HeadShort.png

17/6 Το περιεχόμενο και το νόημα της Χριστιανικής ηθικής [Ματθαίος ς΄22-33]

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ευαγγέλιο: 6, 22- 33

 

Εν ολίγοις
Τα λόγια του Κυρίου που ακούσαμε σήμερα στο σημερινό ευαγγέλιο μας δίνουν το στίγμα σ’ ένα ερώτημα που έχει σχέση με το περιεχόμενο και το πνεύμα της χριστιανικής ηθικής. Κεντρικό θέμα της ευαγγελικής διήγησης είναι η αγωνιώδης μέριμνα του ανθρώπου για τις βιοτικές του ανάγκες, έναντι των οποίων υπογραμμίζεται η απόλυτη εμπιστοσύνη στην αγάπη και την πρόνοια του Θεού.

Ως γνωστόν η επί του Όρους Ομιλία αποτελεί τον καταστατικό χάρτη της χριστιανικής ηθικής, με την οποία κρίνεται η ακρίβεια και η γνησιότητά της. Γι’ αυτό είναι νομίζουμε χρήσιμο να υπενθυμίσουμε κάποιες γενικές γραμμές για το περιεχόμενο και το πνεύμα της.
Το περιεχόμενο της επί του Όρους Ομιλίας διακρίνεται σε δύο μέρη. Το πρώτο αναφέρεται στην εκπλήρωση του Νόμου, ενώ το δεύτερο στη νέα συμπεριφορά, στο νέο τρόπο ζωής. Το σημερινό αναφέρεται στο δεύτερο μέρος. Ειδικότερα αναφέρει τη χριστιανική διδασκαλία για την ελεημοσύνη και τις άλλες αρετές. Και παρουσιάζεται η θέση των πιστών απέναντι στις βιοτικές μέριμνες και τα υλικά αγαθά.
Η επί του Όρους Ομιλία έχει ένα επαναστατικό χαρακτήρα και ο απόλυτος τρόπος ζωής που προβάλλεται, όπως βέβαια και όλο το ευαγγέλιο, φαίνεται προκλητικός. Ο Χριστός μακαρίζει τη φτώχεια και την ταπείνωση, ενώ ο κόσμος επιδιώκει τον πλουτισμό και τη δύναμη. Ο κόσμος αναζητά τις απολαύσεις και τις ηδονές της ζωής, ενώ ο Χριστός συνιστά το πένθος. Ο κόσμος αναζητά την εξουσία και τη δόξα, ενώ ο Χριστός διδάσκει την υπομονή και τη διακονία.
Η ευαγγελική ηθική προσκαλεί τον άνθρωπο να επιχειρήσει μια πλήρη αποδέσμευση από κάθε υλική εξάρτηση. Αυτού του είδους η ηθική φαίνεται λογικά ασύλληπτη. Διότι χωρίς να υποτιμά ή να παραθεωρεί την υλική ζωή, προβάλλει την αξία της αιώνιας ζωής. Η ευαγγελική ηθική δεν μας προβάλλει κάποιους κανόνες καθωσπρεπισμού, αλλά παρουσιάζει τη εικόνα της νέας κτίσεως, του νέου κόσμου του Θεού. Οπότε καμιά κοινωνική ή ατομική σκοπιμότητα δεν χωρά σ’ αυτή. Όλα βρίσκονται στην αγάπη και στα χέρια του Θεού.
Μία τέτοια ηθική φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξη και ακατόρθωτη. Και βέβαια είναι για την ανθρώπινη λογική, γιατί οι εντολές του Θεού δεν ανήκουν στο επίπεδο του κόσμου τούτου. Γι’ αυτό και η τήρησή τους δεν επιτυγχάνεται χωρίς μετάνοια, προσευχή και έντονο διαρκή αγώνα. Ο λόγος του Θεού δεν χωρά στα μέτρα της λογικής του κοινού ανθρώπου. Το ευαγγέλιο μας αποκαλύπτει το θείο ήθος γι’ αυτό και δεν μπορεί να κατανοηθεί με τη λογική ή να τον κρίνουμε με κοσμικά κριτήρια.
Έτσι ξεκινώντας απ’ εδώ πολλοί αμφισβητούν τη δυνατότητα εφαρμογής των θείων εντολών από τους πιστούς. Άλλοι λένε, ότι αυτά είναι για λίγους κι όχι για το σύνολο των πιστών. Το να λέει όμως κάποιος ότι οι εντολές του Θεού είναι ανεφάρμοστες, αποτελεί ασέβεια, γιατί αμφισβητεί την αλήθεια του ευαγγελικού λόγου και απορρίπτει την τελειότητα, ενώ καλλιεργεί την ακηδία και την πνευματική τεμπελιά.
Πάντως παρά τους περιορισμούς και τις απαιτήσεις που αποβλέπουν οι εντολές του ευαγγελίου, δεν δημιουργούν κούραση. Απεναντίας ειρηνεύουν τον άνθρωπο. Το ευαγγέλιο παρουσιάζει ένα νέο τρόπο ζωής που χαρακτηρίζεται ως κατάσταση της εν Χριστώ υιοθεσίας. Οφείλουμε να γνωρίζουμε, ότι ο νόμος του Θεού δεν επιβάλλεται εκβιαστικά, αλλά βιώνεται εσωτερικά ως ελευθερία με τη χάρη του Θεού. Ο άνθρωπος καλείται ν’ ανταποκριθεί στο θέλημα του Θεού, να τελειοποιείται με τη συνειδητοποίηση της νέας ζωής που ζει και τα δεδομένα στα οποία στηρίζεται απ’ εδώ και πέρα η ζωή του. Ο νόμος του Θεού αποκαλύπτει το ήθος του, φανερώνει την αγάπη του για τον άνθρωπο και τον καθιστούν κοινωνό της βασιλείας Του. Οι εντολές είναι φάρμακα της ψυχής και φως στο οποίο αποκαλύπτεται ο Θεός.
Αν ο άνθρωπος έχει μία τέτοια αντίληψη, τότε θα δεχθεί το θείο θέλημα ως ένα μήνυμα χαράς και ελευθερίας.

Καλή Κυριακή

π. γ. στ.

