HeadShort.png

8/7 Κυριακή ΣΤ΄Ματθαίου [Ι.Μ.Μεσογαίας]

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. θ΄ 1-8)
8 Ἰ­ου­λίου 2018

Τὸ θαῦμα τῆς θε­ρα­πείας τοῦ πα­ρα­λυ­τι­κοῦ τῆς Καρ­πε­να­ούμ ἔγινε ἀ­φορμὴ νὰ ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ γιὰ μιὰ ἀ­κόμα φορὰ ἡ θεία δύ­ναμη καὶ ἐ­ξου­σία τοῦ Χρι­στοῦ. Νὰ πι­στο­ποι­η­θεῖ ἡ ἀ­λή­θεια καὶ ἡ αὐ­θεντικό­τητα τοῦ λόγου Του. Νὰ δη­λω­θεῖ, κατὰ τὸν σα­φέ­στερο τρόπο, ἡ νίκη τοῦ Θεοῦ πάνω στὴ δύ­ναμη τοῦ δι­α­βό­λου καὶ τῆς ἁ­μαρ­τίας.

Τὰ θαύ­ματα ἐ­νι­σχύ­ουν τὴν πί­στη τῶν ἁ­πλῶν καὶ τα­πει­νῶν ἀν­θρώ­πων στὴν καρ­διὰ ποὺ δέ­χον­ται γιὰ Σω­τῆρα καὶ Κύ­ριό τους τὸν Χρι­στό. Ἡ δοξο­λο­γία τοῦ Θεοῦ εἶ­ναι τὸ φυ­σικὸ ἐ­πα­κό­λουθο κάθε θαύ­μα­τος.

Στὸ ση­με­ρινὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο, ὅ­μως, βλέ­πουμε τοὺς γραμ­μα­τεῖς καὶ τοὺς φα­ρι­σαί­ους νὰ στε­νο­χω­ροῦν­ται καὶ νὰ ἐκ­φρά­ζον­ται ἀρ­νη­τικὰ γιὰ τὸ θαῦμα ποὺ ζοῦν, λέ­γον­τες «Οὗ­τος βλα­σφη­μεῖ», ὅ­ταν ὁ Κύ­ριος θε­ρα­πεύει πρῶτα τὴν ψυχὴ τοῦ πα­ρα­λυ­τι­κοῦ μὲ τὴ φράση «θάρ­σει τέ­κνον˙ ἀ­φέ­ων­ταί σοι αἱ ἁ­μαρ­τίαι σου». Καὶ ὁ Κύ­ριος ὡς παν­το­γνώ­στης δι­α­βά­ζει τὶς καρ­διὲς καὶ τὶς σκέ­ψεις τους, καὶ ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας ὅτι «ἐ­ξου­σίαν ἔ­χει ὁ υἱὸς τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­φι­έ­ναι ἁ­μαρ­τίας», λέ­γει στὸν πα­ρα­λυ­τικὸ «Ἐ­γερ­θεὶς ἆ­ρον σου τὴν κλί­νην καὶ ὕ­παγε εἰς τὸν οἶ­κόν σου». Ἔτσι ἔ­γινε ἔμ­πρα­κτα φα­νερὸ ὅτι ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι παν­το­δύ­να­μος καὶ παν­το­γνώ­στης, γε­μᾶ­τος ἀ­γάπη γιὰ τὰ πλά­σματά Του.

Τί ση­μαί­νει ὅ­μως γιὰ τὸν κα­θένα μας τὸ γε­γο­νὸς ὅτι ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι παν­το­γνώ­στης καὶ γνω­ρί­ζει κάθε λε­πτο­μέ­ρεια τῆς ζωῆς μας;

Μὲ τὴ σκέψη ὅτι ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι παν­το­γνώ­στης πα­ρη­γο­ρούμεθα. Εἶναι ἀ­πο­τε­λε­σμα­τικὸ νὰ ξέ­ρουμε ὅτι ὁ Κύ­ριος εἶ­ναι δί­πλα μας, γιὰ νὰ μᾶς ἐνι­σχύει, νὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὶς δυ­σκο­λίες μας καὶ νὰ ἐ­πεμ­βαί­νει, ὅ­ταν τὸ ἀπαι­τεῖ τὸ πνευ­μα­τικό μας συμ­φέ­ρον. Τὴν πρα­γμα­τι­κό­τητα αὐτὴ τὴν κα­τα­λα­βαί­νουμε σὲ στι­γμὲς πνευ­μα­τι­κῆς πλη­ρό­τη­τας, ποὺ ἡ χάρη Του δι­α­πο­τί­ζει τὴν καρ­διά μας. Ἀλλὰ καὶ ὅ­ταν περ­νοῦμε κά­ποια δο­κι­μα­σία, ποὺ κάθε ἀν­θρώ­πινη βο­ή­θεια εἶ­ναι ἀ­νί­σχυρη, βρί­σκουμε κα­τα­φύ­γιο «εἰς τὸν μό­νον δυ­νά­με­νον σώ­ζειν».

Ἡ βε­βαι­ό­τητα ὅτι εἶ­ναι Παν­το­γνώ­στης μᾶς βο­ηθεῖ ἐ­πί­σης νὰ σκε­φθοῦμε ὀρθά, ἐ­πειδὴ ὁ ἐ­χθρός μας δι­ά­βο­λος προ­σπα­θεῖ νὰ μᾶς πεί­σει ὅτι κα­νεὶς δὲν μᾶς βλέ­πει καὶ κα­νεὶς δὲν θὰ μά­θει ποτὲ τὸ κακὸ ποὺ κά­νουμε.

Τέ­λος, ἡ βε­βαι­ό­τητα ὅτι ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι Παν­το­γνώ­στης, πα­ρη­γο­ρεῖ τὸν ἀ­γῶνα μας, ὅ­πως φαί­νε­ται καὶ στὴν πε­ρί­πτωση τοῦ πα­ρα­λυ­τι­κοῦ τῆς ση­με­ρι­νῆς Εὐ­αγ­γε­λι­κῆς πε­ρι­κο­πῆς, στὸν ὁ­ποῖον ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος ὁ Χρι­στὸς εἶπε «Θάρ­σει τέ­κνον», ἐ­νι­σχύ­ον­τας ἔτσι τὶς δυ­νά­μεις του καὶ κάθε ἄν­θρωπο, ποὺ σή­μερα πε­ρισ­σό­τερο ἀπὸ ποτὲ ἔ­χει ἀ­νάγκη ἀπὸ ἐλ­πίδα καὶ ψυ­χικὴ στή­ριξη.

Ἀ­δελ­φοί μου, ὅ­λοι ἔ­χουμε ἀ­νάγκη τὴν σῴ­ζουσα καὶ ζων­τανὴ πί­στη, ἡ ὁ­ποία, ὅ­ταν ὑ­πη­ρε­τεῖ τὸν πλη­γω­μένο ἄν­θρωπο, βε­βαι­ώ­νει μὲ τὸν πιὸ χει­ρο­πι­α­στὸ τρόπο ὅτι ἡ παν­το­δυ­να­μία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶ­ναι ὑ­πό­θεση τοῦ μυ­α­λοῦ μας ἀλλὰ τῆς καρ­διᾶς μας.

Αὐτό, βέ­βαια, δὲν ση­μαί­νει ἕ­να πρό­χειρο συ­ναι­σθη­μα­τι­σμὸ ποὺ ἀφορᾶ ἐ­πι­φα­νει­ακὰ θρη­σκευ­ό­με­νους ἀν­θρώ­πους, ἀλλὰ εἶ­ναι τὸ βα­θύ­τερο γνώ­ρι­σμα τῶν ἀ­γω­νι­στῶν ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὴν οὐ­σία τῆς ὕ­παρ­ξής τους. Αὐ­τοὶ εἶ­ναι οἱ νι­κη­τὲς τῆς πα­ρού­σας ζωῆς καὶ οἱ κλη­ρο­νό­μοι τῆς αἰ­ώ­νιας πρα­γμα­τι­κό­τη­τας.

www.imml.gr

8/7 Κυριακή του παραλυτικού της Καπερναούμ - σχόλιο

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Ιερά Μητόπολις Σερβίων και Κοζάνης

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Μτθ. 9, 1–8)

