το αφανές μέρος, την άφεσι των αμαρτημάτων, που και μόνο να την ειπής με τον λόγο, και μάλι­στα τόσο αυθεντικώς και προστακτικώς, είναι μεν βλάσφημο, αλλά εύκολο και στου καθενός το χέρι.

Γι’ αυτό λέγει προς αυτούς ο Κύριος, εάν ήθελα να εκφέρω κενούς λόγους, που δεν έχουν αποτέλεσμα σε πράξεις, θα ήταν εξ ίσου εύκολο να ειπώ χωρίς πρακτικό αντίκρυσμα και την έγερσι του παραλυτικού και την άφεσι των αμαρτιών.

Για να μάθετε όμως ότι ο λόγος μου δεν είναι ανενεργός, και ότι δεν κατέφυγα στην άφεσι της αμαρτίας επειδή τάχα αδυνατώ να προσφέρω την θεραπεία της νόσου, αλλ' έχω εξουσία θεϊκή επί της γης, ως Υιός ομοούσιος με τον ουράνιο Πατέρα, αν και έγινα ομοούσιος με σας τους αχαρίστους κατά σάρκα - τότε λέγει στον παραλυτικό-, «σου λέγω, σήκω, πάρε το κρεββάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου· και αμέσως εσηκώθηκε και παίρνοντας το κρεββάτι του εξήλθε εμπρός στα μάτια όλων».

11. Είναι αντίθετα προς τους διαλογισμούς των Γραμματέων και ο λόγος και το θαύμα τούτο, σε μερικά όμως σημεία και συμφωνούν. Πραγματικά το ότι κανείς άνθρωπος δεν μπορεί αφ' εαυτού να συγχωρήση αμαρτίες, το αποδεικνύουν αληθινό, εκείνο όμως των Φαρισαίων, το ότι ο Χριστός είναι ψιλός άν­θρωπος αλλ' όχι Θεός παντοδύναμος, το αποδεικνύουν ψευδές και ασύνετο· διότι αυτό, που δεν είδε ποτέ κανείς ούτε άκουσε, εφανερώθηκε τώρα, ο ίδιος Θεός και άνθρωπος, που έχει διπλή φύσι και ενέργεια· ελάλησε κατά τον τρόπο μας ως άνθρωπος, έκαμε όσα θέλει με μόνο τον λόγο του και το πρόσταγμά του ως Θεός και επιβεβαίωσε με τα έργα ότι και στην αρχή, κατά το ψαλμικό, αυτός τα πάντα «είπε και έγιναν, διέταξε και εκτίσθηκαν» (Ψαλ. 32, 9).

Γι' αυτό και τώρα στο λόγο του αμέσως επακολού­θησε το έργο. Πραγματικά αμέσως εσηκώθηκε ο παραλυτικός «και αφού πήρε το κρεββάτι του εξήλθε εμπρός στα μάτια όλων, ώστε να θαυμάζουν όλοι».

Η μεν άφεσις των πταισμά­των με τον λόγο ενεργείται και από τους ανθρώπους, αν κάμη κάποιος πταίσμα σε βάρος τους, ασθένεια δε, και μάλιστα τόσο σοβαρή, να φυγαδευθή με πρόσταγμα και λόγο μόνο είναι στην εξουσία μόνο του Θεού.

Γι' αυτό και ο ευαγγελιστής επισημαί­νει ότι εθαύμασαν όλοι όσοι είδαν και εδόξασαν τον Θεό, δηλαδή ασφαλώς τον ίδιο τον εκτελεστή του παραδόξου τούτου έργου, μάλλον δε αυτόν που πράττει ένδοξα και εξαίσια έργα, των οποίων δεν υπάρχει αριθμός· «έλεγαν, ότι ποτέ έως τώρα δεν είδαμε τέτοια πράγματα».

12. Αλλ' εκείνοι μεν αποδίδοντας την δοξολογία με λόγια και παρουσιάζοντας το θαύμα μεγαλύτερο από τα προηγούμενα έλεγαν αυτά, ποτέ δεν είδαμε έως τώρα τέτοια πράγματα, εμείς όμως που δεν μπορούμε να λέγωμε τώρα τούτο (διότι είδαμε πολλά και πολύ μεγαλύτερα από αυτό θαύματα που ετελέσθηκαν όχι μόνο από τον Χριστό, αλλά και από τους μαθητάς του και τους διαδόχους των στη συνέχεια με μόνη την επίκλησι του ονόματος του Χριστού)· εμείς λοιπόν, αδελφοί, ας τον δοξάσωμε με έργα τώρα, λαμβάνοντας και το θαύμα τούτο αναγωγικώς ως υπόδειγμα προς την αρετή.

Διότι ο καθένας από τους προσ­κολλημένους στις ηδονές είναι παράλυτος στην ψυχή, κατακείμενος επάνω στην κλίνη της ηδυπαθείας και της φαινομενι­κής σαρκικής ανέσεως επάνω σ' αυτήν· αλλ' όταν πειθόμενος στις ευαγγελικές παραινέσεις με την εξομολόγησι κατανικά τις αμαρτίες του και την από αυτές προκληθείσα παράλυσι της ψυ­χής του, φέρεται προς τον Κύριο από τις εξής τέσσερις δυνά­μεις· την αυτοκριτική, την εξομολόγησι των προηγουμένων αμαρτιών, την υπόσχεσι αποχής από τα κακά στο μέλλον και την δέησι προς τον Θεό.

Αλλ' αυτά δεν μπορούν να φέρουν κοντά στο Θεό, αν δεν ξεσκεπάσουν την οροφή, ρίπτοντας κάτω τα κεραμίδια και το χώμα και τα άλλα υλικά. Όροφος δε είναι σ' εμάς το λογιστικό της ψυχής, εφ' όσον ευρίσκεται επά­νω από όλα όσα είναι σ' εμάς· έχει δε τούτο πολύ υλικό ευρι­σκόμενο επάνω του, την σχέσι προς τα πάθη και τα γήινα.

Όταν λοιπόν αυτή η σχέσις λυθή και αποτιναχθή από τα τέσ­σερα προλεχθέντα, τότε πραγματικά μπορούμε να κατεβασθούμε, δηλαδή να ταπεινωθούμε αληθινά και να προσπέσωμε και να προσεγγίσωμε τον Κύριο, να ζητήσωμε και να λάβωμε από αυτόν την θεραπεία.

13. Πότε δε γίνονται αυτά τα έργα της μετανοίας; Γίνονται όταν ήλθε ο Ιησούς στην πόλι του, δηλαδή μετά την σαρκική επιδημία του στον κόσμο, ο οποίος είναι δικός του αφού εκτίσθηκε από αυτόν, όπως λέγει περί αυτού και ο ευαγγελιστής, ότι «ήλθε στα δικά του, αλλά οι δικοί του δεν τον υποδέχθη­καν σ' εκείνους δε που τον υποδέχθηκαν έδωσε εξουσία να γίνουν τέκνα Θεού, σ' αυτούς που πιστεύουν στο όνομά του» (Ιω. 1, 11).

Γι' αυτό και ο παραλυτικός νους, όταν προσκύνησε με τόση πίστι, ακούει αμέσως από αυτόν το όνομα «τέκνο» και λαμβάνει την άφεσι και την θεραπεία· και όχι μόνο αυτά αλλά προσλαμ­βάνει και δύναμι να σηκώνη και μεταφέρη το κρεββάτι στο οποίο ήταν ξαπλωμένος.

Ως κρεββάτι δε να εννοήσης το σώμα στο οποίο είναι προσδεδεμένος και δια του οποίου επιδίδεται στα έργα της αμαρτίας ο νους που ακολουθεί τις σαρκικές ορέξεις.

14. Μετά τη θεραπεία όμως ο νους μας άγει και φέρει το σώμα σαν υποχείριο και δι' αυτού επιδεικνύει τους καρπούς και τα έργα της μετανοίας· ώστε όσοι βλέπουν, να δοξάσουν τον Θεό, βλέποντας σήμερα ευαγγελιστή τον χθεσινό τελώνη, απόστολο τον διώκτη, θεολόγο τον ληστή, υιόν του ουρανίου Πατρός τον προηγουμένως ζώντα με τους χοίρους, εάν δε θέλης, και σχεδιάζοντα μέσα του αναβάσεις και πορευόμενο από δόξα σε δόξα με την καθημερινή προκοπή προς το ανώτερο.

Γι' αυτό και ο Κύριος λέγει προς τους ιδικούς του, «έτσι ας λάμψη το φως σας εμπρός στους ανθρώπους, για να ιδούν τα καλά σας έργα και δοξάσουν τον επουράνιο Πατέρα σας» (Ματθ. 5, 16). Λέγει δε τού­το, για να παραγγείλη όχι να επιδεικνύωνται, αλλά να πολιτεύωνται θεοφιλώς.

Όπως δε το φως ελκύει ανέτως τους οφθαλ­μούς των ορώντων, έτσι και η θεοφιλής διαγωγή μαζί με τους οφθαλμούς προσελκύει και τη διάνοια.

Και όπως πάλι στην περίπτωσι του ηλιακού φωτός δεν επαινούμε τον αέρα που μετέ­χει της λαμπρότητος, αλλά τον ήλιο που έχει και παρέχει την αυγή της λαμπρότητος, και αν επαινέσωμε τον αέρα ως φωτει­νό, πολύ περισσότερο πρέπει τον ήλιο· έτσι και με εκείνον που δια των έργων της αρετής επιδεικνύει την λαμπρότητα του ηλίου της δικαιοσύνης· διότι αυτός, μόλις ιδωθή, σύρει προς την δόξα του επάνω στους ουρανούς Πατρός του ηλίου της δι­καιοσύνης Χριστού.

15. Και για να παραλείψω τώρα εγώ τις μεγαλύτερες αρετές θα αναφέρω τούτο· όταν μέσα στην ιερά εκκλησία παραστεκόμενος στον Θεό μαζί με σας στραφώ και ιδώ αυτούς που ανα­πέμπουν τους ύμνους και τις δεήσεις προς τον Θεό με σύνεσι και κατάνυξι ή κάποιον που στέκεται σιωπηλός και ακούει σύννους, ενθουσιάζομαι αμέσως και με μόνη τη θέα αυτή και γεμί­ζω αγαλλίασι και δοξάζω τον ουράνιο Πατέρα Χριστό, χωρίς τον οποίο δεν μπορεί να πράξη κανείς κανένα καλό και δια του οποίου κατορθώνεται κάθε επίτευγμα των ανθρώπων.

