HeadShort.png

27/1 «Σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο» (Λουκ. ι θ΄9)



Το σημερινό Ευαγγέλιο, μπορούμε να πούμε ότι, αποτελεί συνέχεια του ευαγγελίου της περασμένης Κυριακής, αφού αυτά συνδέονται μεταξύ τους με δυο τρόπους. Πρώτον, ο Χριστός βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους προβάλλοντας ως «φως μέγα » για όσους σκιάζει η αμαρτία και ο θάνατος.
Δεύτερον, η πρόσκληση του Χριστού για μετάνοια, και μέσα από αυτήν η δυνατότητα της σωτηρίας, βρίσκει ανταπόκριση.

Η σωτηρία, αν και είναι δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο, εντούτοις, όπως προβάλλει σήμερα είναι και δώρο, αλλά την ίδια στιγμή είναι και κατάκτηση. Η σωτηρία είναι αμφίδρομη. Είναι μια κίνηση που ξεκινά από τον Θεό και καταλήγει στον άνθρωπο, αλλά επειδή αυτή δεν επιβάλλεται στον άνθρωπο, αυτή μέσα από τη δική του κίνηση, μέσα από τη δική του μετάνοια θα πρέπει να πάρει τον δρόμο της επιστροφής κοντά στον Θεό.
Όπως ακούσαμε και στο σημερινό Ευαγγέλιο ο μεν Ζακχαίος «Εζήτει ιδείν τον Ιησούν τις έστι» , ενώ ο Χριστός, « ο Υιός του Ανθρώπου, ήρθε ζητήσαι και σώσαι το απολωλός».
Έστω κι αν ο Ζακχαίος ήταν «απολωλώς», αμαρτωλός, από τη στιγμή που εκδήλωσε έμπρακτα τη μετάνοια του, τότε εδικαιούτο, σαν απόγονος του Αβραάμ την σωτηρία. Και τη μετάνοιά του δεν την εκδήλωσε μόνο με την πίστη του, αλλά ιδιαίτερα με την έμπρακτη μεγαλοψυχία και αγάπη προς τους
φτωχούς, καθώς και την έμπρακτη αποκατάσταση της αδικίας που διέπραξε.
Έτσι, όπως άμεση ήταν η μετάνοια και η αποκατάσταση κάθε αδικίας, κατά τον ίδιο τρόπο άμεση ήταν και η σωτηρία. Είπε ο Ζακχαίος προς τον Κύριο: « Ιδού τα ημίση των υπαρχόντων μου, Κύριε δίδωμι τοις πτωχοίς και ει τινός τι εσυκοφάντησα, αποδίδωμι τετραπλούν». Μέσα από το «δίδωμι» και «αποδίδωμι», άμεσα και αφθόρμητα προχωρεί στην επανόρθωση. Για τούτο και ο Χριστός κάνει δεκτή αμέσως τη μετάνοια του λέγοντας: «σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο».
Όμως, πώς ο Ζακχαίος που αμαύρωσε στην πράξη το όνομα του και από δίκαιος και καθαρός κατάντησε άδικος και αμαρτωλός, έφτασε τελικά στη δικαίωση και τη σωτηρία; Ο Ζακχαίος, παρά την αμαρτωλότητα του, παρά τη στάκτη που δημιούργησαν οι αμαρτίες και οι αδικίες του, φαίνεται ότι κάτω από αυτήν την στάση κρατήθηκε μια σπίθα η οποία στη συνέχεια, με την παρουσία του Χριστού έγινε φλόγα. Η πνοή της χάριτος του Χριστού, όχι μόνο απομάκρυνε τη στάκτη, αλλά και γκρέμισε τα τείχη της αμαρτίας. Αυτή η πνοή της Χάριτος του Θεού και η ίδια η παρουσία του Χριστού συγκλόνισαν το Ζακχαίο και μέσα από τη δύναμη της μετάνοιας τον μεταμόρφωσαν εσωτερικά.
