HeadShort.png

20/1 «Οι δε εννέα πού; Ουχ ευρέθησαν υποστρέψαντες δούναι δόξαν τω Θεώ, ει μη ο αλλογενής ούτος;» (Λουκ.17, 17-18)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ´ ΛΟΥΚΑ (10 ΛΕΠΡΩΝ) (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ) α. Ο Κύριος στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα της ΙΒ΄ Κυριακής του Λουκά έρχεται αντιμέτωπος με το κοινωνικό περιθώριο, με τους ανθρώπους δηλαδή που η ιουδαϊκή κοινωνία είχε αποκλείσει, λόγω της φοβερής, για τα δεδομένα της τότε – και όχι μόνον – εποχής, αρρώστιας της λέπρας. Κι αντιμετωπίζει την πίστη τους, καθώς Τον παρακαλούν να τους ελεήσει και να τους θεραπεύσει: «Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς». Και πράγματι, ο Κύριος ανταποκρίνεται στο αίτημά τους και τους θεραπεύει, μ’ έναν έμμεσο όμως τρόπο: στέλνοντάς τους εκεί που κατά τον Μωσαϊκό Νόμο επιβεβαιώνεται η αποκατάσταση από την αρρώστια και η υγεία: στους ιερείς. Ο Κύριος όμως θα επαινέσει τον έναν από τους πρώην λεπρούς – και μάλιστα Σαμαρείτη, δηλαδή εχθρό του Ιουδαϊσμού – διότι υπήρξε ο μόνος που όχι μόνον είδε να θεραπεύεται από τον Κύριο, αλλά και επέστρεψε να δοξολογήσει τον Θεό και να ευχαριστήσει τον Ίδιο. Θα εκφράσει μάλιστα ο Κύριος το δίκαιο παράπονο: «Ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν; Οι δε εννέα πού; Ουχ ευρέθησαν υποστρέψαντες δούναι δόξαν τω Θεώ, ει μη ο αλλογενής ούτος;» β. 1. Ο Κύριος ζητά τη δοξολογία προς τον Θεό από τον άνθρωπο, ο οποίος γεύτηκε τις δωρεές και τις ευεργεσίες Εκείνου. Το παράπονο που διατυπώνει αποτελεί σαφή υπαινιγμό Του. Κι όχι βεβαίως διότι ο Θεός έχει ανάγκη από τις δοξολογίες του ανθρώπου – ο Θεός ως ο απολύτως τέλειος είναι παντελώς ανενδεής, χωρίς να Του προσθέτει τίποτε η όποια δοξολογία του ανθρώπου∙ άλλωστε μυριάδες αγγέλων Τον δοξολογούν αενάως – αλλά διότι η δοξολογία Του ως έκφραση ευγνωμοσύνης για ό,τι Αυτός δίνει στον άνθρωπο κάνει τον άνθρωπο να λειτουργεί με φυσιολογικό τρόπο, να πορεύεται με ανοικτά τα μάτια της ψυχής του, με πίστη και αγάπη προς τον Δημιουργό του. Μόνον όποιος πιστεύει αληθινά βλέπει ότι τα πάντα πηγάζουν από τον Θεό, διακρατούνται από Εκείνον και κατευθύνονται σ’ Εκείνον. Όπως το διατύπωσε και ο απόστολος Παύλος: «ότι εξ Αυτού και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα έκτισται». Η δοξολογία του Θεού λοιπόν αποτελεί σημείο πνευματικής υγείας του ανθρώπου, δείγμα ότι αυτός βρίσκεται στη φυσιολογική του πορεία και προκόπτει κατά Θεόν. Πόσο απλά και με χάρη Θεού διατύπωνε την αλήθεια αυτή και ο πνευματικός του Γέροντος Παϊσίου, γέρων ιερομόναχος Τύχων, όταν έλεγε με τα σπασμένα ελληνικά του: «Το, Κύριε ελέησον, εκατό δραχμές∙ το, δόξα τω Θεώ, χίλιες δραχμές». Για χάρη μας λοιπόν ο Κύριος ζητά τη δοξολογία του Θεού. Εμείς την έχουμε ανάγκη και όχι ο Θεός. 2. Είναι πολύ χαρακτηριστικό όμως ότι η δοξολογία αυτή προς τον Θεό φαίνεται να ταυτίζεται με την ευχαριστία προς τον Κύριο. Γύρισε, λέει ο Ευαγγελιστής, ο θεραπευμένος πρώην λεπρός, ο ένας, δοξολογώντας τον Θεό και ήλθε και πρόσπεσε στον Χριστό ευχαριστώντας Αυτόν. «Υπέστρεψε μετά φωνής μεγάλης δοξάζων τον Θεόν, και έπεσεν επί πρόσωπον παρά τους πόδας αυτού ευχαριστών αυτώ». Το να δοξολογώ τον Θεό σημαίνει ότι οδηγούμαι προς τον Χριστό εν ευχαριστία. Διότι η μεγαλύτερη δωρεά και ευεργεσία του Θεού στον άνθρωπο είναι ο ίδιος ο ερχομός Του στον κόσμο ως ανθρώπου. Δεν υπάρχει