Τό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ παραλυτικοῦ τῆς Καρπεναούμ ἔγινε ἀφορμή νά ἀποκαλυφθῆ γιά μιά ἀκόμα φορά ἡ θεία δύναμη καί ἡ ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ. Τά θαύματα του εἶναι βεβαίωση τῆς μεσσιακῆς ἰδιότητάς του, πιστοποιοῦν τήν ἀλήθεια καί τήν αὐθεντικότητα τοῦ λόγου του. Δηλώνουν κατά τόν σαφέστερο τρόπο τή νίκη τοῦ Θεοῦ πάνω στή δύναμη τοῦ διαβόλου καί τῆς ἁμαρτίας, αἰτίες τῆς ἀνθρώπινης κακοδαιμονίας, καί τήν ἔναρξη νέας ἐποχῆς, ἐποχῆς χάριτος καί σωτηρίας. Τά θαύματα τοῦ Χριστοῦ ἔχουν διπλῆ συνέπεια. Ἀποστομώνουν καί καταισχύνουν τούς ἐχθρούς του, πού εἶναι καί ἐχθροί τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου, καί ἐνισχύουν τήν πίστη τῶν ἁπλῶν στήν καρδιά καί ταπεινῶν πού τόν δέχονται γιά Σωτήρα καί Κύριό τους. Ὁ θαυμασμός καί ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ εἶναι τά ἐπακόλουθα κάθε θαύματος τοῦ Χριστοῦ. Στό σημερινό εὐαγγέλιο βλέπουμε ὅμως, ὅταν ὁ Κύριος θεραπεύει πρῶτα τήν ψυχή τοῦ παραλυτικοῦ μέ τή φράση «θάρσει τέκνον˙ ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου», οἱ γραμματεῖς καί οἱ φαρισαῖοι ἀντί νά χαροῦν καί νά εὐλογήσουν τό Θεό, διότι συγχωρεῖ διά τοῦ παντοδυνάμου καί παντογνώστου Υἱοῦ του τίς ἁμαρτίες ἑνός δυστυχισμένου ἀνθρώπου, στενοχωροῦνται καί σκέπτωνται: «Οὗτος βλασφημεῖ». Καί ὁ Κύριος ὡς παντογνώστης διαβάζει τίς καρδιές καί τίς σκέψεις τους, τούς ἀποκαλύπτει καί τούς βάζει μπροστά στό δίλημμα ἤ νά δεχθοῦν τή θεία του ἐξουσία νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες καί νά θεραπεύει τό σῶμα ἤ νά ἀρνηθοῦν καί τά δύο, τή θεραπεία τῆς ψυχῆς – ἄφεση ἁμαρτιῶν καί τή θεραπεία τοῦ παράλυτου σώματος. Γι’ αὐτό, γιά νά ἀποδείξει ὅτι «ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἁμαρτίας», λέγει στόν παραλυτικό: «Ἐγερθείς ἆρόν σου τήν κλίνην καί ὕπαγε εἰς τόν οἶκόν σου», σήκω, πάρε τό κρεββάτι σου καί πήγαινε στό σπίτι σου. Ἔτσι ἔγινε ὁλοφάνερο ὅτι ὁ Χριστός εἶναι γεμάτος ἀπό ἀγάπη γιά τά πλάσματά του, εἶναι παντοδύναμος καί παντογνώστης. Γιά τήν ἀγάπη καί τήν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ πολλές φορές ἀκούσαμε στά κηρύγματα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι λοιπόν ἀνάγκη σήμερα νά δοῦμε καί τήν παγγνωσία τοῦ Κυρίου. Ἄς ἐξετάσουμε τί σημαίνει γιά τόν καθένα μας τό γεγονός ὅτι ὁ Χριστός εἶναι παντογνώστης καί γνωρίζει κάθε λεπτομέρεια τῆς ζωῆς μας. Πρῶτον, μέ τή σκέψη ὅτι ὁ Χριστός εἶναι παντογνώστης ἐνθαρυνόμαστε καί παρηγορούμαστε. Εἶναι σπουδαία ἡ πληροφορία πού μᾶς δίνει ἡ πίστη ὅτι ὁ Κύριος εὑρίσκεται δίπλα μας γιά νά μᾶς ἐνισχύει, νά παρακολουθεῖ τίς ἐπιτυχίες καί τίς δυσκολίες μας καί νά ἐπεμβαίνει ὅταν οἱ περιστάσεις τό ἐπιβάλλουν καί τό ἀπαιτεῖ τό βαθύτερο πνευματικό μας συμφέρον. Τήν πραγματικότητα αὐτή τήν καταλαβαίνουμε ὅταν σέ στιγμές πνευματικῆς καί ψυχικῆς εὐφορίας, πού ἡ χάρη ἐγγίζει τήν ψυχή μας, αἰσθανόμαστε τόν Κύριο πολύ κοντά μας καί ἕνα αἴσθημα γλυκύτητας διαποτίζει τήν καρδιά μας. Ἀλλά καί ὅταν περνοῦμε κάποια δοκιμασία, μιά ἐπώδυνη ἀρρώστια, τότε πού κάθε ἀνθρώπινη βοήθεια εἶναι ἀνίσχυρη, ὅπως στήν περίπτωση ἑνός φοβεροῦ σεισμοῦ πού σαλεύει τή γῆ. Μακάριος τότε ἐκεῖνος πού μέ τήν πίστη βρίσκει καταφύγιο «εἰς τόν μόνον δυνάμενον σώζειν», τόν παντοδύναμο καί παντογνώστη Θεό. Καταφεύγει σ’ ἐκεῖνον μέ προσοχή καί γαληνεύει, πολλές φορές μάλιστα βλέπει τό χέρι τοῦ Θεοῦ φανερό νά τόν βοηθᾶ καί νά τον προστατεύει. Ἡ παγγνωσία τοῦ Θεοῦ, ὕστερα, μᾶς βοηθεῖ νά σκεφθοῦμε ὀρθά, νά νιώσουμε τόν ἅγιο φόβο του καί νά ἀποφεύγουμε τήν ἁμαρτία. Πραγματικά. Μόνον ὅταν ξεχάσει τήν πανταχοῦ παρουσία καί τήν παγγνωσία τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτάνει καί παραβαίνει χωρίς ἐντροπή τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Διότι ὁ ἐχθρός μας, ὁ διάβολος, προσπαθεῖ νά μᾶς πείσει ὅτι κανείς δέν μᾶς βλέπει καί κανείς δέν θά μάθει ποτέ τό κακό πού διαπράξαμε. Ἄνθρωπος βέβαια, ὅμως ὁ παντογνώστης Θεός τά ξέρει καί τά βλέπει ὅλα. Ἄς θυμηθοῦμε τόν Ἰωσήφ στό σπίτι τοῦ Πετεφρῆ στήν Αἴγυπτο. Πῶς κατόρθωσε ὁ εὐσεβής ἐκεῖνος νέος νά ἀποφύγει τήν ἁμαρτία; Νά ἡ σκέψη του: «Πῶς ποιήσω τό πονηρόν τοῦτο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μου;». Εἶχε ζωηρή τήν αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καί τῆς παγγνωσίας του. Ὕστερα ἀπό αὐτά, καί ἐμεῖς βρισκόμαστε μπροστά στό δίλημμα: Ἤ νά ἀρνηθοῦμε τήν παγγνωσία τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε ἀρνούμεθα συγχρόνως καί τήν πίστη σ’ Αὐτόν καί δέν πρέπει νά ἐλπίζουμε καμιά βοήθεια, ἀφοῦ ὁ Χριστός δέν εἶναι παντογνώστης καί δέν γνωρίζει τί μᾶς συμβαίνει. Ἤ νά δεχθοῦμε ὅτι εἶναι πράγματι παντογνώστης, ὁπότε γνωρίζει καί ὅλα τά ἁμαρτήματά μας καί συνεπῶς θά πρέπει νά ἐπιδιώξουμε μέ εἰλικρινή ἐξομολόγηση νά λάβουμε καί ἐμεῖς σάν τόν παραλυτικό τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἄν δέν τό κάνουμε αὐτό, τότε μαζί μέ τούς γραμματεῖς θά ἀνήκουμε σέ μιά ἀπό τίς κατηγορίες τῶν ἀθέων πού δέν παραδέχονται ὅτι ὑπάρχει Θεός καί μάλιστα παντογνώστης, τῶν θεϊστῶν πού παραδέχονται ὅτι ὑπάρχει Θεός ἀλλά δέν ἐπεμβαίνει στή ζωή τῶν ἀνθρώπων καί τοῦ κόσμου πού ὁ ἴδιος δημιούργησε, τῶν αἱρετικῶν πού πιστεύουν στό Χριστό ἀλλά δέν δέχονται τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως καί τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν. Ὁ Χριστός ὅμως, ὅπως τό εἴδαμε στό σημερινό εὐαγγέλιο, εἶναι παντοδύναμος καί παντογνώστης. Μέσα στήν Ἐκκλησία συνεχίζει τό ἴδιο θαῦμα. Συγχωρεῖ ἁμαρτίες καί σώζει ἀπό τή φθορά καί τό θάνατο. Ἀμήν. Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/

30/12 «Ινα πληρωθή το ρηθέν»

