HeadShort.png

13/5 Κηρύγματα για την Κυριακή του τυφλού : Ιωάν. θ΄1-38

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου «εν οίδα, ότι τυφλός ων, άρτι βλέπω»!
Το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα παρουσιάζεται ένα θαυμαστό γεγονός. Ένας εκ γενετής τυφλός αποκτά με τη θαυματουργική επέμβαση του Ιησού Χριστού την όρασή του. Και το γεγονός της θεραπείας του γίνεται αφετηρία σωτηρίας Η ευαγγελική περικοπή μας οδηγεί στη σκέψη, ως ορθόδοξοι Χριστιανοί, να προβληματιστούμε για την πίστη μας και για τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, που δεχθήκαμε τη στιγμή της Βαπτίσεώς μας
Οι περισσότεροι εξ’ ημών, διαθέτουμε την όρασή μας και χαιρόμαστε την κτίση και την ωραιότητά της. Το ερώτημα είναι αν οι εξωτερικοί οφθαλμοί μας οδηγούν στη θέα του Θεού και στη Θέωση, όπως οδηγήθηκε ο «εκ γενετής τυφλός», ο οποίος μάλιστα μειονεκτούσε έναντι ημών, αφού δεν είχε το κτιστό φως.
Όντως ο «εκ γενετής τυφλός» δεν είχε εξωτερικούς οφθαλμούς για να βλέπει το κτιστό φως. Είχε όμως εσωτερικούς οφθαλμούς, που έβλεπε το άκτιστο Φως με αποτέλεσμα όταν τον πλησίασε ο επί γης Θεός, ο Θεάνθρωπος Χριστός, απέκτησε και το κτιστό φως.
Συνεπώς ο άνθρωπος κατέχοντας το άκτιστο Φως, βλέπει και ενώνεται με τον Θεό. Το βλέπει με τους εσωτερικούς οφθαλμούς, με τους πνευματικούς οφθαλμούς, οι οποίοι πραγματώνουν την ένωσή του με τον Θεό, που γίνεται γνώση του Θεού, η οποία είναι υπέρ την ανθρώπινη γνώση και αίσθηση.
Τον «εκ γενετής τυφλό» της ευαγγελικής περικοπής, επισκέφθηκε ο ίδιος ο Χριστός και ενώθηκε μαζί Του. Εμείς περιμένουμε τον Παράκλητο, για να ενωθούμε μαζί Του.
Πράγματι, η ένωση αυτή του ανθρώπου με τον Θεό γίνεται όταν έλθει ο Παράκλητος στον προσευχόμενο, που αναμένει την επαγγελία του Θεού, για τον οδηγεί στη θέα του Θεού, η οποία είναι εκείνη που δείχνει την ένωση του Θεού με τον άνθρωπο.
Έτσι η θέωση, που είναι ο σκοπός της πνευματικής ζωής, είναι εμφάνεια, είναι φανέρωση του Θεού στην καθαρή καρδιά του ανθρώπου. Αυτή η θέα του ακτίστου Φωτός είναι εκείνη, που δημιουργεί την πνευματική ευφροσύνη, το θάρρος και την παρρησία στην ψυχή και στη συμπεριφορά του ανθρώπου, σαν αυτή που επέδειξε ο ευεργετηθείς τυφλός, όταν τον εξέταζαν με περιέργεια οι γείτονες και οι Φαρισαίοι, οι οποίοι ενοχλήθηκαν, διότι ήταν Σάββατο η ημέρα της θεραπείας του. Όμως αυτός με θάρρος τους απαντά: «Απεκρίθη ουν εκείνος και είπεν. Ει αμαρτωλός εστίν ουκ οίδα· εν οίδα, ότι τυφλός ων άρτι βλέπω. Είπον δε αυτώ πάλιν τι εποίησέ σου; πώς ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; Απεκρίθη αυτοίς· είπον υμίν ήδη, και ουκ ηκούσατε· τι πάλιν θέλετε ακούειν; μη και υμείς θέλετε αυτού μαθηταί γενέσθαι; ελοιδόρησαν αυτόν και είπον συ ει μαθητής εκείνου· ημείς δε του Μωυσέως εσμέν μαθηταί».
Διακρίνουμε στο ύφος της απάντησης του Τυφλού, ότι μιλά με άνεση και τόλμη, ενώ προηγουμένως οι γονείς του κράτησαν μια ουδετερότητα στις διευκρινίσεις τους, όταν οι Φαρισαίοι τους ρώτησαν: «ούτος εστίν ο υιός υμών, όν υμείς λέγετε ότι τυφλός εγεννήθη; πώς ουν άρτι βλέπει; απεκρίθησαν δε αυτοίς οι γονείς αυτού και είπον: οίδαμεν ότι ούτος εστίν ο υιός ημών και ότι τυφλός εγεννήθη. Πώς δε νυν βλέπει ουκ οίδαμεν αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, αυτός περί εαυτού λαλήσει. Ταύτα είπον οι γονείς αυτού, ότι εφοβούντο τους Ιουδαίους· ήδη γαρ συνετέθειντο οι Ιουδαίοι ίνα, εάν τις αυτόν ομολογήση Χριστόν, αποσυνάγωγος γένηται. Δια τούτο οι γονείς αυτού είπον ότι ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε».
Από τα γενόμενα διακρίνουμε την πλήρη σωματική και πνευματική αποκατάσταση της υγείας του Τυφλού και απολήγουμε στο εύλογο συμπέρασμα, ότι το τέλος της θεραπείας, όχι μόνο του συγκεκριμένου ανθρώπου, αλλά του κάθε ανθρώπου είναι η θέα του ακτίστου Φωτός, η οποία κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, είναι γνώρισμα του Φωτός εκείνου, είναι η γινομένη στην ψυχή κατάπαυση των ηδονών και των παθών και επιφέρει την των λογισμών ειρήνη και κατάσταση, ανάπαυση και πνευματική χαρά, περιφρόνηση της δόξας των ανθρώπων και συγχρόνως ταπείνωση, που είναι συνδεδεμένη με απόλυτη αγαλλίαση.
Δια το άκτιστο θείο φως, ο Ιδρυτής της Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου στο Essex της Μ. Βρετανίας, Γέροντας Σωφρόνιος γράφει στο βιβλίο του: Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης [(1866-1938), Αθήνα 1988, δ΄ εκδ. σελ. 195-200] τα κάτωθι:
«Ο Θεός, όντας φως στο οποίο «σκοτία ουκ εστίν ουδεμία», εμφανίζεται πάντοτε στο φως και ως φως. Το άκτιστο φως είναι ως προς την φύση του θεία ενέργεια, κάτι τελείως διαφορετικό από το φυσικό φως. Κατά τη θέα του επικρατεί προπαντός η αίσθηση του ζωντανού Θεού, που απορροφά ολόκληρο τον άνθρωπο, ως άυλη αίσθηση του άυλου, ως αίσθηση νοερή και όχι λογική, ως αίσθηση με εξουσιαστική δύναμη που κατευθύνει τον άνθρωπο σε άλλο κόσμο, τόσο γαλήνια, που αυτός δεν αντιλαμβάνεται την στιγμή που του συνέβηκε αυτό και δεν ξέρει, αν ο ίδιος βρίσκεται στο σώμα του ή εκτός του σώματός του. Αποκτά τότε συνείδηση του εαυτού του, τόσο ενεργητική και βαθειά , όσο ποτέ άλλοτε στην συνηθισμένη ζωή, και συγχρόνως λησμονεί τον εαυτό του και τον κόσμο, πλημμυρισμένος από την αγάπη του Θεού. Βλέπει με το πνεύμα τον Αόρατο, Τον αναπνέει, βρίσκεται όλος κοντά Του.
Μ’ αυτήν την υπέρλογη αίσθηση του ζωντανού Θεού που ξεχειλίζει τα πάντα συνενώνεται η θέα του φωτός, ενός φωτός διαφορετικού στη φύση του από το φυσικό φως. Ο ίδιος ο άνθρωπος μένει τότε στο φως κι εξομοιώνεται με το φως που βλέπει, πνευματοποιείται απ’ αυτό και δεν βλέπει και δεν αισθάνεται ούτε την δική του υλικότητα ούτε την υλικότητα του κόσμου.
Η όραση έρχεται με ακατάληπτο τρόπο. Σε ώρα που δεν προσμένεται, δεν έρχεται ούτε απ’ έξω, ούτε από μέσα, αλλ’ αγκαλιάζει με ανέκφραστο τρόπο το πνεύμα του ανθρώπου, εισάγοντάς τον στον κόσμο του Θείου φωτός. Και δεν μπορεί να πει, αν βρέθηκε σ’ έκσταση, δηλαδή, αν η ψυχή του ήταν έξω από το σώμα, γιατί δεν αντιλαμβάνεται την επιστροφή στο σώμα.
Το Θείο Φως είναι ορατό άσχετα από συνθήκες. Είναι ορατό και στο σκοτάδι της νύχτας και στο φως της ημέρας. Η ευδοκία του Θεού κατεβαίνει μερικές φορές με τέτοιο τρόπο, ώστε να διατηρείται η αντίληψη και του σώματος και του γύρω κόσμου. Τότε ο άνθρωπος μπορεί να μένει με τα μάτια ανοιχτά και να βλέπει ταυτόχρονα δύο φώτα, και το φυσικό φως και το Θείο φως. Αυτήν την όραση οι Άγιοι Πατέρες την ονομάζουν «όραση με τους φυσικούς οφθαλμούς». Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η πράξη της οράσεως του Θείου φωτός είναι ανάλογη σ’ όλα, με τη συνήθη ψυχοφυσιολογική πορεία της φυσικής οράσεως. Δεν σημαίνει δηλαδή πως το Θείο φως είναι όμοιο με το φυσικό, το οποίο (ανεξάρτητα από το ποια επιστημονική θεωρία για το φως δεχόμαστε) προκαλεί τη γνωστή διέγερση του οπτικού νεύρου και στη συνέχεια περνά στην ψυχολογική διαδικασία της οράσεως. Το Θείο φως είναι διαφορετικό στη φύση του, είναι Φως νοερό, Φως πνευματικό, Φως αγάπης, Φως ζωής.
