HeadShort.png

9/6 “Εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις ους δέδωκάς μοι εκ του κόσμου”

ΑΓΙΩΝ 318 ΠΑΤΕΡΩΝ Α΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ (Ιω. ιζ΄ 1-13) (Πραξ. κ΄ 16-18, 28-36) Το θησαυροφυλάκιο της πίστεως Για αιώνες ολόκληρους οι άνθρωποι τελούσαν υπό πλήρη άγνοια για τον αληθινό Θεό και την παρουσία του στον κόσμο. Στην προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν εσωτερικές αναζητήσεις, ως υποκατάστατο στρέφονταν στη λατρεία των ειδώλων, η οποία χαρακτηριζόταν σαφώς από την ματαιότητα και την αδιέξοδη πορεία της. Κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε να δώσει περιγραφές για τον αληθινό Θεό. Όπως, άλλωστε, μάς πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης “Θεόν ουδείς εώρακεν πώποτε”. Έτσι, ο αληθινός Θεός σαρκώνεται, γίνεται άνθρωπος, για να δώσει τη δυνατότητα και την ευλογημένη ευκαιρία της Θεογνωσίας. Ο Υιός και Λόγος του Θεού, στην αρχιερατική Του προσευχή, που έλαβε χώρα, όπως είναι γνωστό, λίγο πριν από το Πάθος, αναφέρθηκε και στο έργο Του που συνοψίζεται στην αποκάλυψη του Θεού στους ανθρώπους. Είπε χαρακτηριστικά: “Πάτερ, εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις”. Εδώ φαίνεται πως στο Πρόσωπο του Χριστού αποκαλύπτεται ο αληθινός Θεός, ο Οποίος δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να τον πλησιάσει και να ενωθεί μαζί Του. Να φθάσει τα δυσθεώρητα πνευματικά ύψη της θέωσης. Οι Απόστολοι Ο Κύριος κατά την επί γης παρουσία Του όταν κήρυττε και θαυματουργούσε, είχε πάντοτε μόνιμους συνοδούς τούς μαθητές και αποστόλους. Εκείνοι όταν κλήθηκαν από τον Ιησού “αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ”. Τούς δόθηκε έτσι η ευκαιρία να μυηθούν στο βάθος της διδασκαλίας και του έργου Του. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις, όπως φανερώνει η γραφίδα των Ευαγγελιστών, έγιναν δέκτες μεγάλων αποκαλύψεων. Με αυτό τον τρόπο άφησαν τον εαυτό τους να γίνει δοχείο της χάριτος του Θεού και να κηρύξουν το Ευαγγέλιο και την αλήθεια του εις πάντα τα έθνη. Έγιναν συνεργοί του Θεού στην αναγγελία του θελήματός Του, μεταβαίνοντας μάλιστα από τόπο σε τόπο και φθάνοντας στα πέρατα της οικουμένης. Ως εφόδια είχαν την στερεά πίστη τους, η οποία γινόταν μέσο για να μεταλαμπαδευθεί το αναστάσιμο μήνυμα σε όλο τον κόσμο. Με τον τρόπο αυτό η αλήθεια κρατήθηκε ανόθευτη από τις πλάνες και τις επιδράσεις των αιρετικών διδασκαλιών. Οι θεοφόροι πατέρες Για τη διάδοση του σημαντικού αυτού μηνύματος που τόσο ανόθευτα πρόσφεραν οι απόστολοι στον τότε κουρασμένο και καταταλαιπωρημένο κόσμο, τη σκυτάλη πήραν αργότερα οι άγιοι και Θεοφόροι Πατέρες, οι οποίοι αφού με τη ζωή και το έργο τους καταξιώθηκαν σε ανώτερα πνευματικά ανεβάσματα, διατράνωσαν με τους πολύμοχθους αγώνες τους το αναστάσιμο μήνυμα του Ευαγγελίου και το διαφύλαξαν από τις πλάνες των αιρέσεων. Έτσι η Εκκλησία μας σήμερα “εβδόμη Κυριακή από του Πάσχα, την εν Νικαία Πρώτην Οικουμενικήν Σύνοδον εορτάζει των τριακοσίων δέκα και οκτώ θεοφόρων Πατέρων”. Ήταν τότε που ο Άρειος με τις πλάνες του επεχείρησε να κτυπήσει την Εκκλησία, αμφισβητώντας τη Θεότητα του Κυρίου μας και επομένως τη δυνατότητα του ανθρώπου να σωθεί. Οι 318 Πατέρες που τιμά σήμερα η Εκκλησία, πρωτοστάτησαν σ’ ένα αγώνα που κορυφώθηκε με τη σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βυθηνίας, προκειμένου η Ορθοδοξία να λάμπει σήμερα και να μας προσφέρει τις αστείρευτες πηγές της αλήθειας Της για το πιο σταθερό ξεδίψασμα. Αγαπητοί αδελφοί, η πίστη που μάς παρέδωσε ο Κύριος αλλά και οι απόστολοι και οι πατέρες της Εκκλησίας μας, είναι ό,τι πιο πολύτιμο μπορούμε να έχουμε σαν πυξίδα στη ζωή μας. Έχουμε λοιπόν χρέος να ακολουθήσουμε τις δικές τους φωτεινές πυξίδες, οι οποίες μάς ανεβάζουν σε κορυφές, όπου ο άνθρωπος μπορεί να γεύεται των καρπών της Θεογνωσίας. Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος

3/6 Η Κυριακή των Αγίων Πάντων και η έννοια της αγιότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία [Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου]

 