10/6 Κυριακή Β’ Ματθαίου – Κλήση και ανταπόκριση


Κυριακή Β’ Ματθαίου – Κλήση και ανταπόκριση
Άφησαν τα πάντα
Ο Κύριος περπατά στην ακρογιαλιά της Γαλιλαίας. Εκεί βλέπει δυο αδελφούς, τον Σίμωνα, τον οποίο κατόπιν ονόμασε Πέτρο, και τον Ανδρέα τον αδελφό του, οι οποίοι έριχναν δίχτυα στη λίμνη, διότι ήταν ψαράδες. Και τους λέει: Ακολουθήστε µε και θα σας κάνω ικανούς να ψαρεύετε αντί για ψάρια, ανθρώπους — αυτούς με τα πνευματικά δίχτυα του κηρύγματος θα ελκύετε στη Βασιλεία των ουρανών. Κι αυτοί αμέσως άφησαν τα δίχτυα τους και Τον ακολούθησαν. Αφού προχώρησε πιο κει, είδε άλλους δυο αδελφούς, τον Ιάκωβο τον γυιό του Ζεβεδαίου και τον Ιωάννη τον αδελφό του, να ετοιμάζουν τα δίχτυα τους μέσα στο πλοίο μαζί με τον πατέρα τους Ζεβεδαίο. Και τους κάλεσε κοντά του. Κι αυτοί αμέσως άφησαν το πλοίο και τον πατέρα τους και Τον ακολούθησαν.
Κι οι τέσσερις ψαράδες άφησαν αμέσως τα πάντα. Πόση προθυμία και αυταπάρνηση έδειξαν στην κλήση του Χριστού! Πόση πίστη και υπακοή! Δεν ανέβαλαν την απόφασή τους για άλλη φορά. Δεν ζήτησαν προθεσμία για να δώσουν κάποια απάντηση. Δεν σκέφθηκαν να πάνε πρώτα στα σπίτια τους και να συζητήσουν με τους δικούς τους. Άφησαν και τους γονείς τους και ό,τι άλλο είχαν. Τα πλοία και τα δίχτυα τους ήταν όλη τους η περιουσία. Και την αφήνουν. Μένουν χωρίς τίποτε. Αυτοί και ο Χριστός! Και Τον ακολουθούν. Και γίνονται μόνιμοι μαθητές του. Αποφασισμένοι να ακολουθήσουν τον Κύριο όπου τους καλέσει.
Εμείς άραγε δείχνουμε τέτοια αυταπάρνηση και προθυμία στο θέλημα του Θεού; Βέβαια ο Κύριος δεν κάνει σε όλους εμάς τέτοια μεγάλη ειδική κλήση, δεν ζητά από όλους εμάς να εγκαταλείψουμε τα πάντα και να Τον ακολουθήσουμε. Αλλά ζητά να εγκαταλείψουμε τα πάθη µας, το αμαρτωλό θέλημά µας. Και κάνει στον καθένα µας πολλές κλήσεις για μετάνοια, για αγιασμό, για τη σωτηρία µας. Μας καλεί με τη φωνή των Πνευματικών µας, της Αγίας Γραφής, των πνευματικών ανθρώπων, αλλά και με τη φωνή γεγονότων. Μας ζητά να κόψουμε κάποιο ελάττωμά µας, να καλλιεργήσουμε κάποια αρετή, να κάνουμε έργα αγάπης, να προσφέρουμε τα χαρίσματά µας στο έργο της Εκκλησίας του. Για παράδειγμα πηγαίνουμε στον Πνευματικό µας και µας δίνει οδηγίες πνευματικής ζωής. Τις αποδεχόμαστε χωρίς αντίρρηση και αντίδραση; Έχουμε την προθυμία να υπακούσουμε αμέσως και να αγωνισθούμε να διορθώσουμε την πορεία µας; Είναι φοβερό να µας καλεί ο ίδιος ο Θεός στο θέλημά του και εμείς να αρνούμαστε και να χάνουμε ευκαιρίες μετανοίας και αγιασμού. Ευκαιρίες που ίσως δεν θα µας δοθούν ποτέ άλλοτε. Ας μάθουμε λοιπόν να ανταποκρινόμαστε αμέσως στα κελεύσματα της φωνής του Κυρίου. Ξεπερνώντας κάθε εμπόδιο.
Η Βασιλεία του Θεού
Στη συνέχεια ο άγιος ευαγγελιστής Ματθαίος παρουσιάζει τη δημόσια δράση του Κυρίου στη Γαλιλαία. Λέει ότι ο Ιησούς περιόδευε τη Γαλιλαία διδάσκοντας στις Συναγωγές, όπου κάθε Σάββατο μαζεύονταν οι Ιουδαίοι για να ακούσουν την ανάγνωση της Αγίας Γραφής και να προσευχηθούν. Θεράπευε τα πλήθη του λαού από κάθε είδους ασθένεια. Και κήρυττε το χαρμόσυνο άγγελμα της Βασιλείας του Θεού.
Ποια όμως είναι αυτή η Βασιλεία στην οποία καλούσε η Κύριος; Οι Ιουδαίοι ασφαλώς περίμεναν µία εγκόσμια ιουδαιοκεντρική βασιλεία εντελώς διαφορετική από αυτήν που κήρυττε ο Κύριος. Διότι ο Κύριος έγινε άνθρωπος για να εγκαθιδρύσει μιαν άλλη πνευματική, παγκόσμια Βασιλεία όχι σε κράτη και σε παλάτια, αλλά στις ψυχές των ανθρώπων. Η Βασιλεία του δεν είναι «ἐκ τοῦ κόσµου τούτου». Κι Αυτός δεν είναι Βασιλεύς κρατών αλλά καρδιών, που θα κατακτήσει τους ανθρώπους όχι με πολέμους αλλά με την αγάπη. Ο Κύριος λοιπόν καλεί σε μια Βασιλεία ασυγκρίτως ανώτερη απ’ αυτήν που περίμεναν οι Ιουδαίοι, μια Βασιλεία ατελεύτητη. Μια Βασιλεία που ξεκινάει από τη γη με την Εκκλησία του και θα συνεχιστεί στον ουρανό. Μια Βασιλεία στην οποία δεν θα κυριαρχεί το µίσος αλλά η αγάπη, δεν θα κυριαρχεί το σκοτάδι της απιστίας αλλά το φως της πίστεως. Μια Βασιλεία στην οποία κάθε πολίτης της θα απολαμβάνει από αυτή τη ζωή τη θεία Χάρη και πληρότητα και θα γεύεται τα υπερκόσμια αγαθά της.
Εμείς άραγε κατανοούμε τον πνευματικό αυτόν χαρακτήρα της Βασιλείας του Θεού; Ζούμε την εμπειρία της Βασιλείας αυτής; Βέβαια ανήκουμε στη Βασιλεία του Θεού, στην Εκκλησία του. Είμαστε βαπτισμένοι. Έχουμε μυρωθεί με το βασιλικό Χρίσμα. Εσωτερικά όμως; Η Βασιλεία του Θεού είναι «ἐντός ἡµῶν»; Τη ζούμε ως εμπειρία; Την προσδοκούμε ως το μεγαλύτερο όραμα της ζωής µας; Αν πραγματικά θέλουμε να ζούμε μέσα µας τη βασιλεία του Θεού, αν αναγνωρίζουμε τον Κύριό µας ως παντοτινό βασιλέα µας, θα πρέπει να Τον κάνουμε και κυβερνήτη της ζωής µας. Αυτός να κυβερνά τις αισθήσεις µας, τις σκέψεις µας, τα συναισθήματά µας, ολόκληρη τη ζωή µας. Να µη σέρνουμε τα πόδια µας στο χώμα κυριευμένοι από πάθη και αμαρτωλές επιθυμίες. Αλλά να ανεβαίνουμε διαρκώς ψηλότερα, προς τους ουρανούς, προς την άνω Ιερουσαλήμµ, προς τη Βασιλεία του Θεού.
Ο Σωτήρ, 1981

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com

10/6 Οι πειρασμοί του Κυρίου, η Κλήση των Μαθητών και η Αποστολή της Εκκλησίας [Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου]


(Ματθ. 4,18-23)

Μετά την βάπτιση του Ιησού από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο στον Ιορδάνη ποταμό, ο Χριστός οδηγήθηκε από το Πνεύμα στην έρημο και αντιμετώπισε νικηφόρα τρεις βαθιές εσωτερικές δοκιμασίες (πειρασμούς), που είναι και πειρασμοί του σύγχρονου κόσμου. Καταρχάς, αρνήθηκε να κάνει τις πέτρες ψωμί, όχι γιατί περιφρονούσε τις υλικές ανάγκες, αλλά γιατί αν οδηγούσε στην αυτονόμηση των υλικών αναγκών, θα μειωνόταν στους ανθρώπους ο ύψιστος στόχος, δηλαδή η πείνα και η δίψα για την σύνδεση με τον Θεό, την απόκτηση της βασιλείας Του, την καλλιέργεια των ουσιωδών αναγκών της αγάπης, της ειρήνης, της δικαιοσύνης.
Ο άνθρωπος θα υποδουλωνόταν στα υλικά και θα τα έβλεπε υλιστικά. Κατά δεύτερον, αν έπεφτε από τη στέγη του Ναού και σωζόταν με τη δύναμη του Θεού, όπως του πρότεινε στην ευαγγελική διήγηση ο πονηρός (Ματθ. 4,1-10), τότε θα ανάγκαζε τους ανθρώπους να πιστέψουν από φόβο και όχι από πραγματική και ελεύθερη στροφή της καρδιάς τους προς τον Θεό. Γι’ αυτό αρνήθηκε εξάλλου να κάνει και θαύματα σε όσους δεν πίστευαν, αλλά και δεν κατέβηκε από το σταυρό για να πειστούν οι αρνητές του. Και κατά τρίτον, ο Θεάνθρωπος αρνείται να προσκυνήσει τον σατανά και την εξουσία του για να του δοθεί έτσι η παγκόσμια κυριαρχία, διότι με αυτόν τον τρόπο θα στήριζε τον νέο κόσμο που εγκαινίασε στη βία, το μίσος, τον πόλεμο, την καταναγκασμό, την τυραννία και όχι στην αγάπη και ελευθερία στις οποίες καλεί ο ίδιος τους ανθρώπους.

Όταν έμαθε στη συνέχεια ο Ιησούς πως συνέλαβαν τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, έφυγε για τη Γαλιλαία και έμεινε στην Καπερναούμ. Από τότε άρχισε να κηρύττει και να λέει: «Μετανοείτε, γιατί έφτασε η βασιλεία του Θεού». Το πλήθος των μαθητών και των ακολούθων Του αυξήθηκε σε μεγάλο βαθμό. Ήταν η μοναδική διδασκαλία του και τα θαύματά του, που πνευματικά σαγήνευαν τον κόσμο και στην ουσία κρεμόταν απ’ τα χείλη του. Νέοι και ηλικιωμένοι, άντρες και γυναίκες, κάθε λογής άνθρωποι έβρισκαν ανάπαυση σ’ Εκείνον, όπως βρίσκουν μέχρι και σήμερα και όπως θα βρίσκουν ενωμένοι μαζί Του και μετά το τέλος του παρόντος αιώνος. Όταν έκρινε ο Χριστός, και με κριτήρια καρδιακά και πνευματικά και όχι εθνοφυλετικά, διάλεξε δώδεκα αφοσιωμένους ακολούθους του, και αφού τους διαπαιδαγώγησε κατά Θεόν για τρία χρόνια, εφαρμόζοντας την αυτενέργεια, την εποπτεία και την βιωματικότητα, τους έστειλε σαν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους -εφοδιασμένους όμως με τη δύναμη του Παρακλήτου-Πνεύματος, που είναι ο παντοδύναμος Θεός- για να μεταδώσουν το αναστάσιμο μήνυμά Του, να ιδρύσουν την Εκκλησία του, να λυτρώσουν όλες τις γενιές των ανθρώπων, να διδάξουν την κατά χάρη ένωση με την Αγία Τριάδα στο πρόσωπο του Θεανθρώπου.