Εικόνα του Θείου φωτός στο φυσικό κόσμο είναι το φυσικό φως. Η θέα των γύρω μας αντικειμένων είναι δυνατή, μόνον όταν υπάρχει φως, κι αν το φως είναι αμυδρό, το μάτι μόλις που διακρίνει τα αντικείμενα· αν είναι αφθονότερο, βλέπει καθαρότερα. Τέλος η όραση φτάνει στην πληρότητά της στο πλήρες ηλιακό φως. Παρομοίως και στον πνευματικό κόσμο κάθε αληθινή όραση είναι δυνατή μόνο στο Θείο φως, κι όχι αλλιώς. Αυτό το φως παρέχεται στον άνθρωπο σε διαφορετικό μέτρο. Κι η πίστη είναι φως, αλλ’ ανεπαρκές. Κι η ελπίδα είναι φως, αλλ’ ακόμη ατελές, ενώ η αγάπη είναι τέλειο φως.
Το άκτιστο φως φωτίζει, σαν τον ήλιο, τον πνευματικό κόσμο κι αποκαλύπτει στον άνθρωπο τις πνευματικές οδούς, που είναι αθέατες μ’ άλλον τρόπο. Χωρίς αυτό το φως δεν μπορεί ο άνθρωπος ούτε να εννοήσει, ούτε πολύ περισσότερο, να εκπληρώσει τις εντολές του Χριστού, γιατί μένει στο σκοτάδι. Το άκτιστο φως φέρει μέσα του την αιώνια ζωή και την πνοή της Θείας αγάπης. Μάλλον το ίδιο είναι η αιώνια ζωή και η Θεία αγάπη.
Όποιος δεν είδε με δύναμη και πίστη το άκτιστο φως, αυτός δεν γεύτηκε ακόμη την αληθινή δύναμή του. Το Θείο φως είναι η αιώνια ζωή, η βασιλεία του Θεού, η άκτιστη ενέργεια της Θεότητας. Δεν περιλαμβάνεται φυσικώς μέσα στον άνθρωπο, γιατί είναι άλλης φύσης από τη δική μας, την κτιστή φύση. Γι’ αυτό δεν μπορεί να ξετυλιχτεί μέσα μας μ’ οποιαδήποτε ασκητικά μέσα, αλλ’ έρχεται αποκλειστικά, ως δώρο του Ενός Αγαθού.
Όταν η προσευχή του ανθρώπου περνά για πρώτη φορά στην όραση του Θείου φωτός, τότε το θεώμενο και βιούμενο είναι τόσο νέο και καταπληκτικό γι’ αυτόν, που δεν μπορεί να εννοήσει τίποτε. Αισθάνεται πως πλάτυναν ανείπωτα τα όρια της υπάρξεώς του, πως το φως που φανερώθηκε τον πέρασε από τον θάνατο στη ζωή, αλλ’ από το μεγαλείο του συμβάντος μένει σ’ απορία και έκπληξη, και μόνο μετά από επανειλημμένες επισκέψεις εννοεί το δώρο που του χορήγησε ο Θεός.
Η ψυχή κατά την όραση και μετά απ’ αυτήν, είναι γεμάτη από βαθειά ειρήνη και από την γλυκύτητα της αγάπης του Θεού. Εξαφανίζεται απ’ αυτήν κάθε επιθυμία δόξας, πλούτου, οποιασδήποτε γήινης ευτυχίας, ακόμη κι αυτής της ίδιας της ζωής. Όλα αυτά θεωρούνται «σκύβαλα» και η επιθυμία της την σύρει προς το ζωντανό άπειρο, το Χριστό, στον οποίο δεν υπάρχει, ούτε αρχή, ούτε τέλος, ούτε σκοτάδι, ούτε θάνατος».
Από τους δύο αυτούς τρόπους θεωρίας του Θείου φωτός ο Γέροντας Σωφρόνιος, προτιμούσε εκείνον κατά τον οποίον «ο κόσμος λησμονείται παντελώς», όταν δηλαδή την ώρα της προσευχής το πνεύμα του ανθρώπου βγαίνει έξω από τις εικόνες του κόσμου και εισέρχεται στη σφαίρα του ατελείωτου φωτός, γιατί μια τέτοια όραση παρέχει μεγαλύτερη γνώση για τα μυστήρια του «μέλλοντος αιώνος». Στην κατάσταση αυτής της οράσεως η ψυχή αισθάνεται ενεργώς την κοινωνία στη Θεία ζωή και δοκιμάζει υπαρξιακώς μια τέτοια έλευση του Θεού, για την οποία είναι αδύνατο να μιλήσει η ανθρώπινη γλώσσα. Όταν η όραση αυτή τελειώσει, για λόγους άγνωστους στον άνθρωπο κι ανεξάρτητα από την θέλησή του, όπως κι άρχισε ανεξάρτητα, τότε επιστρέφει σιγά-σιγά η ψυχή στην αντίληψη του γύρω κόσμου και στην γλυκιά χαρά της αγάπης του Θεού προστίθεται μια λεπτή λύπη, γιατί θα βλέπει και πάλι το φως του φυσικού τούτου ήλιου.
Ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού. Αλλ’ ερωτάται: τι είναι σ’ αυτόν η εικόνα του Θεού ή σε τι έγκειται αυτή η εικόνα; Στο σώμα; Στην ψυχική ή στην ψυχοφυσική σύσταση του ανθρώπου; Στο τριαδικό των ψυχικών του δυνάμεων και εκδηλώσεων;
Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι εξαιρετικά πολύπλοκη. Μερικές διαθλάσεις και ανταύγειες της εικόνας του Θεού δεν αποκλείονται σ’ όλα όσα απαριθμήσαμε, αλλά το πιο ουσιαστικό είναι η μορφή της υπάρξεως. Το κτιστό ον κοινωνεί κατά τη δωρεά της ευδοκίας με την άκτιστη άναρχη Ύπαρξη. Πώς είναι δυνατόν αυτό; Είναι τόσο ανεξήγητο όσο ακατάληπτο και ανεξιχνίαστο είναι το μυστήριο της δημιουργίας του κόσμου « εκ του μηδενός». Κι όμως είναι τέτοια η ευδοκία του ουράνιου πατέρα, ώστε ο κτισθείς «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση» είναι προικισμένος με την ικανότητα να δηχθεί την θέωση, να γίνει κοινωνός δηλαδή της θείας ζωής, να λάβει το θείο τρόπο υπάρξεως, να γίνει Θεός κατά χάρη.
Τη θέωση ο άνθρωπος την επιδέχεται, δηλαδή ο Θεός είναι η ενεργούσα αρχή στην πράξη της θεώσεως κι ο άνθρωπος η προσλαμβάνουσα. Η πρόσληψη όμως αυτή δεν είναι καθαρά παθητική και η πράξη της θεώσεως δεν μπορεί να τελεσθεί αλλιώς, παρά με τη συμφωνία και την συνεργασία του ίδιου του ανθρώπου. Στην αντίθετη περίπτωση χάνεται και η ίδια η δυνατότητα της θεώσεως. Σ’ αυτό έγκειται η ουσιώδης διαφορά της αρχικής πράξεως της δημιουργίας από το ακόλουθο στάδιό της. Της θεώσεως της λογικής κτίσεως. Αν είναι απερινόητο το μέγα μυστήριο της δημιουργίας του κόσμου γενικώς, το μυστήριο της δημιουργίας αιωνίων θεών είναι ακόμη περισσότερο απείρως πιο μεγαλειώδες. Αν όλη η ζωή γύρω μας είναι θαύμα που μας καταπλήσσει με το μεγαλείο του, η συνείδηση του Θείου θαύματος, μέσα στον άνθρωπο που εισέρχεται στον κόσμο του ακτίστου φωτός, αποκτά ασύγκριτα μεγαλύτερη δύναμη και βάθος». Ο κάθε Χριστιανός πρέπει, να μιμηθεί τον Τυφλό και όπως και εκείνος ομολόγησε με πίστη, θάρρος και τόλμη, ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων, έτσι και κάθε Χριστιανός πρέπει να διαλύει τα σκότη της απιστίας, της διαφθοράς, της ειδωλολατρίας, του πεσσιμισμού, του ωχαδερφισμού, της ιδιοτέλειας, του εγωισμού.
Συνεπώς πρέπει να προσευχόμαστε αδιαλείπτως λέγοντες «ελθέτω η βασιλεία σου, ως εν ουρανώ και επί της γης», αλλά και να προσπαθούμε, με όλες μας τις δυνάμεις, να πραγματοποιηθεί αυτό το αίτημά στον κάθε πιστό. Θα πρέπει να φροντίζουμε το φως της ορθοδοξης διδασκαλίας, δια της ορθοπραξίας του καθενός μας, να μπει παντού. Να μπει στην οικογένεια, στην παιδεία, στην τέχνη, στην λογοτεχνία, στην επιστήμη, στην πολιτική, στον στρατό, στον αθλητισμό, στην ψυχαγωγία, παντού και πάντοτε. Και, επειδή ο Θεός είναι Φως, αυτή η μέθοδος, όταν εφαρμόζεται σωστά, δεν είναι παρά μια πορεία προς το Φως, σαν αυτή που ακολούθησε ο «εκ γενετής τυφλός».
Χριστός ανέστη!