16. Αλλά τί θα ειπούμε τώρα προς αυτούς που ούτε σιωπηλοί στέκονται ούτε συμψάλλουν, αλλά συναντούν αλλήλους και αναμιγνύουν τη λογική προς τον Θεό λατρεία μας με κοσμική συναναστροφή, ώστε ούτε αυτοί ακούουν τα ιερά και θεόπνευστα λόγια κι' εκείνους που θέλουν ν' ακούουν εμποδίζουν;

«Έως πότε, αγαπητοί, θα χωλαίνετε κι' από τα δύο πόδια», θα έλεγε ο θεσβίτης Ηλίας (Γ’ Βασ. 18, 21), θέλοντας να επιδίδεσθε συγχρόνως με την προσευχή και σε λόγους ακαίρους και γηίνους και μη κατορθώνοντας φυσικά κανένα από τα δύο, αλλά καταστρέφον­τας το ένα με το άλλο, μάλλον δε φθείροντας αυτά δι' αλλήλων;

Έως πότε κι' εδώ δεν θ' αποφύγετε τα λόγια της ματαιότητος, αλλά θα κάμετε τον οίκο της προσευχής οίκο εμπορείας ή λόγον εμπαθείας, οίκο στον οποίο λέγονται και ακούονται λόγια αιώνιας ζωής, αλλά από εμάς καθώς ζητούμε από τον Θεό με ακαταίσχυντη ελπίδα την αιώνια ζωή, αλλά δε από τον Θεό κα­θώς την προσφέρει σ' αυτούς που την ζητούν με όλη την ψυχή και τη διάνοια, αλλ' όχι σ' αυτούς που δεν στρέφουν ούτε καν όλη τη γλώσσα προς την αίτησι;

17. Τώρα, αδελφοί, η θυσία μας προς τον Θεό δεν τελείται με φωτιά, όπως επί του Μωυσέως, αλλά δια λόγου. Τότε λοιπόν, όταν ο Θεός εδεχόταν την θυσία φερομένην προς τα άνω με πυρ, οι μαζί με τον Κορέ επαναστάτες, επειδή προσέφεραν ξένο απ’ έξω πυρ, κατεκάησαν από το ιερό πυρ που ώρμησε προς αυτούς αυτομάτως (Αρ. 16, 34).

Ας φοβηθούμε λοιπόν κι' εμείς μήπως, φέροντας απ' έξω ξένους λόγους στο λογικό τούτο θυ­σιαστήριο του Θεού, στην Εκκλησία δηλαδή, κατακριθούμε τελεσιδίκως από τους θείους λόγους που είναι σ' αυτήν, καθι­στώντας έτσι τους εαυτούς μας αξίους της απαισίας φωνής και καταδίκης.

Ναι, ας φοβηθούμε, παρακαλώ, και όσο είμαστε εδώ να προσφέρωμε την ικεσία παριστάμενοι στον Θεό με φόβο· όταν δε εξέλθωμε από εδώ, θα επιδείξωμε την από εδώ μεταβολή των τρόπων προς το καλύτερο, μη γοητευόμενοι από κέρδη, και μάλιστα άδικα, αποφεύγοντας όρκους και μάλιστα τους ψευδείς, απέχοντας αισχρών λόγων, πολύ δε περισσότερο των σχετικών με αυτά πράξεων, της καταλαλιάς, του δόλου, της μεγαλαυχίας, διαπαιδαγωγώντας και κινώντας με θεόφρονα νου κάθε μέλος και αίσθησι, και φέροντας το σώμα και αναβιβά­ζοντάς το με λόγο και θείο φόβο, αλλά μη καταβιβαζόμενοι και κατεχόμενοι από το σώμα προς τις χαμερπείς και βδελυρές ορέξεις· διότι εμάθαμε από τον Παύλο κι' εγνωρίσαμε ότι, αν μεν ζούμε σαρκικώς, πρόκειται ν' αποθάνωμε, αν δε θανατώνωμε με το πνεύμα τις πράξεις του σώματος, θα ζήσωμε αιωνίως (Ρωμ. 8, 13).

18. Και τώρα ας κινήσωμε όλους όσοι μας βλέπουν σε δοξολόγησι του Θεού, αφού γνωρίσουν καλά ότι ο οίκος αυτός φέ­ρει μέσα του τον Χριστό, που σφίγγει τους παραλύτους κατά την ψυχή και παραγγέλλει να σηκώνουν και ανεβάζουν προς αυτόν με πνευματικό και θεοφιλή λογισμό τις σωματικές αι­σθήσεις και αντιλήψεις, αλλά να μη φέρωνται και καταρρίπτωνται από αυτές ασυνέτως· και έτσι να υπάγουν στον πρα­γματικά δικό μας οίκο, δηλαδή στον ουρανό και στον υπερουράνιο χώρο, όπου ευρίσκεται τώρα ο Χριστός, ο κληρονόμος και κληροδότης μας.

19. Σ' αυτόν πρέπει δόξα, δύναμις, τιμή και προσκύνησις μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.

Πηγή Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 9, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com

24/3 Ὁμιλία εἰς τὴν Β΄Κυριακὴ Νηστειῶν Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

 

Ἡ (νηστεία εἶναι) ὁδός, μέ τήν ὁποία ἐσύ καί ἐγώ βαδίζουμε πρός τήν Ἀνάστασι. Τήν ἀνάστασι τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς. Ναί. Καί ἐσύ καί ἐγώ. Γι’ αὐτό ἡ νηστεία εἶναι θαυμαστή. Γιατί εἶναι ἕνας δρόμος. Γιά ποῦ; Γιά τήν Ἀνάστασι. Καί λοιπόν, αὐτό τί σημαίνει; Σημαίνει Ἀνάστασι – νίκη κατά τοῦ θανάτου· Ἀνάστασι – νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας· Ἀνάστασι – νίκη κατά τοῦ διαβόλου. Αὐτό εἶναι ἡ νηστεία!

Σέ ἕνα θαυμάσιο στιχηρό αὐτῶν τῶν ἡμερῶν ψάλλαμε καί προσευχηθήκαμε: «Ἀκολουθήσωμεν τῷ διά νηστείας ἡμῖν, τήν κατά τοῦδιαβόλου νίκην ὑποδείξαντι, Σωτῆρι, τῶν ψυχῶν ἡμῶν» (Πέμπτη Α΄ Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, Ἀπόστιχα Ἑσπερινοῦ).

Νηστεία – νίκη κατά τοῦ διαβόλου. Νά ἡ καλή εἴδησι, πού ὁ Κύριος μᾶς ἔφερε. Θέλεις νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας; Θέλεις νίκη κατά τοῦ ἐφευρέτου τῆς ἁμαρτίας, κατά τοῦ ἰδίου τοῦ διαβόλου; Ὁρίστε, ἡ νηστεία –λέγει ὁ Σωτήρ.

Ναί, μέ τήν νηστεία ἐσύ γίνεσαι ὁ μεγαλύτερος νικητής σέ αὐτόν τόν κόσμο. Ποιός νίκησε τόν διάβολο, ποιός, ἐκτός ἀπό τόν ΚύριοἸησοῦ Χριστό; Κανένας ἄλλος. Γι’ αὐτό, Αὐτός εἶναι ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου, διότι μόνο Αὐτός εἶναι Θεός, πιό ἰσχυρός ἀπό τόν διάβολο. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι πιό ἀνίσχυρα ἀπό αὐτόν. Καί ἐμεῖς, ἀκολουθώντας Τον, στήν πραγματικότητα ἀκολουθοῦμε τόν Νικητή πού μᾶς δίνει πάντοτε τήν νίκη κατά τοῦ διαβόλου, κατά τοῦ κάθε διαβόλου πού μᾶς ἐπιτίθεται γιά νά μᾶς νικήσῃ καί νά μᾶς ρίξῃ στήν ἁμαρτία. Σέ τί, δηλαδή; Στόν θάνατο.

* * *

Ὕπαρξις ἀθάνατη. Αὐτό εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ὁ Κύριος ἦλθε στόν γήινο κόσμο μας, γιά νά νικήσῃ τήν ἁμαρτία μας· γιά νά μᾶς δώσῃτήν δύναμι, τά μέσα, νά κάνουμε καί ἐμεῖς τό ἴδιο, νά κάνουμε τό ἴδιο μαζί Του, ὁδηγούμενοι ἀπό Αὐτόν, ἀκολουθώντας Τον.

Τί εἶναι οἱ ἀνθρώπινες νίκες; Τίποτε. Ὅλες οἱ ἀνθρώπινες νίκες, ἄν δέν νικοῦν τόν θάνατο, εἶναι ἧττες. Τί εἶναι ὅλες οἱ νίκες, τίςὁποῖες πολλοί βασιλιάδες καί ἰσχυροί αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἐπέτυχαν καί ἐπιτυγχάνουν; Τί εἶναι οἱ εὐρωπαϊκοί πόλεμοι: πρῶτος, δεύτερος, τρίτος, δέκατος καί πεντηκοστός; Τί εἶναι; Εἶναι ἧττες, ἧττα μετά τήν ἧττα. Δέν εἶναι νίκες. Οἱ ἄνθρωποι σκοτώνουν, ἐπενόησαν τόν πόλεμο καί τούς φόνους σάν μέσο, γιά νά νικήσουν τό κακό σ’ αὐτόν τόν κόσμο.

Μόνο ὁ Θεός καί ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ μποροῦν νά νικήσουν τό κακό σέ αὐτόν τόν κόσμο. Μόνο ὁ Θεός καί ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦμποροῦν νά νικήσουν τόν δημιουργό κάθε κακοῦ καί κάθε ἁμαρτίας, τόν διάβολο. Ὁ Θεός ἔδωσε αὐτές τίς θεῖες δυνάμεις σέ κάθε ἕνανἀπό ἐμᾶς, γιά νά νικᾶμε καί ἐμεῖς σάν λογικά ἀνθρώπινα ὄντα, σάν λογικά ὄντα τοῦ Θεοῦ, τό κακό· νά νικᾶμε τόν διάβολο μέ τήν δύναμι τοῦ Θεοῦ.

Ἰδού ἡ ἁγία νηστεία, ἰδού ἡ ἁγία προσευχή. Τί εἶναι αὐτές; Αὐτές εἶναι οἱ θεῖες δυνάμεις, τίς ὁποῖες ὁ Κύριος ἄφησε καί ἔδωσε στήνἘκκλησία Του, ὥστε ἐμεῖς, κάθε ἕνας ἀπό ἐμᾶς, νά νικοῦμε τόν διάβολο ἐπιγράφοντας σέ ἐμᾶς τούς ἴδιους τήν νίκη, νά νικοῦμε γιά ἐμᾶς τούς ἴδιους. Νά νικοῦμε τήν ἁμαρτία ὄχι χάριν τοῦ ἄλλου, ἀλλά χάριν ἡμῶν τῶν ἰδίων. Διότι, νά ξέρῃς, ἡ κάθε ἁμαρτία σου εἶναι πολεμιστής τοῦ διαβόλου. Κάθε ἁμαρτία πού ἐσύ ἀγαπᾶς, πού κρατᾶς μέσα σου –φανερά ἤ κρυφά, τό ἴδιο κάνει– εἶναι τό δόρυ τοῦδιαβόλου, ἀήττητο φοβερό ὅπλο. Ἀήττητο βέβαια ὅσο δέν ἀποτραβιέσαι ἀπό αὐτήν καί ὅσο δέν νοιώθεις ὅτι ἡ ἁμαρτία πού κάνεις, στήν πραγματικότητα σέ θανατώνει, σέ κάνει νά αὐτοκτονῇς, ὅποια καί ἄν εἶναι ἡ ἁμαρτία. Τό μίσος π.χ., σέ κάνει νά αὐτοκτονῇς. Ὁ θυμός, ἡσκληροκαρδία, ἡ φιλαργυρία, ὅλα αὐτά εἶναι ὅπλα, φοβερά ὅπλα τοῦ διαβόλου, τά ὁποῖα σοῦ δίνει στά χέρια καί ἐσύ σκοτώνεις τόνἑαυτό σου.