Πώς έγινε όμως η κύρια συνάντηση των πρώτων μαθητών με τον Ιησού; Τα Ευαγγέλια, που διασώζουν γραπτώς την αρχική Παράδοση της Εκκλησίας, μας πληροφορούν ότι καθώς περπατούσε ο Ιησούς στην όχθη της λίμνης της Γαλιλαίας (που ονομαζόταν και λίμνη της Γενησαρέτ), είδε τον Σίμωνα και τον Ανδρέα, τον αδελφό του Σίμωνα, να ρίχνουν τα δίχτυα στη λίμνη, γιατί ήταν ψαράδες. «Ακολουθήστε με», τους λέει, «και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων». Κι αυτοί αμέσως άφησαν τα δίχτυα και τον ακολούθησαν, διότι διέθεταν απλότητα καρδίας, αγαθή συνείδηση και θέληση να υπηρετήσουν το θείο σχέδιο που αφορά στη λύτρωση της οικουμένης. Κι έδωσε στον Σίμωνα το όνομα Πέτρος, αφού εξελίχθηκε σε βράχο της πίστεως και κορυφαίο απόστολο στην πρωτοχριστιανική κοινότητα. Αφού προχώρησε λίγο πιο πέρα ο Ιησούς, είδε τον Ιάκωβο τον γιο του Ζεβεδαίου και τον αδελφό του τον Ιωάννη να τακτοποιούν κι αυτοί τα δίχτυα μέσα στο πλεούμενο και τους κάλεσε. Αυτοί άφησαν τότε τον πατέρα τους τον Ζεβεδαίο στο πλοιάριο με τους μισθωτούς εργάτες και τον ακολούθησαν. Αυτό δεν σημαίνει αναισθησία και περιφρόνηση προς τον πατέρα τους. Αλλά απελευθέρωση από την αίσθηση εγωιστικής αυτάρκειας και τα πάθη τους, ανακαθορισμό των γνησίων στόχων, στροφή προς τα άνω, αναπνοή της ψυχής, σύνδεση με τον Παράδεισο απ’ αυτή τη ζωή. Προχωρώντας ο Ιησούς, είδε να κάθεται στο τελωνείο ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Ματθαίο, και του λέει: «Ακολούθησέ με». Κι εκείνος σηκώθηκε και τον ακολούθησε. Σιγά σιγά στην μοναδική ιστορικά αυτή συντροφιά προστέθηκαν και οι υπόλοιποι στενοί μαθητές και απόστολοι: Ο Φίλιππος και ο Ναθαναήλ, ο Θωμάς, ο Ιάκωβος γιος του Αλφαίου, ο Θαδδαίος, ο Σίμων ο Κανανίτης, και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ο μετέπειτα προδότης.

Προφανώς γνώριζαν οι μαθητές Του και από άλλες συναντήσεις τον Χριστό. Ίσως ήταν πρωτύτερα και μαθητές του Ιωάννου του Προδρόμου και είχαν μεσολαβήσει αρκετές συνομιλίες και με τον Ιησού. Δεν τους συνάντησε επομένως για πρώτη φορά την ημέρα εκείνη. Όμως τότε προσκολλήθηκαν στον Κύριο, σύμφωνα και με τα λόγια του Ιωάννη: «Εκείνου το έργο πρέπει να μεγαλώνει και το δικό μου πρέπει να μικραίνει» (Ιω. 3,30), αφού ο Ιωάννης εξάλλου το έργο του Μεσσία Ιησού γεννήθηκε για να προαναγγείλει (Ιω. 3,28). Στην ουσία ο Χριστός τους ξεχώρισε, όταν ήσαν έτοιμοι να ανταποκριθούν σ’ εκείνον, λόγω της βαθειάς τους πίστης, της υπευθυνότητάς τους, της μεγαλύτερης γνώσης και εντρύφησης που έδειχναν στις Γραφές, μέσα και έξω από τις Συναγωγές. Στο σημείο αυτό είναι καλό να διαλύσουμε δύο παρεξηγήσεις που συχνά ακούγονται και επαναλαμβάνονται και στα εκκλησιαστικά κηρύγματα ακόμη. Ποιες είναι αυτές; (α) Πως οι απόστολοι ήσαν αμόρφωτοι και (β) Πώς ήσαν φτωχοί.

(α) Γραφή και ανάγνωση μάθαιναν οι Εβραίοι από μικρά παιδιά μέσα στη Συναγωγή και εντρυφώντας στα κείμενα της Π.Δ. Ήταν εξάλλου συχνό το φαινόμενο οι απόστολοι να υπαγορεύουν σε μαθητές τους και εκείνοι να καταγράφουν με τη δική τους πένα και μόρφωση τα λεγόμενα των αποστόλων. Τέτοια γνωστά παραδείγματα έχουμε τον Μάρκο, που εκτελούσε και καθήκοντα γραμματέα για τον απόστολο Πέτρο, και τον Λουκά, που ήταν κι αυτός ‘γραμματέας του Λόγου’, θα λέγαμε, για τον απόστολο Παύλο. Την προς Ρωμαίους επιστολή του Παύλου μάλιστα κλείνει ο Τέρτιος, δηλώνοντας πως την έγραψε με τα χέρια του (16,22) κ.ο.κ. Να προσθέσουμε ότι τουλάχιστον ο Ματθαίος (πρώην αρχιτελώνης και όπως συμπεραίνεται από τις τελευταίες έρευνες δεν αποκλείεται να μιλούσε κι άλλες γλώσσες για τις ανάγκες της εργασίας του), ο Μάρκος, ο Λουκάς, ο Παύλος και ο Ιωάννης γνώριζαν πολύ περισσότερα γράμματα και μάλιστα η εποχή τους είχε σε όλες τις πτυχές της ζωής έντονο το ελληνικό στοιχείο. Η δε Γαλιλαία, όχι τυχαία, χαρακτηρίζεται ‘Γαλιλαία των Εθνών’. (β) Απ’ ότι φαίνεται οι απόστολοι διέθεταν πλοιάρια, είχαν αλιευτικό συνεταιρισμό με άλλους επαγγελματίες αλιείς όπως αναφέρει ο Λουκάς (βλ. 5,1-11), και είχαν και μισθωτούς εργάτες στην υπηρεσία τους (Μάρκ. 1,20). Αυτό σημαίνει ότι δεν ήσαν οι φτωχοί μάλλον ψαράδες της Γαλιλαίας, αλλά ότι οι επιχειρήσεις που διέθεταν τούς απέφεραν τα αναγκαία προς το οικογενειακώς ζην, χωρίς να σημαίνει ότι ήσαν οπωσδήποτε και πλούσιοι.

Διάλεξε λοιπόν ο Ιησούς δώδεκα μαθητές για να είναι μαζί Του και άρχισε να τους στέλνει δύο δύο να κηρύττουν (γιατί οι κίνδυνοι ήσαν πολλοί, δύσβατοι οι δρόμοι και καραδοκούσαν και ληστές). Τους παράγγειλε να μην παίρνουν τίποτε μαζί τους για τον δρόμο: Ούτε σακίδιο ούτε φαγητό ούτε χρήματα στο ζωνάρι, παρά μόνο ραβδί για τις οδοιπορίες. Να βάλουν σανδάλια στα πόδια τους και να μην πάρουν μαζί τους διπλά ρούχα. Απαλλαγμένοι έτσι από τις εγκόσμιες ανάγκες θα αφιερώνονταν αποκλειστικά στο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων. Όπου πάτε, τους είπε, να κηρύττετε αποστολικά λέγοντας πως έφτασε η Βασιλεία του Θεού. Να θεραπεύετε τους ασθενείς, να ανασταίνετε τους νεκρούς, να γιατρεύετε τους λεπρούς. Δωρεάν τα λάβατε, δωρεάν και να τα δίνετε. Αυτό δείχνει την αγάπη ως κυρίως γνώρισμα των μαθητών του Χριστού και κάθε χριστιανού στο πέρασμα του χρόνου. Ότι συμφιλιωθήκαμε με τον Θεό και υιοθετηθήκαμε απ’ αυτόν στο πρόσωπο του Χριστού. Και ότι κάθε χριστιανός οφείλει να δρα ιεραποστολικά και όποτε δίνεται η σωστή ευκαιρία, συμβουλεύοντας και προσφέροντας την κατά Χριστόν ζωή, σεβόμενος εννοείται την ιδιαιτερότητα και την προσωπικότητα των συνανθρώπων του, σύμφωνα και με τα λόγια του Ιησού: «Δεύτε οπίσω μου» (Ματθ. 4,19/Μάρκ. 1,17). Τρανό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι η Εκκλησία της Ρώμης και της Αντιοχείας ιδρύθηκε από χριστιανούς εμπόρους, που μετέφεραν από την Παλαιστίνη όχι μόνο την πραμάτεια τους, αλλά και το ελπιδοφόρο μήνυμα της αναστάσεως του Κυρίου.

Αλλά και ό ίδιος ο Ιησούς περιόδευε από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό, κηρύττοντας και φέρνοντας το χαρμόσυνο άγγελμα της βασιλείας του Θεού. Μαζί του σε πολλές περιπτώσεις ήταν και οι δώδεκα μαθητές του, καθώς και μερικές γυναίκες που είχαν θεραπευτεί από αρρώστιες και βάσανα και δαιμονικά πνεύματα. Αυτές ήταν η Μαρία, που ονομαζόταν Μαγδαληνή, η Ιωάννα η γυναίκα του Χουζά, αξιωματούχου του Ηρώδη, η Σουσάννα και άλλες πολλές, που τον υπηρετούσαν με τα υπάρχοντά τους. Το ότι ο Ιησούς δεν έκανε διακρίσεις και επέτρεπε να τον ακολουθούν και γυναίκες ως μαθήτριες του ήταν μεγάλη πρόκληση για την εποχή εκείνη και κάτι το πρωτοφανές. Οι γυναίκες ενίσχυαν το έργο Του οικονομικά και βοηθούσαν ποικιλοτρόπως στις καθημερινές ανάγκες διατροφής, στέγης και μετακίνησης του κύκλου των μαθητών Του.