πιο μεγάλη δοξολογία Του επομένως από τη στροφή προς τον Χριστό και την αναγνώριση ότι Αυτός είναι η πηγή της ευεργεσίας και της θεραπείας στον άνθρωπο. Όπως σημειώνει και το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων για τον Κύριο: «Αυτός διήλθεν ευεργετών και ιώμενος πάντας», ευεργετούσε διαρκώς και θεράπευε τους πάντες. Έτσι δοξολογία του Θεού χωρίς αναφορά στον Χριστό και ευχαριστία Εκείνου αποτελεί μάλλον λατρεία δαιμόνων. Διότι άλλος Θεός εκτός του Ιησού Χριστού δεν υφίσταται. Η αποκάλυψη που ο Ίδιος ο Κύριος έκανε στους μαθητές Του ήταν απόλυτη: «ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα». Και «ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ εμού». 3. Κι αν βεβαίως η κάθε ευχαριστία προς τον Χριστό συνιστά τη δοξολογία του αληθινού Τριαδικού Θεού, διότι αναγνωρίζει ο πιστός ότι Εκείνος είναι η φανέρωση του Θεού στον κόσμο, πολύ περισσότερο ισχύει τούτο για την κατ’ εξοχήν ευχαριστία του, τη Θεία Ευχαριστία. Στη Θεία Ευχαριστία, τη Θεία Λειτουργία, που συνιστά το κέντρο των μυστηρίων της Εκκλησίας μας, έχουμε την αποκορύφωση της πίστεως του ανθρώπου, ο οποίος λατρεύει και δοξολογεί σωστά τον Θεό. Κι αυτό γιατί στο μυστήριο αυτό ο άνθρωπος νιώθει ότι λειτουργεί η πραγματική του ταυτότητα - εκείνη που του δόθηκε διά του αγίου βαπτίσματος, ότι έγινε δηλαδή μέλος του σώματος του Χριστού – και συνεπώς ότι κινείται σύμφωνα με τον ρυθμό της λειτουργίας αυτού του σώματος. Πότε για παράδειγμα τα φυσικά μέλη του σώματός μας είναι υγιή και φυσιολογικά; Όταν είναι συνδεδεμένα με το σώμα και λειτουργούν με τον ρυθμό αυτού του σώματος, συντονιζόμενα από την κεφαλή. Το ίδιο και στο πνευματικό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία: στη Θεία Ευχαριστία έχουμε την ορθή θέση και κίνηση του μέλους, το οποίο δοξολογεί ορθά τον Θεό, ευρισκόμενο σε κοινωνία με Εκείνον που είναι «η κεφαλή του σώματος» και με τα άλλα μέλη, τους συνανθρώπους του. Δεν υπάρχει λοιπόν μεγαλύτερη χαρά για τον Κύριο, δεν υπάρχει μεγαλύτερο «σβήσιμο», θα λέγαμε, κάθε παραπόνου Του, από το να μας βλέπει να συμμετέχουμε εν μετανοία, δηλαδή με τον ορθό τρόπο, στη Θεία Λειτουργία, το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι αφενός εκεί μας ανοίγονται τα μάτια για να δούμε ότι τα πάντα στη ζωή μας, ακόμη και τα θεωρούμενα δυσάρεστα, αποτελούν ευεργεσίες Του – «υπέρ πάντων ων ίσμεν και ουκ ίσμεν, των φανερών και αφανών ευεργεσιών των εις ημάς γεγενημένων» λέμε στην αγία αναφορά της Θείας Λειτουργίας – αφετέρου εκεί πάλι συνειδητοποιούμε ότι ο Θεός δεν είναι απλώς ο Παντοδύναμος Κύριος, αλλά ο ίδιος ο Πατέρας μας – «και καταξίωσον ημάς, Δέσποτα, μετά παρρησίας, ακατακρίτως, τολμάν επικαλείσθαί Σε, τον επουράνιον Θεόν, Πατέρα και λέγειν: Πάτερ ημών». 4. Στο περιστατικό όμως της επιστροφής του Σαμαρείτη πρώην λεπρού, που αποδίδει τη δοξολογία προς τον Θεό και την ευχαριστία στον Κύριο, συγκλονίζει κυριολεκτικά η αποτίμηση που κάνει ο Κύριος: «η πίστις σου σέσωκέ σε». Και λέμε ότι συγκλονίζει, διότι πίστη στον Χριστό έδειξαν και οι άλλοι εννέα λεπροί: και στην επίκλησή τους («Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς»), και την ώρα που ο Κύριος τους στέλνει στους ιερείς: θεραπεύτηκαν κάνοντας υπακοή στον λόγο Του («και εν τω υπάγειν αυτούς εθεραπεύθησαν»). Κι αυτό σημαίνει ότι μπορώ να έχω πίστη στον Χριστό και μάλιστα σ’ ένα βαθμό ενεργουμένη, να εισπράττω από τον