=========================================================================================================

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (Ιωάν. Θ΄ 1-38) Γράφει ο Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος,
Όταν ο άνθρωπος θελήσει να ρίξει μια ματιά στον εαυτό του, θα διαπιστώσει με θλίψη ότι, εκτός από τις αρετές και τα χαρίσματα, διαθέτει μεγάλα πάθη και μεγάλες αδυναμίες. Και τέτοιο φοβερό πάθος, το πάθος του φθόνου αποκαλύπτεται με την ευαγγελική περικοπή του τυφλού, στα πρόσωπα τωνΌταν ο άνθρωπος θελήσει να ρίξει μια ματιά στον εαυτό του, θα διαπιστώσει με θλίψη ότι, εκτός από τις αρετές και τα χαρίσματα, διαθέτει μεγάλα πάθη και μεγάλες αδυναμίες. Και τέτοιο φοβερό πάθος, το πάθος του φθόνου αποκαλύπτεται με την ευαγγελική περικοπή του τυφλού, στα πρόσωπα των Φαρισαίων.
Όχι ότι δεν γνώριζαν τον «ποτέ τυφλόν» (δηλ. τον πρώην τυφλό), όχι ότι δεν έβλεπαν και δεν διαπίστωναν με τα ίδια τους τα μάτια το καταπληκτικό θαύμα του Κυρίου Ιησού, όχι ότι είχαν ανάγκη την μαρτυρία των γονέων του… Τίποτε απ’ όλα αυτά. Το μεγάλο πρόβλημα για τους τότε αλλά και της κάθε εποχής Φαρισαίους ήταν και παραμένει ο φθόνος.
Δικαίως δε από τους αγίους της Εκκλησίας μας έχει χαρακτηριστεί ως το ολεθριότερο απ’ όλα τα πάθη και απ’ όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες. Δεν είναι μόνο ότι τον πικραίνει και τον δηλητηριάζει με το φαρμάκι του, τον δύστυχο άνθρωπο που θρέφει το φθόνο μέσα στην καρδιά του, αλλά ταυτοχρόνως τον κάνει να παραλογίζεται και να καταντά σε πράξεις καθαρώς δαιμονικές. Τέλος δε, τον εξευτελίζει και τον γελοιοποιεί ενώπιον των συνανθρώπων του, αφού μετά βεβαιότητος του «εξασφαλίζει» το εισιτήριο για την «λίμνη του πυρός την καιομένη».(Αποκ. ΙΘ΄20).
Και ναι μεν, οι Φαρισαίοι, εξευτελίστηκαν από τις ίδιες τους τις ερωτήσεις, καθ΄ότι ο τέως τυφλός, διά των απαντήσεών του, αφ’ ενός μεν ομολογεί την πίστη του στον Χριστό, αφ’ ετέρου δε αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι αυτοί (που τελικώς κατάντησαν Χριστοκτόνοι), ήταν οι πραγματικά τυφλοί, αφού τους οφθαλμούς της διανοίας, τους είχε καταστρέψει το δηλητήριο της κακίας και το σαράκι του φθόνου.
Αλλ’ αδελφοί μου, το ίδιο δεν βλέπουμε και μετά τόσους αιώνες να συμβαίνει και σήμερα στην κοινωνία μας, όσον αφορά τον φθόνο των συγχρόνων Γραμματέων και Φαρισαίων, έναντι του Θεανδρικού προσώπου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού;
Αναμφιβόλως, οι σύγχρονοι αυτοί κακούργοι Γραμματείς και Φαρισαίοι, βρίσκονται σε πολύ χειρότερη μοίρα από αυτούς της Ευαγγελικής Περικοπής, αφού οι τόσοι αιώνες που προηγήθηκαν απέδειξαν περίτρανα το τι ακριβώς είναι ο Χριστός και το Σώμα Του, η Ορθοδοξία μας δηλαδή.
Οπωσδήποτε, το μόνο βέβαιο είναι ότι όπως και σε κάθε περίπτωση και σε κάθε εποχή, έτσι και τώρα, αλλά και έως το τέλος των αιώνων, τα ίδια αποτελέσματα αυτής της καταστάσεως, θα έρθουν να επιβεβαιώσουν ότι όσοι φθονούν τον Χριστό, γίνονται καταγέλαστοι.
Αλήθεια, που είναι οι εχθροί του Ιησού της κάθε εποχής; Πού οι παρανοϊκοί Νέρωνες και οι φθονεροί Διοκλητιανοί; Πού οι απαίσιοι και διεστραμμένοι διώκτες της Εκκλησίας του, όπως ο Στάλιν και όλο το κακό συναπάντημα του δαιμονικού φθόνου;
Πόσο πραγματικός αποδεικνύεται και στην περίπτωση αυτή ο αψευδής λόγος του Θεού: «είδον τον ασεβή υπερυψούμενον και επαιρόμενον ως τας κέδρους του Λιβάνου, και παρήλθον και ιδού ουκ ην, και εζήτησα αυτόν, και ουχ ευρέθη ο τόπος αυτού» (Ψαλμ. ΛΣΤ΄ 35-36). Δηλ. Είδα τον ασεβή να υψώνεται και να υπερηφανεύεται σαν τους κέδρους του Λιβάνου (τα πιο ψηλά δένδρα της περιοχής). Όταν εγώ δε πέρασα απ’ εκεί, αυτός δεν βρισκόνταν πλέον. Δεν υπήρχε, τον ανεζήτησα και δεν βρέθηκε, ούτε ο τόπος που αυτός ήταν προηγουμένως. Είχαν χαθεί τα ίχνη του. Αυτό ήταν το τέλος του.
Και για να μη νομίσει κανείς ότι μεροληπτούμε έναντι ορισμένων παραρτημάτων του Άδου, να τονίσουμε ότι το ίδιο κατάντημα θα έχουν και όσοι φθονούν τον Χριστό και την αλήθεια, ανήκουν όμως σε διαφορετικές «μαύρες» παρατάξεις που φαινομενικά παρουσιάζονται ότι δήθεν έχουν κάποιο θρησκευτικό συναίσθημα και εκκλησιαστικό κάλυμμα ή εμφανίζονται (για τους αφελείς βεβαίως) ότι μέσα στους κόλπους τους υφίστανται και «καλοί Χριστιανοί».
Στο σημείο όμως αυτό είναι ανάγκη, αγαπητοί μου, να επισημάνουμε δύο βασικές αλήθειες που δεν φαίνεται να είναι απ’ όλους γνωστές. Α) Εάν ένας ισχυρίζεται ότι είναι πιστός Χριστιανός και ταυτοχρόνως ανήκει σε κόμματα ή παρατάξεις που φθονούν είτε φανερά, είτε κρυφά τον Χριστό (και ο νοών νοείτω), οι άνθρωποι αυτοί ή δεν γνωρίζουν τι θα πει Χριστιανική πίστη ή αγνοούν τι ακριβώς πρεσβεύουν οι παρατάξεις και οι «ιδεολογίες» στις οποίες ανήκουν. Β) δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός, ότι όλες αυτές οι παρατάξεις, κόμματα, ιδεολογίες κ.λ.π. που εχθρεύονται τον Χριστό και φθονούν τους πραγματικά πιστούς, μπορεί να έχουν μεταξύ τους τεράστιες διαφορές και πράγματι να παρουσιάζουν εντελώς αποκλίνουσες πορείες. Όμως, υφίστανται δύο βασικότατοι στόχοι που τους ενώνουν και τους κάνουν να σχηματίζουν ενιαίο μέτωπο. Πρώτον: Ότι αρνούνται συνειδητά την Θεότητα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού (όπως οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι), και δεύτερον, ότι χτυπούν με πείσμα, με λύσσα θα λέγαμε, οτιδήποτε το Ρωμαίικο, οτιδήποτε δηλ. το Ελληνικό, όπως ακριβώς και οι Σιωνιστές! Και άνευ αντιρρήσεως, θα πρέπει κανείς να διαθέτει μεγάλη δόση αφελείας για να δεχθεί ότι αυτή η ρίζα και η πηγή, αυτός ο συνδυασμός, ως και το αποτέλεσμα των εχθρών του Χριστού είναι όλως τυχαία!...
Είχαν τόσο φθόνο οι Ιουδαίοι εναντίον του Χριστού που «εβουλεύσαντο ίνα και τον Λάζαρον αποκτείνωσιν, ότι πολλοί δι’ αυτόν ... επίστευον εις τον Ιησούν» (Ιωάν. ιβ΄ 10-11). Δηλ.Οι αρχιερείς αποφάσισαν να σκοτώσουν και τον Λάζαρο, επειδή εξαιτίας του πολλοί Ιουδαίοι εγκατέλειπαν αυτούς και πίστευαν στον Ιησού.
Όντως, ο πατέρας τους ο διάβολος, τον οποίον υπηρετούν, τους ενώνει ακριβώς στο να χτυπούν την Ορθόδοξη Εκκλησία μας και την Ελλάδα μας.
Δεν χρειάζεται για να διαπιστωθεί του λόγου το αληθές, παρά να ρίξει μια απλή ματιά κανείς στις προγραμματικές δηλώσεις ορισμένων κομμάτων (περί καταργήσεως πρωϊνής προσευχής, εκκλησιασμού, παρελάσεων κ.τ.λ.) αλλά και στα καταχθόνια σχέδια των «ποικίλλων στοών».
Φαίνεται πως κάποιοι, θέλοντας και μη, έχουν βάλει σκοπό στη ζωή τους να αποδεικνύουν την αδιάσπαστη συνέχεια του φθόνου που έτρεφαν και τρέφουν οι Εβραίοι και όσοι υποτάσσονται σ΄ αυτούς, εναντίον του Χριστού.
Και πάλι ο θεόπνευστος ψαλμωδός καταγράφει την πραγματικότητα αυτή με ένα συγκλονιστικό ερώτημα που αποδεικνύει τον συνασπισμό της κολάσεως αλλά ταυτοχρόνως το επαίσχυντο τέλος, των όσων φθονούν τον Χριστό και την Εκκλησία του: «Ίνα τι εφρύαξαν έθνη και λαοί εμελέτησαν κενά; Παρέστησαν οι βασιλείς της γης, και οι άρχοντες συνήχθησαν επί το αυτό κατά του Κυρίου και κατά του χριστού αυτού... Ο κατοικών εν ουρανοίς εκγελάσεται αυτούς, και ο Κύριος εκμυκτηριεί αυτούς» (Ψαλμοί Β΄ 1-4). Δηλ. Γιατί φρύαξαν τα έθνη και οι λαοί σκέφθηκαν μάταια πράγματα; Οι βασιλείς της γης παρατάχθηκαν απειλητικά και οι άρχοντες συγκεντρώθηκαν μετά από συμφωνία στον ίδιον τόπο εναντίον του Κυρίου και εναντίον του χριστού αυτού, του Μεσσία... Αυτός όμως, που κατοικεί στους Ουρανούς, ο Θεός, θα γελάσει περιφρονητικά σ’ αυτούς (για τις ενέργειές τους αυτές) και ο Κύριος θα τους χλευάσει και θα τους περιπαίξει.
Τώρα, να περιμένει κανείς αγάπη από τους ανθρώπους αυτούς; Να περιμένει δηλ. την Χριστιανική τελειότητα της αγάπης, απ’ όσους είναι βυθισμένοι, οι ταλαίπωροι, μέσα στην κόλαση του φθόνου; Όλα τ’ άλλα μπορεί να τα περιμένει κανείς, πλην όμως αυτού.
Γιατί πώς μπορεί κανείς ν’ αγαπήσει τον συνάνθρωπό του, τον συγγενή του και φίλο του, όταν αυτός ο ίδιος φθονεί την αλήθεια; Πώς να έχει χαρούμενο πρόσωπο όταν μέσα στην καρδιά του μεγαλώνει τα φίδια της κακίας και μέσα στις φλέβες του ρέει το πύον του φθόνου, για τις εικόνες του Θεού;
Ας μην ξεγελιόμαστε, αδελφοί μου. Ο ζωντανός λόγος του Θεού είναι απόλυτος και ξεκάθαρος: «Ημείς αγαπώμεν αυτόν, ότι αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς. Εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν, και τον αδελφόν αυτού μισή, ψεύστης εστίν. Ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν, ον εώρακε, τον Θεόν ον ούχ εώρακε πώς δύναται αγαπάν; Και ταύτην την εντολήν έχομεν απ’ αυτού, ίνα ο αγαπών τον Θεόν, αγαπά και τον αδελφόν αυτού» (Α’ Ιωαν. Δ’ 19-21). Δηλ. Εμείς τον αγαπούμε (τον Θεό), διότι αυτός μας αγάπησε πρώτος. Εάν κάποιος πει, «Αγαπώ τον Θεό» αλλά μισεί τον αδελφό του, είναι ψεύτης. Διότι, όποιος δεν αγαπά τον αδελφό, τον οποίο έχει δει, πώς δύναται ν΄ αγαπά τον Θεό, τον οποίο δεν έχει δει; Άλλωστε, αυτή την εντολή έχουμε απ’ αυτόν, όποιος δηλ. αγαπά τον Θεό, ν΄ αγαπά και τον αδελφό του.
Αλήθεια, μπορεί κανένας λογικός άνθρωπος, να έχει αντίρρηση με αυτά που γράφει ο Ευαγγελιστής της αγάπης; Αυτή είναι η πραγματικότητα, είτε θέλει να την δεχθεί κανείς είτε όχι. Και φυσικά, σε καμμία των περιπτώσεων δεν μπορεί να προβληθεί η δικαιολογία ότι δεν γνωρίζουμε.