Ὁ διάβολος δέν μπορεῖ νά ἀναγκάσῃ κανέναν ἀπό ἐμᾶς νά ἁμαρτήσῃ. Μπορεῖ μόνο νά προτείνῃ τήν ἁμαρτία. Μπορεῖ νά σοῦπροσφέρῃ τό ξίφος γιά νά σκοτώσῃς τόν ἑαυτό σου. Ὁ ἴδιος δέν μπορεῖ νά σέ φονεύσῃ. Ὁ Θεός δέν τοῦ δίνει αὐτή τήν δύναμι. Ἀλλά, ἄνἐσύ δεχθῇς ἀπό αὐτόν τό ξίφος, ἄν δεχθῇς π.χ. τήν φιλαργυρία ἤ τόν θυμό ἤ τήν ζήλεια ἤ τήν πονηριά, τήν καταλαλιά, τήν κλοπή, νά!, τότε πῆρες στά χέρια σου τό ξίφος καί τό καρφώνεις στήν καρδιά σου. Ὁ διάβολος δέν ἔχει ἐξουσία νά ἀναγκάσῃ τόν ἄνθρωπο νάἁμαρτήσῃ· ἔχει μόνο τήν ἐξουσία νά προτείνῃ τήν ἁμαρτία στόν ἄνθρωπο. Αὐτός προτείνει τήν ἁμαρτία σέ σένα καί σέ μένα. Καί ἐγώ καίἐσύ (τί κάνουμε); Ἐγώ καί ἐσύ, ἤ ἀποδεχόμαστε τήν ἁμαρτία ἤ τήν διώχνουμε. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἤ σκοτώνουμε τόν ἑαυτό μας, χωρίζουμε τήν ψυχή μας ἀπό τόν Θεό, ἤ διώχνοντας τήν ἁμαρτία βαδίζουμε ὁλοταχῶς πρός τήν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, πρός τήν νίκη, τήν ὁριστική καί τελεία νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας, κατά τοῦ θανάτου, κατά τοῦ διαβόλου.

Γι’ αὐτό, ἀδελφοί, ὁ Κύριος ἦλθε σέ αὐτόν τόν κόσμο. Γι’ αὐτό μᾶς ἄφησε τά πάντα. Γι’ αὐτό μᾶς ἄφησε τήν ἁγία νηστεία. Γι’ αὐτό μᾶς ἄφησε τήν ἁγία προσευχή. Γιά νά νικᾶμε τόν διάβολο, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ δημιουργός τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου. Τί κάνει κάθεἁμαρτία σέ μένα καί σέ σένα; Μᾶς σκοτίζει. Ἡ ἁμαρτία εἶναι σκότος. Βγάζει ἀπό μέσα της σκοτάδι, καί τό σκοτάδι κατακλύζει καί τήν δική σου καί τήν δική μου ψυχή, κατακλύζει τήν συνείδησί μας, κατακλύζει τίς αἰσθήσεις μας. Καί ἐμεῖς σάν νά εἴμαστε σέ παραμιλητό, σέ παραλήρημα, νυχτωμένοι, στό σκοτάδι. Δέν ξέρουμε τί κάνουμε. Αὐτό εἶναι ἡ ἁμαρτία. Κάθε ἁμαρτία εἶναι γιά τήν ψυχή μία παραζάλη.

Ὅμως ὁ Κύριος ἦλθε σέ αὐτόν τόν κόσμο ἀκριβῶς γι’ αὐτό. Γιά νά μᾶς δώσῃ τό φῶς, νά μᾶς δώσῃ τήν ἀναμμένη δᾶδα, νά μᾶς δώσῃτά φῶτα, γιά νά ἀποδιώξουμε ἐκεῖνο τό σκότος. Νά, αὐτό εἶναι ἡ ἁγία νηστεία! Εἶναι ἕνας τεράστιος προβολέας, ὁ ὁποῖος στέκεται στόν δρόμο τῆς ζωῆς μας. Ἡ νηστεία κατεβάζει ἀπό τόν οὐρανό στήν ψυχή σου τό οὐράνιο φῶς. Ἄν βέβαια εἶναι ἀληθινή νηστεία. Ἡ ἀληθινή νηστεία εἶναι ἐγκράτεια σέ κάθε κακό, ἐγκράτεια στήν τροφή, ἀλλά καί ἐγκράτεια σέ κάθε κακό καί ἁμαρτία.

* * *

Ἡ προσευχή τί κάνει σέ σένα; Σέ ἀνεβάζει στόν οὐρανό, καί τότε ἀπό τόν οὐρανό κατεβάζει στήν ψυχή σου τό θεῖο φῶς. Ποιοί εἴμαστε, τί εἴμαστε, ποῦ πορευόμαστε; Ποῦ μᾶς ὁδηγοῦν οἱ μέρες καί οἱ νύχτες μας; Ποῦ τρέχουμε; Εἴτε θέλεις εἴτε δέν θέλεις, εἴτε θέλω εἴτε δέν θέλω, δέν μποροῦμε νά σταματήσουμε τήν μέρα νά κυλήσῃ. Σέ παίρνει, σέ παίρνει. Ποῦ;

Νά, ἡ ἁγία νηστεία εἶναι μπροστά μας. Καί ἐμεῖς γνωρίζουμε ὅτι αὐτή ἡ ἁγία ὁδός φέρει στήν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.Ἰδού Φῶς πάνω ἀπό κάθε φῶς! Διότι μέ τήν Ἀνάστασί Του ὁ Κύριος κατηύγασε ὅλους τούς κόσμους μέ τό θεῖο Του φῶς. Κατηύγασε ὅλη τήν κτίσι, κατηύγασε ὅλα τά ὄντα, κατηύγασε τούς ἀνθρώπους, κατηύγασε τίς ψυχές μας, κατηύγασε τά ἄστρα, τούς οὐρανούς, τά πουλιά, τά φυτά, τά ζῶα. Ὅλους τούς κόσμους κατηύγασε, καί ἔδειξε τί; Μέ τήν Ἀνάστασί Του ὁ Κύριος φανέρωσε τό τελευταῖο καί τελικό μυστήριο τῆς ὑπάρξεώς μας. Ἔδειξε τί πρέπει κάθε ἕνας ἀπό ἐμᾶς νά γνωρίζῃ καί νά κάνῃ. Αὐτό εἶναι τό μόνο πού μᾶς μένει. Ὅλα τά ἄλλα μᾶς τά κλέβει καί τά ἁρπάζει ὁ θάνατος. Ὅλα. Ἐνῶ αὐτό ὁ Κύριος τό προσφέρει σέ ὅλους.

Ἡ κάθε ἁμαρτία εἶναι σκοτισμός τῆς ψυχῆς, ἐνῶ κάθε ἀρετή εἶναι μεταμόρφωσις τῆς ψυχῆς.

Ὑπερηφάνεια, –αὐτό εἶναι φρίκη!

Σκληροκαρδία, –ἄν φωλιάσῃ στήν ψυχή μου καί στήν ψυχή σου, ὤ! μοιάζει μέ τό πιό βαθύ σκοτάδι, γιά τό ὁποῖο ὁ Σωτήρας μιλάει στό ἅγιο Εὐαγγέλιό Του. Κόλασι!

Σκληροκαρδία, οἴησις, φιλαυτία, –νά ξέρῃς, ἀδελφέ καί ἀδελφή, ὅτι ὅλα αὐτά εἶναι ἡ δική σου μικρή κόλασις. Κουβαλᾶς μέσα σου τήν κόλασι.

* * *

Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε τό φάρμακο. Τό φάρμακο γιά τήν ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη. Ταπείνωσε τόν ἑαυτό σου μπροστά στόν Κύριο, ταπείνωσε τόν ἑαυτό σου μπροστά στούς ἀδελφούς, καί νά! ἡ θεία δύναμις τῆς ταπεινοφροσύνης θά ἁπλώσῃ πάνω στήν ψυχή σου τό θεῖο φῶς καί θά ἀποδιώξῃ καί θά φυγαδεύσῃ ὅλο τό σκοτάδι τῆς ὑπερηφανείας, τῆς σκληρότητος καί τῆς οἰήσεως τῆς ψυχῆς σου.

Ὁ φιλάργυρος ἄνθρωπος δέν βλέπει τίποτε ἄλλο ἀπό ἕνα σορό χρημάτων. Φιλάργυρος δέν εἶναι (μόνο) ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τά χρήματα καί τά κτήματα. Φιλάργυρος εἶναι, γιά παράδειγμα, καί ὁ ἐπιστήμονας πού μένει πάνω σέ ἕνα βιβλίο ὅλη του τήν ζωή, βρῆκεἀπασχόλησι καί ξέχασε τόν Θεό. Αὐτό εἶναι φιλαργυρία, αὐτό εἶναι ἕνα ψεύτικο εἴδωλο, αὐτό εἶναι ἕνας ψεύτικος θεός. Ὅλα ὅσα ὁἄνθρωπος βάζει σ’ αὐτόν τόν κόσμο ὡς σκοπό τῆς ζωῆς του, ὡς θεό ἀντί τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ, αὐτό εἶναι φιλαργυρία. Νά τοποθετῇ κανείςὁ,τιδήποτε ἄλλο, ἀντί τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ, αὐτό εἶναι φιλαργυρία. Τό βλέπουμε αὐτό.

Νά! εἶσαι φιλάργυρος. Δέν γνωρίζεις λοιπόν τόν δρόμο τῆς ζωῆς. Σκοτάδι, νύχτα, πλάκωσε τήν συνείδησί σου, ἔπεσε στά μάτια τῆς ψυχῆς σου. Καί ἐσύ δέν βλέπεις τόν σωστό δρόμο. Δέν βλέπεις τό νόημα τῆς ἐπιγείου ζωῆς σου. Δέν βλέπεις ὅτι τό μόνο φάρμακο πού θά θεραπεύσῃ τόν θάνατό σου, τήν κόλασί σου, εἶναι ἡ μετάνοια. Μάλιστα! Στήν περίπτωσι τῆς φιλαργυρίας ἡ μετάνοια εἶναι τό μοναδικό φάρμακο μπροστά στόν Κύριο.

Ἡ ἁμαρτία! Εἶναι σκοτισμός τῆς ψυχῆς καί τῆς συνειδήσεώς μας.