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ Απόστολος: Γαλ. β΄11 - 19 Ευαγγέλιον: Ματθ. β΄ 13 - 23 «Ινα πληρωθή το ρηθέν» να πραγματοποιηθεί, να εκπληρωθεί ο λόγος του Θεού μέσω των απεσταλμένων θεόπνευστων προφητών, αυτό σημαίνει η φράση αυτή. Τρεις φορές αναφέρεται αυτή η έκφραση στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου αδελφοί. Προφητεία που φανερώνει την μετάβαση και επιστροφή από την Αίγυπτο, η πρώτη. Την σφαγή των νηπίων από τον Ηρώδη, η δεύτερη, που πίστευε ότι θα απαλλασσόταν από τον Ιησού Χριστό. Και την προσωνυμία του Κυρίου, Ναζωραίος, η τελευταία, από τον τόπο όπου εγκαταστάθηκε και μεγάλωσε. Η αναφορά, σε προφητείες, κυρίως από τους ευαγγελιστές, δηλώνει και επιβεβαιώνει τη σταθερή διαχρονική επαλήθευση της υπόσχεσης του Θεού, με βάση το σχέδιό Του για τη σωτηρία του ανθρώπου. Ωστόσο η αναφορά των ονομάτων του Ηρώδη και Αρχέλαου καθορίζουν και τον χρόνο της ενανθρώπισης του Κυρίου μας, τοποθετώντας την σε ιστορικά πλαίσια. Δεν είναι όμως οι μοναδικές περιπτώσεις που αναφέρονται σε προφητείες, οι θεόπνευστοι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, μελετητές και γνώστες των βιβλίων των προφητών. Διακηρύττουν ιδιαίτερα τα σοβαρά γεγονότα της επίγειας ζωής του Κυρίου. Διαπιστώνουν την εκπλήρωση προφητειών με προεξάρχουσες τις προφητείες του μεγαλοφωνότατου των προφητών Ησαϊα. Εκινδύνευσε το παιδίον, ο θεάνθρωπος Ιησούς, από την δολοφονική μανία του Ηρώδη, σημειώνει η σημερινή περικοπή. Ασφαλώς ο Θεός μπορούσε να Τον προφυλάξει και να μη Τον φτάσει το φονικό μαχαίρι του Ηρώδη, χωρίς να χρειαστεί η μετάβαση στην Αίγυπτο. Δεν ήταν όμως καιρός ακόμη να δηλωθεί η θεία προέλευση και ιδιότητα του Ιησού. Το γεγονός όμως που δεσπόζει αυτές τις μέρες και που πριν δυο μέρες, αναπολήσαμε και ευγνώμονες γιορτάσαμε, αγαπητοί μου, είναι η αναγγελία του αγγέλου κατά την γέννηση του Χριστού: «Ετέχθη υμίν σήμερον Σωτήρ». Ναι για χάρη μας, όχι γιατί το αξίζουμε. Γεννήθηκε για μας ο Σωτήρας Χριστός. Η αγγελία αυτή έφερε την ελπίδα στον άνθρωπο που εξ αιτίας της απομάκρυνσής του από τον δρόμο του Θεού, υποφέρει απελπισμένος. Η έλευση και ενανθρώπιση του Σωτήρος Χριστού, πραγματοποίησε την προ αιώνων υπόσχεση του Θεού, στους πρωτόπλαστους πρώτα, και μέσω των προφητών, στο ανθρώπινο γένος. Πλάσματα του Θεού, αγαπητά από τον Δημιουργό τους δεν ήταν δυνατόν να μείνουν χωρίς την πλούσια και πρακτική εμφάνιση της άπειρης αγάπης του Θεού. ροηγήθηκε η συνεχής στους αιώνες υπενθύμιση του Θεού για την τήρηση των εντολών Του. Έστειλε φωτισμένους ανθρώπους, τους προφήτες, στον αγαπημένο Του λαό, τον Ισραήλ. Άνθρωποι σοφοί και φωτισμένοι παρουσιάστηκαν και στους άλλους λαούς, τους εθνικούς ειδωλολάτρες, για να τους καθοδηγήσουν κοντά στον Θεό. «Καθεύοντες διατελειτε αν, έως αν ο Θεός κηδόμενος υμών πέμψειε άλλον τινα σώσαι υμάς». Θα κοιμάστε αδιαφορώντας για την αρετή, αν ο Θεός που σας φροντίζει δεν στείλει κάποιον άλλον να σας σώσει, έλεγε ο φιλόσοφος Σωκράτης. Είχε συνεπώς η ανθρωπότητα σαφείς και διαχρονικές προειδοποιήσεις και υπομνήσεις, όταν ήταν φανερό ότι είχε εκτραπεί από την ευθεία οδό τους θείου θελήματος. Και όμως οι άνθρωποι δεν άκουσαν. Δεν πρόσεξαν τις ειδοποιήσεις. Ίσως θα έπρεπε να μας εγκαταλείψει και να μας τιμωρήσει, αφού εμείς παρακούσαμε και τον αγνοήσαμε. Η αγαθότητα όμως του Θεού έδειξε για άλλη μια φορά την απέραντη αγάπη στα πλάσματα Του. Πριν δυο μέρες λοιπόν, γιορτάσαμε για άλλη μια φορά, την εκπλήρωση της σωτηριώδους υπόσχεσης του Θεού. Η έλευση του Σωτήρος Χριστού, ήταν η τελευταία ευκαιρία. Τώρα πλέον γνωρίζουμε με ακρίβεια το θέλημα και τις εντολές του Θεού. Δες δικαιούμαστε να προφασιστούμε άγνοια. Ήλθε, έγινε άνθρωπος, όπως εμείς, απέδειξε την αγάπη του και με τη διδασκαλία Του και με τα θαύματα. Όλα αυτά σαν ανάμνηση τα διατηρήσαμε στην Καινή Διαθήκη, στο Ευαγγέλιο. Είναι φανερή όχι μόνο η αγάπη Του, για τα ανάξια πλάσματα Του, αλλά και η ανοχή Του. Παρακολουθεί και βλέπει τα σφάλματα μας. Περιμένει να καταλάβουμε τα λάθη μας. Κάποτε επιτρέπει να υποφέρουμε ή και να υφιστάμεθα κακά, μήπως αντιληφθούμε τα λάθη μας. Γνωρίζει μέχρι ποίου σημείου μπορούμε να αντέξουμε. Γιαυτό ποτέ δεν επιτρέπει κάτι που είναι αδύνατο να αντιμετωπίσουμε με τις περιορισμένες δυνάμεις και ικανότητες μας. Η επιθυμία του Θεού είναι να σωθούμε. Και μπορούμε να σωθούμε όταν ακολουθούμε τις εντολές Του. Η σωτηρία της ψυχής μας είναι κυριολεκτικά στο χέρι μας.! Αρκεί να το θελήσουμε. Σε λίγες μέρες, αγαπητοί μου, αρχίζει ένας νέος χρόνος. Ας βάλουμε ένα και μοναδικό στόχο. Την αλλαγή της ζωής μας προς το καλύτερο. Την απαλλαγή από κακές συνήθειες και λάθη. Την αξιοποίηση της δωρεάν ευκαιρίας για σωτηρία. Την εκμετάλλευση της μεγάλης αγάπης του Θεού για να πετύχουμε τη σωτηρία της ψυχής μας, αλλά και να ζούμε στην επίγεια ζωή με ειρήνη και την ευλογία του Κυρίου. Αμήν. Δ.Γ.Σ. Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/