Την Κυριακή των Αγίων Πάντων η Εκκλησία ενθυμείται και τιμά όλους τους (γνωστούς και άγνωστους) μαθητές και φίλους του Χριστού -άντρες και γυναίκες, νέους και γέρους, μορφωμένους και αμόρφωτους, λαϊκούς και ιερωμένους, εν τω κόσμω ή εν τη ερήμω- που στα πέρατα του κόσμου και διαχρονικά αγάπησαν, δίδαξαν στο όνομά Του ή έδωκαν μαρτυρία για τον μοναδικό Νυμφίο της Εκκλησίας, τον Κύριο Ιησού Χριστό, μη φειδόμενοι να θυσιάσουν, σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη και τη ζωή τους γι’ αυτόν.
Η διαφορά αγίου και καλού ανθρώπου
Η Εκκλησία δεν ονομάζει αγίους τους καλούς ανθρώπους που βοηθάνε τους συνανθρώπους τους και συμμετέχουν στην θεραπεία του πανανθρώπινου πόνου. Μια τέτοια ζωή προσφοράς δεν είναι χριστιανικό μόνο προνόμιο. Για την Εκκλησία άγιος είναι εκείνος ο άνθρωπος που επειδή έζησε με σοβαρότητα την πίστη του στον Χριστό ως Θεό, όχι μόνο μετανοούσε, εξομολογείτο, κοινωνούσε συχνά και συμμετείχε στη λατρεία της Εκκλησίας, αλλά και υπέστη βαθμηδόν μια οντολογική αλλοίωση από την άκτιστο χάρη του Θεού και δεν παρέμεινε στο στάδιο της ηθικής ζωής, αλλά οδηγήθηκε στη μέθεξη του Θεού και στη θέωση. Από το ξεχείλισμα της αγάπης του για τον Χριστό βέβαια προσέφερε και στους αδελφούς του, που αγαπούσε ως εαυτόν. Επομένως τους αγίους ξεχωρίζει η αγάπη προς τον Τριαδικό Θεό και η συνεχής εσωτερική προσευχή προς τον Ιησού Χριστό και όχι μόνο οι ηθικές και καλές σχέσεις προς τους άλλους, που δεν προέρχονται πάντα, και σε όλες τις περιπτώσεις, από αγαθή συνείδηση.
Κανείς δεν γίνεται άγιος από μόνος του, παρά μόνο συμμετέχοντας στην αγιότητα του Χριστού.
Ουσιαστικά άγιος είναι μόνο ο Θεός. «Εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός», ψάλλουμε σε κάθε Κυριακάτικη λειτουργία. Οι πιστοί αγιάζουν όταν ενώνονται με την χάρη του Χριστού και λάμπουν ως εικόνες Του. Μην ξεχνάμε τι παραγγέλνει ο Θεός ήδη από την Π.Δ.: «Να γίνεστε άγιοι, διότι εγώ είμαι άγιος». Ο Χριστός δηλώνει καθαρά ότι είναι το φως του κόσμου και μετέχοντας στο άκτιστο αυτό φως Του αγιαζόμαστε και εμείς κατά χάρη, όπως λέμε, και όχι κατ’ ουσίαν. Δεν μετέχουμε της ουσίας του Θεού, αλλά των ενεργειών του Θεού, και ξεκινώντας από τη παρούσα ζωή συνεχώς θα αγιαζόμαστε μεταβαίνοντες από δόξα σε δόξα.
Αυτό ζητάει ο Θεός από μας, να γίνουμε δηλαδή κατοικητήριο της Θεότητας, δια του Πνεύματος του Αγίου, που κατοικεί μέσα μας, και δια του αγίου βαπτίσματος. Ο σκοπός της ζωής μας είναι να αυξηθούμε «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφεσίους 4,13). Όσοι λοιπόν μιμήθηκαν την ζωή του Χριστού και όσοι τηρούν τις εντολές του, εκείνοι λαμβάνουν την κλήση και την πολλαπλασιάζουν σαν τα τάλαντα του Ευαγγελίου και μπορούμε να πούμε ότι έτσι οι άγιοι όλων των εποχών είναι όχι οι κλητοί μόνο, αλλά και οι εκλεκτοί. Διότι πολλοί είναι όσοι εκλήθησαν, αλλά λίγοι ανταποκρίνονται σ’ αυτό το κάλεσμα, ποιούντες έργα άξια μετανοίας.
Μέσω λοιπόν των αγίων βλέπουμε τι θέλει ο Θεός από εμάς, αφού άγιασαν γιατί ακριβώς τήρησαν το θέλημά Του. Ανάλογα βέβαια με τη δύναμη και την ενίσχυση της χάριτος του Θεού στον καθένα, διότι όλοι δεν έχουν την δύναμη εκ Θεού να τρώνε π.χ. έλάχιστα όπως οι ασκητές ή να μην βγαίνουν ποτέ έξω από το κελί τους, όπως βλέπαμε σε παλιούς ασκητές. Όλοι όμως οι πιστοί έχουν την δυνατότητα να προσεύχονται και να ταπεινώνονται και αυτό είναι βασικό ως αρχή της αγιότητας. Οι άγιοι λοιπόν δεν έχουν δική τους αγιότητα, αλλά συμμετέχουν στην αγιότητα του Χριστού και προς τον Χριστό συνεχώς προσανατολίζουν, αφού ο Παράκλητος ενοικεί στην ψυχοσωματική τους υπόσταση. Είναι ζωντανές και έμψυχες πινακίδες προσανατολισμού προς την πηγή της ζωής, τον Τριαδικό Θεό. Αυτό αναφέρεται και στον ευαγγελιστή Ιωάννη, διότι λέγει ότι «όσοι έλαβον αυτόν έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (α,12), που σημαίνει ότι άγιος είναι κανείς ως υιοθετημένος υιός του Θεού και όχι από κάποια υποτιθέμενη παραψυχολογική δύναμη δική του.
Οι χριστιανοί, ακόμη, αγιάζουν και καθίστανται δοχεία της θείας χάριτος, ανάλογα με την κατά δύναμη άξια προσέλευσή τους στα μυστήρια της Εκκλησίας και την συμμετοχή τους στους εορταστικούς εκκλησιαστικούς κύκλους, που είναι κυρίως δεσποτικοί και θεομητορικοί. Η πνευματικότητά μας είναι και παραμένει λειτουργική και Χριστοκεντρική. Και κορυφαία θέση στην ορθόδοξη πνευματικότητα και ζωή, τη δεύτερη αμέσως μετά την Αγία Τριάδα, έχει φυσικά η Υπεραγία Θεοτόκος, η μητέρα της Ζωής, που είναι ο Χριστός. Η Παναγία και οι άγιοι είναι μέρος της ανθρωπότητας. Τους αισθανόμαστε και προσευχόμαστε σ’ αυτούς ως φίλους και συνοδοιπόρους προς το ποθητό Τέρμα του παραδείσου. Και η Εκκλησία προβάλλει την ζωή τους, τη διδασκαλία τους, τα μαρτύριά τους ως κάλεσμα μιμήσεως της θεάρεστης ζωής τους, μέσα από τις καθημερινές λαϊκές εορταστικές συνάξεις, τα πανηγύρια, τις Κυριακάτικες λειτουργίες, τις προσευχές και τα συναξάρια των αγίων.
Οι άγιοι οδηγούν με το παράδειγμά τους και άλλους ανθρώπους στην σωτηρία.
Αυτή είναι η δουλειά των αγίων, θα λέγαμε. Πρώτα-πρώτα ο Θεός λέει γι’ αυτούς ότι «τους δοξάζοντάς με δοξάσω» (Α’ Βασιλ. Β’30). Δηλαδή αυτούς που με δόξασαν στην γη, θα τους δοξάσω όχι μόνο στην γη, αλλά και στον παράδεισο. Πώς δοξάζουμε τον Θεό; Με την πίστη μας, την ελπίδα μας, την υπακοή μας στις εντολές του, τηρώντας τον Δεκάλογο εσωτερικά και όχι βαρυγκωμώντας, δείχνοντας έμπρακτη αγάπη προς τους άλλους, θυσιάζοντας πολλές ανέσεις μας χάριν των αναγκεμένων και προσπαθώντας να μην απομακρυνθούμε από το θέλημά Του. Αυτά θέλει ο Θεός από εμάς και μας τα δείχνει η ζωή των αγίων. Πολλοί από τους αγίους μάλιστα βασανίστηκαν και σφαγιάστηκαν για να μην αρνηθούν τον Χριστό και μας προτρέπουν αν χρειαστεί να προτιμήσουμε το μαρτύριο παρά να αρνηθούμε το όνομά Του.
Οι φίλοι του Χριστού ομολογούσαν συνεχώς ότι ήσαν και είναι χριστιανοί –αφού και σήμερα υπάρχουν άγιοι- και αυτό καλούμαστε να κάνουμε και εμείς χωρίς να ντρεπόμαστε, σε μια κοινωνία που υποχωρεί στα της πίστεως. Αν λοιπόν ζήσουμε έτσι, όπως εκείνοι, «ο μισθός μας θα είναι πολύς στον ουρανό», επισημαίνει ο ευαγγελιστής Ματθαίος με τα λόγια αυτά του Χριστού (5,12).
Μάλιστα όσοι αφήσουν όλα τα εγκόσμια και αφιερωθούν στον Χριστό, όπως οι ασκητές, οι ιεραπόστολοι, οι μοναχοί κ.λπ., από έρωτα προς τον Θεό και όχι φυσικά για λόγους δόξας, συμφέροντος, χρημάτων κ.λπ., αυτοί θα έχουν εκατονταπλάσιο μισθό και δόξα στους Ουρανούς σε σχέση με μας τους υπόλοιπους, που ζούμε «ησύχιον βίον» και πολύ πιο εύκολο (Ματθ. 19,27 κ.ε.). Αυτοί είναι οι «ευνουχίζοντες (πνευματικά) εαυτούς» χάριν της Βασιλείας του Θεού, όπως εξηγεί ο ίδιος ο Κύριος.
Οι άγιοι όχι μόνο οδηγούν προς τον Χριστό, αλλά πρεσβεύουν και μεσιτεύουν για μας στον Χριστό.