Έτσι, ο Ζακχαίος, στο άκουσμα του ερχομού του Χριστού στην Ιεριχώ κάνει και το πρώτο βήμα της αλλαγής. Όπως ακούσαμε σήμερα: « εζήτει ιδείν τον Ιησούν τις έστι». Προσπαθούσε να δει ποιος είναι ο Ιησούς. Όμως, τότε πρόβαλαν και πρώτα εμπόδια. Πέραν από το πλήθος των ανθρώπων ο Ζακχαίος ήταν μικρόσωμος. Επιπρόσθετα είχε και μια θέση στην κοινωνία.
Ήταν αρχιτελώνης.
Η έντονη επιθυμία του Ζακχαίου να δει τον Χριστό και επιπρόσθετα ο
πόθος της σωτηρίας τον οδηγεί στην τολμηρή απόφαση να ανέβει πάνω σε μια
συκομουριά. Η πίστη του ξεπέρασε κάθε επιφύλαξη. Παραμέρισε την
προσωπική αξιοπρέπεια, διδάσκοντας μας με τον τρόπο αυτό ότι στην πορεία
προς τη σωτηρία, πέραν από το ξεπέρασμα των όποιων εμποδίων, θα πρέπει να
περάσουμε μέσα από την αρετή της ταπεινοφροσύνης. Επιπρόσθετα θα πρέπει
να κάνουμε και τη δική μας ανάβαση στην προσπάθεια μας να συναντήσουμε
τον Θεό.
Η αποφασιστικότητα και η ανυποχώρητη απόφαση έφεραν όχι μόνο το
ποθητό αποτέλεσμα, αλλά και κάτι που ήταν πέραν από κάθε προσδοκία.
Γιατί, όχι μόνο είδε τον Ιησού αλλά και ο ίδιος ο Ιησούς τον ξεχωρίζει ανάμεσα
στο πλήθος και τον καλεί με το όνομα του: «Ζακχαίε, σπεύσας κατάβηθι
σήμερον γαρ εν τω οίκω σου δεί με μείναι». Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα, γιατί
σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου.
Όπως με αποφασιστικότητα και γρηγοράδα ανέβηκε στη συκομουριά,
έτσι και τώρα «σπεύσας κατέβη», κατέβηκε με γρηγοράδα και αδιαφορώντας
για τις διαμαρτυρίες των ανθρώπων που έλεγαν «ότι πήγε να μείνει στο σπίτι
ενός αμαρτωλού», με χαρά υποδέχθηκε το Χριστό.
Η χαρά του Ζακχαίου δεν περιορίστηκε στα συναισθήματα. Προχώρησε,
μπροστά στον Χριστό, σε μια δημόσια εξομολόγηση για όλες τις αδικίες που
διέπραξε προσφέροντας από εκείνη τη στιγμή σαν αποζημίωση τα τετραπλάσια
απ’όσα πήρε. Επιπρόσθετα δίνει τη μισή του περιουσία στους φτωχούς. Με τον
τρόπο αυτό ο Ζακχαίος ολοκλήρωσε τη μετάνοια του και όπως με έργα, με
πράξεις αδίκησε, έτσι και τώρα με πράξεις αποκαθιστά την αδικία και
επιπρόσθετα ολοκληρώνει τη μετάνοιά του, μέσα από τη φιλανθρωπία προς
τους φτωχούς.
Αδελφοί μου, από το μεγάλο πλήθος των ανθρώπων που υποδέχθηκαν
τον Χριστό ξεχώρισε ο ένας, ο πιο αμαρτωλός, ο Ζακχαίος. Κι όμως αυτός ο
αμαρτωλός βρήκε τη δύναμη της μετάνοιας και σηκώθηκε. Κάνοντας τη δική
του «ανάβαση» συνάντησε Αυτόν που κατέβηκε από τον ουρανό και «ήλθε»
σήμερα «ζητήσαι και σώσαι το απολωλός ». Ας υποκλιθούμε από τη μια στη
συγκατάβαση του Χριστού και από την άλλη στο μεγαλείο της μετάνοιας του
Ζακχαίου. Ας ευχαριστήσουμε τον Χριστό για τη συγκατάβαση κι ας
μιμηθούμε την πειστική μετάνοια του Ζακχαίου για ν’αξιωθούμε κι εμείς της
σωτηρίας. Αμήν.