Ἐνῶ ἡ ἀρετή! Αὐτή εἶναι μεταμόρφωσις τῆς ψυχῆς.

Ἡ νηστεία εἶναι σταδιακή μεταμόρφωσις τῆς ψυχῆς. Μέ τήν νηστεία ἡ ψυχή καθαρίζεται ἀπό κάθε ἀκαθαρσία, καθαρίζεται ἀπό κάθε ἁμαρτία, καθαρίζεται ἀπό κάθε πάθος. Ἡ νηστεία, ὅταν γίνεται μέ προσευχή καί μέ ὅλες τίς ἄλλες ἀσκήσεις, ξεριζώνειἀποτελεσματικά, ξεριζώνει ἀπό τήν ψυχή ὅλα τά κακά μας στοιχεῖα, ὅλες τίς κακές συνήθειες. Ἄν ἐσύ πρίν τήν νηστεία ἐπέτρεπες στόνἑαυτό σου ἡ γλῶσσα σου νά λέγῃ ἀνόητα λόγια ἤ ψέμματα, ἡ νηστεία γι’ αὐτό εἶναι ἐδῶ, γιά νά μεταμορφωθῇ ἡ γλῶσσα σου, νά βάλῃς φρονημάδα στήν γλῶσσα σου. Τό ἴδιο κάνε μέ τά μάτια σου, μέ τά αὐτιά, μέ ὅλο τό εἶναι σου. Σταμάτα τήν ἁμαρτία! Αὐτό εἶναι νηστεία. Αὐτό εἶναι ἀληθινή νηστεία. Ἄν καταλαλοῦσες, μή καταλαλῇς πλέον. Ἄν ἔκλεβες, μή κλέβῃς πλέον. Ἄν τσακώθηκες, νά συμφιλιωθῇς τό γρηγορότερο, ὅσο εἶσαι ἐν ζωῇ, μήπως καί σέ εὕρῃ ὁ θάνατος αὐτή τήν νύχτα, ἐνῶ ἐσύ θά εἶσαι μαλωμένος μέ τούς γείτονές σου. Ἀλοίμονό σου! Αὐτός ὁ τσακωμός εἶναι γιά σένα μιά θηλιά, μιά θηλιά πού σέ τραβάει κατευθεῖαν στό βασίλειο τῆς φιλονεικίας, τῆς ἁμαρτίας, τοῦδιαβόλου, τήν κόλασι. Εἴθε ὁ Ἀγαθός Κύριος νά μοῦ δώσῃ ὅλα τά μέσα, γιά νά διώξω κάθε ἁμαρτία ἀπό τήν ψυχή μου.

* * *

Φθόνος. Τί εἶναι ὁ φθόνος; Ὁ φθόνος εἶναι πάθος τόσο μεγάλο, ὥστε πρόδωσε ἀκόμα καί τόν Θεό, τόν Χριστό. Οἱ Ἑβραῖοι ἀπό φθόνο πρόδωσαν τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ἀπό φθόνο! Μή λές ὅτι αὐτό εἶναι μικρή ἁμαρτία. Ὁ διάβολος, ὁ διάβολος ξεγέλασε τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα ἀπό φθόνο. Φθόνησε τά πλάσματα τοῦ Θεοῦ, τά θεόμορφα δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, τόν πρῶτο ἄνδρα καί τήν πρώτη γυναῖκα, καί ἀπό φθόνο τούς ἔρριξε στήν ἁμαρτία, τούς εἰσηγήθηκε τήν φρικτή ἁμαρτία. Σήμερα θά φθονήσω, αὔριο θά φθονήσω, καίἔτσι ὁ φθόνος θά ριζώσῃ μέσα μου. Ἀλλά νά ξέρῃς, μέσα σου ἔμεινε ὁ φονέας σου, μέσα σου ἔμεινε ἡ κόλασίς σου, μέσα σου ἔμεινε ὁδιάβολός σου διά τοῦ φθόνου. Διότι, ποτέ ἡ ἁμαρτία δέν ἔρχεται μόνη της. Ὁ Κύριος λέγει ὅτι πίσω ἀπό κάθε ἁμαρτία ἀκολουθεῖ ὁδιάβολος. Καί ὅταν ἐσύ ἀφήσῃς τήν ὁποιαδήποτε ἁμαρτία στήν ψυχή σου, ὅταν κάνῃς τήν ὁποιαδήποτε ἁμαρτία, νά ξέρῃς ὅτι ὁ διάβολοςἔχει ἔρθῃ στήν ψυχή σου. Δέν εἶσαι μόνος σου, ἐκεῖνος σέ ὁδηγεῖ. Ποῦ; Στόν θάνατο, στόν θάνατο. Ποῦ; Στήν κόλασι, στά αἰώνια βάσανα.

Ἡ νηστεία, ἡ ἁγία νηστεία· ἡ προσευχή, ἡ ἁγία προσευχή· ὅλα αὐτά ὁδηγοῦν στήν Ἀνάστασι, στήν νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας, κατάτοῦ διαβόλου, κατά τοῦ θανάτου.

* * *

Καί ἐμεῖς σήμερα, αὐτή τήν Β΄ Κυριακή τῆς ἁγίας νηστείας, ἑορτάζουμε ἕναν ἀπό τούς μεγάλους νικητές. Ἑορτάζουμε τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, τόν μεγάλο ἀσκητή τοῦ Θεοῦ, τόν μεγάλο ὑπέρμαχο τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Φωτός τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός εἶναι πού σέ ὅλη του τήν ζωή ἀκολουθοῦσε τόν Σωτῆρα μας μέ τήν νηστεία, τήν προσευχή καί ὅλες τίς ἄλλες ἀρετές, πού νικοῦσε ὅλους τούς δαίμονες, ὅλες τίς ἁμαρτίες, ὅλα τά πάθη αὐτοῦ τοῦ κόσμου, καί πού φώτιζε ὅλες τίς ψυχές πού ἦσαν γύρω του. Καί πού σήμερα ζῆ διά τῶν ἱερῶν συγγραμμάτων του.

Ἔτσι εἶναι καί κάθε ἅγιος. Κάθε ἅγιος τί εἶναι; Τίποτε ἄλλο παρά κάποιος πού ἀδιάκοπα σέ αὐτόν τόν κόσμο τηρεῖ μέ ζῆλο τίςἐντολές τοῦ Χριστοῦ, κάποιος πού ἐκπληρώνει ὅλες τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Καί βέβαια κάθε ἀρετή κατεβάζει στήν ψυχή τό Οὐράνιο Θεῖο Φῶς.

Οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐκεῖνοι πού μέ τίς ἅγιες ἀρετές ἔδιωξαν ἀπό μέσα τους κάθε σκοτάδι ἁμαρτίας, κάθε ζόφο, κάθε δαιμονικόσκότος καί κάθε κόλασι. Γι’ αὐτό κάθε Ἅγιος ζωγραφίζεται ἔτσι, ὥστε νά βγαίνῃ ἀπό μέσα του φῶς καί γύρω ἀπό τό κεφάλι του νά ἔχῃφωτοστέφανο. Ὅλα μέσα του λάμπουν. Σκέψεις ἅγιες καί λαμπρές. Φῶς ἐκπέμπεται ἀπό τό κεφάλι του καί ἀπό ὅλο τό εἶναι του. Καθάρισε τό σῶμα του καί τήν ψυχή του ἀπό τά πάθη, ἀπό τό σκότος, ἀπό τήν ἀχλύ, καί γι’ αὐτό φῶς ἐκχέεται ἀπό αὐτόν.

Τέτοιος εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, τέτοιος εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τέτοιος εἶναι ὁ ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας,τέτοιοι εἶναι ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ἀπό τόν πρῶτο μέχρι τόν τελευταῖο. Καί ὅλοι αὐτοί εἶναι ἐδῶ, μαζί μας, στήν ’Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ, οἱ ζῶντες παιδαγωγοί μας, σύγχρονοί μας. Οἱ Ἅγιοι δέν πεθαίνουν. Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου δέν πεθαίνει ἀπό τότε πού ὁ Κύριος ἀναστήθηκε. Καί τό σῶμα μας θά ἀναστηθῇ τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Ὅλοι αὐτοί εἶναι ζῶντες, σύγχρονοί μας. Μᾶς βοηθοῦν. Ὅλοι ἐμεῖς ἀποτελοῦμε ἕνα σῶμαἐν Χριστῷ, τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καί οἱ Ἅγιοι μᾶς βοηθοῦν καί μᾶς ὁδηγοῦν στίς ὁδούς τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν.

Νά, ἐδῶ εἶναι ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ μεγάλος ἀσκητής, γιά νά μᾶς ὁδηγῇ στήν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, νά μᾶςὁδηγῇ πρός ὅλες τίς νίκες κατά τῆς ἁμαρτίας, κατά τοῦ θανάτου, κατά τοῦ διαβόλου. Ἔχει τήν ἱκανότητα, ἔχει τήν δύναμι. Τήν ἔλαβε καί τήν λαμβάνει ἀπό τόν Κύριο. Καί τήν μοιράζει σέ ὅλους μας, ὥστε ὁ καθένας μας νά ἀσκῇ τήν ἀληθινή νηστεία. Ἡ ἀληθινή νηστεία εἶναιἐγκράτεια ἀπό κάθε ἁμαρτία, ἀπό κάθε πάθος, ἐγκράτεια στό φαγητό γιά νά μήν ὑπερηφανεύεται τό σῶμα, γιά νά μή ξεσηκώνονται τά πάθη, ἀλλά μέ πίστι, στερούμενο τό φαγητό, νά βιάζεται στήν ἐγκράτεια ἀπό κάθε κακό.

Ἐμεῖς, ὁ κάθε ἕνας μας, ἄς παραστήσουμε σεσωσμένες τίς ψυχές μας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος μᾶς παρέδωσε τήν νηστεία σάννίκη κατά τοῦ διαβόλου, ὥστε μέ χαρά στήν ψυχή μας νά φθάσουμε στήν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἄς ἀναστηθοῦμε μαζί Τουἀπό κάθε θάνατο, ἄς νικήσουμε ὁριστικά καί γιά πάντα κάθε ἁμαρτία μέσα μας, κάθε πάθος, κάθε διάβολο, ὥστε νά μπορέσουμε σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις νά Τόν δοξάσουμε στήν γῆ καί στόν οὐρανό, αὐτόν τόν Θαυμαστό καί Ἀναντικατάστατο Θεό καί Κύριο, τόν ἸησοῦΧριστό, τόν μοναδικό Σωτῆρα τῶν ἀνθρώπων σέ ὅλους τούς κόσμους. Ἀμήν.