Οι άνθρωποι αυτοί που αγκάλιασαν τη ζωή και το έργο του Ιησού, που ξεχύθηκαν στα πέρατα του κόσμου και δίδαξαν και μίλησαν για την ανάστασή Του, όχι μόνο δέχθηκαν να χάσουν για τον Χριστό όλες τους τις ανέσεις, όχι μόνο όπως ο διδάσκαλός τους βίωσαν απογοητεύσεις και απέχθεια και εχθρότητα και καχυποψία στα περιβάλλοντα που βρέθηκαν, αλλά και έπαθαν, και φυλακίστηκαν και δάρθηκαν επανειλημμένως και τέλος πρόσφεραν θαρραλέα το αίμα τους για τον πεφιλημένο διδάσκαλό τους, τον οποίον αναγνώριζαν ως Θεό και με τον οποίον ήσαν πνευματικά ενωμένοι, δια του Αγίου Πνεύματος, και ενόσω ζούσαν και δίδασκαν στην παρούσα ζωή. Ο Ιησούς τούς είχε φυσικά προειδοποιήσει ότι θα πάθουν στο όνομά Του και πως οι εξουσίες και αντίθεες δυνάμεις του κόσμου αυτού θα τους παράσχουν μύρια εμπόδια μέχρι να τους οδηγήσουν στο μαρτύριο. Τους υποσχέθηκε επίσης ότι Εκείνος θα τους ενίσχυε μπροστά στα δικαστήρια, τους ηγεμόνες και τα έθνη, εφόσον θα τους καθοδηγούσε και στα όσα θα απολογούνταν (Μτθ. 10,16-19).

Οι δώδεκα μαθητές του Κυρίου, που συμβόλιζαν τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ, ήταν οι στενοί και αφοσιωμένοι συνεργάτες και μαθητές Του. Άλλωστε ο ευρύτερος κύκλος των μαθητών του Χριστού αποτελείτο από πολύ περισσότερους πιστούς. Στο Ευαγγέλιο π.χ. που έγραψε ο Λουκάς αναφέρονται εβδομήντα (10,1). Αρκετοί βέβαια από τους μαθητές του τον εγκατέλειπαν και δεν τον ακολουθούσαν πια. Υπήρχαν βέβαια και παρεξηγήσεις ανάμεσα στους μαθητές και δυσκολονόητες γι’ αυτούς έννοιες και καταστάσεις. Κάποιοι φέρθηκαν κάποιες φορές και εγωιστικά, όπως η μητέρα των υιών Ζεβεδαίου που ζήτησε από τον Χριστό να βρεθούν οι γιοι της δίπλα στο θρόνο του, όταν θα γινόταν βασιλιάς. Και ο Ιησούς δίδαξε πως όποιος θέλει να γίνει πρώτος πρέπει προηγουμένως να έχει γίνει υπηρέτης των άλλων. Όλες φυσικά τις ατέλειες και αδυναμίες θεράπευσε και οδήγησε σε ενότητα ο ερχομός του Παρακλήτου, την ημέρα της Πεντηκοστής. Την ταπεινοφροσύνη ως μεγίστη αρετή, που έγινε στη συνέχεια και διαχρονικό γνώρισμα όλων των μαθητών του σοφού Ναζωραίου, τόνισε ιδιαίτερα ο Χριστός στους Μακαρισμούς του, στην παραβολή Τελώνη και Φαρισαίου και στον Μυστικό Δείπνο.

Κάποτε ο Ιησούς ρώτησε τους δώδεκα: «Μήπως θέλετε να φύγετε και εσείς;» Ο Σίμων Πέτρος του απάντησε: «Και σε ποιον να πάμε, Κύριε; Μόνο εσύ κατέχεις τα λόγια που οδηγούν στην αιώνια ζωή. Κι εμείς έχουμε πιστέψει κι έχουμε νιώσει πως εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του αληθινού Θεού» (Ιω. 6,68-69). Αυτή είναι και η πρόσκληση της Εκκλησίας σε έναν κόσμο που παραπαίει πνευματικά, έχει χάσει την ενότητά του και βρίσκεται σε σύγχυση, υποκύπτοντας με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στους πειρασμούς που αντιμετώπισε νικηφόρα ο Κύριος. Ο Ιησούς Χριστός είναι πράγματι ο ελευθερωτής ψυχών και σωμάτων. Η αλήθεια Του ελευθερώνει από κάθε καταδυνάστευση: Ιδεολογική, ψυχολογική, κοινωνική, σωματική. «Γνωρίστε την αλήθεια και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει», δίδασκε ο ίδιος (Ιω. 8,32). Και ο απόστολος των εθνών προτρέπει: «Ο Θεός θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και να οδηγηθούν στην επίγνωση της αλήθειας» (Α΄ Τιμ. 2,4). Ο άνθρωπος ξαναβρίσκει το χαμένο του κέντρο και το νόημα της ζωής του, στην ένωση μαζί Του, μέσω της Θείας Κοινωνίας και της έμπρακτης αγάπης. Η Εκκλησία είναι ψυχοσωματικό θεραπευτήριο που «παράγει» αγίους και προσφέρει ελπίδα και παρηγοριά. Δεν είναι εργαστήριο για «καλούς» χαρακτήρες, για ένα κοινωνικό σαβουάρ βίβρ και για «χρήσιμους» ανθρώπους στην κοινωνία. Αλλά είναι και η νέα κιβωτός, που σώζει την ανθρωπότητα από τον παγκόσμιο κατακλυσμό της κακίας και των παθών, όταν οι άνθρωποι μάθουν να μετανοούν, να προσεύχονται και να ταπεινώνονται. Δεν προσφέρει βέβαια μεταφυσικά θρησκευτικά άλλοθι, όπως εκείνα της δύναμης, της καταξίωσης, της αιώνιας ζωής χωρίς τη δική μας συνενέργεια, την σωτηρία δια της Θείας Κοινωνίας χωρίς τη δική μας άσκηση κ.α., Η τελειοποίηση του κόσμου είναι να γίνει Εκκλησία και να χαριτωθεί κάθε στιγμή και φάση της ζωής. Το νόημα της ζωής δηλαδή είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος, η ουράνια χαρά και αισιοδοξία που χορηγεί, και αυτό πραγματοποιείται συνεχώς δια της χάριτος του Θεού και εφόσον «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα».

 

3/6 Η Κυριακή των Αγίων Πάντων και η έννοια της αγιότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία [Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου]

 