Θεόδωρος Αντωνιάδης

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com

20/1 «Οι δε εννέα πού; Ουχ ευρέθησαν υποστρέψαντες δούναι δόξαν τω Θεώ, ει μη ο αλλογενής ούτος;» (Λουκ.17, 17-18)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ´ ΛΟΥΚΑ (10 ΛΕΠΡΩΝ) (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ) α. Ο Κύριος στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα της ΙΒ΄ Κυριακής του Λουκά έρχεται αντιμέτωπος με το κοινωνικό περιθώριο, με τους ανθρώπους δηλαδή που η ιουδαϊκή κοινωνία είχε αποκλείσει, λόγω της φοβερής, για τα δεδομένα της τότε – και όχι μόνον – εποχής, αρρώστιας της λέπρας. Κι αντιμετωπίζει την πίστη τους, καθώς Τον παρακαλούν να τους ελεήσει και να τους θεραπεύσει: «Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς». Και πράγματι, ο Κύριος ανταποκρίνεται στο αίτημά τους και τους θεραπεύει, μ’ έναν έμμεσο όμως τρόπο: στέλνοντάς τους εκεί που κατά τον Μωσαϊκό Νόμο επιβεβαιώνεται η αποκατάσταση από την αρρώστια και η υγεία: στους ιερείς. Ο Κύριος όμως θα επαινέσει τον έναν από τους πρώην λεπρούς – και μάλιστα Σαμαρείτη, δηλαδή εχθρό του Ιουδαϊσμού – διότι υπήρξε ο μόνος που όχι μόνον είδε να θεραπεύεται από τον Κύριο, αλλά και επέστρεψε να δοξολογήσει τον Θεό και να ευχαριστήσει τον Ίδιο. Θα εκφράσει μάλιστα ο Κύριος το δίκαιο παράπονο: «Ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν; Οι δε εννέα πού; Ουχ ευρέθησαν υποστρέψαντες δούναι δόξαν τω Θεώ, ει μη ο αλλογενής ούτος;» β. 1. Ο Κύριος ζητά τη δοξολογία προς τον Θεό από τον άνθρωπο, ο οποίος γεύτηκε τις δωρεές και τις ευεργεσίες Εκείνου. Το παράπονο που διατυπώνει αποτελεί σαφή υπαινιγμό Του. Κι όχι βεβαίως διότι ο Θεός έχει ανάγκη από τις δοξολογίες του ανθρώπου – ο Θεός ως ο απολύτως τέλειος είναι παντελώς ανενδεής, χωρίς να Του προσθέτει τίποτε η όποια δοξολογία του ανθρώπου∙ άλλωστε μυριάδες αγγέλων Τον δοξολογούν αενάως – αλλά διότι η δοξολογία Του ως έκφραση ευγνωμοσύνης για ό,τι Αυτός δίνει στον άνθρωπο κάνει τον άνθρωπο να λειτουργεί με φυσιολογικό τρόπο, να πορεύεται με ανοικτά τα μάτια της ψυχής του, με πίστη και αγάπη προς τον Δημιουργό του. Μόνον όποιος πιστεύει αληθινά βλέπει ότι τα πάντα πηγάζουν από τον Θεό, διακρατούνται από Εκείνον και κατευθύνονται σ’ Εκείνον. Όπως το διατύπωσε και ο απόστολος Παύλος: «ότι εξ Αυτού και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα έκτισται». Η δοξολογία του Θεού λοιπόν αποτελεί σημείο πνευματικής υγείας του ανθρώπου, δείγμα ότι αυτός βρίσκεται στη φυσιολογική του πορεία και προκόπτει κατά Θεόν. Πόσο απλά και με χάρη Θεού διατύπωνε την αλήθεια αυτή και ο πνευματικός του Γέροντος Παϊσίου, γέρων ιερομόναχος Τύχων, όταν έλεγε με τα σπασμένα ελληνικά του: «Το, Κύριε ελέησον, εκατό δραχμές∙ το, δόξα τω Θεώ, χίλιες δραχμές». Για χάρη μας λοιπόν ο Κύριος