30/12 Κυριακή με την Χριστού Γέννησιν

(σύνθεση πατερικῶν κειμένων) Ὁ Χριστός γεν­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴν Παναγία κα­τὰ τρό­πο πα­ρά­δο­ξο, πέρα καὶ πάνω ἀπό τοὺς νό­μους τῆς φύ­σε­ως. Γεν­νή­θη­κε ἀ­πὸ Παρ­θέ­νο, ἡ ὁ­ποί­α νί­κη­σε τὴ φύ­ση, ἀ­φοῦ συ­νέ­λα­βε χω­ρὶς ἄν­δρα. Ταίρι­α­ζε στὸν κα­τὰ φύ­ση ἅ­γι­ο, νὰ γεν­νη­θεῖ κα­τὰ τρό­πο ἅ­γι­ο καὶ ὑπερφυσικό. Ὁ ἐ­ναν­θρω­πή­σας εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ποὺ ἔ­πλα­σε κά­πο­τε τὸν Ἀ­δὰμ καὶ μορ­φο­ποί­η­σε τὴν Εὔ­α χω­ρὶς με­σο­λά­βη­ση γυ­ναί­κας. Ὅ­πως λοι­πὸν ὁ Ἀ­δὰμ ἀ­πέ­κτη­σε γυ­ναί­κα χω­ρὶς γυ­ναί­κα, ἔ­τσι καὶ ἡ Παναγία γέν­νη­σε ἄν­δρα χω­ρὶς ἄν­δρα. Ὅ­πως ἀ­φαί­ρε­σε ὁ Θε­ὸς τὴν πλευ­ρὰ ἀ­πὸ τὸν Ἀ­δὰμ καὶ δὲν ἔ­πα­θε τί­πο­τε ἡ σω­μα­τι­κή του ἀρ­τι­ό­τη­τα, ἔ­τσι ἔ­κα­νε τὸ σῶ­μα τῆς Παρναγίας ἔμ­ψυ­χο να­ό, χω­ρὶς καμία βιολογική μεταβολή. Ἀ­κέ­ραι­ος πα­ρέ­μει­νε ὁ Ἀ­δὰμ καὶ με­τὰ τὴν ἀ­φαί­ρε­ση τῆς πλευ­ρᾶς του, ἀ­δι­ά­φθο­ρη καὶ ἡ Παρ­θέ­νος με­τὰ τὴ γέν­νη­ση τοῦ Χρι­στοῦ. Ἔ­γι­νε λοι­πὸν ὁ Θε­ὸς ἄν­θρω­πος, ὅ­μως, δὲν γεν­νή­θη­κε μὲ φυσιολογικό τρό­πο ἀλλά ὑ­περ­φυ­ῆ. Για­τί, ἂν γεν­νι­ό­ταν μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να συ­νη­θι­σμέ­νο γά­μο, πολ­λοὶ θὰ θε­ω­ροῦ­σαν ψεύ­τι­κη τὴ γέν­νη­ση τοῦ Θε­οῦ. Γι᾽ αὐ­τὸ τώ­ρα γεν­νᾶται ἀ­πὸ Παρ­θέ­νο, καὶ ἐ­νῷ γεν­νᾶται, δι­α­φυ­λάσ­σει ἄ­θι­κτη καὶ ἀ­κέ­ραι­η τὴν παρ­θε­νί­α της. Ἀ­κρι­βῶς τοῦ­τος εἶ­ναι ὁ πα­ρά­ξε­νος τρό­πος τῆς κυ­ο­φο­ρί­ας καὶ τῆς γέν­νη­σης τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ὅ­λος στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ ταυ­τό­χρο­να εἶ­ναι ὅ­λος καὶ στὴ γῆ. Ἦ­ταν Θε­ὸς καὶ ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος, χω­ρὶς νὰ παύ­σει νὰ εἶ­ναι Θε­ός. Ἐ­νῷ ἦ­ταν Λό­γος ποὺ δὲν ἐ­πι­δέ­χε­ται με­τα­βο­λή, ἔ­γι­νε καὶ ἄν­θρω­πος. Ἐ­νῷ ἦ­ταν πλού­σι­ος, πτώ­χευ­σε γιὰ χά­ρη μας. Δὲν εἶ­χε οὔ­τε κρε­βά­τι οὔ­τε στρῶ­μα καὶ γι᾽ αὐ­τὸ το­πο­θε­τή­θη­κε σὲ φάτ­νη ἀ­λό­γων. Τυ­λί­γε­ται μὲ σπάρ­γα­να καὶ δι­α­σπᾶ τὰ δε­σμὰ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Κον­τά του εἶ­ναι ἡ Μα­ρί­α ποὺ εἶ­ναι Παρ­θέ­νος καὶ ταυτόχρονα μη­τέ­ρα. Κον­τά του εἶ­ναι καὶ ὁ Ἰ­ω­σήφ, ποὺ ὀ­νο­μα­ζό­ταν, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ εἶ­ναι, πα­τέ­ρας. Ἐ­κεῖ­νος, χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι, λε­γό­ταν ἄν­δρας τῆς Μα­ρί­ας, καὶ ἐ­κεί­νη, χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι, λε­γό­ταν γυ­ναί­κα τοῦ Ἰ­ω­σήφ. Τοῦτες ἦταν βέβαια κε­νὲς ὀ­νο­μα­σί­ες, χω­ρὶς πε­ρι­ε­χό­με­νο συ­ζυ­γι­κοῦ δε­σμοῦ. Ὁ δί­και­ος Ἰ­ω­σὴφ ἁ­πλῶς μνη­στεύ­τη­κε τὴ Μα­ρί­α καὶ τὸ ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα τὴ σκέ­πα­σε μὲ τὴ χά­ρη του. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ ὁ Ἰ­ω­σὴφ βρι­σκό­ταν σὲ ἀ­πο­ρί­α καὶ δὲν γνώ­ρι­ζε πῶς νὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὸ βρέ­φος, ἀ­φοῦ ἀ­γνο­οῦ­σε καὶ τὸ πῶς συ­νε­λή­φθη καὶ τὸν τρό­πο ποὺ γεν­νή­θη­κε. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ πεῖ πὼς ἦ­ταν καρ­πὸς μοι­χεί­ας καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ προ­φέ­ρει λό­γι­α προσβλητικὰ εἰς βά­ρος τῆς Παναγίας. Ἐ­νῷ λοι­πὸν βρι­σκό­ταν σὲ ἀ­πο­ρί­α, ἦρ­θε δι᾽ ἀγ­γέ­λου μή­νυ­μα ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό: «Ἰ­ω­σὴφ υἱ­ὸς Δαυ­ΐδ, μὴ φο­βη­θῇς πα­ρα­λα­βεῖν Μα­ρι­ὰμ τὴν γυ­ναῖκά σου˙ τὸ γὰρ ἐν αὐ­τῇ γεν­νη­θὲν ἐκ Πνεύ­μα­τός ἐ­στιν Ἁ­γί­ου». Ἀλ­λὰ για­τί γεν­νᾶ­ται ὁ Χρι­στὸς ἀ­πὸ τὴν νεαρή Μαριὰμ καὶ αὐ­τὴ δι­α­τη­ρεῖ ἀ­κέ­ραι­η τὴν παρ­θε­νί­α της; Ἐ­πει­δὴ στὴν ἀρ­χὴ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας ὁ διά­βο­λος ἐ­ξα­πά­τη­σε τὴν Εὔα, γι᾽ αὐ­τὸ καὶ τώρα ὁ ἄγ­γε­λος πῆ­γε τὴν χαρ­μό­συ­νη εἴ­δη­ση στὴ Μα­ρι­ὰμ. Ἀλ­λὰ ἡ Εὔα, ὅ­ταν ἐ­ξα­πα­τή­θη­κε, προ­κά­λε­σε μὲ τὰ λό­γι­α της τὴν πτώ­ση τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου γέ­νους, ἐ­νῷ ἡ Μα­ριάμ, ἀ­φοῦ δέ­χθη­κε τὴ χαρ­μό­συ­νη εἴ­δη­ση, γέν­νη­σε μὲ ἀν­θρώ­πι­νη μορ­φὴ τὸν Θε­ὸ Λό­γο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γι­νε γιὰ ὅ­λη τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα φο­ρέ­ας τῆς αἰ­ώ­νι­ας ζω­ῆς. Τὰ λό­γι­α τῆς Εὔ­ας ὑ­πέ­δει­ξαν τὸ ξύ­λο, ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ὁ­ποί­ου, ὅ­μως, ἐκ­δι­ώ­χθη­κε τό­σο αὐ­τή, ὅ­σο καὶ ὁ Ἀ­δὰμ ἀ­πὸ τὸν Πα­ρά­δει­σο, ὁ Λό­γος, ὅ­μως, ποὺ γεν­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴν Παρ­θέ­νο, ἔ­δει­ξε τὸν Σταυ­ρὸ δι­ὰ τοῦ ὁ­ποί­ου ἀ­νοί­χθη­καν ἐκ νέ­ου οἱ πύ­λες τοῦ Πα­ρα­δεί­σου. Ἑπομένως, ἡ γέν­νη­ση τοῦ Θε­οῦ λύ­ει τὰ μα­κρο­χρό­νι­α δε­σμὰ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ἐκ­δι­ώ­κει τοὺς δαί­μο­νες, κα­ταρ­γεῖ τὸν θά­να­το, ἀ­νοί­γει τὶς πύ­λες τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, ἐ­ξα­φα­νί­ζει τὴν κα­τά­ρα, ἀ­πο­μα­κρύ­νει τὴν πλά­νη, ἐ­πα­να­φέ­ρει τὴν ἀ­λή­θει­α καὶ τὴ λα­τρεί­α τοῦ ἑ­νὸς καὶ μό­νου ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ. Ἡ Βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν με­τα­φυ­τεύ­θη­κε πλέ­ον στὴ γῆ, οἱ ἄγ­γε­λοι ἐ­πι­κοι­νω­νοῦν μὲ τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι χω­ρὶς φό­βο συ­νο­μι­λοῦν μὲ τοὺς ἀγ­γέ­λους. Ἂς δο­ξά­σου­με λοι­πὸν πρε­πόν­τως τὸν Χρι­στό, ποὺ μᾶς ἄ­νοι­ξε τὸν πρὶν ἄ­βα­το δρό­μο γιὰ τὸν οὐ­ρα­νό. Τοῦ­το εἶ­ναι ἀ­φορ­μὴ πα­νη­γύ­ρε­ως. Τοῦ­το ἀ­πο­τε­λεῖ τὸν κό­σμο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τοῦ­το φαι­δρύ­νει τὴ ζω­ή μας, τοῦ­το με­τα­βάλ­λει τὸ λυ­πη­ρὸ τῆς ἐ­πίμο­χθης ζω­ῆς μας εἰς εὐφροσύνη ἀνέκφραστη. Τοῦ­το εἶ­ναι χα­ρᾶς πνευ­μα­τι­κῆς γε­ώρ­γι­ο. Τέ­τοιες ὀ­φεί­λουν νὰ εἶ­ναι οἱ δι­κές μας, οἱ χρι­στια­νι­κὲς πα­νη­γύ­ρεις, θεῖ­ες καὶ πα­ρά­δο­ξες, γιατί μόνο τότε γί­νον­ται ὄν­τως πη­γὲς καὶ θη­σαυ­ροὶ σω­τη­ρί­ας. Ἀμήν.- Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/