Την Κυριακή των Αγίων Πάντων η Εκκλησία ενθυμείται και τιμά όλους τους (γνωστούς και άγνωστους) μαθητές και φίλους του Χριστού -άντρες και γυναίκες, νέους και γέρους, μορφωμένους και αμόρφωτους, λαϊκούς και ιερωμένους, εν τω κόσμω ή εν τη ερήμω- που στα πέρατα του κόσμου και διαχρονικά αγάπησαν, δίδαξαν στο όνομά Του ή έδωκαν μαρτυρία για τον μοναδικό Νυμφίο της Εκκλησίας, τον Κύριο Ιησού Χριστό, μη φειδόμενοι να θυσιάσουν, σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη και τη ζωή τους γι’ αυτόν.
Η διαφορά αγίου και καλού ανθρώπου
Η Εκκλησία δεν ονομάζει αγίους τους καλούς ανθρώπους που βοηθάνε τους συνανθρώπους τους και συμμετέχουν στην θεραπεία του πανανθρώπινου πόνου. Μια τέτοια ζωή προσφοράς δεν είναι χριστιανικό μόνο προνόμιο. Για την Εκκλησία άγιος είναι εκείνος ο άνθρωπος που επειδή έζησε με σοβαρότητα την πίστη του στον Χριστό ως Θεό, όχι μόνο μετανοούσε, εξομολογείτο, κοινωνούσε συχνά και συμμετείχε στη λατρεία της Εκκλησίας, αλλά και υπέστη βαθμηδόν μια οντολογική αλλοίωση από την άκτιστο χάρη του Θεού και δεν παρέμεινε στο στάδιο της ηθικής ζωής, αλλά οδηγήθηκε στη μέθεξη του Θεού και στη θέωση. Από το ξεχείλισμα της αγάπης του για τον Χριστό βέβαια προσέφερε και στους αδελφούς του, που αγαπούσε ως εαυτόν. Επομένως τους αγίους ξεχωρίζει η αγάπη προς τον Τριαδικό Θεό και η συνεχής εσωτερική προσευχή προς τον Ιησού Χριστό και όχι μόνο οι ηθικές και καλές σχέσεις προς τους άλλους, που δεν προέρχονται πάντα, και σε όλες τις περιπτώσεις, από αγαθή συνείδηση.
Κανείς δεν γίνεται άγιος από μόνος του, παρά μόνο συμμετέχοντας στην αγιότητα του Χριστού.
Ουσιαστικά άγιος είναι μόνο ο Θεός. «Εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός», ψάλλουμε σε κάθε Κυριακάτικη λειτουργία. Οι πιστοί αγιάζουν όταν ενώνονται με την χάρη του Χριστού και λάμπουν ως εικόνες Του. Μην ξεχνάμε τι παραγγέλνει ο Θεός ήδη από την Π.Δ.: «Να γίνεστε άγιοι, διότι εγώ είμαι άγιος». Ο Χριστός δηλώνει καθαρά ότι είναι το φως του κόσμου και μετέχοντας στο άκτιστο αυτό φως Του αγιαζόμαστε και εμείς κατά χάρη, όπως λέμε, και όχι κατ’ ουσίαν. Δεν μετέχουμε της ουσίας του Θεού, αλλά των ενεργειών του Θεού, και ξεκινώντας από τη παρούσα ζωή συνεχώς θα αγιαζόμαστε μεταβαίνοντες από δόξα σε δόξα.
Αυτό ζητάει ο Θεός από μας, να γίνουμε δηλαδή κατοικητήριο της Θεότητας, δια του Πνεύματος του Αγίου, που κατοικεί μέσα μας, και δια του αγίου βαπτίσματος. Ο σκοπός της ζωής μας είναι να αυξηθούμε «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφεσίους 4,13). Όσοι λοιπόν μιμήθηκαν την ζωή του Χριστού και όσοι τηρούν τις εντολές του, εκείνοι λαμβάνουν την κλήση και την πολλαπλασιάζουν σαν τα τάλαντα του Ευαγγελίου και μπορούμε να πούμε ότι έτσι οι άγιοι όλων των εποχών είναι όχι οι κλητοί μόνο, αλλά και οι εκλεκτοί. Διότι πολλοί είναι όσοι εκλήθησαν, αλλά λίγοι ανταποκρίνονται σ’ αυτό το κάλεσμα, ποιούντες έργα άξια μετανοίας.
Μέσω λοιπόν των αγίων βλέπουμε τι θέλει ο Θεός από εμάς, αφού άγιασαν γιατί ακριβώς τήρησαν το θέλημά Του. Ανάλογα βέβαια με τη δύναμη και την ενίσχυση της χάριτος του Θεού στον καθένα, διότι όλοι δεν έχουν την δύναμη εκ Θεού να τρώνε π.χ. έλάχιστα όπως οι ασκητές ή να μην βγαίνουν ποτέ έξω από το κελί τους, όπως βλέπαμε σε παλιούς ασκητές. Όλοι όμως οι πιστοί έχουν την δυνατότητα να προσεύχονται και να ταπεινώνονται και αυτό είναι βασικό ως αρχή της αγιότητας. Οι άγιοι λοιπόν δεν έχουν δική τους αγιότητα, αλλά συμμετέχουν στην αγιότητα του Χριστού και προς τον Χριστό συνεχώς προσανατολίζουν, αφού ο Παράκλητος ενοικεί στην ψυχοσωματική τους υπόσταση. Είναι ζωντανές και έμψυχες πινακίδες προσανατολισμού προς την πηγή της ζωής, τον Τριαδικό Θεό. Αυτό αναφέρεται και στον ευαγγελιστή Ιωάννη, διότι λέγει ότι «όσοι έλαβον αυτόν έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (α,12), που σημαίνει ότι άγιος είναι κανείς ως υιοθετημένος υιός του Θεού και όχι από κάποια υποτιθέμενη παραψυχολογική δύναμη δική του.
Οι χριστιανοί, ακόμη, αγιάζουν και καθίστανται δοχεία της θείας χάριτος, ανάλογα με την κατά δύναμη άξια προσέλευσή τους στα μυστήρια της Εκκλησίας και την συμμετοχή τους στους εορταστικούς εκκλησιαστικούς κύκλους, που είναι κυρίως δεσποτικοί και θεομητορικοί. Η πνευματικότητά μας είναι και παραμένει λειτουργική και Χριστοκεντρική. Και κορυφαία θέση στην ορθόδοξη πνευματικότητα και ζωή, τη δεύτερη αμέσως μετά την Αγία Τριάδα, έχει φυσικά η Υπεραγία Θεοτόκος, η μητέρα της Ζωής, που είναι ο Χριστός. Η Παναγία και οι άγιοι είναι μέρος της ανθρωπότητας. Τους αισθανόμαστε και προσευχόμαστε σ’ αυτούς ως φίλους και συνοδοιπόρους προς το ποθητό Τέρμα του παραδείσου. Και η Εκκλησία προβάλλει την ζωή τους, τη διδασκαλία τους, τα μαρτύριά τους ως κάλεσμα μιμήσεως της θεάρεστης ζωής τους, μέσα από τις καθημερινές λαϊκές εορταστικές συνάξεις, τα πανηγύρια, τις Κυριακάτικες λειτουργίες, τις προσευχές και τα συναξάρια των αγίων.
Οι άγιοι οδηγούν με το παράδειγμά τους και άλλους ανθρώπους στην σωτηρία.
Αυτή είναι η δουλειά των αγίων, θα λέγαμε. Πρώτα-πρώτα ο Θεός λέει γι’ αυτούς ότι «τους δοξάζοντάς με δοξάσω» (Α’ Βασιλ. Β’30). Δηλαδή αυτούς που με δόξασαν στην γη, θα τους δοξάσω όχι μόνο στην γη, αλλά και στον παράδεισο. Πώς δοξάζουμε τον Θεό; Με την πίστη μας, την ελπίδα μας, την υπακοή μας στις εντολές του, τηρώντας τον Δεκάλογο εσωτερικά και όχι βαρυγκωμώντας, δείχνοντας έμπρακτη αγάπη προς τους άλλους, θυσιάζοντας πολλές ανέσεις μας χάριν των αναγκεμένων και προσπαθώντας να μην απομακρυνθούμε από το θέλημά Του. Αυτά θέλει ο Θεός από εμάς και μας τα δείχνει η ζωή των αγίων. Πολλοί από τους αγίους μάλιστα βασανίστηκαν και σφαγιάστηκαν για να μην αρνηθούν τον Χριστό και μας προτρέπουν αν χρειαστεί να προτιμήσουμε το μαρτύριο παρά να αρνηθούμε το όνομά Του.
Οι φίλοι του Χριστού ομολογούσαν συνεχώς ότι ήσαν και είναι χριστιανοί –αφού και σήμερα υπάρχουν άγιοι- και αυτό καλούμαστε να κάνουμε και εμείς χωρίς να ντρεπόμαστε, σε μια κοινωνία που υποχωρεί στα της πίστεως. Αν λοιπόν ζήσουμε έτσι, όπως εκείνοι, «ο μισθός μας θα είναι πολύς στον ουρανό», επισημαίνει ο ευαγγελιστής Ματθαίος με τα λόγια αυτά του Χριστού (5,12).
Μάλιστα όσοι αφήσουν όλα τα εγκόσμια και αφιερωθούν στον Χριστό, όπως οι ασκητές, οι ιεραπόστολοι, οι μοναχοί κ.λπ., από έρωτα προς τον Θεό και όχι φυσικά για λόγους δόξας, συμφέροντος, χρημάτων κ.λπ., αυτοί θα έχουν εκατονταπλάσιο μισθό και δόξα στους Ουρανούς σε σχέση με μας τους υπόλοιπους, που ζούμε «ησύχιον βίον» και πολύ πιο εύκολο (Ματθ. 19,27 κ.ε.). Αυτοί είναι οι «ευνουχίζοντες (πνευματικά) εαυτούς» χάριν της Βασιλείας του Θεού, όπως εξηγεί ο ίδιος ο Κύριος.
Οι άγιοι όχι μόνο οδηγούν προς τον Χριστό, αλλά πρεσβεύουν και μεσιτεύουν για μας στον Χριστό.