ζητά τη δοξολογία του Θεού. Εμείς την έχουμε ανάγκη και όχι ο Θεός. 2. Είναι πολύ χαρακτηριστικό όμως ότι η δοξολογία αυτή προς τον Θεό φαίνεται να ταυτίζεται με την ευχαριστία προς τον Κύριο. Γύρισε, λέει ο Ευαγγελιστής, ο θεραπευμένος πρώην λεπρός, ο ένας, δοξολογώντας τον Θεό και ήλθε και πρόσπεσε στον Χριστό ευχαριστώντας Αυτόν. «Υπέστρεψε μετά φωνής μεγάλης δοξάζων τον Θεόν, και έπεσεν επί πρόσωπον παρά τους πόδας αυτού ευχαριστών αυτώ». Το να δοξολογώ τον Θεό σημαίνει ότι οδηγούμαι προς τον Χριστό εν ευχαριστία. Διότι η μεγαλύτερη δωρεά και ευεργεσία του Θεού στον άνθρωπο είναι ο ίδιος ο ερχομός Του στον κόσμο ως ανθρώπου. Δεν υπάρχει πιο μεγάλη δοξολογία Του επομένως από τη στροφή προς τον Χριστό και την αναγνώριση ότι Αυτός είναι η πηγή της ευεργεσίας και της θεραπείας στον άνθρωπο. Όπως σημειώνει και το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων για τον Κύριο: «Αυτός διήλθεν ευεργετών και ιώμενος πάντας», ευεργετούσε διαρκώς και θεράπευε τους πάντες. Έτσι δοξολογία του Θεού χωρίς αναφορά στον Χριστό και ευχαριστία Εκείνου αποτελεί μάλλον λατρεία δαιμόνων. Διότι άλλος Θεός εκτός του Ιησού Χριστού δεν υφίσταται. Η αποκάλυψη που ο Ίδιος ο Κύριος έκανε στους μαθητές Του ήταν απόλυτη: «ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα». Και «ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ εμού». 3. Κι αν βεβαίως η κάθε ευχαριστία προς τον Χριστό συνιστά τη δοξολογία του αληθινού Τριαδικού Θεού, διότι αναγνωρίζει ο πιστός ότι Εκείνος είναι η φανέρωση του Θεού στον κόσμο, πολύ περισσότερο ισχύει τούτο για την κατ’ εξοχήν ευχαριστία του, τη Θεία Ευχαριστία. Στη Θεία Ευχαριστία, τη Θεία Λειτουργία, που συνιστά το κέντρο των μυστηρίων της Εκκλησίας μας, έχουμε την αποκορύφωση της πίστεως του ανθρώπου, ο οποίος λατρεύει και δοξολογεί σωστά τον Θεό. Κι αυτό γιατί στο μυστήριο αυτό ο άνθρωπος νιώθει ότι λειτουργεί η πραγματική του ταυτότητα - εκείνη που του δόθηκε διά του αγίου βαπτίσματος, ότι έγινε δηλαδή μέλος του σώματος του Χριστού – και συνεπώς ότι κινείται σύμφωνα με τον ρυθμό της λειτουργίας αυτού του σώματος. Πότε για παράδειγμα τα φυσικά μέλη του σώματός μας είναι υγιή και φυσιολογικά; Όταν είναι συνδεδεμένα με το σώμα και λειτουργούν με τον ρυθμό αυτού του σώματος, συντονιζόμενα από την κεφαλή. Το ίδιο και στο πνευματικό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία: στη Θεία Ευχαριστία έχουμε την ορθή θέση και κίνηση του μέλους, το οποίο δοξολογεί ορθά τον Θεό, ευρισκόμενο σε κοινωνία με Εκείνον που είναι «η κεφαλή του σώματος» και με τα άλλα μέλη, τους συνανθρώπους του. Δεν υπάρχει λοιπόν μεγαλύτερη χαρά για τον Κύριο, δεν υπάρχει μεγαλύτερο «σβήσιμο», θα λέγαμε, κάθε παραπόνου Του, από το να μας βλέπει να συμμετέχουμε εν μετανοία, δηλαδή με τον ορθό τρόπο, στη Θεία