HeadShort.png

26/1 Δίψα για λυτρωτική συνάντηση με το βλέμμα του Ιησού

 

(Λουκ. ΙΘ' 1-10)

Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού, εἴτε λόγῳ συνήθειας, εἴτε λόγῳ ἐργασίας, ἀλλά καί γιά ἄλλους ἀκόμα λόγους, δείχνουν πρός τά ἔξω ὅτι ἔχουν παγιώσει μία προσωπικότητα δίχως ἰδιαίτερα ἐνδιαφέροντα. Ἄνθρωποι πού ἡ πυξίδα τῆς καρδιᾶς τους δείχνει μόνιμα στόν παγωμένο ὁρίζοντα. Ἔρχονται ὅμως κάποιες στιγμές πού οἱ ὑπάρξεις αὐτές προβαίνουν σέ τέτοιες κινήσεις, πού κανένας δέν φαντάζεται. Σπᾶνε τήν κρούστα καί τούς τύπους, καί ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ “διανύουν καί καλύπτουν ἀποστάσεις”, καί τελικῶς δικαιώνονται ἀπό Αὐτόν πού “ἐτάζει καρδίας καί νεφρούς” καί δικαιώνει-ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο πού λαχταρᾷ τή γνωριμία μαζί Του.

Αὐτό ἀκριβῶς συνέβη καί μέ τόν Ζακχαῖο, πού ὁ θεόπνευστος Εὐαγγελιστής Λουκᾶς μέ τήν ἀριστοτεχνική του πέννα ζωγραφίζει.
Ἀποκαλύπτει τόν ἀρχιτελώνη τῆς Ἰεριχοῦς καί τονίζει μέ ἰδιαίτερους τόνους τῆς Χάριτος τή βαθειά του λαχτάρα νά δεῖ τό Θεανδρικό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ.
Εἶναι ὄντως ἐκπληκτικό αὐτό πού ἀποφασίζει νά κάνει μέσα στό πλῆθος πού συνωστίζεται, τό κατά κόσμον ὑπεροχικό αὐτό πρόσωπο. Δίχως νά σκεφτεῖ τά σχόλια, “ταπεινώνοντας” τήν κοινωνική του θέση, “ἀνέβη εἰς συκομορέαν”, γιά νά ἰδεῖ τόν Ἰησοῦ ἀπό ψηλά.
Πράγματι, φίλοι μου, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποφασίσει νά δεῖ καί νά γνωρίσει τόν Ἰησοῦ ἀπό κοντά, καί μάλιστα νά Τόν κάνει οἰκεῖον του, τότε εἶναι ἕτοιμος νά “ἀνεβεῖ στήν συκομορέα”. Εἶναι ἕτοιμος νά τσαλακώσει τόν καθωσπρεπισμό του, ἀλλά καί τίς συνήθειες τοῦ κόσμου. Τοῦ κόσμου, πού μπορεῖ νά βλέπει τόν Ἰησοῦ νά διαβαίνει “ἐν πόλεσι καί κώμαις”, ἀλλ ̓ ὅμως δέν μπορεῖ νά Τόν προσεγγίσει· καί τοῦτο, διότι δέν θέλει οὐσιαστικά νά Τόν γνωρίσει.
Καί στό σημεῖο αὐτό ὁ Ζακχαῖος προβάλλει ἐμπρός μας ὡς κάτοπτρο, γιά νά καθρεπτίσουμε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας. Νά ἀφουγκραστοῦμε τούς παλμούς τῆς καρδιᾶς μας καί νά ἐρευνήσουμε ἐάν τελικῶς ἡ δική μας δίψα γιά τήν γνωριμία μέ τόν Ἰησοῦ μπορεῖ νά συγκριθεῖ μέ αὐτή τοῦ ἀρχιτελώνη.