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com

18/3 Τρεις κατηγορίες γονέων [ Μάρκ. 9, 17-31 ]

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ - Μάρκ. 9, 17-31 Είναι γνωστή, αγαπητοί μου αδελφοί, η αγάπη που έτρεφε ο Κύριός μας για τα παιδιά. Όπως διασώζεται στα ιερά κείμενα των Ευαγγελίων, πολλές φορές ήρθε σε συναναστροφή με μικρά παιδιά και μίλησε γι’ αυτά. Ας θυμηθούμε ότι επετίμησε τους Μαθητές Του όταν, κάποια στιγμή, εμπόδισαν τα μικρά παιδιά να Τον πλησιάσουν1. Άλλοτε, επαίνεσε την καθαρότητα της καρδιάς τους και την αγνότητά τους και είπε πως «αν δεν αποκτήσουμε καρδιά μικρού παιδιού, δεν θα μπορέσουμε να κατακτήσουμε την Βασιλεία των ουρανών»2. Άλλοτε, θαυματούργησε πάνω στα παιδιά. Θυμάστε ότι ανέστησε εκ νεκρών το μικρό αγόρι της χήρας από την πόλη Ναΐν3. Αλλά θεράπευσε και μικρά παιδιά από μεγάλες ασθένειες και από τα πλήθη των δαιμονίων, τα οποία τα είχαν καταλάβει4. Ένα τέτοιο θαύμα διασώζεται στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα της σημερινής Δ΄ Κυριακής των Νηστειών της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Ένας τραγικός πατέρας πλησιάζει τον Κύριο, κρατώντας από το χέρι το μικρό του παιδί και Του λέει: «Κύριε, βοήθησέ μας και λύτρωσέ μας, το παιδί μου είναι δαιμονισμένο. Έχει κυριευθεί από το διάβολο και κάνει κακό στον εαυτό του. Άλλοτε πέφτει στη φωτιά, άλλοτε πέφτει στην παγωνιά. Είναι επικίνδυνο για το ίδιο και για τους άλλους. Το πήγα στους μαθητές σου, αλλά δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα». Και ο Κύριος, στηλιτεύοντας, εμμέσως πλην σαφώς, την ολιγοπιστία των μαθητών Του, παραπονέθηκε γι΄ αυτήν. Τον ρώτησε «από πότε είναι το παιδί σου σε αυτή την κατάσταση;» και εκείνος Του είπε, «από τότε που γεννήθηκε». Φανταστείτε, είχε κυριευθεί από το δαιμόνιο από την παιδική του ηλικία. «Αν μπορείς», Του λέει, «σώσε το και θεράπευσέ το». Ο Χριστός του απαντά, «πιστεύεις ότι μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο;». «Ναι Κύριε, πιστεύω. Βοήθησε την απιστία μου». Και αφού ο Κύριος βεβαιώθηκε ότι η ελπίδα αυτού του ανθρώπου είχε μεταμορφωθεί σε πίστη, θεράπευσε το παιδί, εξέβαλε τα δαιμόνια, το ανέστησε από την κατάσταση της πνευματικής νεκρώσεως στην οποία είχε περιέλθει και το παρέδωσε υγιές στον πατέρα του. Στράφηκε, τότε, στους Μαθητές, οι οποίοι με απορία Τον ρώτησαν, «εμείς γιατί δεν καταφέραμε να το θεραπεύσουμε;» και τους είπε, «να ξέρετε ότι ο διάβολος αντιμετωπίζεται με προσευχή και νηστεία», δηλ. με τρόπο πνευματικό, με βαθιά και ειλικρινή πίστη στο Θεό. Το παράδειγμα αυτού του πατέρα είναι συγκλονιστικό. Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος πήρε από το χέρι το παιδί του και το οδήγησε στον Ιησού Χριστό. Ήταν χαροκαμένος, αλλά είχε ελπίδα. Ήξερε ότι εκεί που οδηγεί το παιδί του υπάρχει η ελπίδα και η βεβαιότητα ότι θα βρεθεί η θεραπεία, θα βρεθεί η λύτρωση. Είναι ένα παράδειγμα αυτός ο πατέρας για τον κάθε πατέρα και την κάθε μητέρα όλων των εποχών. Ένα παράδειγμα γονέως για το πώς πρέπει να στέκεται δίπλα στα παιδιά του, πώς πρέπει να τα διαπαιδαγωγεί. Και από την εμπειρία της ζωής έχει εξαχθεί ότι υπάρχουν τρεις κατηγορίες γονέων, σε σχέση με τον τρόπο διαπαιδαγώγησης των παιδιών τους. Η πρώτη κατηγορία είναι οι αδιάφοροι γονείς, εκείνοι οι οποίοι δεν έχουν κανένα πνευματικό ενδιαφέρον, δεν έχουν πίστη μέσα τους. Το μόνο για το οποίο ενδιαφέρονται είναι να αναθρέψουν τα παιδιά τους με κοσμικό τρόπο, να τους εξασφαλίσουν την καλύτερη δυνατή υλικο - βιοτική ευημερία, να τους προσφέρουν την καλύτερη μόρφωση, να εξασφαλίσουν την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Δεν τους μεταδίδουν, όμως, τίποτα πνευματικό. Δεν τους μεταδίδουν πίστη και αγάπη στο Θεό, γιατί οι ίδιοι είναι αδιάφοροι προς αυτά. Ζουν ένα υλιστικό τρόπο ζωής, πιστεύοντας ότι αυτή η ζωή τελειώνει με το θάνατο, ότι δεν έχει μέλλον, δεν υπάρχει προοπτική, δεν υπάρχει μετά θάνατον ζωή. Υπάρχει μια δεύτερη κατηγορία γονέων, οι λεγόμενοι «προοδευτικοί γονείς». Είναι εκείνοι οι οποίοι ευαγγελίζονται στα παιδιά τους προοδευτικές, δήθεν, απόψεις και την ιδεολογία του εκμοντερνισμού, σύμφωνα με την οποία η Εκκλησία είναι ξεπερασμένη υπόθεση, ανήκει στο χθες, είναι παρωχημένη. Άρα, το να ασχολείται ένας άνθρωπος της εποχής μας με την Εκκλησία, αν μη τι άλλο, είναι υποτιμητικό. Εμείς είμαστε, πλέον, οι Θεοί στη θέση του Θεού. Εμείς είμαστε οι παντοδύναμοι. Μπορούμε να καταφέρουμε και να κατακτήσουμε τα πάντα. Δεν έχουμε ανάγκη από κανέναν Θεό. Αυτός ο Θεός, για τους «προοδευτικούς γονείς», είναι ένας μύθος, ένα ωραίο απολίθωμα του παρελθόντος, το οποίο ανήκει στις προθήκες των μουσείων, όχι, όμως, στις καρδιές των ανθρώπων. Οι άνθρωποι αυτοί εύκολα χλευάζουν την εκκλησιαστική ζωή, υποτιμούν τον εκκλησιασμό, απορρίπτουν το μυστηριακό βίωμα, απομακρύνουν τα παιδιά τους από τα κατηχητικά σχολεία, υπογράφουν την απαλλαγή τους από το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία, γιατί πιστεύουν ότι όλα αυτά ανήκουν σε μια άλλη εποχή και ουδεμία ανάγκη από αυτά έχει ο άνθρωπος του 21ου αιώνος. Μεταδίδουν ύλη στα παιδιά τους, όχι, όμως, πνεύμα. Αλλά, ο άνθρωπος χωρίς πνεύμα είναι μισός άνθρωπος, γιατί είναι πλασμένος από σώμα και ψυχή και το μεν σώμα έχει ανάγκη την ύλη για να τραφεί, η ψυχή, όμως, έχει ανάγκη το πνεύμα και την πίστη για να τραφεί και χωρίς αυτά ο άνθρωπος ζει στερημένος από το ήμισυ της υπάρξεώς του. Είναι ένας άνθρωπος ζωντανός μεν βιολογικά, νεκρός, όμως, πνευματικά. Υπάρχει και μία τρίτη κατηγορία ευλογημένων γονέων, οι υπεύθυνοι γονείς. Εκείνοι οι οποίοι, όπως ο πατέρας της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής, παίρνουν τα παιδιά τους από το χέρι, όταν είναι νήπια και τα οδηγούν στο δρόμο του Θεού. Είναι οι γονείς που διδάσκουν στα παιδιά τους την αγάπη για τον Χριστό, για τον οίκο του Θεού που λέγεται Εκκλησία, που κάνουν τα παιδιά τους να νιώθουν την Εκκλησία δικό τους σπίτι, γιατί είναι το σπίτι του Θεού και ο Θεός είναι ο δικός τους Πατέρας. Είναι αυτοί που μιλούν στα παιδιά τους για το Θεό, τους διδάσκουν το Ευαγγέλιο, τα οδηγούν στις νεανικές ομάδες της Εκκλησίας, διδάσκουν στα παιδιά να προσεύχονται, να αγαπούν τη Μυστηριακή ζωή. Και όλα αυτά τα κάνουν όχι τόσο με λόγια, αλλά με τα δικά τους έργα, με το δικό τους τρόπο ζωής. Οι ίδιοι ζουν Χριστολογικά, χριστιανικά, με τρόπο Θεοειδή και εκκλησιαστικό. Οι ίδιοι βιώνουν το γεγονός του Ιησού Χριστού μέσα στην Εκκλησία, αλλά και στην καθημερινότητά τους, στην εργασία, στην οικογένειά τους. Οι ίδιοι ζουν την ευτυχία της αγάπης και της παρουσίας του Θεού στη ζωή τους. Και αυτή την ευτυχία τη μεταδίδουν στα παιδιά τους, για να είναι πραγματικά ευτυχισμένα εν Χριστώ Ιησού. Τα παιδιά, σήμερα, ζητούν αλήθεια, ελευθερία, δικαιοσύνη, ισότητα, αξιοκρατία. Όλα αυτά έξω από το γεγονός της Εκκλησίας δεν υπάρχουν. Εκεί υπάρχει το συμφέρον, η ιδιοτέλεια, η έλλειψη της δικαιοσύνης, η απουσία της αξιοκρατίας, οι κοινωνικές ανισότητες, που διαμορφώνουν αχαλίνωτες κοινωνικές διαφορές, υπάρχουν δυνάμεις νοσηρές, που τα περιμένουν για να τα αγκαλιάσουν με ένα τρόπο δαιμονικό και καταστροφικό. Αν θέλετε να σώσετε τα παιδιά σας και τα εγγόνια σας, αγαπητοί μου, πιάστε τα από το χέρι και οδηγήστε τα στο Χριστό. Εδώ υπάρχει η αλήθεια. Εδώ υπάρχει η δικαιοσύνη. Ο Χριστός είπε εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή5. Και το είπε γιατί ήταν ο μόνος που είχε την παρρησία να το πει, αφού Αυτός είναι η προσωποποίηση της ζωής, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της αληθείας και της αγάπης. Πιάστε τα παιδιά σας από το χέρι και οδηγήστε τα στην αγκαλιά του Ιησού Χριστού. Με το λόγο σας, όταν είναι μικρά, με το παράδειγμα και τον τρόπο της ζωής σας, όταν μεγαλώσουν. Και τότε να γνωρίζετε ότι θα έχετε κάνει το καθήκον σας απέναντί τους. Να γνωρίζετε ότι μπορεί να βγουν από το σπίτι και να πέσουν στη ζούγκλα της ζωής και της κοινωνίας, θα έχουν, όμως, σταθερά και ικανά πνευματικά ερείσματα για να αντέξουν, να σωθούν και να μεγαλουργήσουν στη ζωή. Αμήν. 1 Ματθ. 19,14 2 όπ.π. 3 Λουκ. 7, 11-16 4 Ματθ. 17, 14-23 5 Ιωάν. 14,6 Αρχιμ. Ε.Ο. Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2017/03/blog-post_21.html#ixzz59uO2OSLE