Κάποιοι ετερόδοξοι αρνούνται βέβαια την μεσιτεία των αγίων, αλλά έχουν παρερμηνεύσει τις Γραφές. Είναι δυνατόν να παρακαλούσαν το Θεό οι άγιοι, όσο ζούσαν στην γη, υπέρ της σωτηρίας των συνανθρώπων τους, και όταν η ψυχή τους, μετά τον θάνατό τους, βρέθηκε και βρίσκεται κοντά στον Θεό, να μη ενδιαφέρονται και να μην παρακαλάνε για μας; Αυτό δεν είναι φυσικά λογικό. Έπειτα, μεσίτες όταν λέμε εννοούμε ότι συμμετέχουν στην μεσιτεία του μόνου μεσίτου, που είναι φυσικά ο Χριστός. Ότι δεν είναι αυτόνομα και ανεξάρτητα από Εκείνον μεσίτες. Διότι πόλεις σώζονται μέσω δεήσεων των αγίων (Ιερ. 5,1/Ιεζ. 22,30) -όπως έπραξε και ο Αβραάμ για την σωτηρία των Σοδόμων και Γομόρρων (Γεν. 18,23-33) και ο Μωϋσής για τον ισραηλιτικό λαό (Έξοδ. 32, 9-14)- οι προσευχές τους ανεβαίνουν ως θυμίαμα στον θρόνο του Θεού (Αποκ. 5,8/6,9-11) και χαίρονται για κάθε επιστροφή πλανεμένου προβάτου (Λουκ. 15, 7-10). Ο προφήτης Ηλίας, αν και βρισκόταν στον ουρανό, απάντησε θα λέγαμε στην αίτηση του μαθητή του, Ελισαίου, και δια του Θεού ανοίχθηκαν στα δύο τα νερά του Ιορδάνη (Δ’ Βασιλ. 2,14). Ο ίδιος προφήτης προσευχήθηκε στον Θεό και δεν έβρεξε για τρία χρόνια και πάλι προσευχήθηκε και έπεσε η βροχή και η γη ξαναβλάστησε (Ιακ. 5,17-18). Αλλά και ο αρχιερέας Ονίας και ο Ιερεμίας, όπως διασώζει το όραμα του Ιούδα του Μακκαβαίου, αν και κοιμηθέντες εν Κυρίω, προσευχόντουσαν για όλους τους Ιουδαίους και για την αγία πόλη Ιερουσαλήμ (Β’ Μακκ. 15,12-14). Άλλωστε «η παράκληση του δικαίου έχει μεγάλη δύναμη και αποτελεσματικότητα» (Ιακ. 5,16). Και οι άγιοι θεωρούνται οι καλύτεροι φίλοι μας στον ουρανό, όπως ακριβώς ήσαν και στη γη. Και με αυτήν την έννοια ονομάζονται πρεσβευτές και μεσίτες. Διότι εισακούουν τις προσευχές μας και εύχονται για μας και παρακαλούν να εκδηλώσει το έλεός Του ο Θεός στον κόσμο του, αφού μετά την εκδημία τους άλλωστε από την εδώ ζωή βρίσκονται σε καλύτερη θέση και έχουν πληρέστερη παρουσία και παρρησία κοντά στον Χριστό.
Βλέπουμε σε εικόνες αγίων κάποιο φωτοστέφανο να περικυκλώνει την κεφαλή τους. Τι συμβολίζει αυτό το φως των αγίων.
Οι άγιοι όπως είπαμε απολαμβάνουν την δόξα και το φως του Θεού. Το φως αυτό είναι άκτιστο, δεν είναι εκ του κόσμου αυτού, είναι αδημιούργητο και αιώνιο, όπως και ο Θεός. Οι άγιοι λοιπόν, ως συμμετέχοντες στην χάρη του Θεού, είναι κατά διαστήματα λουσμένοι με το άκτιστο αυτό φως, που είναι ενέργεια του Θεού και όχι η ουσία Του, αν και προέρχεται από την ουσία Του και αυτήν ενεργοειδώς φανερώνει. Την δόξα αυτή του Τριαδικού Θεού συμβολίζει και ο φωτοστέφανος των αγίων στις εικονικές αναπαραστάσεις τους. Την δόξα αυτή αποκαλύπτει ο προφήτης Δανιήλ να διοχετεύεται από τον θρόνο του Θεού (7,9), το φως αυτό βλέπουμε να περιβάλλει τον Μωϋσή στην φλεγόμενη και μη καιόμενη βάτο (Έξοδ. 3,2), αλλά και να καταυγάζει το πρόσωπό του κατεβαίνοντας από το όρος Σινά (Έξοδ. 34,29-30). Μέσω του ιδίου αυτού φωτός ο προφήτης Ηλίας ανυψώνεται στον ουρανό δια πυρίνων αλόγων (Σοφ. Σειράχ 48,9), αλλά και την ουράνια αυτή δόξα Του αφήνει ο Χριστός να φανεί στους μαθητές Του κατά την Μεταμόρφωσή Του (Λουκ. 9,29/Ματθ. 17,2), για να γνωρίσουν όλοι ότι σταυρώθηκε στη συνέχεια, αν και παντοδύναμος Θεός, επειδή και μόνο το θέλησε εκείνος.
Με παρόμοια περιστατικά της φανερώσεως της φωτοειδούς δόξας του Θεού είναι φυσικά γεμάτη η Παράδοση της Εκκλησίας, όπως δεικνύει το παράδειγμα του αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ και του μαθητή του Μοτοβίλωφ, που από παραχώρηση Θεού ταυτόχρονα βίωσαν την επίσκεψη του Αγίου Πνεύματος στις καρδιές τους και έλαμψαν ως μικροί ήλιοι, βιώνοντες άρρητες εμπειρίες εκστάσεων ουρανίων.
Πολλοί κύκλοι ετεροδόξων κατηγορούν τους Ορθοδόξους πως θεοποιούν τους αγίους. Ότι τους λατρεύουν σαν Θεούς. Τι απαντά η Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ορισμένοι που διαδίδουν παρόμοιες απόψεις είναι εντελώς ανίδεοι τού τι σημαίνει Ορθόδοξη πίστη. Κανείς Ορθόδοξος δεν προσεύχεται σε αγίους και δεν επιζητεί τις μεσιτείες τους θεοποιώντας τους. Ούτε φιλώντας τις εικόνες έχουμε την αίσθηση πως ασπαζόμαστε φυσικά τον ίδιο τον άγιο ή τον Θεό. Εμείς λέμε ότι τιμητικά προσκυνούμε και σεβόμαστε τους αγίους και λατρευτικά μόνο τον Θεό. Άλλωστε βαπτιζόμαστε εις το όνομα του Tριαδικού Θεού (όχι στο όνομα κάποιου αγίου) και ολόκληρη η λατρεία μας (προσευχές, ύμνοι, θεία κοινωνία, ακολουθίες, ευχές, απολυτίκια αγίων κ.λπ.) είναι αφιερωμένη στον Θεό, άσχετα αν ο κάθε ναός είναι αφιερωμένος σε κάποιον άγιο ή αγία. Ακόμη, οι ίδιοι οι άγιοι, μάρτυρες, ασκητές, ομολογητές κ.λπ. τον Θεό ελάτρευσαν, σ’ αυτόν προσευχόντουσαν και γι’ αυτόν θυσίασαν τις ζωές τους. Με ποια λογική λοιπόν ισχυρίζονται κάποιοι ότι οι Ορθόδοξοι λατρεύουν μόνο τους αγίους, αντί του Τριαδικού Θεού;
Το ίδιο ισχύει όπως είπαμε και για τις εικόνες. Η τιμή που εκφράζουν οι πιστοί κατευθύνεται στα πρωτότυπα πρόσωπα που εικονίζουν, στον ουράνιο κόσμο των αγίων και των πνευμάτων, και όχι εννοείται στα υλικά κατασκευής της εικόνας(βλ. «Η λατρεία του Θεού και η τιμητική προσκύνηση των αγίων», Γεωργίου Π. Σωτηρίου, έκδ. Ι.Μ. Αγίας Παρασκευής Δομήρου Σερρών, σελ. 67-73).Τιμώντας δηλαδή τους αγίους, ή τις αγίες γυναίκες ή τα λείψανά τους, εξαίρουμε την αυταπάρνηση, τον ηρωισμό, την αφοσίωσή τους στο Θεό, τον ενάρετο βίο τους, την αγάπη τους προς τους συνανθρώπους τους. Γίνονται έτσι οι άγιοι ένα παράδειγμα για όλους μας, αφού και ο απόστολος των εθνών μάς προτρέπει: «Να επιδιώκετε την ειρήνη με όλους. επιδιώκετε και την αγιότητα, χωρίς την οποία κανείς δεν θα αντικρίσει τον Κύριο» (Εβρ. 12,14). Και πώς είναι δυνατόν στην Παλαιά Διαθήκη να τιμάται και να δοξάζεται λ.χ. ο ευσεβής βασιλιάς Εζεκίας μετά τον θάνατόν του από όλους τους Ιουδαίους και Ιεροσολυμίτες (Β’ Παρ. 32,33) και να μην δοξάζονται και τιμώνται μετά θάνατον οι άγιοι της Εκκλησίας;
Άλλωστε ο Θεός αρνείται στην Παλαιά Διαθήκη την τιμή και λατρεία των ειδώλων, δηλαδή θεοποιημένων αντικειμένων, ζώων ή ανθρώπων και όχι την καθημερινή, θρησκευτική και λατρευτική χρήση διαφόρων πραγμάτων και εικόνων προς δόξαν του ονόματός Του. Διότι και ο Μωυσής διετάχθη από τον Θεό να κατασκευάσει δύο Χερουβείμ στα δύο άκρα του ιλαστηρίου της Διαθήκης (Έξοδ. 25,18-20), και ο βασιλιάς Σολομώντας σκάλισε αγγέλους Χερουβίμ, φοίνικες, βόδια, λέοντες και άνθη στο Ναό που οικοδόμησε. με τα οποία ανάγλυφα σχήματα όμως και σχέδια ο Θεός ευαρεστήθηκε (Α’ Βασιλ. 9,3), διότι δεν τοποθετήθηκαν στους τοίχους για να λατρεύονται αλλά για τον καλλωπισμό του ναού του Θεού και την ένδειξη σεβασμού και αγάπης προς Αυτόν.
Η θεολογία της Εκκλησίας για το πώς αγιάζουν οι χριστιανοί και για τα άγια λείψανα.
Τα άγια λείψανα είναι η απόδειξη ότι υπάρχει Θεός και αφθαρτοποιεί την κτίση προς δόξαν Του και για την σωτηρία όλων. Τα λείψανα πολλών αγίων (και όχι όλων) μένουν άφθαρτα γιατί η χάρη του Θεού τούς είχε ιδιαίτερα επισκεφθεί όσο ζούσαν εν τω κόσμω, έχουν καταστεί σκεύη εκλογής του και η ενέργεια του Θεού έχει κατασκηνώσει στην καρδιά τους. Είναι μια απόδειξη ακόμη ότι θα αναστηθεί και το σώμα μας στην Δευτέρα Παρουσία, διότι όπως λέμε και στο Σύμβολο της Πίστεως: «Προσδοκώ ανάσταση νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Άνθρωπος για την ορθόδοξη χριστιανική μας πίστη δεν είναι μόνο η ψυχή, αλλά ψυχή και σώμα ενωμένα σε ένα αδιάσπαστο σύνολο, αφού και αυτός ο θάνατος είναι προσωρινός και δεν θα κρατήσει διαζευγμένα τα σώματα από τις ψυχές τους εσαεί.