Ας μη λησμονούμε δε ποτέ, ότι «το σκοτάδι, δεν μπορείς να το καταπολεμήσεις με σκοτάδι. Μόνο το φως μπορεί να το κάνει αυτό». «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός»!
Αδελφοί, ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ – ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ! Φαρισαίων.
Όχι ότι δεν γνώριζαν τον «ποτέ τυφλόν» (δηλ. τον πρώην τυφλό), όχι ότι δεν έβλεπαν και δεν διαπίστωναν με τα ίδια τους τα μάτια το καταπληκτικό θαύμα του Κυρίου Ιησού, όχι ότι είχαν ανάγκη την μαρτυρία των γονέων του… Τίποτε απ’ όλα αυτά. Το μεγάλο πρόβλημα για τους τότε αλλά και της κάθε εποχής Φαρισαίους ήταν και παραμένει ο φθόνος.
Δικαίως δε από τους αγίους της Εκκλησίας μας έχει χαρακτηριστεί ως το ολεθριότερο απ’ όλα τα πάθη και απ’ όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες. Δεν είναι μόνο ότι τον πικραίνει και τον δηλητηριάζει με το φαρμάκι του, τον δύστυχο άνθρωπο που θρέφει το φθόνο μέσα στην καρδιά του, αλλά ταυτοχρόνως τον κάνει να παραλογίζεται και να καταντά σε πράξεις καθαρώς δαιμονικές. Τέλος δε, τον εξευτελίζει και τον γελοιοποιεί ενώπιον των συνανθρώπων του, αφού μετά βεβαιότητος του «εξασφαλίζει» το εισιτήριο για την «λίμνη του πυρός την καιομένη».(Αποκ. ΙΘ΄20).
Και ναι μεν, οι Φαρισαίοι, εξευτελίστηκαν από τις ίδιες τους τις ερωτήσεις, καθ΄ότι ο τέως τυφλός, διά των απαντήσεών του, αφ’ ενός μεν ομολογεί την πίστη του στον Χριστό, αφ’ ετέρου δε αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι αυτοί (που τελικώς κατάντησαν Χριστοκτόνοι), ήταν οι πραγματικά τυφλοί, αφού τους οφθαλμούς της διανοίας, τους είχε καταστρέψει το δηλητήριο της κακίας και το σαράκι του φθόνου.
Αλλ’ αδελφοί μου, το ίδιο δεν βλέπουμε και μετά τόσους αιώνες να συμβαίνει και σήμεραστην κοινωνία μας, όσον αφορά τον φθόνο των συγχρόνων Γραμματέων και Φαρισαίων, έναντι του Θεανδρικού προσώπου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού;
Αναμφιβόλως, οι σύγχρονοι αυτοί κακούργοι Γραμματείς και Φαρισαίοι, βρίσκονται σε πολύ χειρότερη μοίρα από αυτούς της Ευαγγελικής Περικοπής, αφού οι τόσοι αιώνες που προηγήθηκαν απέδειξαν περίτρανα το τι ακριβώς είναι ο Χριστός και το Σώμα Του, η Ορθοδοξία μας δηλαδή.
Οπωσδήποτε, το μόνο βέβαιο είναι ότι όπως και σε κάθε περίπτωση και σε κάθε εποχή, έτσι και τώρα, αλλά και έως το τέλος των αιώνων, τα ίδια αποτελέσματα αυτής της καταστάσεως, θα έρθουν να επιβεβαιώσουν ότι όσοι φθονούν τον Χριστό, γίνονται καταγέλαστοι.
Αλήθεια, που είναι οι εχθροί του Ιησού της κάθε εποχής; Πού οι παρανοϊκοί Νέρωνες και οι φθονεροί Διοκλητιανοί; Πού οι απαίσιοι και διεστραμμένοι διώκτες της Εκκλησίας του, όπως ο Στάλιν και όλο το κακό συναπάντημα του δαιμονικού φθόνου;
Πόσο πραγματικός αποδεικνύεται και στην περίπτωση αυτή ο αψευδής λόγος του Θεού: «είδον τον ασεβή υπερυψούμενον και επαιρόμενον ως τας κέδρους του Λιβάνου, και παρήλθον και ιδού ουκ ην, και εζήτησα αυτόν, και ουχ ευρέθη ο τόπος αυτού» (Ψαλμ. ΛΣΤ΄ 35-36). Δηλ. Είδα τον ασεβή να υψώνεται και να υπερηφανεύεται σαν τους κέδρους του Λιβάνου (τα πιο ψηλά δένδρα της περιοχής). Όταν εγώ δε πέρασα απ’ εκεί, αυτός δεν βρισκόνταν πλέον. Δεν υπήρχε, τον ανεζήτησα και δεν βρέθηκε, ούτε ο τόπος που αυτός ήταν προηγουμένως. Είχαν χαθεί τα ίχνη του. Αυτό ήταν το τέλος του.
Και για να μη νομίσει κανείς ότι μεροληπτούμε έναντι ορισμένων παραρτημάτων του Άδου, να τονίσουμε ότι το ίδιο κατάντημα θα έχουν και όσοι φθονούν τον Χριστό και την αλήθεια, ανήκουν όμως σε διαφορετικές «μαύρες» παρατάξεις που φαινομενικά παρουσιάζονται ότι δήθεν έχουν κάποιο θρησκευτικό συναίσθημα και εκκλησιαστικό κάλυμμα ή εμφανίζονται (για τους αφελείς βεβαίως) ότι μέσα στους κόλπους τους υφίστανται και «καλοί Χριστιανοί».
Στο σημείο όμως αυτό είναι ανάγκη, αγαπητοί μου, να επισημάνουμε δύο βασικές αλήθειες που δεν φαίνεται να είναι απ’ όλους γνωστές. Α) Εάν ένας ισχυρίζεται ότι είναι πιστός Χριστιανός και ταυτοχρόνως ανήκει σε κόμματα ή παρατάξεις που φθονούν είτε φανερά, είτε κρυφά τον Χριστό (και ο νοών νοείτω), οι άνθρωποι αυτοί ή δεν γνωρίζουν τι θα πει Χριστιανική πίστη ή αγνοούν τι ακριβώς πρεσβεύουν οι παρατάξεις και οι «ιδεολογίες» στις οποίες ανήκουν. Β) δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός, ότι όλες αυτές οι παρατάξεις, κόμματα, ιδεολογίες κ.λ.π. που εχθρεύονται τον Χριστό και φθονούν τους πραγματικά πιστούς, μπορεί να έχουν μεταξύ τους τεράστιες διαφορές και πράγματι να παρουσιάζουν εντελώς αποκλίνουσες πορείες. Όμως, υφίστανται δύο βασικότατοι στόχοι που τους ενώνουν και τους κάνουν να σχηματίζουν ενιαίο μέτωπο. Πρώτον: Ότι αρνούνται συνειδητά την Θεότητα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού (όπως οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι), και δεύτερον, ότι χτυπούν με πείσμα, με λύσσα θα λέγαμε, οτιδήποτε το Ρωμαίικο, οτιδήποτε δηλ. το Ελληνικό, όπως ακριβώς και οι Σιωνιστές! Και άνευ αντιρρήσεως, θα πρέπει κανείς να διαθέτει μεγάλη δόση αφελείας για να δεχθεί ότι αυτή η ρίζα και η πηγή, αυτός ο συνδυασμός, ως και το αποτέλεσμα των εχθρών του Χριστού είναι όλως τυχαία!...
Είχαν τόσο φθόνο οι Ιουδαίοι εναντίον του Χριστού που «εβουλεύσαντο ίνα και τον Λάζαρον αποκτείνωσιν, ότι πολλοί δι’ αυτόν ... επίστευον εις τον Ιησούν» (Ιωάν. ιβ΄ 10-11). Δηλ.Οι αρχιερείς αποφάσισαν να σκοτώσουν και τον Λάζαρο, επειδή εξαιτίας του πολλοί Ιουδαίοι εγκατέλειπαν αυτούς και πίστευαν στον Ιησού.
Όντως, ο πατέρας τους ο διάβολος, τον οποίον υπηρετούν, τους ενώνει ακριβώς στο να χτυπούν την Ορθόδοξη Εκκλησία μας και την Ελλάδα μας.
Δεν χρειάζεται για να διαπιστωθεί του λόγου το αληθές, παρά να ρίξει μια απλή ματιά κανείς στις προγραμματικές δηλώσεις ορισμένων κομμάτων (περί καταργήσεως πρωϊνής προσευχής, εκκλησιασμού, παρελάσεων κ.τ.λ.) αλλά και στα καταχθόνια σχέδια των «ποικίλλων στοών».
Φαίνεται πως κάποιοι, θέλοντας και μη, έχουν βάλει σκοπό στη ζωή τους να αποδεικνύουν την αδιάσπαστη συνέχεια του φθόνου που έτρεφαν και τρέφουν οι Εβραίοι και όσοι υποτάσσονται σ΄ αυτούς, εναντίον του Χριστού.
Και πάλι ο θεόπνευστος ψαλμωδός καταγράφει την πραγματικότητα αυτή με ένα συγκλονιστικό ερώτημα που αποδεικνύει τον συνασπισμό της κολάσεως αλλά ταυτοχρόνως το επαίσχυντο τέλος, των όσων φθονούν τον Χριστό και την Εκκλησία του: «Ίνα τι εφρύαξαν έθνη και λαοί εμελέτησαν κενά; Παρέστησαν οι βασιλείς της γης, και οι άρχοντες συνήχθησαν επί το αυτό κατά του Κυρίου και κατά του χριστού αυτού... Ο κατοικών εν ουρανοίς εκγελάσεται αυτούς, και ο Κύριος εκμυκτηριεί αυτούς» (Ψαλμοί Β΄ 1-4). Δηλ. Γιατί φρύαξαν τα έθνη και οι λαοί σκέφθηκαν μάταια πράγματα; Οι βασιλείς της γης παρατάχθηκαν απειλητικά και οι άρχοντες συγκεντρώθηκαν μετά από συμφωνία στον ίδιον τόπο εναντίον του Κυρίου και εναντίον του χριστού αυτού, του Μεσσία... Αυτός όμως, που κατοικεί στους Ουρανούς, ο Θεός, θα γελάσει περιφρονητικά σ’ αυτούς (για τις ενέργειές τους αυτές) και ο Κύριος θα τους χλευάσει και θα τους περιπαίξει.
Τώρα, να περιμένει κανείς αγάπη από τους ανθρώπους αυτούς; Να περιμένει δηλ. την Χριστιανική τελειότητα της αγάπης, απ’ όσους είναι βυθισμένοι, οι ταλαίπωροι, μέσα στην κόλαση του φθόνου; Όλα τ’ άλλα μπορεί να τα περιμένει κανείς, πλην όμως αυτού.
Γιατί πώς μπορεί κανείς ν’ αγαπήσει τον συνάνθρωπό του, τον συγγενή του και φίλο του, όταν αυτός ο ίδιος φθονεί την αλήθεια; Πώς να έχει χαρούμενο πρόσωπο όταν μέσα στην καρδιά του μεγαλώνει τα φίδια της κακίας και μέσα στις φλέβες του ρέει το πύον του φθόνου, για τις εικόνες του Θεού;
Ας μην ξεγελιόμαστε, αδελφοί μου. Ο ζωντανός λόγος του Θεού είναι απόλυτος και ξεκάθαρος: «Ημείς αγαπώμεν αυτόν, ότι αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς. Εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν, και τον αδελφόν αυτού μισή, ψεύστης εστίν. Ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν, ον εώρακε, τον Θεόν ον ούχ εώρακε πώς δύναται αγαπάν; Και ταύτην την εντολήν έχομεν απ’ αυτού, ίνα ο αγαπών τον Θεόν, αγαπά και τον αδελφόν αυτού» (Α’ Ιωαν. Δ’ 19-21). Δηλ. Εμείς τον αγαπούμε (τον Θεό), διότι αυτός μας αγάπησε πρώτος. Εάν κάποιος πει, «Αγαπώ τον Θεό» αλλά μισεί τον αδελφό του, είναι ψεύτης. Διότι, όποιος δεν αγαπά τον αδελφό, τον οποίο έχει δει, πώς δύναται ν΄ αγαπά τον Θεό, τον οποίο δεν έχει δει; Άλλωστε, αυτή την εντολή έχουμε απ’ αυτόν, όποιος δηλ. αγαπά τον Θεό, ν΄ αγαπά και τον αδελφό του.
Αλήθεια, μπορεί κανένας λογικός άνθρωπος, να έχει αντίρρηση με αυτά που γράφει ο Ευαγγελιστής της αγάπης; Αυτή είναι η πραγματικότητα, είτε θέλει να την δεχθεί κανείς είτε όχι. Και φυσικά, σε καμμία των περιπτώσεων δεν μπορεί να προβληθεί η δικαιολογία ότι δεν γνωρίζουμε.
Ας μη λησμονούμε δε ποτέ, ότι «το σκοτάδι, δεν μπορείς να το καταπολεμήσεις με σκοτάδι. Μόνο το φως μπορεί να το κάνει αυτό». «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός»!
Αδελφοί, ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ – ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ!