Κάποιοι ετερόδοξοι αρνούνται βέβαια την μεσιτεία των αγίων, αλλά έχουν παρερμηνεύσει τις Γραφές. Είναι δυνατόν να παρακαλούσαν το Θεό οι άγιοι, όσο ζούσαν στην γη, υπέρ της σωτηρίας των συνανθρώπων τους, και όταν η ψυχή τους, μετά τον θάνατό τους, βρέθηκε και βρίσκεται κοντά στον Θεό, να μη ενδιαφέρονται και να μην παρακαλάνε για μας; Αυτό δεν είναι φυσικά λογικό. Έπειτα, μεσίτες όταν λέμε εννοούμε ότι συμμετέχουν στην μεσιτεία του μόνου μεσίτου, που είναι φυσικά ο Χριστός. Ότι δεν είναι αυτόνομα και ανεξάρτητα από Εκείνον μεσίτες. Διότι πόλεις σώζονται μέσω δεήσεων των αγίων (Ιερ. 5,1/Ιεζ. 22,30) -όπως έπραξε και ο Αβραάμ για την σωτηρία των Σοδόμων και Γομόρρων (Γεν. 18,23-33) και ο Μωϋσής για τον ισραηλιτικό λαό (Έξοδ. 32, 9-14)- οι προσευχές τους ανεβαίνουν ως θυμίαμα στον θρόνο του Θεού (Αποκ. 5,8/6,9-11) και χαίρονται για κάθε επιστροφή πλανεμένου προβάτου (Λουκ. 15, 7-10). Ο προφήτης Ηλίας, αν και βρισκόταν στον ουρανό, απάντησε θα λέγαμε στην αίτηση του μαθητή του, Ελισαίου, και δια του Θεού ανοίχθηκαν στα δύο τα νερά του Ιορδάνη (Δ’ Βασιλ. 2,14). Ο ίδιος προφήτης προσευχήθηκε στον Θεό και δεν έβρεξε για τρία χρόνια και πάλι προσευχήθηκε και έπεσε η βροχή και η γη ξαναβλάστησε (Ιακ. 5,17-18). Αλλά και ο αρχιερέας Ονίας και ο Ιερεμίας, όπως διασώζει το όραμα του Ιούδα του Μακκαβαίου, αν και κοιμηθέντες εν Κυρίω, προσευχόντουσαν για όλους τους Ιουδαίους και για την αγία πόλη Ιερουσαλήμ (Β’ Μακκ. 15,12-14). Άλλωστε «η παράκληση του δικαίου έχει μεγάλη δύναμη και αποτελεσματικότητα» (Ιακ. 5,16). Και οι άγιοι θεωρούνται οι καλύτεροι φίλοι μας στον ουρανό, όπως ακριβώς ήσαν και στη γη. Και με αυτήν την έννοια ονομάζονται πρεσβευτές και μεσίτες. Διότι εισακούουν τις προσευχές μας και εύχονται για μας και παρακαλούν να εκδηλώσει το έλεός Του ο Θεός στον κόσμο του, αφού μετά την εκδημία τους άλλωστε από την εδώ ζωή βρίσκονται σε καλύτερη θέση και έχουν πληρέστερη παρουσία και παρρησία κοντά στον Χριστό.
Βλέπουμε σε εικόνες αγίων κάποιο φωτοστέφανο να περικυκλώνει την κεφαλή τους. Τι συμβολίζει αυτό το φως των αγίων.
Οι άγιοι όπως είπαμε απολαμβάνουν την δόξα και το φως του Θεού. Το φως αυτό είναι άκτιστο, δεν είναι εκ του κόσμου αυτού, είναι αδημιούργητο και αιώνιο, όπως και ο Θεός. Οι άγιοι λοιπόν, ως συμμετέχοντες στην χάρη του Θεού, είναι κατά διαστήματα λουσμένοι με το άκτιστο αυτό φως, που είναι ενέργεια του Θεού και όχι η ουσία Του, αν και προέρχεται από την ουσία Του και αυτήν ενεργοειδώς φανερώνει. Την δόξα αυτή του Τριαδικού Θεού συμβολίζει και ο φωτοστέφανος των αγίων στις εικονικές αναπαραστάσεις τους. Την δόξα αυτή αποκαλύπτει ο προφήτης Δανιήλ να διοχετεύεται από τον θρόνο του Θεού (7,9), το φως αυτό βλέπουμε να περιβάλλει τον Μωϋσή στην φλεγόμενη και μη καιόμενη βάτο (Έξοδ. 3,2), αλλά και να καταυγάζει το πρόσωπό του κατεβαίνοντας από το όρος Σινά (Έξοδ. 34,29-30). Μέσω του ιδίου αυτού φωτός ο προφήτης Ηλίας ανυψώνεται στον ουρανό δια πυρίνων αλόγων (Σοφ. Σειράχ 48,9), αλλά και την ουράνια αυτή δόξα Του αφήνει ο Χριστός να φανεί στους μαθητές Του κατά την Μεταμόρφωσή Του (Λουκ. 9,29/Ματθ. 17,2), για να γνωρίσουν όλοι ότι σταυρώθηκε στη συνέχεια, αν και παντοδύναμος Θεός, επειδή και μόνο το θέλησε εκείνος.
Με παρόμοια περιστατικά της φανερώσεως της φωτοειδούς δόξας του Θεού είναι φυσικά γεμάτη η Παράδοση της Εκκλησίας, όπως δεικνύει το παράδειγμα του αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ και του μαθητή του Μοτοβίλωφ, που από παραχώρηση Θεού ταυτόχρονα βίωσαν την επίσκεψη του Αγίου Πνεύματος στις καρδιές τους και έλαμψαν ως μικροί ήλιοι, βιώνοντες άρρητες εμπειρίες εκστάσεων ουρανίων.
Πολλοί κύκλοι ετεροδόξων κατηγορούν τους Ορθοδόξους πως θεοποιούν τους αγίους. Ότι τους λατρεύουν σαν Θεούς. Τι απαντά η Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ορισμένοι που διαδίδουν παρόμοιες απόψεις είναι εντελώς ανίδεοι τού τι σημαίνει Ορθόδοξη πίστη. Κανείς Ορθόδοξος δεν προσεύχεται σε αγίους και δεν επιζητεί τις μεσιτείες τους θεοποιώντας τους. Ούτε φιλώντας τις εικόνες έχουμε την αίσθηση πως ασπαζόμαστε φυσικά τον ίδιο τον άγιο ή τον Θεό. Εμείς λέμε ότι τιμητικά προσκυνούμε και σεβόμαστε τους αγίους και λατρευτικά μόνο τον Θεό. Άλλωστε βαπτιζόμαστε εις το όνομα του Tριαδικού Θεού (όχι στο όνομα κάποιου αγίου) και ολόκληρη η λατρεία μας (προσευχές, ύμνοι, θεία κοινωνία, ακολουθίες, ευχές, απολυτίκια αγίων κ.λπ.) είναι αφιερωμένη στον Θεό, άσχετα αν ο κάθε ναός είναι αφιερωμένος σε κάποιον άγιο ή αγία. Ακόμη, οι ίδιοι οι άγιοι, μάρτυρες, ασκητές, ομολογητές κ.λπ. τον Θεό ελάτρευσαν, σ’ αυτόν προσευχόντουσαν και γι’ αυτόν θυσίασαν τις ζωές τους. Με ποια λογική λοιπόν ισχυρίζονται κάποιοι ότι οι Ορθόδοξοι λατρεύουν μόνο τους αγίους, αντί του Τριαδικού Θεού;
Το ίδιο ισχύει όπως είπαμε και για τις εικόνες. Η τιμή που εκφράζουν οι πιστοί κατευθύνεται στα πρωτότυπα πρόσωπα που εικονίζουν, στον ουράνιο κόσμο των αγίων και των πνευμάτων, και όχι εννοείται στα υλικά κατασκευής της εικόνας(βλ. «Η λατρεία του Θεού και η τιμητική προσκύνηση των αγίων», Γεωργίου Π. Σωτηρίου, έκδ. Ι.Μ. Αγίας Παρασκευής Δομήρου Σερρών, σελ. 67-73).Τιμώντας δηλαδή τους αγίους, ή τις αγίες γυναίκες ή τα λείψανά τους, εξαίρουμε την αυταπάρνηση, τον ηρωισμό, την αφοσίωσή τους στο Θεό, τον ενάρετο βίο τους, την αγάπη τους προς τους συνανθρώπους τους. Γίνονται έτσι οι άγιοι ένα παράδειγμα για όλους μας, αφού και ο απόστολος των εθνών μάς προτρέπει: «Να επιδιώκετε την ειρήνη με όλους. επιδιώκετε και την αγιότητα, χωρίς την οποία κανείς δεν θα αντικρίσει τον Κύριο» (Εβρ. 12,14). Και πώς είναι δυνατόν στην Παλαιά Διαθήκη να τιμάται και να δοξάζεται λ.χ. ο ευσεβής βασιλιάς Εζεκίας μετά τον θάνατόν του από όλους τους Ιουδαίους και Ιεροσολυμίτες (Β’ Παρ. 32,33) και να μην δοξάζονται και τιμώνται μετά θάνατον οι άγιοι της Εκκλησίας;
Άλλωστε ο Θεός αρνείται στην Παλαιά Διαθήκη την τιμή και λατρεία των ειδώλων, δηλαδή θεοποιημένων αντικειμένων, ζώων ή ανθρώπων και όχι την καθημερινή, θρησκευτική και λατρευτική χρήση διαφόρων πραγμάτων και εικόνων προς δόξαν του ονόματός Του. Διότι και ο Μωυσής διετάχθη από τον Θεό να κατασκευάσει δύο Χερουβείμ στα δύο άκρα του ιλαστηρίου της Διαθήκης (Έξοδ. 25,18-20), και ο βασιλιάς Σολομώντας σκάλισε αγγέλους Χερουβίμ, φοίνικες, βόδια, λέοντες και άνθη στο Ναό που οικοδόμησε. με τα οποία ανάγλυφα σχήματα όμως και σχέδια ο Θεός ευαρεστήθηκε (Α’ Βασιλ. 9,3), διότι δεν τοποθετήθηκαν στους τοίχους για να λατρεύονται αλλά για τον καλλωπισμό του ναού του Θεού και την ένδειξη σεβασμού και αγάπης προς Αυτόν.
Η θεολογία της Εκκλησίας για το πώς αγιάζουν οι χριστιανοί και για τα άγια λείψανα.
Τα άγια λείψανα είναι η απόδειξη ότι υπάρχει Θεός και αφθαρτοποιεί την κτίση προς δόξαν Του και για την σωτηρία όλων. Τα λείψανα πολλών αγίων (και όχι όλων) μένουν άφθαρτα γιατί η χάρη του Θεού τούς είχε ιδιαίτερα επισκεφθεί όσο ζούσαν εν τω κόσμω, έχουν καταστεί σκεύη εκλογής του και η ενέργεια του Θεού έχει κατασκηνώσει στην καρδιά τους. Είναι μια απόδειξη ακόμη ότι θα αναστηθεί και το σώμα μας στην Δευτέρα Παρουσία, διότι όπως λέμε και στο Σύμβολο της Πίστεως: «Προσδοκώ ανάσταση νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Άνθρωπος για την ορθόδοξη χριστιανική μας πίστη δεν είναι μόνο η ψυχή, αλλά ψυχή και σώμα ενωμένα σε ένα αδιάσπαστο σύνολο, αφού και αυτός ο θάνατος είναι προσωρινός και δεν θα κρατήσει διαζευγμένα τα σώματα από τις ψυχές τους εσαεί.