19/11 Κυριακή Θ’ Λουκά: Η παραβολή του άφρονα πλουσίου (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


(Λουκ. ιβ’ 16-21)

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ήρθε στη γη για να θεραπεύσει τους ανθρώπους από τα φθοροποιά πάθη και τις ροπές τους. Τα πάθη κι οι ροπές είναι σοβαρές ψυχικές παθήσεις.
Κλέβει ποτέ ένας γιός από τον πατέρα του; Όχι. Ο δούλος όμως κλέβει από τ’ αφεντικό του. Τη στιγμή που ο Αδάμ εγκατέλειψε την ιδιότητα του υιού κι απόκτησε την ιδιότητα του δούλου, το χέρι του απλώθηκε για να πιάσει τον απαγορευμένο καρπό. Γιατί ο άνθρωπος κλέβει αυτό που ανήκει σ’ έναν άλλο; Είναι επειδή το χρειάζεται; Ο Αδάμ τα είχε όλα, δεν του έλειπε τίποτα. Παρ’ όλ’ αυτά όμως προχώρησε στην κλοπή.
Γιατί ο άνθρωπος κλέβει άλλον άνθρωπο κι ο δούλος άλλο δούλο; Επειδή έμαθαν πρώτα να κλέβουν από τ’ αφεντικό τους. Οι άνθρωποι συνήθως κλέβουν πρώτα από το Θεό κι έπειτα ο ένας από τον άλλο. Ο προπάτορας του ανθρώπινου γένους άπλωσε το χέρι του να κλέψει πρώτα αυτό που ανήκε στο Θεό κι έπειτα, σαν αποτέλεσμα, οι απόγονοί του άρχισαν να κλέβουν ο ένας τον άλλο.
Οι άνθρωποι κλέβουν από Θεό και ανθρώπους, από τη φύση κι από τον εαυτό τους. Ο άνθρωπος δεν κλέβει μόνο με τις σωματικές αισθήσεις του, αλλά και με την καρδιά, την ψυχή και το νου του. Δεν υπάρχει πράξη κλοπής που ο διάβολος να μην είναι συνεργός του ανθρώπου. Είναι ο υποβολέας και υποκινητής κάθε κλοπής. Είναι ο εισηγητής και καθοδηγητής κάθε σκέψης για κλοπή. Κανένας κλέφτης στον κόσμο δεν ήταν ποτέ μόνος του. Συνήθως υπάρχουν τουλάχιστο δύο που συμμετέχουν σε μια κλοπή κι ένας τρίτος που παρακολουθεί. Ο άνθρωπος κι ο διάβολος πάνε για να κλέψουν κι ο Θεός που τους βλέπει. Όπως η Εύα δεν έκλεψε μόνη της, αλλά παρέα με το διάβολο, έτσι κανένας άνθρωπος δεν έχει τελέσει μια πράξη κλοπής μόνος του, αλλά πάντα με την παρέα του διαβόλου.

Ο διάβολος όμως δεν είναι μόνο καθοδηγητής και συνοδός στην κλοπή, αλλά κι εκείνος που τη διαδίδει. Δεν τον ενδιαφέρουν τα κλεμμένα, αλλά η απώλεια της ψυχής του ανθρώπου, η διχόνοια και το μίσος ανάμεσα στους ανθρώπους κι η απώλεια ολόκληρης της ανθρωπότητας. Δεν πηγαίνει να κλέψει για χάρη της κλοπής, αλλ’ «ως λέων ορυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α' Πέτρ. ε’ 8). Το ότι είναι ο διάβολος που παρακινεί την ψυχή σε κάθε πονηρό έργο και σπέρνει κάθε πονηριά στην ψυχή, το βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος (βλ. Ματθ. ιγ' 39). Με κάθε κλοπή που κάνει ο άνθρωπος, ο διάβολος κλέβει ένα μέρος από την ψυχή του. Η ψυχή του κλέφτη συρρικνώνεται όλο και περισσότερο, μαραίνεται και πεθαίνει, όπως ο πνεύμονας που έχει προσβληθεί από φυματίωση.
Για ν’ απαλλαγεί κανείς από το πάθος της κλοπής, πρέπει να λογαριάσει πως όλα όσα έχει είναι του Θεού κι όχι δικά του. Όταν χρησιμοποιεί τα υπάρχοντά του, πρέπει νά ‘χει κατά νου πως αυτά είναι του Θεού, όχι δικά του. Όταν τρώει στο τραπέζι, πρέπει να ευχαριστεί το Θεό, γιατί το ψωμί δεν είναι δικό του, αλλά του Θεού. Για να θεραπευτεί ο άνθρωπος από την αρρώστια της κλοπής, πρέπει να λογαριάσει πως και τα υπάρχοντα των άλλων είναι του Θεού. Επομένως όταν κλέβει από τους ανθρώπους, είναι σα να κλέβει από το Θεό. Είναι δυνατό να κλέψει κανείς από Εκείνον που βλέπει τα πάντα; Για να καταδιώξει ο άνθρωπος τον πονηρό συνεργό του στην κλοπή, τον σπορέα κάθε κακού, πρέπει ν’ αγρυπνεί για την ψυχή του, ώστε ο διάβολος να μη σπείρει μέσα του επιθυμίες κλοπής. Κι όταν τις βρίσκει σπαρμένες μέσα του, πρέπει να παλέψει για να τις κάψει με τη φωτιά της προσευχής. Δεν είναι παράφρονας ο άνθρωπος που τρέχει πίσω από το κακό, όταν έχει γνωρίσει το καλλίτερο; Δεν είναι ανόητος και γελοίος ο κλέφτης που επισκέπτεται το σπίτι κάποιου άλλου τη νύχτα για να κλέψει βαμβακερά εμπορεύματα, όταν βλέπει το φίλο του να τον επισκέπτεται για να του χαρίσει ένα φορτίο γεμάτο βαμβακερά και μεταξωτά;
Ο Κύριος Ιησούς που αγαπά το ανθρώπινο γένος, έφερε μαζί Του και άνοιξε για τον άνθρωπο αμέτρητα κι ασύγκριτα ουράνια δώρα και κάλεσε όλους τους ανθρώπους να τα πάρουν, φανερά κι ελεύθερα, με έναν όρο: ν’ αποσπάσουν πρώτα την ψυχή τους από τα φθαρτά επίγεια αγαθά. Μερικοί άνθρωποι τον υπάκουσαν, πήραν τα δώρα τους και πλούτισαν. Άλλοι όμως δεν τον υπάκουσαν και έμειναν με τα φθαρτά και κλεμμένα πλούτη τους. Σαν προειδοποίηση σ’ αυτούς τους τελευταίους, ο Κύριος είπε την παραβολή του σημερινού ευαγγελίου.