=============================================================================================================

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Ιω. 9, 1-38 (9-6-2013) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κωνσταντίας και Αμμοχώστου
Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή βλέπουμε τον Ευαγγελιστη Ιωάννη να μας περιγράφει ενα απο τα μεγαλύτερα θάυματα του Χριστού, τη θεραπεία του εκ γενετής τυφλού. Και λέμε ενα απο τα μεγαλύτερα θάυματα γιατί μέσα απο αυτό φαίνεται η δημιουργική και ανακινιστική δύναμη του Χριστού. Η αναδημιουργία των οφθαλμών σε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί χωρίς μάτια χαρακτηρίζεται απο τους πατέρες της Εκκλησίας ως μια πράξη που είναι παράλληλη με την πράξη δημιουργίας του κόσμου και του ανθρώπου απο το Θεό. Μας φανερώνει ο Χριστός με την πράξη του αυτή πως μόνο ο δημιουργός του κόσμου μπορεί να δημιουργήσει μάτια σε κάποιον που δεν είχε απο την άρχη δηλ. απο την ημέρα της γεννησής του. Δεν είχε ξανά ακουστεί πότε απο τη δημιουργία του κόσμου να ανοίξη κανείς τα μάτια ενος γεννημένου τυφλού.
Ο Χριστός έρχεται με δική του πρωτοβουλία πρός τον τυφλό που συνάντησε αλλά δεν το θεραπέυει αμέσως. Απαντά πρώτα στα ερωτήματα που του θέτουν οι μαθητές του, οι οποίοι προσπαθούν με λογικές εξηγήσεις να εντοπίσουν την αιτία της ασθενειάς του τυφλού. Η αντίληψη που επικρατούσε μεταξή των Ιουδαίων είναι ότι οι διάφορες δοκιμασίες ή και ασθένειες που συνέβαιναν στη ζωή κάποιου ανθρώπου οφείλονταν σε αμαρτίες που είχε διαπράξει αυτός ή οι συγγενείς του και τώρα πλήρωνει τη τιμωρία τους. Γι’ αυτό ρωτούν το Χριστό αν έχει αμαρτήσει αυτός ή οι γονείς του και γεννήθηκε τυφλός. Η απάντηση που παίρνουν απο το Χριστό τους βγάζει έξω απο τις αντιλήψεις που είχαν. Τους λέει οτι ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθεί η δύναμη των έργων του Θεού πάνω σ’ αυτόν. Και τα έργα του Θεού μας εξηγεί οτι είναι η παροχή του φωτός στον κόσμο. Τόσο του σωματικού αλλά και του πνευματικού που μας ελευθερώνει από το σκότος.
Στη συνέχεια έφτυσε στη γη, έφτιαξε πηλό απο το φτύμα και με τον πήλο αυτό άλειψε τα μάτια του τυφλού και τον έστειλε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ για να νυφτεί. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας λέει οτι δεν χρησιμοποίησε νερό για την κατασκευή του πηλού αλλά πτύσμα για να φανεί οτι είναι η δύναμη που βγήκε απο το στόμα του του Χριστού που αναδημιούργησε και άνοιξε τα μάτια του τυφλού. Και ακόμα για να μη νόμησουμε οτι η γη έκανε αυτό το θάυμα τον στέλνει στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ για να πάει να νιφθεί. Ο Χριστός σεβόμενως την ελευθερία του τυφλού δεν κάνει το θάυμα αμέσως αλλά ζητάει και απο αυτόν τη συμμετοχἠ του στο θάυμα. Γι’ αυτό τον στέλνει στη κολυμβήθρα, γιατί με τον τρόπο αυτό φανερώνεται η πίστη που έχει ο τυφλός πρός το Θεό.
Μετά απο το νίψημο ο τυφλός γύρισε πίσω και έβλεπε. Αυτό προκάλεσε συζητήσεις και διαφωνίες μεταξύ των ανθρώπων που τον έβλεπαν και τον ήξεραν προηγουμένως. Μερικοί έλεγαν οτι είναι αυτός, άλλοι το αμφισβητούσαν και έλεγαν οτι είναι κάποιος που του μοιάζει ένω ο ίδιος τους διαβεβαίωνε οτι είναι αυτός και τους εξηγούσε το πως είχε θεραπευθεί. Τότε τον παίρνουν στους Φαρισαίους, οι οποίοι ξεκίνησαν να τον ρωτούν για το πως απέκτησε το φώς του. Αυτός τους εξηγούσε, αλλά αυτοί δεν ήθελαν να πιστέψουν οτι ο Χριστός είναι σταλμένος απο το Θεό, γιατί δήθεν δεν τηρούσε την αργία του Σαββάτου. Η ημέρα που θεραπέυτηκε ο τυφλός ήταν Σάββατο. Οι Ιουδαίοι αντί να χαρούν και να δοξάσουν το Θεό για τη θεραπεία αυτού του ανθρώπου, εγκλωβίστηκαν μέσα στους κανόνες του Ιουδαίκου Νόμου ο οποίος απαγόρευε οποιαδήποτε εργασία την ημέρα του Σαββάτου, και αγανάκτισαν εναντίων αυτού αλλά και αυτού που τον θεράπευσε.
Καλούν τότε τους γονείς του και τους ρωτούν αν πράγματι αυτός είναι ο γιος τους που είχε γεννηθεί τυφλός. Αυτοί τους διαβεβαιώνουν οτι αυτός είναι ο γίος τους αλλά δεν ξέρουν πως βλέπει τώρα και ποιος τον έκανε καλά, να ρωτήσουν τον ίδιο να τους εξηγήσει. Απάντησαν έτσι οι γονείς του επειδή φοβόντουσαν τους Ιουδαίους οι οποίοι είχαν συμφωνήσει να αφορίζεται απο τη συναγωγή όποιος ομολογούσε πως ο Χριστός είναι ο Μεσσίας. Ενώ ήταν βεβαιοί για το θάυμα που είχε συντελεστεί στο γιό τους αυτοί απο φόβο προτιμούν να σιωπάσουν. Αυτή τη στάση που κράτησαν οι γονείς του τυφλού την βρίσκουμε πολλες φορές μέσα στην πορεία και ζωή της Εκκλησίας μας. Είναι η στάση που δεν στοιχίζει τίποτα στα προσωπικά μας συμφέροντα. Το να γνωρίζουμε και να μη γνωρίζουμε, να μην είμαστε ζεστοί αλλά ούτε ψυχροί να είμαστε δηλ. χλιαροί, να φοβόμαστε να πούμε την αλήθεια για να μην θιγούν τα διάφορα συμφέροντα μας. Επαναπαυόμαστε στη σκέψη οτι ο Θεός θα μας καταλάβει και θα δει την πίστη μας. Ξεχνούμε αυτό που μας έχει πεί ο Χρίστος, ότι όποιος ομολογήσει μπροστά στούς ανθρώπους οτι ανήκει σ’ εμένα, θα τον αναγνωρίσω κι εγω για δικό μου μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου, όποιος όμως με απαρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους θα τον απαρνηθώ κι εγω μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου.
Αφού οι Ιουδαίοι δεν ήθελαν να καταλάβουν το τι είχε γίνει, καλούν για δέυτερη φορά τον πρώην τυφλό και τον ξαναρωτούν πως θεραπεύτηκε. Αυτός τους απαντά οτι τους έχει πει αλλα δεν έχουν πειστεί, μήπως θέλουν λοιπόν να γίνουν μαθητές του Χριστού; Τότε αυτοί αντιδρώντας τον περιγέλασαν λεγοντάς του οτι αυτοί είναι μαθητές του Μωυσή στον οποίο είχε μιλήσει ο Θεός, ενω για τον Χριστό δεν γνώριζαν την προέλευση του. Και ο πρώην τυφλός τους απαντά οτι ενω εσείς δεν ξέρεται απο που προέρχεται ο Χριστός εμένα μου έχει ανοίξει τα μάτια και γνωρίζεται οτι ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς αλλά όποιο τηρεί το θέλημα του. Αν δεν ήταν απο το Θεό δεν θα μπορούσε να κάνει τέτοιο θαύμα που δεν έχει ξάνακουστει απο τη δημίουργια του κόσμου. Μη μπορώντας να δώσουν απάντηση σε μια τόσο τεκμηριώμενη απάντηση που τους είχε δώσει του απαντούν οτί εσύ που είσαι βουτηγμένως στην αμαρτία απο τότε που γεννήθηκες κάνεις το δάσκαλο σε μας; Και τον πετούν έξω.
Ο Ιησούς έμαθε το τι είχε συμβεί με τους Ιουδαίους και πως πέταξαν εξω τον πρώην τυφλό και όταν τον βρήσκει τον ρωτά αν πιστέυει στο Υίο του Θεού. Ο πρώην τυφλός τον ρωτά ποιός είναι αυτός για να πιστέψει. Τότε ο Χριστός του λέει οτι αυτός είναι που μιλάει τώρα μαζί του. Εδω έχουμε μια θεοφάνεια του Χριστού πρός τον άνθρωπο αυτό, οτι δηλ. αυτός είναι ο Υίος του Θεού. Η θεραπεία η οποία λαμβάνει ο πρώην τυφλός δεν είναι μόνο σωματική αλλά και πνευματική. Μέτα απο αυτή την αποκάλυψη ο πρώην τυφλός απαντά στο Χριστό οτι πιστέυει και τον προσκυνά. Ο Χριστός τότε λέει οτι ήρθε για να φέρει σε κρίση τον κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δεν βλέπουν να βρούν το φώς τους, κι εκείνοι που βλέπουν να αποδειχθούν τυφλοί.
Ο τυφλός του σημερινού ευαγγελίου δε θεράπευσε μόνο τα μάτια του σώματος του αλλά και τα μάτια της ψυχής του. Και αυτό τον οδηγεί στο να ομολόγησει ενώπιον όλων οτι ο Χριστός είναι ο Υίος του Θεού, χωρίς να υπολογίζει τίποτα. Αυτό είναι το μήνυμα που μας διδάσκει ο πρώην τυφλός του σημερινού Ευαγγελίου. Να έρθουμε κόντα στο Χριστό, να τον γνωρίσουμε, να γευτούμε το φώς το αληθινό που μας προσφέρει και να τον ομολογήσουμε ενώπιον όλων χωρίς φόβο.

===================================================================================================================