16/3 «Διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε»

Τὰ παιδιά μας στὸ Χριστὸ Δ΄ Νηστειῶν, Ἁγ. Ἰωάννου τῆς Κλίμακος (Μάρκ. θ΄ 17-31) «Διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε» Τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα μᾶς παρουσιάζει μὲ ἔντονα χρώματα τὸ δράμα ἑνὸς πατέρα. Ὁ γιός του ἐδῶ καὶ χρόνια – ἀπὸ παιδί – εἶχε κυριευθεῖ ἀπὸ δαιμόνιο, τὸ ὁποῖο τοῦ εἶχε ἀφαιρέσει τὴ λαλιά. Καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφθανε αὐτό, τὸν ἔριχνε σὲ φωτιὰ καὶ σὲ νερό, γιὰ νὰ τὸν θανατώσει. Ὁ πατέρας ἀπελπισμένος ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη βοήθεια ὁδήγησε τὸν γιό του στὸν Κύριο καὶ Ἐκεῖνος τὸν θεράπευσε. Αὐτὸ μᾶς παραδειγματίζει, γιὰ νὰ κάνουμε καὶ ἐμεῖς τὴν ἴδια κίνηση. Διότι καὶ σήμερα τὰ παιδιά μας μεγαλώνουν μέσα σὲ μία κυριολεκτικὰ δαιμονοκρατούμενη κοινωνία. Μὲ αὐτὴ τὴν ἀφορμὴ λοιπὸν ἂς δοῦμε πῶς μποροῦμε νὰ τὰ ὁδηγήσουμε στὸ Χριστό. 1. Μὲ τὴν ἔγκαιρη καὶ ἐπιμελημένη ἀγωγὴ Ὁ Κύριος εἶχε πεῖ κάποτε: «Ἄφετε τὰ παιδία καὶ μὴ κωλύετε αὐτὰ ἐλθεῖν πρός με». Ἀφῆστε τὰ παιδιὰ καὶ μὴν τὰ ἐμποδίζετε νὰ ἔλθουν σ᾿ Ἐμένα (Ματθ. ιθ´ [19] 14). Ὁ δὲ ἀπόστολος Παῦλος θεωροῦσε προσὸν τοῦ μαθητῆ του Τιμοθέου τὸ ὅτι γνώριζε τὰ ἱερὰ γράμματα «ἀπὸ βρέφους» (Β´ Τιμ. γ´ 15). Εἶναι λοιπὸν πολὺ σημαντικὸ νὰ δώσουμε χριστιανικὴ ἀγωγὴ στὰ παιδιά μας ἀπὸ τὴν πολὺ μικρή τους ἡλικία. Διότι τότε μαθαίνουν πολὺ εὔκολα καὶ ἐμπιστεύονται ἀπόλυτα τοὺς γονεῖς τους. Καὶ εἶναι ἐπεῖγον νὰ τὰ συνδέσουμε μὲ τὸν Χριστό, πρὶν προλάβει ἡ κοινωνία μας νὰ διαφθείρει τὶς ἀθῶες ψυχές τους. Νὰ τὰ διδάξουμε νὰ κάνουν σωστὰ τὸν σταυρό τους, νὰ σέβονται τοὺς ἱερεῖς, νὰ ἀσπάζονται εὐλαβικὰ τὶς ἱερὲς εἰκόνες· νὰ ἐκκλησιάζονται καὶ νὰ κοινωνοῦν, ἀργότερα καὶ νὰ ἐξομολογοῦνται. Νὰ τοὺς διηγούμαστε ἱστορίες ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ βίους Ἁγίων. Νὰ τὰ μάθουμε νὰ προσεύχονται· νὰ ἀποστρέφονται τὸ κακὸ καὶ νὰ ἀγαποῦν τὸ καλό, τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νὰ τὰ διδάξουμε νὰ μὴν τὰ θέλουν ὅλα δικά τους, νὰ νηστεύουν, νὰ ἀναγνωρίζουν τὰ λάθη τους, νὰ συγχωροῦν, νὰ συμπονοῦν… Ὅλα αὐτὰ ὅμως ὄχι πιεστικά· μὲ πολλὴ ἀγάπη καὶ διάκριση, μὲ σεβασμὸ στὶς ἀντοχὲς τῆς ἡλικίας τους. Ἐπίσης θὰ τὰ ὁδηγήσουμε στὸ Κατηχητικό, τὸ ὁποῖο ἔχουμε εὐθύνη νὰ μὴ χάνουν ἐξαιτίας φροντιστηρίων ἢ ἄλλων ἀπασχολήσεων. 2. Μὲ τὸ παράδειγμα Ἀγωγὴ ὅμως δίνουμε πολὺ περισσότερο μὲ τὸ παράδειγμά μας. Τὰ μικρὰ ἰδίως παιδιὰ μιμοῦνται αὐθόρμητα καὶ ἀντιγράφουν πιστὰ τὶς συνήθειες καὶ ἀντιδράσεις τῶν γονέων τους καὶ ὄχι μόνο. Ἐὰν ἐμεῖς δὲν ζοῦμε καὶ δὲν χαιρόμαστε τὴ χριστιανικὴ ζωή, δὲν μποροῦμε νὰ τὴν ἐμπνεύσουμε στὰ παιδιά μας. Πῶς θὰ μάθει τὸ παιδὶ νὰ ἐκκλησιάζεται, ἂν δὲν ἐκκλησιάζονται οἱ γονεῖς του; Πῶς θὰ μάθει νὰ μὴν κατακρίνει, ἂν ἀκούει τοὺς γονεῖς του νὰ κατακρίνουν; Ἂν ἡ ζωή μας δὲν συμβαδίζει μὲ τὶς συμβουλές μας, τὰ παιδιὰ ὄχι μόνο δὲν θὰ τὶς ἀκούσουν, ἀλλὰ καὶ θὰ ἀντιδράσουν γιὰ τὴν ἀσυνέπειά μας. Ἀντίθετα, δὲν μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε πόσο ἐντυπώνεται μέσα τους π.χ. ἡ εὐλαβικὴ στάση τοῦ πατέρα ἢ τῆς μητέρας στὴν προσευχὴ καὶ στὴ λατρεία, ἢ ἡ μεταξύ τους ἀλληλοσυγχώρηση. Τὰ παιδιὰ θὰ ἀγαπήσουν τὴν ἐν Χριστῷ ζωή, ἐὰν δοῦν τοὺς εὐλογημένους καρπούς της, τὴν ἐν Κυρίῳ χαρὰ καὶ εἰρήνη, στὴ ζωὴ τῶν γονέων τους. 3. Μὲ τὴν προσευχὴ Θὰ ὁδηγήσουμε τὰ παιδιά μας στὸ Χρι­στὸ κυρίως μὲ τὴν προσευχή. Καὶ ἂς γνωρίζουμε ὅτι ἡ προσευχὴ τῶν γονέων, μάλιστα τῆς μητέρας, ἔχει μεγάλη δύναμη. Γιατί εἶναι ἀναγκαία ἡ προσευχή; Διότι ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας εἴμαστε τελείως ἀνεπαρκεῖς γιὰ νὰ μορφώσουμε τὸν Χριστὸ στὶς καρδιὲς τῶν παιδιῶν μας. Μὲ τὴν προσευχὴ θὰ βάλουμε τὸ δύσ­κολο αὐτὸ ἔργο στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Θὰ ζητήσουμε τὸν θεῖο φωτισμὸ γιὰ ἐμᾶς καὶ γιὰ ἐκεῖνα. Θὰ παρακαλέσουμε νὰ τὰ προστατεύει ἀπὸ τοὺς πολλοὺς καὶ μεγάλους πειρασμοὺς στοὺς ὁποίους ἐκτίθενται στὴν ἐποχή μας. Ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ μόνο ὅπλο τοῦ γονιοῦ ποὺ ἔχει ἀντιδραστικὸ καὶ ἐπαναστατημένο παιδί. Εἶναι γνωστὴ ἡ ρήση: «Ἂν δὲν μπορεῖτε νὰ μιλήσετε στὰ παιδιά σας γιὰ τὸν Θεό, μιλῆστε στὸ Θεὸ γιὰ τὰ παιδιά σας». Θὰ παρακαλέσουμε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο νὰ διορθώσει τὰ τυχὸν δικά μας λάθη, νὰ μαλακώσει τὶς καρδιές τους, νὰ τὰ φυλάξει ἀπὸ ἀνεπανόρθωτες πτώσεις, νὰ ἐνεργήσει μυστικὰ μέσα τους τὴν καλὴ μεταστροφή. Ἡ προσευχὴ εἶναι φῶς, καταφυγή, παρηγοριά, δύναμη. *** Ἡ πολυτιμότερη κληρονομιὰ ποὺ ἔ­χου­με νὰ ἀφήσουμε στὰ παιδιά μας εἶναι ἡ χριστιανικὴ πίστη καὶ ζωή, νὰ ἀγαπήσουν τὸν Χριστό, νὰ συνδεθοῦν μαζί Του. Δίνοντας στὰ παιδιά μας τὸν Χριστό, τοὺς δίνουμε τὰ πάντα. Γι᾿ αὐτὸ ἀξίζει κάθε κόπος καὶ κάθε θυσία στὴ χριστιανικὴ ἀγωγή τους. Νὰ δώσει σὲ ὅλους μας ὁ Θεὸς τὴ μεγάλη χαρὰ νὰ βλέπουμε τὰ βλαστάρια μας νὰ βαδίζουν σταθερὰ στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ, στὸ δρόμο τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ τῆς σωτηρίας. Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2017/03/26_14.html#ixzz59uMMWtyE