***

«Είπε δε παραβολήν προς αυτούς λέγων· ανθρώπου τινός πλουσίου ευφόρησεν η χώρα. και διελογίζετο εν εαυτώ λέγων· τί ποιήσω, ότι ουκ έχω που συνάξω τους καρπούς μου;» (Λουκ. ιβ' 16, 17). Ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν απλά πλούσιος. Η σοδειά του ήταν τόσο πλούσια από το θερισμό, ώστε δεν είχε που να βάλει τους καρπούς. Ο πλούσιος αυτός άνθρωπος έβλεπε τα χωράφια με τα σιτηρά του, τα περιβόλια και τ’ αμπέλια του που έγερναν από το βάρος των καρπών, τους κήπους του που ήταν γεμάτοι από κάθε λογής λαχανικά και τις κυψέλες του που ήταν γεμάτες μέλι, αλλά δε γύρισε προς τον ουρανό ν’ αναφωνήσει: «Δόξα σοι, Ύψιστε και πολυέλεε Κύριε! Πόσα πλούτη έχει η δύναμη κι η σοφία Σου, πόσα βγάζεις από τη μαύρη γη! Με τις ακτίνες του ήλιου Σου δίνεις γλυκύτητα σ’ όλα τα φρούτα στη γη! Σε κάθε φρούτο έχεις δώσει ένα πανέμορφο σχήμα κι ένα καταπληκτικό άρωμα! Τους λιγοστούς μου κόπους τους αντάμειψες εκατονταπλάσια! Ελέησες το δούλο Σου κι έδωσες με τα χέρια Σου τόσο πλούσια δώρα στην αγκαλιά του! Παντοδύναμε Κύριε, δίδαξέ με να δώσω χαρά στ’ αδέρφια και στους συνανθρώπους μου με τα δώρα Σου αυτά. Έτσι εκείνοι θα ευχαριστήσουν και θα δοξολογήσουν μαζί μου το άγιο όνομά Σου και την ανέκφραστη αγαθότητά Σου».
Μήπως είπε τέτοια λόγια ο πλούσιος; Όχι! Αντί να θυμηθεί το Δοτήρα κάθε αγαθού, αρχικά σκέφτηκε που να μαζέψει και να φυλάξει τ’ αγαθά του, όπως ο κλέφτης που βρίσκει μια τσάντα με χρήματα στο δρόμο και δεν τον απασχολεί σε ποιόν ανήκουν αυτά, ποιος τά ‘χασε, αλλά πρώτη σκέψη του είναι που να τα κρύψει. Ο πλούσιος αυτός άνθρωπος στην πραγματικότητα είναι ένας κλέφτης. Δεν μπορεί να ισχυριστεί πως όλ’ αυτά τα αγαθά βγήκαν από δικούς του κόπους. Ο κλέφτης ασχολείται με την κλοπή και χρησιμοποιεί κάθε επιδεξιότητα κι εξυπνάδα. Συχνά χρησιμοποιεί περισσότερη εξυπνάδα και πονηριά από τον σποριά ή τον ζευγολάτη. Ο πλούσιος δεν είχε κάνει απολύτως τίποτα. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για τον ήλιο, τη βροχή, τους ανέμους και τη γη. Αυτά είναι τα τέσσερα κύρια στοιχεία - χώμα, αέρας, ήλιος και νερό - που με το θέλημα του Θεού κάνουν τα δέντρα και τα φυτά να καρποφορούν. Η αφθονία των φρούτων επομένως δεν είναι δικό του κατόρθωμα ούτε αποτέλεσμα της εργώδους προσπάθειάς του. Αλλ’ ούτε με το δικαίωμα κατοχής του ανήκουν, αφού δεν είναι δικά του ούτε ο ήλιος ούτε η βροχή ούτε ο άνεμος ούτε η γη.
Η αφθονία των καρπών είναι δώρο του Θεού. Στα μάτια των ανθρώπων φαίνεται αγνώμων εκείνος που δέχεται δώρο από έναν άλλο και δε λέει «ευχαριστώ» ούτε και δίνει κάποια προσοχή στο δωρητή, αλλά βιάζεται να κρύψει το δώρο σε ασφαλές μέρος. Ένας συμπαθής ζητιάνος, όταν του δίνουν ένα κομμάτι ξερό ψωμί, ευχαριστεί εκείνον που του το πρόσφερε. Ο πλούσιος όμως δεν έκανε ούτε μια σκέψη, δε βρήκε ούτε ένα λόγο να ευχαριστήσει το Θεό για τόσο πλούσια σοδειά. Ούτε ένα μικρό χαμόγελο χαράς δε ζωγραφίστηκε στα χείλη του για την τόσο θαυμαστή και μεγάλη χάρη που έλαβε από το Θεό. Αντί για προσευχή ευχαριστίας και δοξολογίας στο Θεό και καρδιακή χαρά, άρχισε αμέσως ν’ ανησυχεί, να σκέφτεται πως θα μαζέψει τόσα αγαθά και να τα διαχειριστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη μείνει πίσω ούτε ένα σπυρί για τα πουλιά, ούτε ένα μοναδικό μήλο να πέσει στα χέρια των φτωχών γειτόνων του.
«Και είπε· τούτο ποιήσω· καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω, και συνάξω εκεί πάντα τα γενήματά μου και τα αγαθά μου» (Λουκ. ιβ' 18). Προσέξτε σε τι μεγάλους κόπους προβαίνει ένας ασυλλόγιστος άνθρωπος! Αντί να προσπαθήσει να σκοτώσει τον παλαιό άνθρωπο μέσα του και ν’ αναστήσει το νέο, εξαντλεί όλες του τις προσπάθειες στο να γκρεμίσει τις παλιές αποθήκες, τους στάβλους και τα υποστατικά του, για να χτίσει καινούργια. Αν η πλούσια συγκομιδή του συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια, θα πρέπει να μεγαλώσει πάλι τις σιταποθήκες του ή να χτίσει καινούργιες. Έτσι οι σιταποθήκες του από χρόνο σε χρόνο αυξάνονται ή μεγεθύνονται, ενώ η ψυχή του ολοένα στενεύει και παλιώνει κι οι παλιοί καρποί του σαπίζουν, όπως κι η ψυχή του. Γύρω του σωρεύεται το μίσος κι εναντίον του εκτοξεύονται κατάρες. Οι φτωχοί θα βλέπουν με φθόνο τα πλούτη του κι οι πεινασμένοι θα καταριούνται τη σκληρότητα, τη φιλαυτία και την ιδιοτέλειά του. Έτσι τα πλούτη του φέρνουν την καταστροφή τόσο στον ίδιο όσο και στους ανθρώπους που ζουν κοντά του. Η ψυχή του θα χαθεί από τη σκληροκαρδία και τη φιλαυτία του. Οι ψυχές των άλλων θα βλαφτούν από το φθόνο και τις κατάρες. Βλέπετε πως χρησιμοποιεί τα δώρα του Θεού ένας άνθρωπος χωρίς επίγνωση, τόσο για τη δική του όσο και για των άλλων την απώλεια. Ο Θεός του έδωσε τα πλούτη για να βοηθήσουν στη σωτηρία τόσο τη δική του όσο και των άλλων, εκείνος όμως τα χρησιμοποίησε για κατάρα, για το κακό το δικό του, μα και των άλλων.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συμβουλεύει όλους εκείνους που είναι πρόθυμοι να δεχτούν συμβουλή: «Έφαγες μέχρι κορεσμού; Θυμήσου τους πεινασμένους. Ικανοποίησες τη δίψα σου; Θυμήσου τους διψασμένους. Ζεσταίνεσαι καλά; Θυμήσου αυτούς που κρυώνουν. Ζεις σ’ ένα πλούσια επιπλωμένο σπίτι; Βάλε μέσα και τους άστεγους. Ένιωσες ευτυχισμένος σε μια γιορτή; Προσπάθησε να χαροποιήσεις τους λυπημένους και τους θλιμμένους. Σε τιμούν ως άνθρωπο πλούσιο; Προσπάθησε να επισκεφτείς και ν’ ανακουφίσεις τους ενδεείς. Είσαι ευχαριστημένος από τον προ­ϊστάμενό σου; Κάνε και τους υφισταμένους σου χαρούμενους. Αν είσαι σπλαχνικός κι ευγενικός μαζί τους, θα βρεις έλεος κι ευσπλαχνία όταν η ψυχή σου αναχωρήσει από το σώμα σου».
Δύο μεγάλοι ασκητές στην έρημο της Αιγύπτου προσευχήθηκαν στο Θεό να τους αποκαλύψει αν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να υπηρετεί το Θεό καλύτερα απ’ αυτούς. Και τους αποκαλύφτηκε το εξής: Δέχτηκαν την εντολή να πάνε σ’ ένα συγκεκριμένο μέρος και σ’ ένα συγκεκριμένο άνθρωπο, για να βρουν απάντηση στο ερώτημά τους. Πήγαν στον τόπο που τους αποκαλύφτηκε και βρήκαν έναν απλοϊκό άνθρωπο που τον έλεγαν Ευχάριστο. Ήταν κτηνοτρόφος. Οι ασκητές δε βρήκαν τίποτα αξιόλογο στον άνθρωπο αυτό, αλλά τον ρώτησαν πώς προσπαθούσε να τηρήσει το θέλημα του Θεού. Ο Ευχάριστος δίστασε αρκετά κι υστέρα τους είπε πως μοίραζε όσα κέρδιζε από τα ζωντανά του σε τρία μερίδια: Το ένα μερίδιο το έδινε στους φτωχούς και τους άπορους, άλλο ένα για να περιποιείται τους ξένους και το τρίτο το κρατούσε για τον εαυτό του και τη σεμνή σύζυγό του. Οι ασκητές τ’ άκουσαν αυτά, ευχαρίστησαν τον ευεργέτη τους και γύρισαν στα κελλιά τους.