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
Πολύ συχνὰ ακούμε να γίνεται λόγος για μια ενωθεΐα ή καλύτερα μια πανθρησκεία δηλαδή έναν θεό και μια θρησκεία για όλο τον κόσμο ανεξαρτήτως θρησκείας, φυλής, εθνικότητας, που όλοι θα πιστεύουμε σ’ ένα θεό κτίσμα της ανθρώπινης φαντασίας, έναν θεό φτιαγμένο για τις ανάγκες της κάθε εποχής. Είναι μακρόπνοο το σχέδιο, διότι σε πρώτη φάση επιχειρείται η ένωση των αιρέσεων των θρησκειών και σε δεύτερη φάση η ένωση αυτών τούτων των θρησκειών, σ’ έναν κόσμο, χωρίς σύνορα και χωρίς εθνικά ιδανικά.
Όμως όλοι αυτοί που εμπλέκονται στα τεκταινόμενα αυτά έχουν αρχίσει να σπέρνουν είδη τους σπόρους της αδιαφορίας, της αθεΐας, τη μαλθακότητα, τη χαλαρότητα των ηθών, την αγραμματοσύνη, τους γάμους των ομοφυλοφίλων, και όλα αυτά που βλέπουμε και ακούμε κατά καιρούς, καθώς και την οικονομική δυσπραγία που ζούμε έντονα τον καιρό αυτό. Οι άνθρωποι αυτοί, προσπαθούν να διαστρεβλώσουν την ιστορία, τον πολιτισμό, αλλά και την θρησκεία μας.
Τους σφαγιασμούς τους ονομάζουν συνωστισμό, τον πολιτισμό τον κάνουν αναβίωση των εθίμων, που όμως είναι η αναβίωση της ειδωλολατρίας και των παγανιστικών δοξασιών. Για την θρησκεία θέλουν ένα θεό για όλους. Είτε είναι χριστιανοί ρωμαιοκαθολικοί ή προτεστάντες, είτε είναι χριστιανοί Ορθόδοξοι τα ίδιο Θεό πιστεύουν. Μέσα στην πλουραλιστική κοινωνία που ζούμε, οι πιο απίθανες αντιλήψεις και σκέψεις κυκλοφορούν ελεύθερα, αναζητώντας έναν νέο τρόπο φιλοσοφικής και υλιστικής έκφρασης σε όλους τους τομείς.
Αυτή όμως η ελευθερία σκέψεων, ως συνισταμένη των επιρροών, είναι καθαρά επιφανειακή και δεν έχει καμιά σχέση με την πνευματική αναζήτηση του ανθρώπου. Από πλευράς Ορθοδόξου πίστεως οφείλουμε να επισημάνουμε ότι αυτός ο επιχειρούμενος εκσυγχρονισμός είναι απαράδεκτος. Η θρησκεία του Χριστιανισμού, όμως, δεν είναι θρησκεία, αλλά αποκάλυψη. Διότι θρησκεία βάση του φιλοσοφικού ιδεαλισμού, σημαίνει: το προαιώνιο εσωτερικό αίσθημα του ανθρώπου, που εκφράζει τον δεσμό του με κάποιες πνευματικές αρχές.
Στο λεξικό της Οξφόρδης διαβάζουμε ότι, «θρησκεία είναι η αναγνώριση εκ μέρος των ανθρώπων, ανωτέρων δυνάμεων, οι οποίες ελέγχουν και εξουσιάζουν τα πεπρωμένα του και αξιώνουν υπακοή, σεβασμό, και λατρεία».
Με άλλα λόγια θρησκεία εννοούν ότι, «ο άνθρωπος ψάχνει να βρει το υπερφυσικό, ο άνθρωπος ψάχνει να βρει τον θεό». Αντίθετα με τον ορθόδοξο Χριστιανισμό ήρθε ο ίδιος ο Θεός στον άνθρωπο από αγάπη και του αποκαλύφθηκε, για την σωτηρία του, διότι «… τον κόσμον σου ούτως ηγάπησας, ώστε τον Υιόν σου τον μονογενή δούναι, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται αλλ’ έχει ζωή αιώνιων».
Η δυσπιστία, η άγνοια και η ημιμάθεια κάνουν πολλούς, δυστυχώς ακόμα και σήμερα, να υποβάλλουν ερωτήματα «πως γνωρίζουμε ότι η ορθόδοξη Χριστιανική θρησκεία είναι η σωστή και όχι οι άλλες»,παρασυρόμενοι βέβαια από ένα ρεύμα συγκρητισμού που δεν έχει προηγούμενο.
«Η γνώση του αληθινού Θεού δεν είναι ανακάλυψη του ανθρώπου, αλλά η αποκάλυψη του Θεού». Γι’ αυτό ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός είναι τέλεια αποκάλυψη και δεν επιδέχεται τροποποιήσεις. Τα διάφορα συνθήματα της εποχής μας όπως: «τι χρειάζεται η προσευχή και η μετάνοια» ή «τι χρειάζεται ο εκκλησιασμός και οι παπάδες» εξυπηρετούν τα σχέδια των Σιωνιστών.
Ο άνθρωπος της σύγχρονης εποχής θεωρεί τον Χριστό, σαν ένα διδάσκαλο ή έναν φιλόσοφο, που έπαθε για τα ιδανικά του. Εξισώνουν, δηλαδή, τον Χριστό με τους διάφορους ιδεολόγους και φιλοσόφους. Τα μάτια του σύγχρονου ανθρώπου μένουν κλειστά στο φως και στην σωτηριολογική αποκάλυψη του Χριστού.
Η συνηθισμένη αντίληψη είναι ότι οι τυφλοί δεν βλέπουν τον κόσμο. Ωστόσο, με το περιστατικό που αφηγείται σήμερα το ιερό ευαγγέλιο, αποδεικνύεται, ότι δεν αρκεί να έχει κανείς μάτια για να βλέπει ούτε το να είναι τυφλός κάποιος σημαίνει πως στερείτε τελείως το φως.
Η απόδοση όμως του φωτός στους τυφλούς, πέραν της αποδεικτικής σημασίας της για την σωτηριολογική παρουσία του Ιησού, έχει και ένα άλλο βαθύτερο νόημα: Είναι σημάδι μιας νέας τάξης πραγμάτων που εισβάλλει μέσα στον κόσμο του σκότους και της τυφλότητας. Ο Χριστός, όμως, ανοίγει τα μάτια των ανθρώπων, για να μπορέσουν να διαπιστώσουν τη νέα ζωή που αυτός προσφέρει, ως δώρο στον κόσμο.
Γιατί, έχει σημασία για κάθε άνθρωπο να έχει το φως του Χριστού, διότι ο ερχομός του ήταν σαφής, καθώς ο Ίδιος κήρυξε ότι, «εγώ φως εις τον κόσμον ελήλυθα, ίνα πας ο πιστεύων εις εμέ εν τη σκοτία μη μείνη».
Όταν έχει ο άνθρωπος το φως αυτό, σε οποιαδήποτε κατάσταση κι αν βρίσκεται η όρασή του, στην πραγματικότητα είναι ενεργός. Ενώ, όταν στερείται του φωτός του Χριστού, κι αν ακόμη η όρασή του είναι υγιής, στην πράξη είναι τυφλός και «περιπατεί εν τη σκοτία και δεν βλέπει που υπάγει». Δηλαδή, πολλοί άνθρωποι, μολονότι έχουν το σωματικό φως, δεν αναγνωρίζουν στο πρόσωπο του Χριστού τον αποκαλυπτόμενο θεό, που εισέρχεται μέσα στην ανθρώπινη ιστορία για να τη σώσει από την καταστροφή. Ενώ από την άλλη μεριά οι ευαγγελιστές μας διασώζουν περιπτώσεις τυφλών, που αναγνωρίζουν τον Ιησού, ως Μεσσία, και μετά την σωματική θεραπεία τους διακηρύσσουν την πίστη τους σε Εκείνον. Έτσι δικαιώνεται η φράση του Ιησού που ακολουθεί στο ευαγγέλιο του Ιωάννου, ευθύς μετά την περικοπή που διαβάζεται σήμερα: «Εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται». Ακόμη ο Χριστός είπε ότι «Έως το φως έχετε πιστεύετε εις το φως, ίνα υιοί φωτός γένησθε».
Η παρουσία του Χριστού, ως Φως του κόσμου και εν συνεχεία του Ευαγγελίου του, που διακηρύσσει η Εκκλησία, δημιουργούν κρίση μέσα στον κόσμο, βέβαια όχι με την έννοια της κατακρίσεως των ανθρώπων, αλλά με την έννοια της υποχρεώσεως που δημιουργείται μέσα στον κάθε άνθρωπο να λάβει θέση απέναντι αυτού του φωτός. Από τη θέση δε, που παίρνει ο καθένας απέναντι στο φως κρίνεται και προεικάζεται το μέλλον του. Χρειάζεται τόλμη για να θεαθεί κανείς το φως, γιατί θα αντικρύσει τη γύμνια του και θα συνειδητοποιήσει δυσάρεστες πλευρές του εαυτού του, που η ύπαρξή τους τον ενοχοποιεί, γιατί δεν μπορεί να αρνηθεί πολλές από τις διεφθαρμένες επιθυμίες του. Γιατί προσωρινά απολαμβάνει προσωπικά οφέλη στη ζωή και συνεπώς αρνείται να πει το ναι στην πρόσκληση του Θεού, για να του προσφέρει το φως το ερχόμενο στον κόσμο «διά τού Ιησού Χρίστου».
Με αποτέλεσμα, δυστυχώς, να πληθαίνουν οι άνθρωποι με πονηρούς οφθαλμούς με αρκετή περιέργεια και προκλητικότητα, που επιθυμούν μόνο το σαρκίο, όπως λέγει ο απόστολος Πέτρος. Έτσι, το παν για αυτούς θεωρείται ο εαυτός τους, η εμφάνισή τους, η θέση τους, το αξίωμά τους και τα πλούτη τους. Αλλά με αυτή τη μορφή όρασης ή θέασης των πραγμάτων, χάνουν κάθε νόημα και αξία της ζωής. Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, ας κρατήσουμε, τουλάχιστον εμείς, τα μάτια μας καθαρά.
Το φως, που προσφέρει ο Χριστός σε κάθε είδους τυφλότητας, προσφέρεται σαν μια νέα δημιουργία και ανάπλαση του κόσμου και ανοίγει τα μάτια των ανθρώπων, για να μπορέσουν να δουν την αλήθεια, που αυτός αποκαλύπτει, για τη σωτηρία του κόσμου. Τότε ο άνθρωπος παίρνει την πραγματική του αξία και αποκτά το αληθινό νόημα της ζωής. Δεν είναι πλέον σάρκα, αλλά εικόνα Θεού. Δεν είναι μηχανή, αλλά ελεύθερη προσωπικότητα. Δεν είναι είδος χωρίς αξία, αλλά υπαρκτό και άξιο τέκνο Θεού.
Ωστόσο οι άνθρωποι μπροστά στο αποκαλυπτόμενο φως του Χριστού να αντιδρούν. Ενώ ο θεραπευμένος τυφλός ομολογεί και διακηρύσσει χωρίς φόβο σ’ όλους την πίστη του στο Χριστό, οι φαρισαίοι με κάθε τρόπο και μέσο, ακόμη και με εκφοβισμό των γονέων του θεραπευθέντος, προσπαθούν να αρνηθούν την πραγματικότητα του θαύματος. Αρνούνται το φως και εξακολουθούν να παραμένουν στο σκότος. Δεν τολμούν να κοιτάξουν προς το φως, γιατί προτιμούν το σκοτάδι που κρύβει και σκεπάζει τα έργα και τις σκέψεις τους. Η εκλεκτικότητα του φωτός δεν είναι αρεστή στους ανθρώπους, των οποίων τα έργα είναι σκοτεινά και φθοροποιά.
Η σημερινή ευαγγελική διήγηση μάς απεικονίζει το ήθος πολλών σκοτεινών φορέων, που διεκδικούν σε κάθε εποχή το «φωτισμό» και την καθοδήγηση των ανθρώπων, ενώ προβάλλει τον Χριστό ως όντως φως και ως τον μόνο Σωτήρα του κόσμου, που φέγγει μέσα στο σκοτάδι και καλεί τους ανθρώπους να τον ακολουθήσουν στη σωτήρια και αιώνια ζωή. Η στάση του κάθε ανθρώπου απέναντι σ’ αυτό το φως είναι αποφασιστική για τον επαναπατρισμό του στη θέα του Θεού.
Αυτοί που αρνούνται να προσλάβουν το φως του Χριστού, που συνειδητά παραμένουν στο σκοτάδι, παραμένουν για να συγκαλύπτουν τα πονηρά τους έργα, αυτοί είναι ουσιαστικά και οντολογικά τυφλοί, έστω και αν έχουν τα σωματικά μάτια. Αντίθετα, όσοι αναγνωρίζουν την πνευματική τους τυφλότητα και προστρέχουν προς το φως του Χριστού, αποκτούν την οντολογική όραση και βλέπουν την αλήθεια σχετικά με τον εαυτό τους, με τον πλησίον τους, με τις δωρεές του Θεού προς αυτούς.
Ο θεραπευμένος τυφλός αφ’ ενός, και οι φαρισαίοι αφ’ ετέρου, απεικονίζουν δύο διαμετρικά αντίθετες κατηγορίες ανθρώπων απέναντι του θείου φωτός. Ο κάθε άνθρωπος καλείται να αποφασίσει, αν θέλει να αντικρύσει «το φως το αληθινό», που προσφέρει σε κάθε τυφλό ο «Άρχων του Φωτός», καθώς είπε, ότι «εγώ ειμί το φως του κόσμου» ή αν προτιμήσει να πορεύεται μέσα στο σκοτάδι.
Για να έχουμε τη δυνατότητα να επιλέξουμε το «φως το αληθινό» χρειάζεται να ζητάμε, λοιπόν, από τον Ιατρό των ψυχών και των σωμάτων, τον Χριστό, να καθαρίζει τα μάτια μας με το «κολλύριο» της πίστεως και με το φωτισμό του αγίου Πνεύματος, ώστε, όταν μας συναντήσει, να απαντήσουμε, όπως ο τυφλός της ευαγγελικής περικοπής, ο οποίος, ναι, «άρτι βλέπει».
«Συ πιστεύεις εις τον υιὸν του Θεού; Απεκρίθη εκείνος και είπε· και τις εστι, Κύριε, ίνα πιστεύσω εις αυτόν; είπε δε αυτώ ο Ιησούς· και εώρακας αυτόν και ο λαλών μετά σου εκείνος εστίν. Ο δε έφη· πιστεύω, Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ».(στ.36,37,38)