Ο άγιος του οποίου το σκήνωμα διατηρείται ακέραιο έχει φτάσει στην φιλόθεη κατάσταση εκείνη που ονομάζουμε θέωση. Τα στάδια της κατά Χριστόν ζωής είναι τρία, χωρίς φυσικά να υπάρχουν μεταξύ τους στεγανά. Είναι το στάδιο της καθάρσεως, του φωτισμού του νοός και της θέωσης. Στο στάδιο της καθάρσεως ο χριστιανός παλεύει με την αμαρτία και με την χάρη του Θεού και με τη δική του άσκηση φτάνει στο σημείο να μην ενδίδει στις ορέξεις της σαρκός, στη σειρήνα της ηδονής και στο κοσμικό φρόνημα, ενώ μένει ταπεινός και επιδίδεται στην προσευχή και την έμπρακτον αγάπη. Στο στάδιο του φωτισμού του νοός, ο νους του πιστού, δηλαδή ο οφθαλμός της ψυχής του, ανοίγει στην παντοδύναμη χάρη του Θεού και ο χριστιανός αποκτά θείες εμπειρίες του Χριστού, όπως την διόραση, την προόραση, την μακρινή ακοή κ.α. Δυνάμεις, που όμως δεν είναι δικές του, αλλά του Αγίου Πνεύματος που έχει κατασκηνώσει μέσα του. Στην κατάσταση αυτή ο άγιος δεν βιώνει πλέον λύπη, οδύνη και στεναγμούς, αλλά την αναφαίρετη και μοναδική χαρά του ουρανίου πολιτεύματος που ζει από αυτή τη ζωή. Λιώνει μάλιστα από αγάπη ο μεταμορφωμένος πια άνθρωπος για όλη την κτίση και για τα άλογα ζώα, αλλά περισσότερο για τον συνάνθρωπό του και με τις θερμές προσευχές του απευθύνεται στον μόνο δυνάμενο να βοηθήσει ουσιαστικά παντεπόπτη Κύριο.
Στο ανώτατο στάδιο της θεώσεως ο χριστιανός λούζεται από τις ακτίνες του θείου και ακτίστου φωτός και για όσο διάστημα διαρκούν αυτές οι εμπειρίες κοινωνίας με τον Θεό, ο πιστός δεν νοιώθει πόνο, πείνα, δίψα ή άλλη βιολογική ανάγκη, αφού δεν τρέφεται πλέον από την βιολογία του, αλλά από την χάρη του Θεού. Αυτό το τελευταίο και μεγαλύτερο στάδιο πίστεως και έμπρακτης χριστιανικής ζωής, από αυτήν ήδη την ζωή, «δημιουργεί» τα άφθαρτα λείψανα των αγίων -αν και η αφθαρσία των λειψάνων δεν παύει να είναι ένα δώρο του Θεού σε ορισμένους αγίους (και η σωτηρία άλλωστε) και δεν είναι κατάσταση που φτάνει κανείς με τις δικές τους δυνάμεις. Δίδεται βέβαια σε εκείνους που έζησαν με πάθος την ελπίδα και πίστη τους στον Θεό και δεν συνθηκολόγησαν με το κοσμικό πνεύμα ή δεν ενέδωσαν έως τέλους στις παγίδες του εχθρού.
Ο σκοπός επομένως της ζωής όλων μας είναι να γίνουμε άγια λείψανα, δεδομένου ότι ο θάνατος θα μας εύρει όλους και κανείς δεν θα ξεφύγει από την ανθρώπινη αυτή, παρεκκλίνουσα από το αρχικό σχέδιο του Θεού, μοίρα. Τα άγια λείψανα λοιπόν σηματοδοτούν την «αιώνιο ζωή και το μέγα έλεος» και προσανατολίζουν προς την ακοίμητο δόξα που περιμένει όλους μας, αφού καθαρίσουμε τις αισθήσεις μας και βαδίσουμε πραγματικά στα χνάρια του Χριστού. Είναι πνευματικοί φάροι, που κρατούν σε εγρήγορση διαχρονική τις προς τάσιν εκκοσμικεύσεως γενεές των χριστιανών, ώστε να μην ξεφύγουν από τον μόνο άξιο δρόμο της ζωής και παρασυρθούν από τα κύματα που σηκώνει το παμφάγο στόμα του άδη. Είναι οδοδείκτες που διαλαλούν ότι ο σκοπός της ζωής είναι η προσωπική μας Πεντηκοστή και η εμπειρία της Φλεγόμενης Βάτου του Μωυσή, που αποκτάται δωρεάν δια του φαρμάκου της αθανασίας, της Θείας δηλαδή Κοινωνίας και της διαρκούς μετανοίας.
Οι μαρτυρίες από την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση ότι ο σκοπός των ανθρωπίνων σωμάτων είναι να αγιάσουν και αφθαρτοποιηθούν, καθώς και οι ψυχές τους.
Ο απόστολος Παύλος μάς λέγει ότι τα σώματά μας είναι ναός του αγίου Πνεύματος που κατοικεί μέσα μας και ότι πρέπει να δοξάζουμε τον Θεό καί με τα σώματά μας καί με τις ψυχές μας, που και τα δύο ανήκουν στον Θεό (Α’ Κορ. 6,15-20). Συνεχίζει μάλιστα σε άλλο σημείο για να πει ότι το ευτελές σώμα μας θα μετασχηματίσει ο Θεός και θα το μεταποιήσει σε σώμα σύμμορφο με το σώμα της δόξας Του (Φιλιππ. 3,21). Ευωδία των λειψάνων, θαυματουργία αυτών, καθώς και αντικειμένων των αγίων και τιμή προς αυτά αναφέρονται σε πολλά σημεία της Καινής Διαθήκης (Β’ Κορ. 2,15/Ματθ. 9,20/Μαρκ. 6,13/Πράξ. 29,12), αλλά και της Παλαιάς Διαθήκης. Στο Β’ Βασιλειών 13,20-21 περιγράφεται η περίπτωση πεθαμένου που τον έριξαν στον τάφο του προφήτη Ελισαίου και μόλις ήρθε σε επαφή με τα οστά του προφήτη, θαυματουργικά ο νεκρός ζωντάνεψε και έζησε. Παρόμοια πίστη αναφέρεται και στο Γ’ Βασιλ., όπου γέροντας προφήτης παρεκάλεσε τα παιδιά του να τον θάψουν όταν πεθάνει στον ίδιο τάφο που είχε θαφτεί κάποιος άνθρωπος του Θεού, ώστε τα οστά του αγίου ανθρώπου να οδηγήσουν με την δύναμη του Θεού και τον προφήτη στην σωτηρία (13,25-31)(βλ. π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου, «Η Ορθοδοξία μας», Αθήνα 1994, σελ. 463-465).
Η τιμή προς τα άγια λείψανα επικρατούσε σε όλη την Εκκλησία, από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Από το Μαρτύριο του Αγίου Πολυκάρπου μαθαίνουμε ότι οι πρώτοι χριστιανοί συναθροίζονταν στους τάφους των μαρτύρων, τελούσαν πάνω στα λείψανά τους τη θεία λειτουργία και τιμούσαν ιδιαίτερα τη μνήμη τους. Με το λείψανο του αγίου Κυπριανού γινόντουσαν πολλά θαύματα, όπως διασώζει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ενώ το τίμιο και χαριτόβρυτο λείψανο της αγίας Ιουλίττας, λέγει ο Μέγας Βασίλειος, αγιάζει την πόλη, τους επισκέπτες και τους αρρώστους. Τέλος, και ο μελίρρυτος ποταμός της σοφίας, ιερός Χρυσόστομος, κηρύττει ότι οι ναοί, οι λειψανοθήκες των αγίων και πολύ περισσότερο τα ίδια τα οστά τους, οδηγούν στην ψυχοσωματική υγεία, στην απομάκρυνση των δαιμονίων και την ελευθερία από την καταδυνάστευσή τους(βλ. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου, «Εγχειρίδιο αιρέσεων…», έκδ. Ι.Μ. Νικοπόλεως και Πρεβέζης, σελ. 63-66).
Τα λείψανα επομένως των αγίων που διατηρούνται ανέπαφα είναι ένα συνεχές θαύμα. Διότι είναι απολύτως λογικό να πιστεύει κανείς ότι όπως η μηλωτή του προφήτη Ηλία που διαχώρισε τα νερά του Ιορδάνη, τα μαντήλια της κεφαλής ή του λαιμού του αποστόλου Παύλου (Πράξ 19,12) και η σκιά του αποστόλου Πέτρου (Πράξ. 5,15) έκαναν «σημεία και τέρατα» όσο εκείνοι ζούσαν, έτσι και τα ίδια τα άφθαρτα σώματα των αγίων, που παραμένουν στην υπηρεσία των ανθρώπων, επιτελούν ουκ ολίγα θαύματα. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αφού επισημαίνει ότι στην εποχή του τα θαύματα ιάσεων έχουν λιγοστέψει ανάμεσα στους πιστούς, διότι έχει απλωθεί πλέον ο Χριστιανισμός στον κόσμο και το ανώτερο θαύμα είναι η απαλλαγή από την αμαρτία, μας λέγει ακόμη ότι στα λείψανα των αγίων παρευρίσκεται όχι κάποια ψυχική δύναμη, αλλά εκείνη η δύναμη του Αγίου Πνεύματος, που προσανατολίζει συνεχώς προς την ανάσταση των σωμάτων με τα θαύματα που επιτελούν (εις τον ιερομάρτυρα Βαβύλα, ΕΠΕ 37). Επομένως τα σώματα των αγίων θαυματουργούν λόγω της σύνδεσης των χριστιανών -όσο ζούσαν πάνω στη γη- με το σώμα του Χριστού, του οποίου η χάρη είναι αποταμιευμένη στην Εκκλησία και στην οποία αυτή χάρη εμποτίζεται και το σώμα του πιστού, εφόσον ζει έμπρακτα την ορθόδοξη χριστιανική πίστη του, ασκείται, κοινωνεί, ταπεινώνεται και αγαθοεργεί.
Τέλος, ο Θεός είναι πάντα νέος, είναι ό,τι πιο όμορφο υπάρχει και η αγάπη του δεν έχει όρια. Και μας καλεί στον δρόμο της αγιότητας, γιατί Εκείνος είναι όντως άγιος και μόνο αυτός ο τρόπος ζωής θα επικρατήσει στους αιώνες των αιώνων. Ο Θεός δεν είναι φόβητρο ή αστυνόμος του ουρανού, που αναζητάει παντού τον ένοχο για να τον καταδικάσει, όπως σκεφτόντουσαν κάποτε στη Δύση. Ο άνθρωπος είναι αντίθετα εκείνος που από μόνος του, και με σκέψεις, λόγια ή έργα, απομονώνεται και χάνει την Χάρη του Θεού. Δηλαδή με τον τρόπο της ζωής του αποτυχαίνει, αστοχεί να βαδίσει την οδό της αλήθειας και αποξενώνεται απ’ το πρόσωπο του Κυρίου και από την κοινωνία με τους συνανθρώπους του. Ο Καρλ Ράινερ, ένας σπουδαίος γερμανός θεολόγος, περίπου έλεγε: ‘Δόξα τω Θεω, που ένα 60% των απόψεων περί Θεού, στις οποίες ορισμένοι πιστεύουν σήμερα, δεν ισχύουν πραγματικά για τον Θεό’. Πώς θα βρούμε επομένως πραγματικά τον Θεό και την γνήσια εικόνα του; Είναι αλήθεια πως ο ίδιος Θεός αποκαλύπτεται προσωπικά μέσα στην Εκκλησία Του, δια της πίστεως, της μυστηριακής ζωής και της άδολης αγάπης. Αποκαλύπτεται στις καθαρές καρδιές, που με την προσευχή και την άσκηση έχουν γίνει χώρος διαμονής Του.