Βλέπουμε από το παράδειγμα αυτό πως ο Θεός λογαριάζει μεγαλύτερη αρετή την ελεημοσύνη και τη φιλανθρωπία από τον αυστηρό ασκητισμό. Ο άπληστος πλούσιος της παραβολής μας δε σκεφτόταν καθόλου το Θεό, την ψυχή του ή τη φιλανθρωπία. Μοναδική του σκέψη ήταν να επεκτείνει τις σιταποθήκες του, για να στοιβάσει μέσα όλα τα γεννήματα από τους αγρούς του. Και τί θα γίνει όταν θά ‘χει κάνει όλ’ αυτά; Ας ακούσουμε τον ίδιο:
«Και ερώ τη ψυχή μου· ψυχή, έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά· αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου» (Λουκ. ιβ' 19). Μπορεί η ψυχή να φάει ή να πιει; Το σώμα καταναλώνει τη σοδειά του, όχι η ψυχή. Ο πλούσιος άνθρωπος όταν μιλάει για την ψυχή του εννοεί το σώμα του. Η ψυχή αναπτύχθηκε μέσα στο σώμα του, έγινε ένα μαζί του, ο πλούσιος ξέχασε ως και τ’ όνομά της. Δεν μπορεί να βρεθεί καλλίτερη έκφραση για τον καταστροφικό θρίαμβο του σώματος κατά της ψυχής. Φανταστείτε ένα αρνί παγιδευμένο στη φωλιά ενός σκύλου, ξεχασμένο μέσα εκεί. Ο σκύλος γυρίζει και φέρνει στη φωλιά τροφή για τον ίδιο. Όταν γεμίσει τη φωλιά του με σάπια κρέατα και κόκκαλα, φωνάζει το πεινασμένο αρνί: «Τώρα, αγαπητό μου αρνί, φάγε, πίε, ευφραίνου. Έχουμε φαγητό για πολλές μέρες». Κι υστέρα πέφτει στο φαγητό και τρώει, ενώ το αρνί θα μείνει νηστικό και θα πεθάνει από την πείνα. Με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρεται στην ψυχή του ο πλούσιος, όπως κι ο σκύλος στο πεινασμένο αρνί.
Η ψυχή δεν τρέφεται με φθαρτή τροφή, αυτός όμως τέτοια τροφή της προσφέρει. Η ψυχή νοσταλγεί την ουράνια πατρίδα της. Εκεί βρίσκονται οι σιταποθήκες κι η πηγή της ζωής της. Αυτός όμως την καρφώνει στη γη. Ορκίζεται πως θα την κρατήσει έτσι καρφωμένη για πολλά χρόνια. Η ψυχή ευφραίνεται κοντά στο Θεό. Εκείνος όμως δεν προφέρει ποτέ τ’ όνομα του Θεού με τα χείλη του. Η ψυχή τρέφεται με αγάπη κι ευσπλαχνία. Σ’ αυτόν όμως δεν έτυχε ποτέ να χρησιμοποιήσει τα πλούτη του για να δείξει αγάπη κι έλεος στους φτωχούς, στους άπορους και τους ανάπηρους που βρίσκονταν στη γειτονιά του. Η ψυχή επιθυμεί αγνή αγάπη, ουράνια. Εκείνος όμως ρίχνει λάδι στο καμίνι των παθών του, λιβανίζει την ψυχή του με το δύσοσμο άρωμα που αυτά παράγουν. Η ψυχή αναζητά το στολισμό της, δηλαδή αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότητα, αγαθοσύνη, πίστη, πραότητα, εγκράτεια (πρβλ. Γαλ. ε’ 22, 23). Εκείνος όμως τη φορτώνει με μέθη, λαιμαργία, μοιχεία και ματαιότητα. Πώς θα μπορούσε να μην πεθάνει ένα χορτοφάγο αρνί, όταν έχει για συντροφιά ένα σαρκοβόρο σκυλί; Πώς μπορεί να ζήσει η ψυχή όταν καταπιέζεται από ένα βαρύ πτώμα;
Ολόκληρη η ανοησία του πλουσίου βέβαια δεν εξαντλείται στο γεγονός ότι προσφέρει κρέας στο αρνί ή μάλλον σαρκική τροφή στην ψυχή. Είναι και το ότι μεταβάλει τον εαυτό του σε κυρίαρχο του χρόνου και της ζωής. Βλέπουμε πως προετοιμάζει για τον εαυτό του τροφές και ποτά για έτη πολλά. Ας ακούσουμε εδώ όμως και τη φωνή του Θεού:
«Είπε δε αυτώ ο Θεός· άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· α δε ητοίμασας τίνι έσται;» (Λουκ. ιβ' 20). Έτσι μίλησε ο Κύριος της ζωής και του κόσμου, ο δημιουργός του χρόνου και του θανάτου, που «εν χειρί αυτού ψυχή πάντων ζώντων και πνεύμα παντός ανθρώπου» (Ιώβ, ιβ' 10).
Ανόητε άνθρωπε! Γιατί σκέφτεσαι με την κοιλιά σου κι όχι με το νου σου; Όπως δεν ήταν στη δική σου δύναμη να ορίσεις την ημέρα που θα γεννηθείς, έτσι δεν μπορείς να ορίσεις και τη μέρα που θα πεθάνεις. Ο Κύριος άναψε το καντήλι της επίγειας ζωής σου όταν Εκείνος έκρινε πως ήταν ο κατάλληλος χρόνος. Ο ίδιος θα το σβήσει όταν το αποφασίσει. Όπως τα πλούτη σου δεν όρισαν το χρόνο της έλευσής σου στον κόσμο, έτσι δεν μπορούν να καθυστερήσουν και το χρόνο της αναχώρησής σου. Μήπως η αυγή ή το σούρουπο εναπόκειται σε σένα; Όχι, βέβαια. Το ίδιο δεν εναπόκειται σε σένα κι ο χρόνος που θα διανύσεις στη γη, οι σιταποθήκες και τα κελλάρια σου, τα πρόβατα κι οι στάνες σου. Όλ’ αυτά ανήκουν στο Θεό, όπως κι η ψυχή σου. Κάθε μέρα και κάθε ώρα ο Θεός μπορεί να πάρει αυτά που ανήκουν σε σένα και να τα δώσει σε κάποιον άλλο. Όσο ζεις όλα είναι δικά Του, όπως δικά Του θα είναι και μετά το θάνατό σου. Η ζωή κι ο θάνατός σου βρίσκονται στα χέρια Του. Γιατί λοιπόν προγραμματίζεις για έτη πολλά; Η ζωή σου είναι μετρημένη ως το τελευταίο λεπτό. Η τελευταία σου στιγμή θα τελειώσει τούτη τη νύχτα. Μη λοιπόν σκέφτεσαι το αύριο, τι θα φας ή τι θα πιεις ή τι θα φορέσεις. Σκέψου όμως και ξανασκέψου την ψυχή σου που θα παρουσιάσεις ενώπιον του Θεού, του Δημιουργού και Κυρίου σου. Σκέψου περισσότερο τη βασιλεία του Θεού, γιατί αυτή αποτελεί την τροφή της ψυχής σου (βλ. Ματθ. στ’ 31-33).
Ο Κύριος τέλειωσε την παραβολή με τα εξής λόγια: «Ούτως ο θησαυρίζων εαυτώ, και μη εις Θεόν πλουτών» (Λουκ. ιβ' 21). Τί θα πάθει ο πλούσιος; Θ’ αποχωριστεί ξαφνικά τα πλούτη του, όπως κι η ψυχή του θα χωριστεί από το σώμα του. Τα πλούτη του θα δοθούν σε άλλους, το σώμα του θα παραδοθεί στη γη κι η ψυχή του θα οδηγηθεί σε τόπο σκοτεινό, όπου «ο βρυγμός και ο τρυγμός των οδόντων». Ούτε ένα καλό έργο δε θα βρεθεί για να τον υποδεχτεί στη βασιλεία των ουρανών, να βρει η ψυχή του κάποιον τόπο εκεί. Το όνομά του δε θα βρεθεί γραμμένο στο Βιβλίο της Ζωής. Δε θα τον γνωρίσουν και δε θα βρεθεί ανάμεσα στους ευλογημένους του Πατρός. Την ανταπόδοσή του την έλαβε ολόκληρη στη γη, τ’ αρίφνητα ουράνια πλούτη του Θεού δε θ’ αποκαλυφτούν στο πνεύμα του.
Πόσο φοβερός είναι ο ξαφνικός θάνατος! Όταν ο άνθρωπος νομίζει πως είναι σταθερά εγκατεστημένος, πως πατάει γερά στη γη, η ίδια γη ανοίγει ξαφνικά και τον καταπίνει, όπως κατάπιε τον Δαθάν και τον Αβειρών (βλ. Αριθ. ιστ’ 32). Όταν κάποιος αγνοεί το Θεό κι επιδιώκει για πολλά χρόνια αποκλειστικά την ευωχία, πέφτει φωτιά από τον ουρανό και τον κατακαίει, όπως τα Σόδομα και τα Γόμορα (βλ. Γέν. ιθ' 24). Όταν ο άνθρωπος πιστεύει πως έχει εξασφαλίσει τη θέση του και τά ‘χει καλά τόσο με το Θεό όσο και με τον συνάνθρωπό του, θα πεθάνει ξαφνικά, όπως ο Ανανίας και η Σαπφείρα (βλ. Πράξ. ε’ 5, 10).