==============================================================================================================

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
29η Μαΐου 2011
Πολύ συχνὰ ακούμε να γίνεται λόγος για μια ενωθεΐα ή καλύτερα μια πανθρησκεία δηλαδή έναν θεό και μια θρησκεία για όλο τον κόσμο ανεξαρτήτως θρησκείας, φυλής, εθνικότητας, που όλοι θα πιστεύουμε σ’ ένα θεό κτίσμα της ανθρώπινης φαντασίας, έναν θεό φτιαγμένο για τις ανάγκες της κάθε εποχής. Είναι μακρόπνοο το σχέδιο, διότι σε πρώτη φάση επιχειρείται η ένωση των αιρέσεων των θρησκειών και σε δεύτερη φάση η ένωση αυτών τούτων των θρησκειών, σ’ έναν κόσμο, χωρίς σύνορα και χωρίς εθνικά ιδανικά.
Όμως όλοι αυτοί που εμπλέκονται στα τεκταινόμενα αυτά έχουν αρχίσει να σπέρνουν είδη τους σπόρους της αδιαφορίας, της αθεΐας, τη μαλθακότητα, τη χαλαρότητα των ηθών, την αγραμματοσύνη, τους γάμους των ομοφυλοφίλων, και όλα αυτά που βλέπουμε και ακούμε κατά καιρούς, καθώς και την οικονομική δυσπραγία που ζούμε έντονα τον καιρό αυτό. Οι άνθρωποι αυτοί, προσπαθούν να διαστρεβλώσουν την ιστορία, τον πολιτισμό, αλλά και την θρησκεία μας.
Τους σφαγιασμούς τους ονομάζουν συνωστισμό, τον πολιτισμό τον κάνουν αναβίωση των εθίμων, που όμως είναι η αναβίωση της ειδωλολατρίας και των παγανιστικών δοξασιών. Για την θρησκεία θέλουν ένα θεό για όλους. Είτε είναι χριστιανοί ρωμαιοκαθολικοί ή προτεστάντες, είτε είναι χριστιανοί Ορθόδοξοι τα ίδιο Θεό πιστεύουν. Μέσα στην πλουραλιστική κοινωνία που ζούμε, οι πιο απίθανες αντιλήψεις και σκέψεις κυκλοφορούν ελεύθερα, αναζητώντας έναν νέο τρόπο φιλοσοφικής και υλιστικής έκφρασης σε όλους τους τομείς.
Αυτή όμως η ελευθερία σκέψεων, ως συνισταμένη των επιρροών, είναι καθαρά επιφανειακή και δεν έχει καμιά σχέση με την πνευματική αναζήτηση του ανθρώπου. Από πλευράς Ορθοδόξου πίστεως οφείλουμε να επισημάνουμε ότι αυτός ο επιχειρούμενος εκσυγχρονισμός είναι απαράδεκτος. Η θρησκεία του Χριστιανισμού, όμως, δεν είναι θρησκεία, αλλά αποκάλυψη. Διότι θρησκεία βάση του φιλοσοφικού ιδεαλισμού, σημαίνει: το προαιώνιο εσωτερικό αίσθημα του ανθρώπου, που εκφράζει τον δεσμό του με κάποιες πνευματικές αρχές.
Στο λεξικό της Οξφόρδης διαβάζουμε ότι, «θρησκεία είναι η αναγνώριση εκ μέρος των ανθρώπων, ανωτέρων δυνάμεων, οι οποίες ελέγχουν και εξουσιάζουν τα πεπρωμένα του και αξιώνουν υπακοή, σεβασμό, και λατρεία».
Με άλλα λόγια θρησκεία εννοούν ότι, «ο άνθρωπος ψάχνει να βρει το υπερφυσικό, ο άνθρωπος ψάχνει να βρει τον θεό». Αντίθετα με τον ορθόδοξο Χριστιανισμό ήρθε ο ίδιος ο Θεός στον άνθρωπο από αγάπη και του αποκαλύφθηκε, για την σωτηρία του, διότι «… τον κόσμον σου ούτως ηγάπησας, ώστε τον Υιόν σου τον μονογενή δούναι, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται αλλ’ έχει ζωή αιώνιων».
Η δυσπιστία, η άγνοια και η ημιμάθεια κάνουν πολλούς, δυστυχώς ακόμα και σήμερα, να υποβάλλουν ερωτήματα «πως γνωρίζουμε ότι η ορθόδοξη Χριστιανική θρησκεία είναι η σωστή και όχι οι άλλες»,παρασυρόμενοι βέβαια από ένα ρεύμα συγκρητισμού που δεν έχει προηγούμενο.
«Η γνώση του αληθινού Θεού δεν είναι ανακάλυψη του ανθρώπου, αλλά η αποκάλυψη του Θεού». Γι’ αυτό ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός είναι τέλεια αποκάλυψη και δεν επιδέχεται τροποποιήσεις. Τα διάφορα συνθήματα της εποχής μας όπως: «τι χρειάζεται η προσευχή και η μετάνοια» ή «τι χρειάζεται ο εκκλησιασμός και οι παπάδες» εξυπηρετούν τα σχέδια των Σιωνιστών.
Ο άνθρωπος της σύγχρονης εποχής θεωρεί τον Χριστό, σαν ένα διδάσκαλο ή έναν φιλόσοφο, που έπαθε για τα ιδανικά του. Εξισώνουν, δηλαδή, τον Χριστό με τους διάφορους ιδεολόγους και φιλοσόφους. Τα μάτια του σύγχρονου ανθρώπου μένουν κλειστά στο φως και στην σωτηριολογική αποκάλυψη του Χριστού.
Η συνηθισμένη αντίληψη είναι ότι οι τυφλοί δεν βλέπουν τον κόσμο. Ωστόσο, με το περιστατικό που αφηγείται σήμερα το ιερό ευαγγέλιο, αποδεικνύεται, ότι δεν αρκεί να έχει κανείς μάτια για να βλέπει ούτε το να είναι τυφλός κάποιος σημαίνει πως στερείτε τελείως το φως.
Η απόδοση όμως του φωτός στους τυφλούς, πέραν της αποδεικτικής σημασίας της για την σωτηριολογική παρουσία του Ιησού, έχει και ένα άλλο βαθύτερο νόημα: Είναι σημάδι μιας νέας τάξης πραγμάτων που εισβάλλει μέσα στον κόσμο του σκότους και της τυφλότητας. Ο Χριστός, όμως, ανοίγει τα μάτια των ανθρώπων, για να μπορέσουν να διαπιστώσουν τη νέα ζωή που αυτός προσφέρει, ως δώρο στον κόσμο.
Γιατί, έχει σημασία για κάθε άνθρωπο να έχει το φως του Χριστού, διότι ο ερχομός του ήταν σαφής, καθώς ο Ίδιος κήρυξε ότι, «εγώ φως εις τον κόσμον ελήλυθα, ίνα πας ο πιστεύων εις εμέ εν τη σκοτία μη μείνη».
Όταν έχει ο άνθρωπος το φως αυτό, σε οποιαδήποτε κατάσταση κι αν βρίσκεται η όρασή του, στην πραγματικότητα είναι ενεργός. Ενώ, όταν στερείται του φωτός του Χριστού, κι αν ακόμη η όρασή του είναι υγιής, στην πράξη είναι τυφλός και «περιπατεί εν τη σκοτία και δεν βλέπει που υπάγει». Δηλαδή, πολλοί άνθρωποι, μολονότι έχουν το σωματικό φως, δεν αναγνωρίζουν στο πρόσωπο του Χριστού τον αποκαλυπτόμενο θεό, που εισέρχεται μέσα στην ανθρώπινη ιστορία για να τη σώσει από την καταστροφή. Ενώ από την άλλη μεριά οι ευαγγελιστές μας διασώζουν περιπτώσεις τυφλών, που αναγνωρίζουν τον Ιησού, ως Μεσσία, και μετά την σωματική θεραπεία τους διακηρύσσουν την πίστη τους σε Εκείνον. Έτσι δικαιώνεται η φράση του Ιησού που ακολουθεί στο ευαγγέλιο του Ιωάννου, ευθύς μετά την περικοπή που διαβάζεται σήμερα: «Εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται». Ακόμη ο Χριστός είπε ότι «Έως το φως έχετε πιστεύετε εις το φως, ίνα υιοί φωτός γένησθε».
Η παρουσία του Χριστού, ως Φως του κόσμου και εν συνεχεία του Ευαγγελίου του, που διακηρύσσει η Εκκλησία, δημιουργούν κρίση μέσα στον κόσμο, βέβαια όχι με την έννοια της κατακρίσεως των ανθρώπων, αλλά με την έννοια της υποχρεώσεως που δημιουργείται μέσα στον κάθε άνθρωπο να λάβει θέση απέναντι αυτού του φωτός. Από τη θέση δε, που παίρνει ο καθένας απέναντι στο φως κρίνεται και προεικάζεται το μέλλον του. Χρειάζεται τόλμη για να θεαθεί κανείς το φως, γιατί θα αντικρύσει τη γύμνια του και θα συνειδητοποιήσει δυσάρεστες πλευρές του εαυτού του, που η ύπαρξή τους τον ενοχοποιεί, γιατί δεν μπορεί να αρνηθεί πολλές από τις διεφθαρμένες επιθυμίες του. Γιατί προσωρινά απολαμβάνει προσωπικά οφέλη στη ζωή και συνεπώς αρνείται να πει το ναι στην πρόσκληση του Θεού, για να του προσφέρει το φως το ερχόμενο στον κόσμο «διά τού Ιησού Χρίστου».
Με αποτέλεσμα, δυστυχώς, να πληθαίνουν οι άνθρωποι με πονηρούς οφθαλμούς με αρκετή περιέργεια και προκλητικότητα, που επιθυμούν μόνο το σαρκίο, όπως λέγει ο απόστολος Πέτρος. Έτσι, το παν για αυτούς θεωρείται ο εαυτός τους, η εμφάνισή τους, η θέση τους, το αξίωμά τους και τα πλούτη τους. Αλλά με αυτή τη μορφή όρασης ή θέασης των πραγμάτων, χάνουν κάθε νόημα και αξία της ζωής. Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, ας κρατήσουμε, τουλάχιστον εμείς, τα μάτια μας καθαρά.
Το φως, που προσφέρει ο Χριστός σε κάθε είδους τυφλότητας, προσφέρεται σαν μια νέα δημιουργία και ανάπλαση του κόσμου και ανοίγει τα μάτια των ανθρώπων, για να μπορέσουν να δουν την αλήθεια, που αυτός αποκαλύπτει, για τη σωτηρία του κόσμου. Τότε ο άνθρωπος παίρνει την πραγματική του αξία και αποκτά το αληθινό νόημα της ζωής. Δεν είναι πλέον σάρκα, αλλά εικόνα Θεού. Δεν είναι μηχανή, αλλά ελεύθερη προσωπικότητα. Δεν είναι είδος χωρίς αξία, αλλά υπαρκτό και άξιο τέκνο Θεού.
Ωστόσο οι άνθρωποι μπροστά στο αποκαλυπτόμενο φως του Χριστού να αντιδρούν. Ενώ ο θεραπευμένος τυφλός ομολογεί και διακηρύσσει χωρίς φόβο σ’ όλους την πίστη του στο Χριστό, οι φαρισαίοι με κάθε τρόπο και μέσο, ακόμη και με εκφοβισμό των γονέων του θεραπευθέντος, προσπαθούν να αρνηθούν την πραγματικότητα του θαύματος. Αρνούνται το φως και εξακολουθούν να παραμένουν στο σκότος. Δεν τολμούν να κοιτάξουν προς το φως, γιατί προτιμούν το σκοτάδι που κρύβει και σκεπάζει τα έργα και τις σκέψεις τους. Η εκλεκτικότητα του φωτός δεν είναι αρεστή στους ανθρώπους, των οποίων τα έργα είναι σκοτεινά και φθοροποιά.
Η σημερινή ευαγγελική διήγηση μάς απεικονίζει το ήθος πολλών σκοτεινών φορέων, που διεκδικούν σε κάθε εποχή το «φωτισμό» και την καθοδήγηση των ανθρώπων, ενώ προβάλλει τον Χριστό ως όντως φως και ως τον μόνο Σωτήρα του κόσμου, που φέγγει μέσα στο σκοτάδι και καλεί τους ανθρώπους να τον ακολουθήσουν στη σωτήρια και αιώνια ζωή. Η στάση του κάθε ανθρώπου απέναντι σ’ αυτό το φως είναι αποφασιστική για τον επαναπατρισμό του στη θέα του Θεού.
Αυτοί που αρνούνται να προσλάβουν το φως του Χριστού, που συνειδητά παραμένουν στο σκοτάδι, παραμένουν για να συγκαλύπτουν τα πονηρά τους έργα, αυτοί είναι ουσιαστικά και οντολογικά τυφλοί, έστω και αν έχουν τα σωματικά μάτια. Αντίθετα, όσοι αναγνωρίζουν την πνευματική τους τυφλότητα και προστρέχουν προς το φως του Χριστού, αποκτούν την οντολογική όραση και βλέπουν την αλήθεια σχετικά με τον εαυτό τους, με τον πλησίον τους, με τις δωρεές του Θεού προς αυτούς.
Ο θεραπευμένος τυφλός αφ’ ενός, και οι φαρισαίοι αφ’ ετέρου, απεικονίζουν δύο διαμετρικά αντίθετες κατηγορίες ανθρώπων απέναντι του θείου φωτός. Ο κάθε άνθρωπος καλείται να αποφασίσει, αν θέλει να αντικρύσει «το φως το αληθινό», που προσφέρει σε κάθε τυφλό ο «Άρχων του Φωτός», καθώς είπε, ότι «εγώ ειμί το φως του κόσμου» ή αν προτιμήσει να πορεύεται μέσα στο σκοτάδι.
Για να έχουμε τη δυνατότητα να επιλέξουμε το «φως το αληθινό» χρειάζεται να ζητάμε, λοιπόν, από τον Ιατρό των ψυχών και των σωμάτων, τον Χριστό, να καθαρίζει τα μάτια μας με το «κολλύριο» της πίστεως και με το φωτισμό του αγίου Πνεύματος, ώστε, όταν μας συναντήσει, να απαντήσουμε, όπως ο τυφλός της ευαγγελικής περικοπής, ο οποίος, ναι, «άρτι βλέπει».
«Συ πιστεύεις εις τον υιὸν του Θεού; Απεκρίθη εκείνος και είπε· και τις εστι, Κύριε, ίνα πιστεύσω εις αυτόν; είπε δε αυτώ ο Ιησούς· και εώρακας αυτόν και ο λαλών μετά σου εκείνος εστίν. Ο δε έφη· πιστεύω, Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ».(στ.36,37,38)