Ο άγιος του οποίου το σκήνωμα διατηρείται ακέραιο έχει φτάσει στην φιλόθεη κατάσταση εκείνη που ονομάζουμε θέωση. Τα στάδια της κατά Χριστόν ζωής είναι τρία, χωρίς φυσικά να υπάρχουν μεταξύ τους στεγανά. Είναι το στάδιο της καθάρσεως, του φωτισμού του νοός και της θέωσης. Στο στάδιο της καθάρσεως ο χριστιανός παλεύει με την αμαρτία και με την χάρη του Θεού και με τη δική του άσκηση φτάνει στο σημείο να μην ενδίδει στις ορέξεις της σαρκός, στη σειρήνα της ηδονής και στο κοσμικό φρόνημα, ενώ μένει ταπεινός και επιδίδεται στην προσευχή και την έμπρακτον αγάπη. Στο στάδιο του φωτισμού του νοός, ο νους του πιστού, δηλαδή ο οφθαλμός της ψυχής του, ανοίγει στην παντοδύναμη χάρη του Θεού και ο χριστιανός αποκτά θείες εμπειρίες του Χριστού, όπως την διόραση, την προόραση, την μακρινή ακοή κ.α. Δυνάμεις, που όμως δεν είναι δικές του, αλλά του Αγίου Πνεύματος που έχει κατασκηνώσει μέσα του. Στην κατάσταση αυτή ο άγιος δεν βιώνει πλέον λύπη, οδύνη και στεναγμούς, αλλά την αναφαίρετη και μοναδική χαρά του ουρανίου πολιτεύματος που ζει από αυτή τη ζωή. Λιώνει μάλιστα από αγάπη ο μεταμορφωμένος πια άνθρωπος για όλη την κτίση και για τα άλογα ζώα, αλλά περισσότερο για τον συνάνθρωπό του και με τις θερμές προσευχές του απευθύνεται στον μόνο δυνάμενο να βοηθήσει ουσιαστικά παντεπόπτη Κύριο.
Στο ανώτατο στάδιο της θεώσεως ο χριστιανός λούζεται από τις ακτίνες του θείου και ακτίστου φωτός και για όσο διάστημα διαρκούν αυτές οι εμπειρίες κοινωνίας με τον Θεό, ο πιστός δεν νοιώθει πόνο, πείνα, δίψα ή άλλη βιολογική ανάγκη, αφού δεν τρέφεται πλέον από την βιολογία του, αλλά από την χάρη του Θεού. Αυτό το τελευταίο και μεγαλύτερο στάδιο πίστεως και έμπρακτης χριστιανικής ζωής, από αυτήν ήδη την ζωή, «δημιουργεί» τα άφθαρτα λείψανα των αγίων -αν και η αφθαρσία των λειψάνων δεν παύει να είναι ένα δώρο του Θεού σε ορισμένους αγίους (και η σωτηρία άλλωστε) και δεν είναι κατάσταση που φτάνει κανείς με τις δικές τους δυνάμεις. Δίδεται βέβαια σε εκείνους που έζησαν με πάθος την ελπίδα και πίστη τους στον Θεό και δεν συνθηκολόγησαν με το κοσμικό πνεύμα ή δεν ενέδωσαν έως τέλους στις παγίδες του εχθρού.
Ο σκοπός επομένως της ζωής όλων μας είναι να γίνουμε άγια λείψανα, δεδομένου ότι ο θάνατος θα μας εύρει όλους και κανείς δεν θα ξεφύγει από την ανθρώπινη αυτή, παρεκκλίνουσα από το αρχικό σχέδιο του Θεού, μοίρα. Τα άγια λείψανα λοιπόν σηματοδοτούν την «αιώνιο ζωή και το μέγα έλεος» και προσανατολίζουν προς την ακοίμητο δόξα που περιμένει όλους μας, αφού καθαρίσουμε τις αισθήσεις μας και βαδίσουμε πραγματικά στα χνάρια του Χριστού. Είναι πνευματικοί φάροι, που κρατούν σε εγρήγορση διαχρονική τις προς τάσιν εκκοσμικεύσεως γενεές των χριστιανών, ώστε να μην ξεφύγουν από τον μόνο άξιο δρόμο της ζωής και παρασυρθούν από τα κύματα που σηκώνει το παμφάγο στόμα του άδη. Είναι οδοδείκτες που διαλαλούν ότι ο σκοπός της ζωής είναι η προσωπική μας Πεντηκοστή και η εμπειρία της Φλεγόμενης Βάτου του Μωυσή, που αποκτάται δωρεάν δια του φαρμάκου της αθανασίας, της Θείας δηλαδή Κοινωνίας και της διαρκούς μετανοίας.
Οι μαρτυρίες από την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση ότι ο σκοπός των ανθρωπίνων σωμάτων είναι να αγιάσουν και αφθαρτοποιηθούν, καθώς και οι ψυχές τους.
Ο απόστολος Παύλος μάς λέγει ότι τα σώματά μας είναι ναός του αγίου Πνεύματος που κατοικεί μέσα μας και ότι πρέπει να δοξάζουμε τον Θεό καί με τα σώματά μας καί με τις ψυχές μας, που και τα δύο ανήκουν στον Θεό (Α’ Κορ. 6,15-20). Συνεχίζει μάλιστα σε άλλο σημείο για να πει ότι το ευτελές σώμα μας θα μετασχηματίσει ο Θεός και θα το μεταποιήσει σε σώμα σύμμορφο με το σώμα της δόξας Του (Φιλιππ. 3,21). Ευωδία των λειψάνων, θαυματουργία αυτών, καθώς και αντικειμένων των αγίων και τιμή προς αυτά αναφέρονται σε πολλά σημεία της Καινής Διαθήκης (Β’ Κορ. 2,15/Ματθ. 9,20/Μαρκ. 6,13/Πράξ. 29,12), αλλά και της Παλαιάς Διαθήκης. Στο Β’ Βασιλειών 13,20-21 περιγράφεται η περίπτωση πεθαμένου που τον έριξαν στον τάφο του προφήτη Ελισαίου και μόλις ήρθε σε επαφή με τα οστά του προφήτη, θαυματουργικά ο νεκρός ζωντάνεψε και έζησε. Παρόμοια πίστη αναφέρεται και στο Γ’ Βασιλ., όπου γέροντας προφήτης παρεκάλεσε τα παιδιά του να τον θάψουν όταν πεθάνει στον ίδιο τάφο που είχε θαφτεί κάποιος άνθρωπος του Θεού, ώστε τα οστά του αγίου ανθρώπου να οδηγήσουν με την δύναμη του Θεού και τον προφήτη στην σωτηρία (13,25-31)(βλ. π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου, «Η Ορθοδοξία μας», Αθήνα 1994, σελ. 463-465).
Η τιμή προς τα άγια λείψανα επικρατούσε σε όλη την Εκκλησία, από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Από το Μαρτύριο του Αγίου Πολυκάρπου μαθαίνουμε ότι οι πρώτοι χριστιανοί συναθροίζονταν στους τάφους των μαρτύρων, τελούσαν πάνω στα λείψανά τους τη θεία λειτουργία και τιμούσαν ιδιαίτερα τη μνήμη τους. Με το λείψανο του αγίου Κυπριανού γινόντουσαν πολλά θαύματα, όπως διασώζει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ενώ το τίμιο και χαριτόβρυτο λείψανο της αγίας Ιουλίττας, λέγει ο Μέγας Βασίλειος, αγιάζει την πόλη, τους επισκέπτες και τους αρρώστους. Τέλος, και ο μελίρρυτος ποταμός της σοφίας, ιερός Χρυσόστομος, κηρύττει ότι οι ναοί, οι λειψανοθήκες των αγίων και πολύ περισσότερο τα ίδια τα οστά τους, οδηγούν στην ψυχοσωματική υγεία, στην απομάκρυνση των δαιμονίων και την ελευθερία από την καταδυνάστευσή τους(βλ. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου, «Εγχειρίδιο αιρέσεων…», έκδ. Ι.Μ. Νικοπόλεως και Πρεβέζης, σελ. 63-66).
Τα λείψανα επομένως των αγίων που διατηρούνται ανέπαφα είναι ένα συνεχές θαύμα. Διότι είναι απολύτως λογικό να πιστεύει κανείς ότι όπως η μηλωτή του προφήτη Ηλία που διαχώρισε τα νερά του Ιορδάνη, τα μαντήλια της κεφαλής ή του λαιμού του αποστόλου Παύλου (Πράξ 19,12) και η σκιά του αποστόλου Πέτρου (Πράξ. 5,15) έκαναν «σημεία και τέρατα» όσο εκείνοι ζούσαν, έτσι και τα ίδια τα άφθαρτα σώματα των αγίων, που παραμένουν στην υπηρεσία των ανθρώπων, επιτελούν ουκ ολίγα θαύματα. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αφού επισημαίνει ότι στην εποχή του τα θαύματα ιάσεων έχουν λιγοστέψει ανάμεσα στους πιστούς, διότι έχει απλωθεί πλέον ο Χριστιανισμός στον κόσμο και το ανώτερο θαύμα είναι η απαλλαγή από την αμαρτία, μας λέγει ακόμη ότι στα λείψανα των αγίων παρευρίσκεται όχι κάποια ψυχική δύναμη, αλλά εκείνη η δύναμη του Αγίου Πνεύματος, που προσανατολίζει συνεχώς προς την ανάσταση των σωμάτων με τα θαύματα που επιτελούν (εις τον ιερομάρτυρα Βαβύλα, ΕΠΕ 37). Επομένως τα σώματα των αγίων θαυματουργούν λόγω της σύνδεσης των χριστιανών -όσο ζούσαν πάνω στη γη- με το σώμα του Χριστού, του οποίου η χάρη είναι αποταμιευμένη στην Εκκλησία και στην οποία αυτή χάρη εμποτίζεται και το σώμα του πιστού, εφόσον ζει έμπρακτα την ορθόδοξη χριστιανική πίστη του, ασκείται, κοινωνεί, ταπεινώνεται και αγαθοεργεί.
Τέλος, ο Θεός είναι πάντα νέος, είναι ό,τι πιο όμορφο υπάρχει και η αγάπη του δεν έχει όρια. Και μας καλεί στον δρόμο της αγιότητας, γιατί Εκείνος είναι όντως άγιος και μόνο αυτός ο τρόπος ζωής θα επικρατήσει στους αιώνες των αιώνων. Ο Θεός δεν είναι φόβητρο ή αστυνόμος του ουρανού, που αναζητάει παντού τον ένοχο για να τον καταδικάσει, όπως σκεφτόντουσαν κάποτε στη Δύση. Ο άνθρωπος είναι αντίθετα εκείνος που από μόνος του, και με σκέψεις, λόγια ή έργα, απομονώνεται και χάνει την Χάρη του Θεού. Δηλαδή με τον τρόπο της ζωής του αποτυχαίνει, αστοχεί να βαδίσει την οδό της αλήθειας και αποξενώνεται απ’ το πρόσωπο του Κυρίου και από την κοινωνία με τους συνανθρώπους του. Ο Καρλ Ράινερ, ένας σπουδαίος γερμανός θεολόγος, περίπου έλεγε: ‘Δόξα τω Θεω, που ένα 60% των απόψεων περί Θεού, στις οποίες ορισμένοι πιστεύουν σήμερα, δεν ισχύουν πραγματικά για τον Θεό’. Πώς θα βρούμε επομένως πραγματικά τον Θεό και την γνήσια εικόνα του; Είναι αλήθεια πως ο ίδιος Θεός αποκαλύπτεται προσωπικά μέσα στην Εκκλησία Του, δια της πίστεως, της μυστηριακής ζωής και της άδολης αγάπης. Αποκαλύπτεται στις καθαρές καρδιές, που με την προσευχή και την άσκηση έχουν γίνει χώρος διαμονής Του.