***

O αμαρτωλός δημιουργεί διπλή απώλεια με τον ξαφνικό του θάνατο: πρώτα στον εαυτό του κι έπειτα στην οικογένειά του. Στον εαυτό του επειδή πεθαίνει αμετανόητος. Στην οικογένειά του επειδή αιφνιδιάζει τους συγγενείς του μ’ ένα αναπάντεχο χτύπημα κι αφήνει πίσω του εκκρεμότητες. Μακάριος είναι εκείνος που προτού πεθάνει δοκιμάζεται από κάποια αρρώστια, από τον πόνο. Σ’ αυτόν δίνεται η ευκαιρία να κάνει μία ανασκόπηση της ζωής του, να εξετάσει τις αμαρτίες του, να μετανοήσει για όλα τα κακά που έχει κάνει, για όλα τα καλά που δεν έκανε, να θρηνήσει με μετάνοια ενώπιον του Θεού, να καθαρίσει την ψυχή του με δάκρυα και να ζητήσει συχώρεση από το Θεό. Θά ‘χει την ευκαιρία να συγχωρέσει κι αυτός εκείνους που τον πρόσβαλαν, που τον έβλαψαν στη ζωή του, να χαιρετήσει όλους τους φίλους ή εχθρούς του, να θυμήσει στα παιδιά του το φόβο του Θεού, νά ‘χουν στο νου την ώρα του δικού τους θανάτου και να οπλίσουν την ψυχή τους με πίστη, προσευχή και καλά έργα.
Ας δούμε στην Παλαιά Διαθήκη πως πέθαναν οι άνθρωποι που ευαρέστησαν στο Θεό: ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ, ο Ιωσήφ, ο Μωυσής κι ο Δαβίδ. Προτού πεθάνουν, όλοι τους είχαν αρρωστήσει. Όσο κράτησε η αρρώστια τους, το όνομα του Θεού δεν έλειπε από τα χείλη τους. Άφησαν όλοι καλή κληρονομιά στους απογόνους τους και τους ευλόγησαν. Αυτός είναι θάνατος δίκαιου ανθρώπου.
Ίσως διερωτηθείς: Μα δεν πέθαναν πολλοί από τους δίκαιους στη μάχη, απροετοίμαστοι; Όχι! Οι δίκαιοι ποτέ δεν πεθαίνουν απροετοίμαστοι! Προετοιμάζονται πάντα για το θάνατό τους, περιμένουν από μέρα σε μέρα την αναχώρησή τους απ’ αυτή τη ζωή. Η καρδιά τους βρίσκεται σε διαρκή μετάνοια, εξομολογούνται στο Θεό και τον δοξολογούν. Οι δίκαιοι το κάνουν αυτό σε καιρούς ειρήνης και ευμάρειας. Το κάνουν όμως πολύ περισσότερο σε περιόδους πολέμου, βίας και ταραχών. Η ζωή τους ολόκληρη είναι μια διαρκής προετοιμασία για το θάνατο κι έτσι δεν πεθαίνουν ποτέ απροετοίμαστοι.
Προετοιμασία για το θάνατο σημαίνει επίσης το «να πλουτίζει κανείς εν Χριστώ». Μόνο εκείνοι που πιστεύουν πραγματικά στο Θεό και στη μέλλουσα ζωή προετοιμάζονται για το θάνατο, για την αιώνια ζωή. Οι άπιστοι δεν προετοιμάζονται ποτέ για το θάνατο. Το μόνο που φροντίζουν, είναι να ζήσουν όσο γίνεται περισσότερο στη γη. Φοβούνται ακόμα και να σκεφτούν το θάνατο και κάνουν ελάχιστη προσπάθεια για «να πλουτίσουν εν Χριστώ». Όποιος προετοιμάζεται για το θάνατο, προετοιμάζεται και για την αιώνια ζωή. Τη φύση της προετοιμασίας αυτής για την αιώνια ζωή, τη γνωρίζει κάθε χριστιανός.
Ο συνετός άνθρωπος δοκιμάζει κάθε μέρα την πίστη του στο Θεό, προφυλάσσει την καρδιά του από την απιστία, την αμφιβολία και την κακία, όπως ο συνετός αγρότης προφυλάσσει το αμπέλι του από τα έντομα και τις ακρίδες. Ο συνετός άνθρωπος δοκιμάζει καθημερινά τον εαυτό του αν τηρεί τις εντολές του Θεού με πράξεις συγγνώμης, αγάπης και ελεημοσύνης. Μ’ αυτόν τον τρόπο «πλουτίζει εν Χριστώ». Ο συνετός άνθρωπος δεν αποθηκεύει τα αγαθά του σε αποθήκες, αλλά τα εμπιστεύεται στη φύλαξη του Θεού. Το πιο πολύτιμο πράγμα γι’ αυτόν είναι η ψυχή του. Είναι ο μεγαλύτερος θησαυρός του, το μόνο που δε φθείρεται και δεν πεθαίνει. Ο συνετός άνθρωπος ρυθμίζει τα θέματά του με τον κόσμο ισορροπημένα, καθημερινά. Είναι έτοιμος κάθε στιγμή να πεθάνει με σταθερή την πίστη πως θα παρουσιαστεί ενώπιον του Θεού και κει τον περιμένει ζωή αιώνια. Ο όσιος Αντώνιος έλεγε: «Να σκέφτεσαι μέσα σου και να λες: “Σήμερα είναι η τελευταία μέρα της ζωής μου”. Έτσι δε θ’ αμαρτήσεις ποτέ στο Θεό».
Δεν υπάρχει πιο ανόητο πράγμα από το να πεις: «Καλύτερα να πεθάνω ξαφνικά, να μη νιώσω το θάνατό μου!». Έτσι μιλάνε οι ελαφρόμυαλοι κι οι άθεοι. Ο συνετός κι αφοσιωμένος πιστός λέει: «Γενηθήτω το θέλημα του Θεού!» Καλύτερα να μείνεις χρόνια στο κρεβάτι με αρρώστιες και πόνους, παρά να πεθάνεις απροετοίμαστος κι αμετανόητος. Οι πόνοι σ’ αυτόν τον κόσμο περνούν γρήγορα, όπως κι οι χαρές. Στον άλλο κόσμο όμως δεν υπάρχει τίποτα εφήμερο και παροδικό. Όλα είναι αιώνια, είτε βάσανα είτε χαρά. Γι’ αυτό είναι καλύτερα να υποφέρεις λίγο εδώ παρά εκεί, όπου το μέτρο τόσο του πόνου όσο και της χαράς είναι ασύγκριτα μεγαλύτερο.
Γενηθήτω το θέλημα του Θεού! Προσευχόμαστε στον παντεπόπτη Θεό μας να μη μας στείλει ξαφνικό θάνατο, ενώ βρισκόμαστε μέσα στην αμαρτία, στις κακές μας πράξεις, αλλά να μας λυπηθεί, όπως λυπήθηκε το βασιλιά Εζεκία (βλ. Ησ. λη' 1-5) και να μας δώσει χρόνο μετάνοιας. Να μας ελεήσει και να μας δώσει κάποια ένδειξη ότι ο θάνατος είναι κοντά, ώστε να βιαστούμε να ζήσουμε κάπως καλύτερα και να γλιτώσουμε την ψυχή μας από το «αιώνιο πυρ». Έτσι τα ονόματά μας θα γραφτούν στη Βίβλο της Ζωής και τα πρόσωπά μας θα είναι ορατά στη βασιλεία του Χριστού, του Θεού μας.
Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, στον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Γ’ – ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤ’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2014)

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2014/11/blog-post_64.html#ixzz4yniSxzLD

Σελίδα 1 από 11