Ὁπωσδήποτε, στό κάθε μέλος τῆς εὐχαριστιακῆς μας συνάξεως ὑφίσταται ἡ ἐπιθυμία καί ὁ ἀγαθός πόθος, ὥστε νά μάθει καί νά προσεγγίσει τόν Κύριο.
Δέν γεννᾶται περί αὐτοῦ θέμα. Τό ζήτημα ὅμως εἶναι κατά πόσον ἡ λαχτάρα ξεπερνᾷ τήν ἁπλῆ γνωριμία, κατά πόσον μποροῦν νά σταθοῦν τά ἐσωτερικά κυρίως προσχήματα καί τά καρδιακά, ἐμπόδιο. Κατά πόσον ἡ λαχτάρα αὐτή φτάνει στήν κορυφή πού ὀνομάζεται “ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ”. Αὐτό τελικῶς εἶναι, πρέπει νά εἶναι, τό ζητούμενο στήν πίστη καί στήν λατρεία. Ἐκεῖ στοχεύει, πρέπει νά στοχεύει, ἡ ὅλη πνευματικότητα καί ὁ ὅλος ἀγώνας. Τό νά ἀρκεῖται ἡ ὕπαρξη σέ μία ἁπλῆ γνώση περί τοῦ Ἰησοῦ, αὐτό δέν τῆς ἐξασφαλίζει τή δικαίωση καί τή σωτηρία.
Ὑπάρχουν περιπτώσεις πού ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει νοητικῶς τήν “Θεολογία”, ὁμιλεῖ καί ὑπερασπίζεται τήν πίστη, μάλιστα κάποιες φορές φθάνει καί σέ σημεῖα ἀπαράδεκτα γιά νά διαφυλάξει αὐτή τήν πίστη, πού νομίζει ὅτι ἐκφράζει σωστά, ἀλλά τελικῶς δέν ἔχει ἀκόμη γνωρίσει καί δέν ἔχει ἀγαπήσει τόν Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος ἦλθε “ζητῆσαι καί σῶσαι τό ἀπολωλός”.
Φυσικά, ὁ κάθε ἰσορροπημένος ἄνθρωπος αἰσθάνεται, ἔστω καί κάποιες στιγμές, τήν λαχτάρα γιά τήν γνωριμία μέ τόν “ὡραῖον κάλλει παρά τούς υἱούς
τῶν ἀνθρώπων”, ἰδιαίτερα ὅμως ἡ νέα γενιά φαίνεται νά Τόν ἀναζητᾷ μέ πόνο
καί ὀδύνη. Κουρασμένη, ταλαιπωρημένη, κορεσμένη ἀπό τήν “ἄνοστη ὕλη” καί
τίς ποικίλες κατάπικρες ἡδονές, ἀηδιασμένη ἀπό τίς ἀπατηλές ἐπαγγελίες,
ἀναζητᾷ τόν δρόμο πρός τόν Ἰησοῦ, ἴσως κάποιες φορές χωρίς νά τό
συνειδητοποιεῖ, καί τοῦτο, γιά νά βγεῖ ἀπό τό χάος.
Στόν κουρασμένο καί μουτζαλωμένο φόντο τῆς συνειδήσεως, ἡ ἀναζήτησις
μπορεῖ νά συμπορεύεται μέ τήν ἀσάφεια. Κάποιες μάλιστα φορές συμβαίνει νά
μή βαδίζει κἄν στή σωστή πορεία καί νά σκύβει πάλι νά ξεδιψάει ἀπό τό
“γλυφό νερό”. Ὅμως, καί μόνο ὅτι ψάχνει, αὐτό εἶναι μεγάλη ὑπόθεση. Ἀφοῦ
δέν συμβιβάζεται ὁ νέος ἄνθρωπος, δέν μπορεῖ παρά, ἀργά ἤ γρήγορα, νά βρεῖ
τήν «συκομορέα» καί ἀπό ἐκεῖ νά δεῖ Αὐτόν πού λαχταρᾷ. Εἶναι ἡ στιγμή