Λειτουργία, το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι αφενός εκεί μας ανοίγονται τα μάτια για να δούμε ότι τα πάντα στη ζωή μας, ακόμη και τα θεωρούμενα δυσάρεστα, αποτελούν ευεργεσίες Του – «υπέρ πάντων ων ίσμεν και ουκ ίσμεν, των φανερών και αφανών ευεργεσιών των εις ημάς γεγενημένων» λέμε στην αγία αναφορά της Θείας Λειτουργίας – αφετέρου εκεί πάλι συνειδητοποιούμε ότι ο Θεός δεν είναι απλώς ο Παντοδύναμος Κύριος, αλλά ο ίδιος ο Πατέρας μας – «και καταξίωσον ημάς, Δέσποτα, μετά παρρησίας, ακατακρίτως, τολμάν επικαλείσθαί Σε, τον επουράνιον Θεόν, Πατέρα και λέγειν: Πάτερ ημών». 4. Στο περιστατικό όμως της επιστροφής του Σαμαρείτη πρώην λεπρού, που αποδίδει τη δοξολογία προς τον Θεό και την ευχαριστία στον Κύριο, συγκλονίζει κυριολεκτικά η αποτίμηση που κάνει ο Κύριος: «η πίστις σου σέσωκέ σε». Και λέμε ότι συγκλονίζει, διότι πίστη στον Χριστό έδειξαν και οι άλλοι εννέα λεπροί: και στην επίκλησή τους («Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς»), και την ώρα που ο Κύριος τους στέλνει στους ιερείς: θεραπεύτηκαν κάνοντας υπακοή στον λόγο Του («και εν τω υπάγειν αυτούς εθεραπεύθησαν»). Κι αυτό σημαίνει ότι μπορώ να έχω πίστη στον Χριστό και μάλιστα σ’ ένα βαθμό ενεργουμένη, να εισπράττω από τον Κύριο την εκπλήρωση κάποιου αιτήματός μου, και τελικώς να μην ανήκω στους σωσμένους. Το ζητούμενο με άλλα λόγια δεν είναι να πάρω κάτι από τον Θεό, αλλά να στήσω μία μόνιμη σχέση μαζί Του, να μπορώ να παραμένω πάντοτε με Εκείνον, έχοντας διαρκή αναφορά στο πάντιμο πρόσωπό Του. Κι αυτό είναι που κατάφερε, όπως φαίνεται, «ο αλλογενής» Σαμαρείτης. «Είδε» καθαρά ότι υπεράνω όλων, ακόμη και της κοινωνικής αποδοχής και της υγείας του – πράγματα που εξασφάλιζε πια με τη θεραπεία του από τη λέπρα – ήταν να γυρίσει στον Χριστό. Κατάλαβε ότι Εκείνος ήταν η σωτηρία του. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι με τη στάση του ο άνθρωπος αυτός ομολογούσε ό,τι ο απόστολος Παύλος έγραφε: «ηγούμαι πάντα σκύβαλα είναι, ίνα Χριστόν κερδήσω», όλα τα θεωρώ σκουπίδια, προκειμένου να έχω τον Χριστό, φανερώνοντας έτσι ένα μαρτυρικό φρόνημα αγάπης προς Εκείνον. γ. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι κι εμείς είμαστε πιστοί στον Χριστό: το φανερώνουν οι προσευχές μας, οι παρακλήσεις μας προς Αυτόν, η υπακοή μας συχνά στα λόγια Του, προκειμένου μάλιστα να «θεραπευτούμε» από διάφορες δυστυχίες μας. Ιδιαιτέρως σήμερα, με την κρίση της εποχής μας, οι κραυγές προς τον Χριστό έχουν πολλαπλασιαστεί. Πρέπει να προσέξουμε όμως, μήπως ανήκουμε στη χορεία των εννέα και όχι του ενός. Ο Χριστός επαίνεσε, είπαμε, τον ένα για την αληθινή του πίστη, η οποία έδειξε ότι υπεράνω όλων των αγαπών, ακόμη και την αγάπη προς τον εαυτό του, ήταν η αγάπη προς Εκείνον. Την έχουμε εμείς την αγάπη αυτή; Ή τέλος πάντων ζητούμε από τον Κύριο να την αποκτήσουμε; Αναρτήθηκε από π. Γιώργη Δορμπαράκη Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/