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/search?q=%CF%84%CF%89%CE%BD+%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%89%CE%BD+%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%89%CE%BD#ixzz5HFiaUlxu

20/5 «εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν»


ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 318 ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α΄ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ
(Ιω. ιζ΄ 1-13) (Πράξ. κ΄ 16-18, 28-36)

Η σωτήρια πίστη

«εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν»

Η αλήθεια της πίστεως κρατήθηκε ανόθευτη μέσα από τους αγώνες που διεξήγαγαν μεγάλες μορφές της Εκκλησίας, η οποία για τη μεγάλη προσφορά τους θέλει να τους τιμά και να τους μνημονεύει. Έτσι, την τελευταία Κυριακή πριν από τη μεγάλη εορτή της Πεντηκοστής, αποδίδεται τιμή στους 318 θεοφόρους Πατέρες που λάμπρυναν με την παρουσία τους την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο που συγκλήθηκε στη Νίκαια το 325 μ.Χ. Οι Πατέρες όρθωσαν το ανάστημά τους εναντίον της αίρεσης του Αρείου και κράτησαν στερεά την πίστη. Διακήρυξαν με παρρησία και θάρρος ότι ο Ιησούς Χριστός είναι «ομοούσιος και ομότιμος τω Θεώ και Πατρί, δηλαδή Θεός αληθινός και εν σαρκί τέλειος άνθρωπος».