κατά τήν ὁποίαν ὁ Ἰησοῦς τόν βλέπει. Βλέπει ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἐξάντλησε
ὅλες του τίς δυνάμεις, ἔκανε ὅ,τι τοῦ ἦταν δυνατόν νά κάνει καί, ἀφοῦ τόν
ἀτενίζει κατάματα μέ τό Παντοκρατορικό Του βλέμμα, μπροστά σέ ὅλους πού
παραμένουν στά προσχήματα καί ὑποδουλώνονται στά πρωτόκολλα, τοῦ
ἀπευθύνει τόν λόγο: “Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γάρ ἐν τῷ οἴκῳ
σου δεῖ με μεῖναι”.
«Κατέβα, παιδί μου, ἀπό τήν σπαραχτική σου ἀγωνία καί ἐλευθερώσου
ἀπό τό ἄγχος τῶν λαθῶν σου, τῶν παθῶν καί τῶν ἐλαττωμάτων σου, πού τόσο
σοῦ κόστισαν καί σέ καταρράκωσαν. Ἔλα τώρα κοντά μου. Ναί, θά
περπατήσουμε μαζί στόν οἶκον σου, θά μείνω καί θά κατοικήσω μέσα στήν
καρδιά σου. Στήν ὅλη ὕπαρξή σου θά ἀναπαύομαι μέ τόν Πατέρα (Ἰωάν. ΙΔ ́,
23). Τώρα πλέον ἐλευθερώνεσαι ἀπό τά δεσμά τοῦ κόσμου καί τοῦ ἐχθροῦ μου
καί στόν θεῖο κρατῆρα πού θά μέ γευθεῖς, θά ἐγκαινιάσω τήν αἰώνια κοινωνία
τῆς ἀγάπης μαζί σου!...».
Στιγμές ὄντως ἀσύλληπτες, πού κινδυνεύει ὁ ἄνθρωπος, μπροστά στό δέος
τῆς Θεότητος πού τόν καταλαμβάνει, νά ἀναφωνήσει τόν συγκλονιστικό λόγο
τοῦ Ἀπ. Πέτρου στό ξεκίνημα τῆς γνωριμίας μέ τόν Ἰησοῦ: “ Ἔξελθε ἀπ' ἐμοῦ,
ὅτι ἀνήρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε” (Λουκ. Ε', 8). Βεβαίως, ὁ Κύριος, πού
γνωρίζει τόν πόθο καί τήν καρδιακή λαχτάρα, δέν δίνει σημασία στά λόγια
καί ἀγκαλιάζει τήν ὕπαρξη.
Ἀλλά ἐδῶ βλέπουμε τόν Ζακχαῖο νά κάνει τώρα ἕνα νέο ἅλμα στόν χῶρο
τῆς ὁλοκληρωτικῆς μετάνοιας, καί μέσα στήν ἀτμόσφαιρα τῆς φιλοξενίας νά
ἀφήνει τά ρεῖθρα τῶν δακρύων ἐλεύθερα καί νά ὁμολογεῖ τά ἐγκλήματα τοῦ
ἄνομου πλουτισμοῦ του, προχωρῶντας στήν τετραπλῆ ἀποκατάσταση τῶν
ἀδικηθέντων. Ἐπέδειξε δηλαδή μετάνοια ὁλοκληρωτική καί γνήσια. Χωρίς
εἰσαγωγές, παρενθετικές καί ἐπεξηγηματικές προτάσεις, καί τοῦτο γιά νά μήν
ἀλλοιωθεῖ ἡ ἀμεσότητα καί ἡ καρδιακή οὐσία, ὁμολογεῖ: “Ἰδού τά ἡμίση τῶν
ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καί εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα,
ἀποδίδωμι τετραπλοῦν”.
Ὁ Χριστός, ἀγαπητοί μου, διανύει τά ἄπειρα βήματα, ἀπό τόν οὐρανό