20/1 Σχόλιο Λουκάς ιζ΄12-19

ΟΥΔΕΙΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΥΕΡΓΕΤΗΘΕΝΤΑ ΑΧΑΡΙΣΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΒ' ΛΟΥΚΑ (Λουκά ΙΖ' 12-19) ΟΥΔΕΙΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΥΕΡΓΕΤΗΘΕΝΤΑ ΑΧΑΡΙΣΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΒ' ΛΟΥΚΑ (Λουκά ΙΖ' 12-19) Όχι μόνο μας αποκαλύπτει τις μεγάλες αλήθειες της Πίστεώς μας το Ιερό Ευαγγέλιο, αλλά ταυτοχρόνως φωτίζει και όλες τις πλευρές της ζωής μας. Φέρει στην επιφάνεια ακόμα και όσα αρνητικά κρύπτονται κάτω από μια κρούστα κοινωνικού καθωσπρεπισμού, ή τι πραγματικά συμβαίνει όταν ξεχειλίζει μια ανάρμοστη συμπεριφορά. Αυτό ακριβώς βλέπουμε να πραγματοποιείται στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής της ΙΒ' Λουκά, όπου συμπίπτει και η μνήμη του Μεγάλου Πατρός της Εκκλησίας μας, του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού. Όλοι σχεδόν γνωρίζουμε το θαύμα της θεραπείας των δέκα λεπρών. Και όλοι λυπούμαστε από το θλιβερό γεγονός που παρεμβάλλεται. Το γεγονός της αχαριστίας των εννέα από αυτούς, και μάλιστα Ιουδαίων. Αυτός δεν είναι και ο λόγος που δικαίως ο Κύριος διατύπωσε το παράπονό του «ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν;» ερώτησε, «Οι δε εννέα πού;». Δεν έπρεπε να επιστρέψουν και αυτοί, για να δοξάσουν τον Θεό, όπως επέστρεψε και ο ένας μόνο, «ο αλλογενής», ο Σαμαρείτης; Αχαριστία λοιπόν. Αυτό είναι το αγκάθι που εάν δεν προσέξει ο άνθρωπος, είναι δυνατόν να φυτρώσει στην ψυχή και να καταστρέψει πρωτίστως τη σχέση με τον ίδιο τον Θεό, αλλάταυτοχρόνως να καταπνίξει και τις σχέσεις με τον αδελφό. Το ότι βεβαίως ο Ίδιος ο Κύριος επισημαίνει το καρκίνωμα αυτό στην εν γένει συμπεριφορά, αλλά και το ότι οι Άγιοι που έχουν Χριστοποιηθεί, κάνουν λόγο για το επικίνδυνο αυτό σύμπτωμα που καταντά βαριά ασθένεια, τούτο σημαίνει ότι θα πρέπει να απασχολήσει κι εμάς. Να δούμε τι ακριβώς είναι η αχαριστία και στη συνέχεια πώς θεραπεύεται. Και πριν απ' όλα να τονίσουμε πως ο αχάριστος άνθρωπος, είναι και εμφανίζεται πάντοτε διπλά αχάριστος. Αρνείται να εκφράσει την ευχαριστία του προς τον Θεό, ο οποίος «τον ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους» (Ματθ. Ε' 45), και επιπλέον δένεται η γλώσσα του μπροστά στον άνθρωπο που τον βοήθησε ποικιλοτρόπως. Επομένως, η αχαριστία με την εμφάνισή της γεννά την αδικία. Την μεγάλη αυτή κατάρα που σε κάθε εποχή μαστίζει την κοινωνία. Όσο δε κι αν αυτό ακούγεται ως υπερβολή, είναι όμως πραγματικότητα και τούτο διότι, εφ' όσον έχεις δεχθεί ευεργεσίες, είναι απολύτως δίκαιο να ευχαριστήσεις και να δείξεις την ευγνωμοσύνη σου, την οποία υπαγορεύει η χριστιανική