Η καταδίκη της πλάνης

Οι 318 Πατέρες που τιμά σήμερα η Εκκλησία ανέκοψαν την πλάνη του Αρείου, ο οποίος ανέτρεπε με τις κακοδοξίες του το σωτηριολογικό έργο και έθετε εν αμφιβόλω την προοπτική της σωτηρίας του ανθρώπου από τον Χριστόν, τον οποίο υποβάθμιζε σε κτίσμα. Προσπαθούσε να συμβιβάσει στα στενά όρια της λογικής του τις θείες αλήθειες. Αν ο Χριστός δεν ήταν αληθινός Θεός, όπως ισχυριζόταν, όχι μόνο δεν θα έσωζε τον άνθρωπο αλλά θα είχε και ο ίδιος ανάγκη σωτηρίας. Ο Χριστός είναι ο λυτρωτής του κόσμου γιατί είναι αδιάσπαστα ενωμένος και ομοούσιος με τον Θεό Πατέρα. Ο Κύριος δεν παρέλειπε ποτέ να διαβεβαιώνει ότι «εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν».

Οι θεοφόροι Πατέρες, με επικεφαλής το ασύλληπτο ανάστημα του Μεγάλου Αθανασίου πρόβαλαν απέναντι στις επικίνδυνες πλάνες το αποδεικτικό στοιχείο της καθημερινής εμπειρίας της Εκκλησίας. Μέσα από το μεγαλείο της, αποκαλύπτεται το θαυμαστό της εν Χριστώ σωτηρίας και της δυνατότητας του ανθρώπου να φθάσει στη θέωση. Αυτό άλλωστε μαρτυρεί και το νέφος των αγίων που σκεπάζει το οικοδόμημα της Εκκλησίας. Μεταξύ τους οι όσιοι Συμεών και Κυριακός, ο συμπατριώτης μας, τους οποίους τη μνήμη τιμά σήμερα η Εκκλησία. Μάλιστα, οι πατερικές αυτές μορφές συνέταξαν τότε και μέρος του Συμβόλου της Πίστεως, με το οποίο δίνουμε ομολογία σε κάθε Θεία Λειτουργία. Κυρίως όμως οι Πατέρες έδωσαν την πιο ισχυρή μαρτυρία για την αλήθεια της Εκκλησίας με την ίδια τη ζωή και το άγιο παράδειγμά τους.

Την Κυριακή αυτή η Εκκλησία επέλεξε την ευαγγελική περικοπή που αναφέρεται στην αρχιερατική, όπως χαρακτηρίζεται, προσευχή του Κυρίου. Είναι η ώρα που ο Κύριος κάνει λόγο για τη δόξα του, την οποία συνέδεσε με το «εκούσιο Πάθος». Ο Χριστός αποκαλύπτει την αυθεντική ζωή όταν μάς προσφέρει τον εαυτό του μέσα από τη σταυρωμένη αγάπη του. Η προσφορά αυτή που καταξιώνεται κορυφούμενη στην προοπτική της σταυρικής θυσίας, αποκαλύπτει και τη δόξα του Θεανθρώπου.

Ο Χριστός με το έργο του ανοίγει μια νέα προοπτική. Ως υπόδειγμα και πρότυπο προβάλλεται η ενότητα της Αγίας Τριάδος που αποκαθιστά την πιο αυθεντική κοινωνία: «τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου…ίνα ώσιν εν καθώς ημείς».

Αγαπητοί αδελφοί, η αλήθεια της Εκκλησίας, όπως τη διαφύλαξαν με τους αγώνες τους οι 318 θεοφόροι Πατέρες που έλαβαν μέρος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και που διατηρείται ανόθευτη με την παρουσία και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, είναι εκείνη που μας χαράσσει τους πιο σταθερούς προσανατολισμούς της πίστεως. Ας την εγκολπωθούμε για να βιώσουμε την όντως αλήθεια και την όντως ζωή.

Χριστάκης Ευσταθίου, θεολόγος

20/5 Κυριακή των Αγίων Πατέρων : Ιωάννου, κεφ. ιζ’, 1-13 του Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου

Ο Ιησούς Χριστός, λίγο πριν να συλληφθεί και στη συνέχεια να σταυρωθεί, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και είπε: «Πατέρα, έφτασε η ώρα.φανέρωσε τη δόξα του Υιού σου, ώστε και ο Υιός σου να φανερώσει τη δική σου δόξα. Εσύ του έδωσες εξουσία πάνω σε όλους τους ανθρώπους.έτσι κι αυτός θα δώσει την αιώνια ζωή σε όλους αυτούς που του εμπιστεύτηκες. Και νά πια είναι η αιώνια ζωή: Να αναγνωρίζουν οι άνθρωποι εσένα ως τον μόνο αληθινό Θεό, καθώς και εκείνον που έστειλες, τον Ιησού Χριστό. Εγώ φανέρωσα τη δόξα σου πάνω στη γη, αφού ολοκλήρωσα το έργο που μου ανέθεσες να κάνω. Τώρα λοιπόν εσύ, Πατέρα, δόξασέ με κοντά σε σένα με τη δόξα που είχα κοντά σου προτού να γίνει ο κόσμος. Εγώ σε έκανα γνωστό στους ανθρώπους που τους πήρες μέσα από τον κόσμο και μου τους εμπιστεύτηκες. Ανήκαν σε σένα, και εσύ τους έδωσες σε μένα, κι έχουν δεχθεί το λόγο σου. Αυτοί τώρα ξέρουν πως όλα όσα μου έδωσες προέρχονται από σένα.διότι τις διδαχές που μου έδωσες, εγώ τις έδωσα σ’ αυτούς, κι αυτοί τις δέχτηκαν και αναγνώρισαν πως πραγματικά από σένα προέρχομαι, και πίστεψαν πως εσύ με έστειλες στον κόσμο. Εγώ γι’ αυτούς παρακαλώ. Δεν παρακαλώ για τον κόσμο αλλά γι’ αυτούς που μου έδωσες, γιατί ανήκουν σ’ εσένα. Κι όλα όσα είναι δικά μου είναι και δικά σου, και τα δικά σου είναι και δικά μου, και δι’ αυτών θα φανερωθεί η δόξα μου. Τώρα δεν είμαι πια μέσα στον κόσμο.ενώ αυτοί μένουν μέσα στον κόσμο, κι εγώ έρχομαι σε σένα. Άγιε Πατέρα, διατήρησέ τους στην πίστη με τη δύναμη του ονόματός σου που μου χάρισες, για να μείνουν ενωμένοι όπως εμείς. Όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους διατηρούσα στην πίστη με τη δύναμη του ονόματός σου. Αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα, και κανένας απ’ αυτούς δε χάθηκε, παρά μόνο ο άνθρωπος της απώλειας, για να εκπληρωθούν τα λόγια της Γραφής. Τώρα όμως εγώ έρχομαι σε σένα, και τα λέω αυτά όσο είμαι ακόμα στον κόσμο, ώστε να έχουν τη δική μου τη χαρά μέσα τους σ’ όλη την πληρότητά της. Εγώ τους έδωσα το δικό σου μήνυμα.ο κόσμος όμως τους μίσησε γιατί δεν ανήκουν στον κόσμο, όπως και εγώ δεν προέρχομαι από τον κόσμο. Σε παρακαλώ, όχι να τους πάρεις από τον κόσμο, αλλά να τους προστατέψεις από το διάβολο. Δεν προέρχονται από τον πονηρό κόσμο, όπως και εγώ δεν προέρχομαι απ’ αυτόν τον κόσμο». Στην προσευχή αυτή του Θεανθρώπου Ιησού αποκαλύπτονται ζωτικά πνευματικά θέματα για τον άνθρωπο κάθε εποχής. Αρχικά φαίνεται ότι ο Χριστός είναι ο αιώνιος και μονογενής Υιός του Θεού, ότι πάντοτε προϋπήρχε, ότι απολαμβάνει την ίδια δόξα με τον Πατέρα του και ότι γνωρίζει ακριβώς τι πράττει για την σωτηρία των ανθρώπων. Θα πάθει μάλιστα υπέρ των ανθρώπων και γι’ αυτό γεννήθηκε ως άνθρωπος στη γη. Η πίστη της Εκκλησίας στη θεότητα του Κυρίου είναι ο λόγος που η σημερινή Κυριακή είναι αφιερωμένη στους 318 Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου (325 μ.Χ., στη Νίκαια Κωνσταντινούπολης), οι οποίοι αντιμετώπισαν την πλήρως εσφαλμένη θεολογικά αίρεση του Αρείου, που διέδιδε ότι ο Υιός του Θεού υπήρξε το τελειότερο δημιούργημα του Θεού και όχι Θεός. Οι Πατέρες της Εκκλησίας κατέγραψαν μάλιστα με τον καλύτερο τρόπο την πίστη της Εκκλησίας (επειδή οι ίδιοι αγιοπνευματικά τη βίωναν), ότι ο Υιός του Θεού είναι ο μ ο ο ύ σ ι ο ς με τον Πατέρα του, έχει την ίδια ουσία με τον Θεό, και δεν είναι κτίσμα αλλά γέννημα. Αυτή είναι η διαχρονική πίστη της Εκκλησίας, στην οποία βασίζονται όλες άλλωστε οι επόμενες Οικουμενικές Σύνοδοι, και το δόγμα αυτό της θεότητας του Υιού είναι το βασικότερο για έναν χριστιανό. Στο Σύμβολο εξάλλου της Πίστης μας αναγράφεται ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Κύριος και αληθινός Θεός, μονογενής Υιός του Θεού, που γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων. Σημερινοί συνεχιστές των απόψεων του Αρείου είναι οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, οι οποίοι αρνούνται την σημαντικότερη, όπως είπαμε, αυτή αλήθεια του Χριστιανισμού περί της Θεότητας του Χριστού, που ίσχυε από τα χρόνια ήδη των αποστόλων. Ο ίδιος ο Ιησούς π.χ. διακηρύσσει: «Εγώ και ο Πατέρας μου είμαστε ένα» (Ιωάννη 10,30). Στον απόστολο Φίλιππο, που του ζήτησε κάποτε να τους αποκαλύψει τον Πατέρα του, τού λέγει: «Τόσο καιρό είμαι μαζί σας Φίλιππε και δεν με γνώρισες;» (Ιω. 14, 8-10). Και στον απόστολο Θωμά, που ρώτησε να μάθει τον δρόμο προς τον Θεό, απαντά: «Εγώ είμαι ο δρόμος, η αλήθεια και η ζωή». Ο απόστολος Παύλος γράφει: «Αν και είχε την Θεότητα εκ φύσεως (εν μορφή Θεού υπάρχων), δεν φοβήθηκε να αφήσει τη δόξα του. Αλλά ταπεινώθηκε (εαυτόν εκένωσε), λαμβάνοντας μορφή ανθρώπου» (Φιλιπ. 2,6-7). Ο δύσπιστος απόστολος Θωμάς, βλέποντάς τον αναστημένο, ομολογεί: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιω. 20,28). Ο Ιησούς όχι μόνο δεν τον διορθώνει, αλλά του λέει: «Επειδή με είδες Θωμά πίστεψες; Μακάριοι όσοι θα πιστέψουν χωρίς να με δουν» (εννοείται με τα σωματικά τους μάτια). Στους Ιουδαίους δήλωσε: «Πριν καν υπάρξει ο Αβραάμ, Εγώ Είμαι» (Ιω. 8,58). Οι Ιουδαίοι εξέλαβαν τα λόγια Του (όπως και ήταν) ως ταύτισή του με τον ύψιστο Θεό. Γι’ αυτό και πήραν πέτρες να τον λιθοβολήσουν. Γιατί πράγματι ο Θεός χρησιμοποιεί για τον εαυτόν του την έκφραση «Εγώ Είμαι» στην Π.Δ. (Έξοδος 3,14). Ο Ιησούς Χριστός, στην Αποκάλυψη, λέγει περί εαυτού: «Εγώ είμαι το Α και το Ω, Εκείνος που υπάρχει, υπήρχε και θα έλθει και πάλι, ο Παντοκράτορας» (1,8) και ακόμη: «Ο πρώτος και ο τελευταίος, η Αρχή και το Τέλος» (22,13). Αποκαλύπτει λοιπόν ο Χριστός ότι είχε πάντοτε κοινή τη δόξα με τον Πατέρα του και ότι όποιος πιστέψει σ’ αυτόν ως Θεάνθρωπο θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Με τη μορφή του Θεανθρώπου έχει εξουσία από τον Πατέρα του, ο οποίος και του εμπιστεύτηκε το ποίμνιό Του για να ολοκληρώσει το έργο λύτρωσης των ανθρώπων. Τονίζεται ακόμη πως ό,τι κάνει ο Υιός το κάνει σε απόλυτη συνεννόηση με τον Πατέρα του και δεν ενεργεί από μόνος του. Όλα όσα άκουσε από τον Πατέρα του μετέδωσε στους ανθρώπους και οι πιστοί δέχτηκαν το λόγο του ως προερχόμενο από τον Θεό. Αντιδιαστέλλεται μάλιστα η Εκκλησία από τον κόσμο, αφού η Εκκλησία είναι φύραμα θείας ζωής, ενώ το κοσμικό φρόνημα είναι εχθρικό προς τα πράγματα του Θεού. Ανακοινώνει ότι σε λίγο θα απομακρυνθεί από τον κόσμο και θα υπάγει και πάλι στον Πατέρα του. Παρακαλεί λοιπόν τον Πατέρα του να είναι ενωμένοι οι -απανταχού της γης και διαχρονικά- μαθητές Του διά του ονόματός Του μαζί Του και μεταξύ τους, όπως είναι ενωμένος αϊδίως ο Πατέρας με τον Υιό του. Μέσα απ’ αυτή την ένωση κρατήθηκαν πράγματι ενωμένοι και οι μαθητές του –μόνο ο Ιούδας οικειοθελώς απομακρύνθηκε- ενώ στο έργο και τη διδασκαλία Του εκπληρώθηκαν εξάλλου και οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης. Εκκλησία σημαίνει πορεία ενότητας, συμφιλίωσης και αγάπης. Διαφορετικά δεν επιτυγχάνεται το σχέδιο του Θεού για τον κόσμο, που είναι το να είμαστε όλοι ένα, με το Θεό και μεταξύ μας. Πράγμα που σημαίνει βέβαια ότι πιστεύουμε στις ίδιες χριστιανικές αλήθειες που απεκάλυψε ο Χριστός, οι απόστολοι και οι άγιοι (τους οποίους τιμάμε σήμερα ως φίλους, ενωμένους με το Θεό και συνεχιστές του έργου Του) και όχι σε ιδιωτικές, πεπλανημένες, διαφορετικές διδασκαλίες, με τις οποίες κάποιοι προσπάθησαν στους αιώνες να παρασύρουν τους πιστούς. Η ένωση με τον Θεό είναι χαρά, αποκαλύπτει ο Κύριος, και αυτή την πνευματική χαρά, που δεν κατάφεραν τα μαρτύρια και οι διωγμοί να μειώσουν, την έχουν εν Αγίω Πνεύματι όλοι οι άγιοι στην ιστορία. Πρόκειται περί της χαράς που συνοδεύει την πίστη ότι ο Χριστός είναι ο απεσταλμένος για την σωτηρία μας Υιός του ουράνιου Πατέρα και ότι δεν εγκαταλείπει τα παιδιά του αβοήθητα και εκτεθειμένα στο μίσος του κόσμου και του διαβόλου. Η αλήθεια του Θεού ξεχωρίζει από το κοσμικό φρόνημα και μέσω αυτής υιοθετούνται οι πιστοί από τον Θεό. Οι άγιοι όλων των εποχών προέρχονται από το Άγιο Πνεύμα και όχι από το κοσμικό πνεύμα, που μισεί τους προφήτες και διώκει τους ανθρώπους του Θεού. Ο Κύριος Ιησούς, στην αρχιερατική προσευχή του -που διαβάζεται στο Ευαγγέλιο της σημερινής, έβδομης από το Πάσχα Κυριακής, της τελευταίας Κυριακής πριν την μεγάλη γιορτή της Πεντηκοστής (των γενεθλίων της Εκκλησίας)- επισημαίνει, όπως και στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, πως στον κόσμο θα έχουμε πολλές φορές θλίψη και πόνο. Όμως ο Χριστός είναι ασύγκριτα πιο δυνατός και αληθινός από την ψευτιά και την υποκρισία του κοσμικού φρονήματος. Ακολουθούντες Εκείνον, και μένοντες, εν ταπεινώσει και μετανοία, προσκολλημένοι στις αλήθειες της Εκκλησίας, θα οδηγηθούμε από αυτήν ήδη τη ζωή στο ανέσπερο φως του προσώπου Του. Αυτή τη δωρεά -διότι δεν είναι ανθρώπινο κατόρθωμα- βίωσαν, μέσω της πίστεως και της αγάπης, ιδιαίτερα η Παναγία και όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας (στο μέτρο της συν-ενέργειας του καθένα ξεχωριστά με το Θεό), δηλαδή οι μαθητές, οι αδελφοί και οι δείκτες του Θεανθρώπινου προσώπου Του, διαχρονικά στην ιστορία και στα πέρατα του κόσμου.