===================================================================================================================

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
Η Κυριακή που μας έρχεται είναι "του τυφλού". Αναφέρεται στο θαύμα που έκανε ο Χριστός θεραπεύοντας ένα τυφλό. Και από το θαύμα αυτό όμως δεν έλειπαν τα παρατράγουδα από τους Φαρισαίους.
Το θαύμα γίνεται γιατί ο Θεός μας αγάπησε και θέλει να μας βοηθήσει, να μας θεραπεύσει συχνά από ανίατες ασθένειες για τις οποίες ποτέ δεν υπήρξε θεραπεία, να μας λυτρώσει από τον πόνο, ψυχικό - πνευματικό ή σωματικό. Ακόμα όμως και όταν το θαύμα γίνει, πολλά γίνονται και λέγονται για να μας αποπροσανατολίσουν. Αλλά και εμείς οι ίδιοι, έχουμε την δύναμη να το ομολογήσουμε;

Το θαύμα: Ένας εκ γεννετής τυφλός λοιπόν, τον οποίο συνάντησε ο Χριστός εκεί που περπάταγε με τους μαθητές του, βρήκε το φως του από την αγάπη του Θεού. Τα μάτια του, που ποτέ δεν είχαν δει το φως του ήλιου, άνοιξαν. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε τα βήματα του θαύματος καθώς και τα παρατράγουδά του:

Η ερώτηση των μαθητών: "Αυτός αμάρτησε ή οι γονείς του για να γεννηθεί τυφλός;". Υπήρχε τότε, όπως και σήμερα, η γενική ιδέα ότι η αμαρτία φέρνει την ασθένεια ως τιμωρία αλλά και η ιδέα "αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα" όπως λέμε σήμερα, δηλαδή "οι αμαρτίες των γονέων παιδεύουν τα παιδιά τους". Η απάντηση του Ιησού όμως βάζει τα πράγματα στην θέση τους. "Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά αυτό έγινε για να φανερωθεί με αυτόν η δύναμη του Θεού. Έδωσε δηλαδή την τρίτη διάσταση στα βάσανα των ανθρώπων: δεν ξεπληρώνει μόνο αμαρτίες ο άνθρωπος με τον πόνο και την ασθένεια αλλά δοκιμάζεται για να ενεργήσει κάποτε πάνω του ο Θεός μια θαυμαστή θεραπεία και να πιστέψουν όλοι. Το ίδιο συνέβη παλαιότερα στον ευλαβέστατο Ιώβ, όπου όλα όσα πέρασε ήρθαν για να δοκιμαστεί η πίστη του Ιώβ και να του ανταποδώσει ο Θεός ακόμα περισσότερη χαρά, ευτυχία και πλούτο με τα θαύματα που ενήργησε στην ζωή του.
Ο Χριστός μπορούσε να θεραπεύσει τον τυφλό απλά αγγίζοντάς τον. Προτίμησε όμως να κάνει αυτή την διαδικασία με το κατάπλασμα από πηλό στον οποίον έφτυσε για να τον πλάσει. Ο λόγος του Ιησού, το άγγιγμά Του, το φτύμα Του, τα ρούχα Του, ακόμα και η σκιά Του (το πέρασμά Του δηλαδή) θεράπευαν όπου υπήρχε η πίστη. Για να δυναμώσει την πίστη του τυφλού αλλά και όσων έβλεπαν, ακολούθησε αυτή την διαδικασία ώστε να μην υπάρχει αμφισβήτηση ότι, ναι ο

Χριστός ο ίδιος του έκανε το θαύμα ενώ του ζήτησε να πλυθεί και στην παραδοσιακή κολυμπήθρα του Σιλωάμ. Και από κει και μετά ξεκινάει η μαρτυρία του τυφλού.
Οι Φαρισαίοι της συναγωγής, ενώ είδαν το θαύμα θέλησαν να το υποβιβάσουν και να παραπλανήσουν τον κόσμο προσπαθώντας να κάνουν τον τυφλό να ομολογήσει ή ότι δεν ήταν τυφλός εκ γεννετής, οπότε ήταν πιθανή μια θεραπεία και ότι δεν ήταν ο Χριστός που τον θεράπευσε ή ότι ο Χριστός δεν ήταν από τον Θεό σταλμένος γιατί έκανε θαύματα το Σάββατο, ημέρα αργίας των Ιουδαίων. Μέχρι και τους γονείς του κάλεσαν για να ερωτηθούν αν όντως ο γιος τους ήταν εκ γεννετής τυφλός και ποιος τον θεράπευσε. Οι ίδιοι οι γονείς, από φόβο μήπως διωχθούν από την συναγωγή παραδεχόμενοι τον Χριστό, αρνήθηκαν να υπερασπιστούν το παιδί τους, μόνο πιστοποίησαν την εκ γεννετής ασθένειά του και άφησαν το θεραπευμένο πλέον παιδί τους να δώσει μαρτυρία για τον θεραπευτή του.
Το θάρρος του τυφλού ήταν πραγματικά μεγάλο. Πήγε κόντρα στις μεθοδείες των Φαρισαίων να τον παρασύρουν σε μια ομολογία κατά του Χριστού. Όμως εκείνος θαρραλέα ομολόγησε πολλές φορές και όχι μία ότι το θαύμα το έκανε ο Χριστός τον οποίο πίστευε ως προφήτη. Μάλιστα, τόλμησε να κάνει αντίλογο με τους Φαρισαίους. " Εσείς λέτε ότι είναι αμαρτωλός και δεν μπορεί να κάνει θεραπείες, αλλά ούτε και από τον Θεό είναι (μόνο ο Μωϋσής μίλησε με τον Θεό, έλεγαν). Αν δεν είναι προφήτης και είναι αμαρτωλός άνθρωπος, τότε πώς μου άνοιξε τα μάτια; Μπορεί ένας τέτοιος άνθρωπος να κάνει θαύματα; Ποτέ δεν είδα τέτοιο θαύμα να γίνεται". Δεν φοβήθηκε ο τυφλός ούτε την τιμωρία των Φαρισαίων αλλά ούτε και την πνευματική επιβολή που είχαν απέναντι στους πιστούς. Ο τυφλός με θάρρος τους είπε: "Γιατί ρωτάτε και ξαναρωτάτε ποιος με θεράπευσε; Μήπως θέλετε και εσείς να γίνετε μαθητές του;" Αφού οι Φαρισαίοι δεν μπόρεσαν να τα βγάλουν πέρα μαζί του αλλά ούτε και την ομολογία που ήθελαν δεν του απέσπασαν, τον έδιωξαν προσβάλλοντας τον.
Και τότε ο Χριστός τον ξαναπλησίασε. Αφού Τον είχε ομολογήσει. Και του εξήγησε ότι ήταν ο Υιός του Θεού. Ο τυφλός πίστεψε σε Αυτόν και τον προσκύνησε.

Η ζωή σήμερα: Όλοι ζητάμε ένα θαύμα να γίνει στην ζωή μας. Έχουμε όμως το θάρρος να πάμε κόντρα σε όλους και να υπερασπιστούμε Αυτόν που ενήργησε το θαύμα; Έχουμε το θάρρος να πάμε Εκκλησία ή να κάνουμε τον σταυρό μας χωρίς να φοβηθούμε ότι θα μας ειρωνευτούν; Ή να ομολογήσουμε ότι "ναι, άρχισα να πιστεύω στον Θεό και θέλω να πιστέψω και άλλο";
Αν Τον ομολογήσουμε, τότε ο Θεός θα μας ξαναπλησιάσει.
Δεν έκανε τυχαία ο Χριστός το θαύμα στον τυφλό. Ήξερε την δύναμη του χαρακτήρα του και την εσωτερική του πίστη αλλά και την ομολογία που θα έδινε. Δεν ήταν λίγο να πάει κανείς κόντρα στους Φαρισαίους.
Σήμερα εμείς τολμάμε να πάμε κόντρα στην κοροϊδία των άλλων και να τους αποστομώσουμε με μια ετοιμόλογη απάντηση γεμάτη πίστη;

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com

Pin It