πρός τήν γῆ γιά νά συναντήσει τόν ἄνθρωπο. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νά βαδίσει
καί ὁ ἄνθρωπος τό ἕνα βῆμα, ἀπό τό νοῦ στήν καρδιά, ἀπό τήν συνείδηση τῆς
ἀρνητικῆς πράξεως στήν αὐθεντική μετάνοια. Τότε καί μόνο τότε, στή
συνέχεια, ὁ Κύριος δίνει τό πλήρωμα τῆς συγχωρήσεως, τῆς εὐλογίας, τῆς
χαρᾶς καί τοῦ ἀρραβώνα τῆς Βασιλείας. Τοῦ πόθου μας καί τῆς λαχτάρας μας.
Στήν ἔκφραση λοιπόν αὐτῆς τῆς καρδιακῆς μετανοίας, ὁ Κύριος βεβαιώνει:
“Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καί αὐτός υἱός Ἀβραάμ
ἐστιν”.
Ἔτσι λοιπόν ὁ Ζακχαῖος βρῆκε ἐκεῖνο πού μιά ζωή ἔψαχνε, ἔστω κι ἄν
κανένας δέν τό γνώριζε, ἔστω κι ἄν “ἔβοσκε” μέσα στίς φοβερές του ἀδικίες.
Ἀναζητοῦσε, καί ἀπό τήν ἀναζήτηση πέρασε στήν συνάντηση. Ἀπό τήν
συνάντηση γνώρισε τήν μετάνοια, καί ἀπό τήν μετάνοια ἀνακαινίστηκε καί
ἔφθασε στό πλήρωμα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί τῶν συνανθρώπων του. Στό
πλήρωμα τοῦ Πνεύματος καί στόν ἐξαγιασμό τῆς προσωπικότητας.
Ἀδελφοί μου, ὁ Κύριος δέν βρισκόταν μόνο τότε στούς δρόμους τῆς
Παλαιστίνης. Σέ κάθε ἐποχή καί σέ ὅλα τά μέρη περπατάει καί ζητᾷ “σῶσαι
τό ἀπολωλός”. Καί αὐτό θά γίνεται ἕως τό τέλος τῆς Ἱστορίας, πού ἐνδόξως
πλέον θά ἔλθει “κρίναι ζῶντας καί νεκρούς”.
Τό θέμα εἶναι τό πόσοι ἀπό ἐμᾶς, πού βρισκόμαστε στό χάλι τοῦ
Ζακχαίου, ἔχουμε συνειδητοποιήσει τήν φρικτή μας κατάσταση καί κατά
πόσο διψοῦμε τή λυτρωτική συνάντηση μέ τό βλέμμα τοῦ Ἰησοῦ.
Ἐάν πράγματι διαθέτουμε ἔστω καί ἐλάχιστη λαχτάρα γιά τήν Θεϊκή
συνάντηση, ἄς εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς θά “ἀναβλέψει” πρός
ἐμᾶς. Θά ρίξει τό γλυκύ καί Θεϊκό Του βλέμμα στήν ὕπαρξή μας, ὅπως ὁ
ἥλιος ρίχνει τίς ἀκτῖνες του, καί ἐν τῷ ἅμᾳ θά αἰσθανθοῦμε οἱ πάγοι τῆς
καρδιᾶς μας νά λειώνουν. Θά νοιώσουμε τήν θαλπωρή τοῦ Πνεύματος νά
ζωογονεῖ τήν καρδιά μας και ν' ἀνακαινίζει τήν ὅλη ὕπαρξή μας. Ἀπό κεῖ καί
πέρα, τά πράγματα ἀκολουθοῦν τήν ὄμορφη πορεία τῆς μετανοίας καί τῆς
πληρότητας, πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπ' τόν ἁγιασμό μας καί τή Χριστοποίησή
μας.

Ἀμήν

Ἀρχ. Ἰωήλ Κωνστάνταρος

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/

Pin It