24/3 Λόγος εις την Βʼ Κυριακή των Νηστειών (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Ευαγγέλιο: Μαρκ. β’ 1-12) Την περασμένη Κυριακή ακούσαμε το ευαγγέλιο που αναφέρεται στη θαυμαστή ισχύ που έχει η μεγάλη και δυναμική παρουσία του Χριστού. Ο Ναθαναήλ αμφισβητούσε τα λόγια του αποστόλου Φιλίππου πως είχε εμφανιστεί στον κόσμο ο από πολλού αναμενόμενος Μεσσίας, στο πρόσωπο του Ιησού του από Ναζαρέτ. Ο Ναθαναήλ όμως, με το που βρέθηκε κατά πρόσωπο με τον ίδιο τον Κύριο, αμέσως τον αναγνώρισε και τον ομολόγησε ως Υιό του Θεού και ως Βασιλιά του Ισραήλ. Το σημερινό ευαγγέλιο μας μιλάει για τις μεγάλες προσπάθειες και τον αγώνα που κατέβαλαν άνθρωποι με πραγματική πίστη για να παρουσιαστούν μπροστά στον Κύριο. Τέσσερις άνθρωποι μετέφεραν έναν συνάνθρωπο ή φίλο τους που ήταν παραλυτικός. Τον μετέφεραν με το κρεβάτι του, αφού ήταν τόσο αδύνατος κι αβοήθητος, ώστε δε θα μπορούσε να μεταφερθεί διαφορετικά. Μάταια όμως προσπαθούσαν να περάσουν ανάμεσα από το πυκνό πλήθος και να πλησιάσουν τον Κύριο. Κι αφού αυτό δεν μπορούσαν να το κατορθώσουν, ανέβηκαν στην οροφή τής οικίας, την άνοιξαν, και με μεγάλη προσπάθεια κατέβασαν το κρεβάτι οπού κείτονταν ο άρρωστος και το ακούμπησαν μπροστά στα πόδια τού θαυματουργού Ιατρού. Τόσο μεγάλη ήταν η πίστη τους στο Χριστό. «Ιδών δε Ιησούς την πίστιν αυτών λέγει τώ παραλυτικώ΄ τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου» (Μάρκ. Β’ 5). Οι αμαρτίες σου συγχωρούνται, είπε ο Ιησούς στον παραλυτικό. Ο Χριστός δεν περίμενε ν’ ακούσει να εκφράζεται με λόγια η πίστη τους. Την είδε. Η πνευματική Του όραση εισχώρησε στα μύχια τής ανθρώπινης καρδιάς. Και κει, στα βάθη της, είδε τη μεγάλη τους πίστη. Με τα σωματικά Του μάτια είδε τις προσπάθειες και τον αγώνα τους να φέρουν τον άρρωστο άνθρωπο μπροστά Του. Η πίστη τους επομένως ήταν ολοφάνερη. Η απιστία των γραμματέων που παρευρίσκονταν στο γεγονός αυτό ήταν επίσης ολοφάνερη στον Κύριο. «Τί ούτος ούτω λαλεί βλασφημίας; Τίς δύναται αφιέναι αμαρτίας ει μη εις ο Θεός;» (Μάρκ. Β’ 8). Αυτός βλασφημεί, έλεγαν μέσα τους. Ποιός άλλος, εκτός από το Θεό, μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες; Ο Κύριος «επιγνούς τω πνεύματι αυτού ότι ούτως αυτοί διαλογίζονται εν εαυτοίς, είπεν αυτοίς΄ τί ταύτα διαλογίζεσθε εν ταις καρδίαις υμών;» (Μάρκ. Β’ 8). Ο Κύριος γνώριζε αυτά που σκέφτονταν κι άρχισε να τους επιτιμά με ήρεμο τρόπο. Γιατί σκέφτεστε τέτοια πράγματα; Ο Κύριος διαβάζει τις πονηρές καρδιές το ίδιο εύκολα που διαβάζει και τις αγνές. Όπως αναγνώρισε αμέσως την αγνή και καθαρή καρδιά τού Ναθαναήλ, που δεν είχε πονηριά και δόλο, έτσι αναγνώρισε αμέσως τις ακάθαρτες καρδιές των γραμματέων, που ήταν γεμάτες δόλο. Για να τους δείξει λοιπόν πως έχει εξουσία τόσο στα σώματα όσο και στις ψυχές των ανθρώπων, τόσο να συγχωρεί αμαρτίες όσο και να θεραπεύει τα άρρωστα σώματα, ο Κύριος λέει στον παραλυτικό: «σοι λέγω, έγειρε και άρον τον κράβαττόν σου και ύπα­γε εις τον οίκον σου» (Μάρκ. β’ 11). Και μπροστά σε τέτοιο εξουσιαστικό λόγο, ο άρρωστος άνθρωπος «ηγέρθη ευθέως, και άρας τον κράβαττον εξήλθεν εναντίον πάντων, ώστε εξίστασθαι πάντας και δοξάζειν τον Θε­όν λέγοντας ότι ουδέποτε ούτως είδομεν» (Μάρκ. Β’ 12). Ο παράλυτος άνθρωπος σηκώθηκε αμέσως, έβαλε το κρεβάτι στον ώμο του και πέρασε μπροστά απ’ όλους. Κι όλοι θαύμασαν και δόξασαν το Θεό λέγοντας: τέτοια γεγονότα ποτέ μας δεν είδαμε. ______________ Ας δούμε τώρα πόσες θαυμαστές δυνάμεις φανερώνει διά μιας ο Κύριος: Διαβάζει τις καρδιές των ανθρώπων και σε μερικές διακρίνει την πίστη, ενώ σε άλλες το δόλο. Συγχωρεί στην ψυχή τις αμαρτίες και την κάνει υγιή, καθαρή από την πηγή τής αρρώστιας και της αναπηρίας. Αποκαθιστά την υγεία στο άρρωστο και παραλυτικό σώμα με τη δύναμη του λόγου Του. Πόσο μεγάλη, πόσο φοβερή και πόσο θαυμαστή και ζωοδότρα είναι η παρουσία τού ζώντος Κυρίου! Ας έρθουμε όμως κι ας σταθούμε μπροστά στην παρουσία του ζώντος Κυρίου. Το πιο σπουδαίο πράγμα στο δρόμο τής σωτηρίας είναι να προσεγγίσουμε με πίστη την παρουσία τού Κυρίου, να τη νιώσουμε. Μερικές φορές έρχεται και μας αποκαλύπτεται ο ίδιος ο Κύριος. Έτσι πήγε στη Μάρθα και τη Μαρία στη Βηθανία, έτσι ξαφνικά εμφανίστηκε στον απόστολο Παύλο στο δρόμο προς τη Δαμασκό, σε άλλους αποστόλους στη θάλασσα της Γαλιλαίας και στο δρόμο προς τους Εμμαούς, στην οικία όπου μπήκε «κεκλεισμένων των θυρών», στη Μαρία τη Μαγδαληνή στον κήπο και σε πολλούς αγίους σε όνειρα ή οράματα. Μερικές φορές παρουσίασαν οι απόστολοι ανθρώπους στον Κύριο, όπως ο Ανδρέας έφερε τον Πέτρο κι ο Φίλιππος το Ναθαναήλ. Οι διάδοχοι των αποστόλων κι οι ιεραπόστολοι έφεραν στο Χριστό χιλιάδες, εκατομμύρια ανθρώπους κι άλλες φορές ο ένας πιστός έφερνε τον άλλο. Αλλά και άγνωστοι άνθρωποι μερικές φορές προσπάθησαν πο­λύ μόνοι τους να πλησιάσουν τον Κύριο, όπως στην περίπτωση των τεσσάρων που άνοιξαν την οροφή τού σπιτιού για να φέρουν τον παραλυτικό φίλο τους μπροστά Του. Αυτοί είναι οι τρεις τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να παρουσιαστούν στον Κύριο. Εκείνο που πρέπει να κάνουμε εμείς είναι να προσπαθήσουμε πολύ και ν’ αγωνιστούμε για να βρεθούμε μπροστά Του, ώστε να μας βοηθήσει κι Εκείνος να τον προσεγγίσουμε και να μας φωτίσει. Πρέπει ν’ ακολουθήσουμε τους τρείς αυτούς τρόπους σε αντίθετη πορεία. Αυτό σημαίνει πως πρέπει με πίστη και ζήλο να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να βρεθούμε μπροστά στον Κύριο. Μετά ν’ ακολουθήσουμε την κλήση και τις εντολές τής αγίας αποστολικής Εκκλησίας, της Εκκλησίας των πατέρων και των διδασκάλων. Και τελικά, αφού θα έχουμε εκπληρώσει τους δύο πρώτους όρους, θα πρέπει να περιμένουμε με πίστη κι ελπίδα στο Θεό να μας παρουσιαστεί, κι η παρουσία Του να μας φωτίσει, να μας ενισχύσει, να μας θεραπεύσει και να μας σώσει. Το μέγεθος των προσπαθειών που πρέπει να καταβάλουμε για ν’ ανοίξουμε το δρόμο που μας οδηγεί στην παρουσία του Θεού, φαίνεται από το παράδειγμα των τεσσάρων αυτών αντρών. Δε δίστασαν ν’ ανέβουν στην οροφή τού σπιτιού, για να κατεβάσουν και να παρουσιάσουν μπροστά στον Κύριο τον άρρωστο φίλο τους. Δεν έκαναν πίσω ούτε από ντροπή ούτε από φόβο. Το παράδειγμα αυτό του μεγάλου ζήλου τους είναι όμοιο με το παράδειγμα της χήρας που ζητούσε πιεστικά και φορτικά από τον άδικο κριτή να τη δικάσει και να την προστατέψει από τον αντίδικό της (βλ. Λουκ. ιη’ 1 -5). Αυτό σημαίνει πως πρέπει να τηρούμε την εντολή τού Κυρίου και να κραυγάζουμε μέρα και νύχτα, ωσότου μας ακούσει. «κρούετε και ανοιγήσεται υμίν» (Ματθ. ζ’ 7), είπε ο Κύριος. Αυτή είναι η εξήγηση που έχουν τα λόγια τού Χριστού: «Η βασιλεία τού Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. ια’ 12). Ο Κύριος ζητά απ’ όλους τους πιστούς Του να καταβάλουν κάθε προσπάθεια, να εξαντλήσουν τη δύναμή τους, να εργαστούν όσο κρατά η ημέρα, να προσεύχονται αδιάλειπτα, να ζητήσουν, να κρούσουν, να νηστέψουν και να κάνουν αμέτρητα έργα ελέους. Κι όλ’ αυτά ώστε η βασιλεία των ουρανών – η μεγάλη, φοβερή και ζωοποιός παρουσία τού Θεού – ν’ ανοιχτεί γι’ αυτούς. «Αγρυπνείτε ουν εν παντί καιρώ, είπε ο Κύριος, ίνα καταξιωθήτε… σταθήναι έμπροσθεν του υιού τού ανθρώπου» (Λουκ. κα’ 36). Νά ’χετε προσοχή και εγρήγορση στην καρδιά σας, για να μην προσκολληθεί στα γήινα. Νά ’χετε εγρή­γορση στις σκέψεις σας, για να μη σας οδηγούν μακριά από το Θεό. Να προσέχετε τα έργα σας, να διπλασιάζετε τα τάλαντά σας, μην τ’ αφήσετε να λιγοστέψουν ή να εξαφανιστούν εντελώς. Ν’ αγρυπνείτε διαρκώς, ώστε