20/5 Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α΄Οικουμενικής Συνόδου


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ -Πράξ. κ΄ 16-18, 28-36
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ -Ἰωάν. ιζ΄ 1-13
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
1. Ἡ αἰώνια ζωὴ
Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ εἶναι ἀφιερωμένη στὴ μνήμη τῶν 318 ἁγίων καὶ θεοφόρων Πατέρων οἱ ὁποῖοι συνῆλθαν τὸ 325 μ.Χ. στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας καὶ συνεκρότησαν τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία καταδίκασε τὴ φοβερὴ αἵρεση τοῦ ἀρειανισμοῦ.
Πρὸς τιμὴν τῶν ἁγίων Πατέρων ἀναγινώσκεται ἀπὸ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο ἕνα τμῆμα τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου, τῆς προσευχῆς τοῦ Μεγάλου Ἀρχιερέως Ἰησοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν οὐράνιο Πατέρα Του κατὰ τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης μετὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο. Σ’ ἕνα σημεῖο αὐτῆς τῆς συγκλονιστικῆς προσευχῆς ὁ Κύριος ὁμιλεῖ γιὰ τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ ἐξηγεῖ τί εἶναι ἡ αἰώνια ζωή: «Αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν», εἶπε. Δηλαδή, αἰώνια ζωὴ εἶναι ἡ διαρκὴς πρόοδος στὴ γνώση τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τὸν Ὁποῖο ὁ Θεὸς Πατὴρ ἀπέστειλε στὸν κόσμο. Ἡ γνώση αὐτὴ δὲν εἶναι θεωρητικὴ ἀλλὰ ἐμπειρία τῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ. Οὐσιαστικὰ αὐτὴ ἡ θεογνωσία παρέχεται ὡς δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὶς ψυχὲς ποὺ πιστεύουν καὶ ἀγαποῦν τὸν Κύριο κι ἐπιθυμοῦν νὰ Τὸν γνωρίσουν προσωπικά.

Ἂς καλλιεργοῦμε λοιπὸν τὸν πόθο νὰ γνωρίσουμε καὶ νὰ ἀγαπήσουμε τὸν Θεό, γιὰ νὰ ζοῦμε σὲ κάποιο βαθμὸ ἤδη ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ τὴν ἀνέκφραστη χαρὰ τῆς αἰωνιότητος. Στὶς ἱερὲς ὧρες τῆς προσευχῆς, τῆς μελέτης τοῦ θείου λόγου, τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καὶ τῆς συμμετοχῆς στὰ ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, συναντοῦμε τὸν Χριστὸ ὁ
Ὁποῖος ἔρχεται καὶ κατοικεῖ ἐντός μας καὶ γεμίζει τὴ ζωή μας μὲ χαρὰ καὶ εἰρήνη. Ἀσύγκριτα ὡραιότερη ὅμως θὰ εἶναι ἡ ζωὴ μὲ τὸν Κύριο στὴν αἰωνιότητα... Ἐκεῖ θὰ πλέουμε μέσα στὸν ὠκεανὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν θὰ χορταίνουμε τὴ θέα τοῦ προσώπου Του!
2. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ
Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀπευθύνεται ὁ Κύριος Ἰησοῦς στὸν Οὐράνιο Πατέρα φανερώνει τὴ σχέση ἰσοτιμίας μεταξύ τους. Τὰ λόγια τῆς προσευχῆς Του δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τὰ πεῖ ἕνας κοινὸς θνητός. Λέγει πρὸς τὸν Πατέρα: «Τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά». Ὅλα ὅσα ἀνήκουν σὲ μένα δικά σου εἶναι, ὅπως καὶ τὰ δικά σου εἶναι δικά μου.
Εἶναι λοιπὸν φανερὸ ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ ἀΐδιος Υἱός, ὁ Ὁποῖος ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Πατέρα ὡς ἴσος πρὸς ἴσον. Ἂς ἔρθουν τώρα οἱ Ἀρειανοὶ ἢ οἱ ἀπόγονοί τους οἱ Χιλιαστὲς ἢ ὅποιοι ἄλλοι αἱρετικοὶ θεωροῦν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ κτίσμα καὶ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, κι ἂς μᾶς ἐξηγήσουν πῶς τολμοῦν νὰ λένε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι κατώτερος ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα, ἐφόσον ὁ Ἴδιος δηλώνει ὅτι σ’ Αὐτὸν ἀνήκουν ὅλα ὅσα ἀνήκουν καὶ στὸν Πατέρα;... Εἶναι ἐντελῶς ἀστήρικτη ἡ πλάνη τους, ὅπως ἀκριβῶς ἀπέδειξε καὶ «ἡ Σύνοδος ἡ ἐν Νικαίᾳ», ἡ ὁποία ἀνεκήρυξε τὸν Χριστὸ «Υἱὸν Θεοῦ, Πατρὶ καὶ Πνεύματι σύνθρονον» (Στιχηρὸ Ἑσπερινοῦ). Γι’ αὐτὸ καὶ στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, τὸ ὁποῖο συνέταξαν οἱ ἅγιοι Πατέρες ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα, ὁμολογοῦμε: «Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ».
Ἂς μένουμε λοιπὸν στερεωμένοι στὴν πίστη γιὰ τὴ θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Θεὸ ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιο τῆς σωτηρίας μας.
3. Προσευχὴ γιὰ τὴν ἑνότητα
Πολὺ συγκινητικὸ εἶναι καὶ τὸ σημεῖο ὅπου ὁ Κύριος ἐκφράζει στὴν ἀρχιερατικὴ προσευχὴ τὴ μεγαλύτερη ἐπιθυμία Του γιὰ τοὺς πιστοὺς μαθητές Του ὅλων τῶν αἰώνων: Παρακαλεῖ τὸν Οὐράνιο Πατέρα νὰ τοὺς διατηρήσει ἑνωμένους μαζί Του καὶ ἑνωμένους μεταξύ τους μέσα στὴν Ἐκκλησία.
Ἀποτελεῖ λοιπὸν χρέος ἐπιτακτικὸ ὅλων μας νὰ καλλιεργοῦμε αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἑνότητος. Νὰ προσευχόμαστε νὰ διατηροῦμε τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀγάπης μέσα στὴν Ἐκκλησία. Νὰ πα ρακαλοῦμε ἐπίσης τὸν ἅγιο Θεὸ γιὰ τοὺς πεπλανημένους ἀδελφούς μας, αὐτοὺς ποὺ ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὴν Ποίμνη τοῦ Χριστοῦ καὶ δημιούργησαν σχίσματα καὶ διαιρέσεις, ὥστε νὰ ἐπιστρέψουν καὶ νὰ γίνει «μία ποίμνη, εἷς ποιμήν» (Ἰω. ι΄ 16).

“Ο ΣΩΤΗΡ”,1/6/2013

Σελίδα 6 από 11