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/search?q=%CF%84%CF%89%CE%BD+%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%89%CE%BD+%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%89%CE%BD#ixzz5HFiaUlxu

10/6 «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων».

ΚΥΡΙΑΚΗ Β ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Η πρόσκληση που απευθύνει ο Κύριος στους ψαράδες της Γεννησαρέτ είναι ειδική. Ποια είναι αυτή; Τους καλεί σε μια μεγάλη αποστολή. Να γίνουν αλιείς ανθρώπων. Ωστόσο όμως και κάθε χριστιανός καλείται από τον Θεό να γίνει μαθητής του. Να τον ακολουθήσει και να διδάσκει με το καλό του παράδειγμα.

Και οι τρόποι με τους οποίους καλεί ο Θεός είναι πάμπολλοι. Πότε πηγαίνει ο Ίδιος αυτοπροσώπως στους ταπεινούς ψαράδες και τους καλεί να τον ακολουθήσουν στο δρόμο της ζωής. Το ίδιος συνέβη και με τον Τελώνη Ματθαίο, τον μετέπειτα Ευαγγελιστή, την Σαμαρείτιδα, τον Απόστολος των Εθνών Παύλο και τόσους άλλους. Στην εποχή μας χρησιμοποιεί άλλους τρόπους για να μάς καλέσει να ακολουθήσουμε τα ίχνη του.
Μάς καλεί κάποτε με τις ευεργεσίες και τα δώρα Του, που πλούσια στέλνει σε αγαθούς και πονηρούς, δικαίους και αδίκους. Μάς προσκαλεί με αρρώστιες και άλλες θλίψεις, που παραχωρεί για να Τον πλησιάσουμε περισσότερο, να εφαρμόσουμε πιο πιστά τις θείες Του εντολές. Άλλους πάλι τους καλεί να Τον ακολουθήσουν με ένα κήρυγμα, μια ομιλία, μια πράξη, ένα λόγο μέσα από το Ευαγγέλιο Του.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Κύριος δεν καλεί τον άνθρωπο μόνο μία φορά.
Τον καλεί συχνά με πολλούς και διάφορους τρόπους. «Ιδού έστηκα επί τήν θύραν καί κρούω». Περιμένει έξω από την θύρα της ψυχής μας. Και κτυπάει, κτυπάει, υπομονετικά μέχρι να του ανοίξουμε.
Η θεία Του φωνή: «Δεύτε πρός με πάντες οι κοπιώντες καί πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς», ακούγεται σε κάθε εποχή και με πολλούς και διαφόρους τρόπους.
Στην θεϊκή αυτή πρόσκληση «δεύτε οπίσω μου», πολλοί άνθρωποι αδιαφορούν. Αφήνουν τον μεγάλο επισκέπτη έξω από την πόρτα της ψυχής τους.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το πόμολο της πόρτας της ψυχής είναι από μέσα. Εμείς πρέπει να ανοίξουμε. Ο Κύριος κρούει μόνο, δεν μπορεί να μπει στην ψυχή μας αν δεν θέλουμε εμείς. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος ή να ακούσει την πρόσκληση και να ανοίξει στον μεγάλο Επισκέπτη ή να αδιαφορήσει και να κλείσει τα αυτιά του στο θεϊκό αυτό κάλεσμα. Το δεύτερο κάνουν πολλοί. Δεν θέλουν να ακούσουν τίποτα. Δεν θέλουν να ακολουθήσουν το δρόμο της πίστεως. Αρνούνται την αξία της αρετής και ζουν μια καθαρά σαρκική, υλιστική ζωή. Με κλειστούς ουρανούς.
Χωρίς ιδανικά. Χωρίς πνευματικά ιδεώδη. Χωρίς κανένα ενδιαφέρον για την ψυχή.
Χωρίς προοπτική αιωνιότητας. Σαν όλα να τελειώνουν στα λίγα χρόνια της ζωής αυτής.
Την πρόσκληση του Κυρίου «δεύτε οπίσω μου», ακολουθήστε με, δηλαδή στον δρόμο του Πνεύματος, στο μονοπάτι της αρετής και της πίστεως, την παρέρχονται, ενώ βρίσκουν χίλιες δικαιολογίες «προφάσεις εν αμαρτίαις». Όσο οι Μαθητές στη σημερινή ευαγγελική περικοπή αμέσως άκουσαν την θεία πρόσκληση και χωρίς να πουν καμιά δικαιολογία ακολούθησαν τον Διδάσκαλο, τόσο αυτοί βρίσκουν τόσες και τόσες δικαιολογίες για να μην τον ακολουθήσουν.
Πολλοί λένε: Δεν μπορώ να ακολουθήσω τον Χριστό γιατί είναι δύσκολη η ζωή της αρετής και της πίστεως. Και το λένε χωρίς να έχουν δοκιμάσει τον δρόμο αυτό.
Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι το περιβάλλον τους δεν τους αφήνει να ακολουθήσουν την πρόσκληση «δεύτε οπίσω μου». Συγγενείς, φίλοι, γνωστοί τους δείχνουν άλλους δρόμους και τους καλούν σ’ άλλη ζωή. Η νοοτροπία της εποχής τους κλείνει τον δρόμο προς τον Σωτήρα Χριστό. Μεταθέτουν έτσι την ευθύνη γύρω τους για να ησυχάσουν την συνείδησή τους, γιατί δεν έχουν την δύναμη να υπερπηδήσουν κάθε εμπόδιο και να βαδίσουν τον θείο δρόμο.
Άλλοι πάλι δικαιολογούνται που δεν ανοίγουν την πόρτα της ψυχής τους στον μεγάλο Επισκέπτη από την έλλειψη δήθεν χρόνου, από τις ποικίλες απασχολήσεις του καθημερινού βίου. Δικαιολογία τόσο αστήρικτη, μια και ο Κύριος μάς ζητάει να Τον ακολουθήσουμε στην καθημερινή μας ζωή, χωρίς να αφήσουμε τις δουλειές μας, να ζούμε σαν αληθινά πιστοί.
Άλλοτε πάλι αναβάλλουμε να δεχθούμε την πρόσκληση, αναβάλλοντάς την για αργότερα. Λέμε: έχουμε καιρό, δεν μάς πήραν τα χρόνια, τώρα ας τελειώσω τις άλλες μου υποθέσεις. Και αυτά ενώ κανείς μας δεν ξέρει, αν είναι δική του η επόμενη ώρα ή η επόμενη ημέρα.
Πάλι όμως και σήμερα ο στοργικός και υπομονετικός Κύριος μάς απευθύνει την πρόσκληση και πρόκληση: «Δεύτε οπίσω μου».
Για να ακούσομε όμως την θεία του φωνή, να ανοίξουμε την πόρτα της ψυχής μας, να κάνουμε τον Κύριο αρχηγό μας και να ακολουθήσουμε στα ίχνη του, πρέπει να παραμερίσουμε τα εμπόδια των δισταγμών, της αμφιβολίας, της ολιγοπιστίας, των αμφιταλαντεύσεων. Βασική προϋπόθεση είναι να διώξουμε τις δικαιολογίες για να βαδίσουμε τον δρόμο που μάς απεκάλυψε ο Κύριος και πρώτος αυτός τον βάδισε.
Ας μην αφήνουμε άλλο τον μεγάλο Επισκέπτη έξω από την πόρτα της ψυχής μας. Ας μην τον αφήνουμε να περιμένει. Πνευματικό μας συμφέρον είναι να του ανοίξουμε, να αποδεχθούμε την θεία του πρόσκληση και να ακολουθήσουμε τον αρχιποίμενα Κύριο.
Να τον ακολουθήσουμε βαδίζοντας το μονοπάτι της πίστεως και της αρετής.
Μπορεί να είναι στενό, μπορεί να είναι ανηφορικό, αλλά καταλήγει όμως σε φωτόλουστη κορυφή.
Κι όποιος φτάσει στην κορυφή αυτή, τα δώρα που του χαρίζει ο Κύριος είναι ανακούφιση, ανάπαυση, γαλήνη, ειρήνη, χαρά. Αξίζει να αγωνιστούμε.
«Δεύρο οπίσω μου», μάς προσκαλεί ο Κύριος. Το κάλεσμα αυτό και η θετική ανταπόκριση του καθενός μας αποτελεί την απαρχή της σωτηρίας μας.
Αμήν.
Γεώργιος Σαββίδης

http://kirigmata.blogspot.com

Σελίδα 6 από 11