και όχι μόνο συμπεριφορά. Εάν δεν συμβεί αυτό, τότε πράγματι ο άνθρωπος ξεπέφτει στην αδικία. Ο Θεόπνευστος λόγος της Γραφής, σε μια μικρή φράση συμπυκνώνει όλη αυτή την πραγματικότητα που κάνει τον άνθρωπο να συνειδητοποιεί την αιώνια ευγνωμοσύνη του έναντι του Θεού: «τι έχεις ο ουκ έλαβες; ει δε και έλαβες, τι καυχάσαι ως μη λαβών;» (Α' Κορ. Δ' 7). Δηλ. ποιο χάρισμα έχεις το οποίο δεν έλαβες από τον Θεό; Όλα από το Θεό τα έχεις. Και εάν κάθε τι που έχεις το πήρες από το Θεό, γιατί λοιπόν καυχιέσαι σαν να μην πήρες τίποτε; Είναι μάλιστα πολύ χαρακτηριστική η φράση του Αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος Βλάχου, ο οποίος προφανώς είχε πικρή εμπειρία από τέτοιου είδους συμπεριφορές, όταν έλεγε: «ουδείς χειρότερος εχθρός από τον ευεργετηθέντα αχάριστο». Μάλιστα, έτσι δείχνει η ίδια η πραγματικότητα. Η μικρή κορυφή που φαίνεται λίγο επάνω από την επιφάνεια της ήρεμης ίσως προσωπικότητας, κρύπτει όγκο ολόκληρο αρνητικών προδιαγραφών και παγιωμένων ψυχικών και κοινωνικών συμπεριφορών. Και το πράγμα γίνεται έτι πλέον δραματικό γι΄ αυτόν που έχει βραχυκυκλωθεί στην κακία αυτής της αχαριστίας, Όταν ο ίδιος έχει βοηθηθεί, προωθηθεί και ευεργετηθεί από ανθρώπους της Εκκλησίας. Εκεί πλέον τα πράγματα είναι όντως τραγικά, αφού στο χώρο της Χάριτος, οι σχισμές και τα τραύματα φωτίζονται θέλοντας και μη, με αποτέλεσμα να δείχνουν καθ' υπερβολήν την ασχήμια της πληγής και ν' αποκαλύπτουν την αποφορά της πυορροούσης καρδίας. Και ναι μεν, αυτή είναι η ασθένεια και η πληγή, με τόσες άλλες παραμέτρους, που ενδεχομένως ο κάθε ένας να έχει υπόψιν του. Ας περάσουμε όμως τώρα να δούμε και την θεραπεία του πάθους. Να δούμε το πώς θα επανέλθει η υγεία στην προσβεβλημένη από την νόσο, άρρωστη ψυχή. Τι πρέπει λοιπόν να γίνει; Το πρώτο και βασικό είναι να καταστεί κατανοητόν και να συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος ότι η αχαριστία και η αγνωμοσύνη είναι μια εντελώς αφύσικη, παράλογη και καθαρώς αντιχριστιανική συμπεριφορά. Ταυτοχρόνως δε να έχουμε συνεχώς στο νου μας ότι ο ίδιος ο Θεός καταδικάζει την αχαριστία. Και όταν ο Θεάνθρωπος πονά για την συμπεριφορά αυτή και την στιγματίζει στον λόγο Του, τότε τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά. Χρειάζεται όμως και κάτι που είναι το ίδιο σημαντικό. Και αυτό ονομάζεται συστηματική προσπάθεια, στο να κρατούμε στην διάνοια και κυρίως στην καρδιά τις ποικίλες, αναρίθμητες και σκανδαλωδώς επαναλαμβανόμενες ευεργεσίες του Τριαδικού Θεού προς εμάς. Όταν με τη Χάρη του Θεού γίνει αυτό, τότε, φυσικώ τω τρόπω θα αισθανόμαστε και τις ευεργεσίες των ανθρώπων, των αδελφών μας. Τότε όντως θα γίνει το ευχάριστο και ευλογημένο. Θα ανοίξουν οι οφθαλμοί της καρδιάς μας και θα δούμε ότι όσο κι αν έχουμε πληγωθεί από κάποιους ανθρώπους, αυτοί που