ο θάνατος να μη σας βρει απροετοίμαστους και αμετανόητους στην αμαρτία σας. Η ορθόδοξη πίστη μας αυτή είναι: ενεργός, προσευχητική, γρηγορούσα. Αναλώνεται στα δάκρυα και τους αγώνες. Καμιά άλλη πίστη δε ζητάει τέτοιον αγώνα από τους πιστούς για ν’ αξιωθούν να σταθούν μπροστά στον Υιό τού Θεού. Ο Κύριος και Σωτήρας μας ζητάει τον αγώνα αυτόν από τους πιστούς. Η Εκκλησία επαναλαμβάνει τις εντολές Του από αιώνα σε αιώνα, από γενιά σε γενιά, φέρνοντας σαν παράδειγμα στους πιστούς τους απειράριθμους και μεγάλους πνευματικούς αγωνιστές που τήρησαν το νόμο του Χριστού κι αξιώθηκαν ν’ αποκτήσουν δόξα και ανέκφραστη δύναμη τόσο στον ουρανό όσο και στη γη. Δεν πρέπει όμως από την άλλη μεριά να πέσουμε στην πλάνη και να νομίσουμε πως από μόνες τους όλες οι προσπάθειες του ανθρώπου κι όλοι οι αγώνες του μπορούν να τον σώσουν. Δεν πρέπει να πιστέψουμε πως ο άνθρωπος με τις προσπάθειες και τον αγώνα του θα μπορέσει μόνος του να παραστεί μπροστά στο ζώντα Θεό. Αν ο Θεός δεν το θελήσει, κανένας θνητός δεν μπορεί να δει το πρόσωπό Του. Ο ίδιος ο Κύριος που καθόρισε τον αγώνα και τις προσπάθειες του ανθρώπου, λέει: «Όταν ποιήσητε πάντα τα διαταχθέντα υμίν, λέγετε ότι δούλοι αχρείοι εσμεν, ότι ο ωφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. ιζ’ 10). Και σε κάποιο άλλο σημείο λέει: «Ουδείς δύναται ελθείν πρός με, εάν μη ο πατήρ ο πέμψας με ελκύσει αυτόν» (Ιωάν. στ’ 44). Κι αλλού πάλι: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιωάν. ιε’ 5). Κι ο απόστολος Παύλος για το ίδιο θέμα: «Χάριτί εστε σεσωσμένοι» (Εφ. β’ 5). Μετά απ’ όλ’ αυτά τί μπορούμε να πούμε; Μήπως πρέπει να σκεφτούμε πως είναι μάταιοι όλοι οι αγώνες κι οι προσπάθειες που κάνουμε για τη σωτηρία μας; Μήπως πρέπει να τα εγκαταλείψουμε όλα και να περιμένουμε από τον ίδιο τον Κύριο, με τη δύναμη και την εξουσία που έχει, να μας παρουσιάσει ενώπιόν Του; Δε λέει ο προφήτης Ησαϊας πως «ως ράκος αποκαθημένης πάσα η δικαιοσύνη ημών» (ξδ’ 6); Τί πρέπει να κά­νουμε τότε; Να εγκαταλείψουμε κάθε προσπάθειά μας, όλους τους αγώνες μας; Μα τότε δε θα γίνουμε ίδιοι με τον οκνηρό δούλο, που έσκαψε και έκρυψε το τάλαντο που του εμπιστεύτηκε ο Κύριος στη γη, και τον οποίο επέπληξε ο Κύριος με τα λόγια, «πονηρέ δούλε και οκνη­ρέ!» (Ματθ. κε’ 26); Πρέπει να σοβαρευτούμε και ν’ ασκηθούμε στην τήρηση όλων των εντολών τού Κυρίου. Πρέπει να καταβάλλουμε ό,τι είναι δυνατό από την πλευρά μας, μα ανήκει στη δύναμη του Θεού να ευλογήσει τις προσπάθειές μας και να μας παρουσιάσει ενώπιόν Του. Ο απόστολος Παύλος έχει δώσει μια πολύ καλή εξήγηση πάνω σ’ αυτό το θέμα. Λέει: «Εγώ εφύτευσα, Απολλώς επότισεν, αλλ’ ο Θεός ηύξανεν ώστε ούτε ο φυτεύων εστί τι ούτε ο ποτίζων, αλλ ’ ο αυξάνων Θεός» (Α’ Κορ. γ’ 6-7). Όλα επομένως εξαρτιώνται από το Θεό, από τη δύναμη, τη σοφία και το έλεός Του. Εμείς πρέπει να φυτεύουμε και να ποτίζουμε. Δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε τα καθήκοντά μας αυτά, γιατί διαφορετικά θα κινδυνεύσουμε να καταδικαστούμε στον αιώνιο θάνατο. Το καθήκον τού γεωργού είναι να σπέρνει και να ποτίζει. Από το Θεό όμως, από τη δύναμη, τη σοφία και το έλεός Του, εξαρτάται αν ο σπόρος θα ριζώσει ή όχι, αν θ’ αναπτυχθεί και θα βγάλει καρπούς. Είναι χρέος τού επιστήμονα να ερευνά και να ψάχνει, μα ανήκει στο Θεό, στη δύναμη, τη σοφία και το έλεός Του, αν η γνώση θα του αποκαλυφτεί ή όχι. Είναι καθήκον των γονιών ν’ αναθρέψουν τα παιδιά τους και να τα μάθουν το φόβο τού Θεού, μα είναι στη δύναμη, τη σοφία και το έλεός Του ο χρόνος της ζωής τους. Είναι χρέος των ιερέων να διδάσκουν, να παρακαλούν, να επιτιμούν και να καθοδηγούν τους πιστούς. Το αν οι προσπάθειές τους θα καρποφορήσουν όμως είναι στη δύναμη, τη σοφία και το έλεος τού Θεού. Είναι καθήκον όλων μας να προσπαθήσουμε και ν’ αγωνιστούμε για ν’ αξιωθούμε να σταθούμε μπροστά στον Υιό του Θεού, ανήκει όμως στη δύναμη, τη σοφία και το έλεός Του αν θα μας επιτραπεί να τον πλησιάσουμε. ___________________ Δεν πρέπει ν’ αγωνιζόμαστε χωρίς ελπίδα στο έλε­ος του Θεού. Εύχομαι όλες μας οι προσπάθειες να φωτίζονται από το φώς τής ελπίδας πως ο Κύριος είναι κοντά μας, δίπλα μας. Πως θα μας δεχτεί μπροστά στο φώς τού προσώπου Του. Δεν υπάρχει πιο βαθιά και πιο ανεξάντλητη πηγή από το έλεος τού Θε­ού. Όταν ο Ασωτος Υιός μετάνιωσε για την τρομερή πτώση του στο επίπεδο των χοίρων, ο εύσπλαχνος πατέρας έτρεξε να τον συναντήσει, τον αγκάλιασε και τον συχώρεσε. Ο Θεός δεν αποκάμει να τρέχει για να συναντήσει τα μετανιωμένα παιδιά Του. Απλώνει το χέρι Του σε όλους εκείνους που θέλουν να γυρίσουν κοντά Του. «Εξεπέτασα τας χείρας μου όλην την ημέραν προς λαόν απειθούντα και αντιλέγοντα», είπε ο Κύριος για τους Ιουδαίους (Ησ. ξε’ 2). Αν ο Κύριος απλώνει το χέρι Του στους απειθούντες και τους αντιλέγοντες, δε θα το κάνει στον υπάκουο; Ο υπάκουος προφήτης Δαβίδ λέει: «Προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου διαπαντός, ότι εκ δεξιών μού εστιν, ίνα μη σαλευθώ» (Ψαλμ. ιε’ 9). Σ’ εκείνους που αγωνίζονται για τη σωτηρία τους, ο Κύριος δεν αρνείται την παρουσία Του. Δεν πρέπει να λογαριάζουμε μάταιες τις προσπάθειές μας, όπως κάνουν οι άθεοι κι οι απελπισμένοι άνθρω­ποι. Εμείς πρέπει ν’ αγωνιζόμαστε, να καταβάλλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια, και ταυτόχρονα να ελπίζουμε στο έλεος του Θεού. Ιδιαίτερα την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής πρέπει να διπλασιάζουμε τους αγώνες μας, όπως συνιστά και η αγία Εκκλησία μας. Μακάρι το δρόμο μας αυτόν να τον φωτίζει το παράδειγμα των τεσσάρων ανθρώπων που σκαρφάλωσαν στην οροφή και την άνοιξαν, για ν’ αποθέσουν μπροστά στα πόδια τού Κυρίου τον πέμπτο απ’ αυτούς, το φίλο τους που έπασχε από παραλυσία. Αν το ένα πέμπτο τής ψυχής μας είναι παράλυτο ή άρρωστο, ας σπεύσουμε με τα άλλα υγιή τέσσερα πέμπτα στον Κύριο. Εκείνος θα θεραπεύσει το άρρωστο κομμάτι που έχουμε μέσα μας. Αν κάποια από τις αισθήσεις μας έχει σκανδαλιστεί με τον κόσμο αυτόν κι αυτό την έκαμε αδύνατη κι άρρωστη, ας τρέξουμε στον Κύριο με τις άλλες τέσσερις υγιείς αισθήσεις. Εκείνος θα σπλαχνιστεί την άρρωστη αίσθη­σή μας και θα την θεραπεύσει. Όταν ένα μέρος τού σώματος ασθενεί, ο γιατρός συνιστά δύο είδη θεραπείας: τη φροντίδα και την καλή σίτιση του υπόλοιπου σώματος, ώστε το υγιές μέρος να δυναμώσει περισσότερο, να γίνει πιο δυνατό, για να μπορέσει ν’ αντισταθεί στο άρρωστο. Το ίδιο γίνεται και με τις ψυχές μας. Αν μέσα μας, στο νου μας, έχουμε αμφιβολίες, ας προσπαθήσουμε με την καρδιά και την ψυχή να ενισχύσουμε την πίστη μας και με τη βοήθεια του Κυρίου να θεραπεύσουμε και να δυναμώσουμε τον άρρωστο νου μας. Αν αμαρτήσαμε επειδή ξεχάσαμε την προσευχή, ας σπεύσουμε να κάνουμε έργα ελέους για ν’ αποκαταστήσουμε την προσευχητική μας διάθεση. Ο Κύριος θα δει την πίστη μας, τις προσπάθειες και τον αγώνα μας και θα μας ελεήσει. Εκείνος με το αμέτρητο έλεός Του θα μας επιτρέψει να παρουσιαστούμε ενώπιόν Του, μπροστά στην αθάνατη και ζωοδότρα παρουσία από την οποία παίρνουν ζωή, ενισχύονται και χαροποιούνται οι αναρίθμητες αγγελικές δυνάμεις κι ο στρατός των αγίων. Στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό πρέπει ο αίνος κι η δόξα, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. (Πηγή: «Καιρός Μετανοίας» Ομιλίες Β’, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επιμέλεια – Μετάφραση – Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης) Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/

Σελίδα 8 από 11