μας αγαπούν και ενδιαφέρονται για εμάς είναι πολλοί περισσότεροι από όσους νομίζουμε. Είναι πολύ μεγαλύτερος ο κύκλος των αδερφών μας που ειλικρινώς ενδιαφέρονται και πονούν για εμάς, παρά αυτοί που φανταζόμαστε ότι δήθεν μας αποστρέφονται. Όσο δε περισσότερο γλυκασμό στην ψυχή μας σταλάζει η χάρις της ευχαριστίας μας προς τους αδελφούς, τόσο και περισσότερο θα αυξάνει η ευγνωμοσύνη μας προς τον Κύριο Ιησού Χριστό. Έτσι, τώρα ο πιστός ευαισθητοποιείται στην σωστή έννοια και κατάσταση της ευαισθησίας και οι ψυχικές του κεραίες συλλαμβάνουν ακόμα και τις μικρές αφορμές για να ξεδιπλώσουν τους ύμνους ευχαριστίας και ν' ανταποδώσουν την αγάπη προς τους ομοιοπαθείς μας αδελφούς. Τι να πούμε αδελφοί μου πρώτο και τι ν' αφήσουμε δεύτερο για το θέμα αυτό. Το βέβαιο είναι ότι η ύπαρξή μας θα πρέπει να ξεχειλίζει από το άρωμα της ευγνωμοσύνης! Σε ποια, αλήθεια, από τις ευεργεσίες του Θεού να σταθούμε; Στην άφεση των αμαρτιών, που μας χαρίζει διά του Σώματος και του Αίματός του και που διά του Ιερωτάτου μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας μας προσφέρει; Στην Σταυρική του Θυσία ή στο μεγάλο μυστήριο της Θείας ενανθρωπήσεως και στην Ταπείνωση της Βαπτίσεώς Του υπό του Ιωάννου στα Ιορδάνια νάματα; Αδελφοί μου, οι δέκα ταλαίπωροι λεπροί, απαλλάχθηκαν από την φοβερή ασθένεια της λέπρας. Ας προσέξουμε όμως διότι υφίσταται μια άλλη πολύ χειρότερη λέπρα που ονομάζεται αχαριστία και αυτή προσβάλλει όχι το σώμα που θεραπεύεται, αλλά την αθάνατη ψυχή μας. Οπωσδήποτε, το να προλαμβάνει κανείς, είναι σοφότερο από το να θεραπεύει. Αλλά και στην περίπτωση κατά την οποία οι ακτινογραφίες του Ευαγγελικού μας Αναγνώσματος, δείξουν προσβολή από την νόσο της αχαριστίας και πάλι δεν χρειάζεται να μας καταλάβει σύγχυση και πανικός. Η μέθοδος της θεραπείας μέσω των Ιερών μυστηρίων, της θερμής προσευχής και της Ορθοδόξου Πνευματικότητος, θα επιφέρουν την ευλογημένη θεραπεία και την χαρά της ευχαριστίας. Η δε ευγνωμοσύνη θα μας κάνει ώστε συνεχώς να ανακαλύπτουμε ολοένα και περισσότερο τα ατίμητα δώρα της αγάπης του Θεού. Επομένως, δεν έχουμε παρά να συνοψίσουμε τώρα μελωδικώς, αυτές τις εκφάνσεις της Θείας Οικονομίας, δοξάζοντας τον ενανθρωπήσαντα Κύριο μας και Θεό μας Ιησούν Χριστόν. «Τι ανταποδώσωμεν τω Κυρίω περί πάντων ων ανταπέδωκεν ημίν; Δι ημάς Θεός εν ανθρώποις, δια την καταφθαρείσαν φύσιν ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, προς τους αχαρίστους ο Ευεργέτης, προς τους αιχμαλώτους ο Ελευθερωτής, προς τους εν σκότει καθημένους ο Ήλιος της δικαιοσύνης. Επί τον Σταυρόν ο απαθής, επί τον Άδην το φως, επί τον θάνατον η ζωή, η ανάστασις δια τους πεσόντας, προς ον βοήσωμεν , ο Θεός ημών δόξα Σοι» (Στιχηρό Αίνων του Βαρ. ήχου). Αμήν Άρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com

Σελίδα 11 από 11