Κύριο την εκπλήρωση κάποιου αιτήματός μου, και τελικώς να μην ανήκω στους σωσμένους. Το ζητούμενο με άλλα λόγια δεν είναι να πάρω κάτι από τον Θεό, αλλά να στήσω μία μόνιμη σχέση μαζί Του, να μπορώ να παραμένω πάντοτε με Εκείνον, έχοντας διαρκή αναφορά στο πάντιμο πρόσωπό Του. Κι αυτό είναι που κατάφερε, όπως φαίνεται, «ο αλλογενής» Σαμαρείτης. «Είδε» καθαρά ότι υπεράνω όλων, ακόμη και της κοινωνικής αποδοχής και της υγείας του – πράγματα που εξασφάλιζε πια με τη θεραπεία του από τη λέπρα – ήταν να γυρίσει στον Χριστό. Κατάλαβε ότι Εκείνος ήταν η σωτηρία του. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι με τη στάση του ο άνθρωπος αυτός ομολογούσε ό,τι ο απόστολος Παύλος έγραφε: «ηγούμαι πάντα σκύβαλα είναι, ίνα Χριστόν κερδήσω», όλα τα θεωρώ σκουπίδια, προκειμένου να έχω τον Χριστό, φανερώνοντας έτσι ένα μαρτυρικό φρόνημα αγάπης προς Εκείνον. γ. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι κι εμείς είμαστε πιστοί στον Χριστό: το φανερώνουν οι προσευχές μας, οι παρακλήσεις μας προς Αυτόν, η υπακοή μας συχνά στα λόγια Του, προκειμένου μάλιστα να «θεραπευτούμε» από διάφορες δυστυχίες μας. Ιδιαιτέρως σήμερα, με την κρίση της εποχής μας, οι κραυγές προς τον Χριστό έχουν πολλαπλασιαστεί. Πρέπει να προσέξουμε όμως, μήπως ανήκουμε στη χορεία των εννέα και όχι του ενός. Ο Χριστός επαίνεσε, είπαμε, τον ένα για την αληθινή του πίστη, η οποία έδειξε ότι υπεράνω όλων των αγαπών, ακόμη και την αγάπη προς τον εαυτό του, ήταν η αγάπη προς Εκείνον. Την έχουμε εμείς την αγάπη αυτή; Ή τέλος πάντων ζητούμε από τον Κύριο να την αποκτήσουμε; Αναρτήθηκε από π. Γιώργη Δορμπαράκη Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/

20/1 Σχόλιο Λουκάς ιζ΄12-19

ΟΥΔΕΙΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΥΕΡΓΕΤΗΘΕΝΤΑ ΑΧΑΡΙΣΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΒ' ΛΟΥΚΑ (Λουκά ΙΖ' 12-19) ΟΥΔΕΙΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΥΕΡΓΕΤΗΘΕΝΤΑ ΑΧΑΡΙΣΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΒ' ΛΟΥΚΑ (Λουκά ΙΖ' 12-19) Όχι μόνο μας αποκαλύπτει τις μεγάλες αλήθειες της Πίστεώς μας το Ιερό Ευαγγέλιο, αλλά ταυτοχρόνως φωτίζει και όλες τις πλευρές της ζωής μας. Φέρει στην επιφάνεια ακόμα και όσα αρνητικά κρύπτονται κάτω από μια κρούστα κοινωνικού καθωσπρεπισμού, ή τι πραγματικά συμβαίνει όταν ξεχειλίζει μια ανάρμοστη συμπεριφορά. Αυτό ακριβώς βλέπουμε να πραγματοποιείται στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής της ΙΒ' Λουκά, όπου συμπίπτει και η μνήμη του Μεγάλου Πατρός της Εκκλησίας μας, του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού. Όλοι σχεδόν γνωρίζουμε το θαύμα της θεραπείας των δέκα λεπρών. Και όλοι λυπούμαστε από το θλιβερό γεγονός που παρεμβάλλεται. Το γεγονός της αχαριστίας των εννέα από αυτούς, και μάλιστα Ιουδαίων. Αυτός δεν είναι και ο λόγος που δικαίως ο Κύριος διατύπωσε το παράπονό του «ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν;» ερώτησε, «Οι δε εννέα πού;». Δεν έπρεπε να επιστρέψουν και αυτοί, για να δοξάσουν τον Θεό, όπως επέστρεψε και ο ένας μόνο, «ο αλλογενής», ο Σαμαρείτης; Αχαριστία λοιπόν. Αυτό είναι το αγκάθι που εάν δεν προσέξει ο άνθρωπος, είναι δυνατόν να φυτρώσει στην ψυχή και να καταστρέψει πρωτίστως τη σχέση με τον ίδιο τον Θεό, αλλάταυτοχρόνως να καταπνίξει και τις σχέσεις με τον αδελφό. Το ότι βεβαίως ο Ίδιος ο Κύριος επισημαίνει το καρκίνωμα αυτό στην εν γένει συμπεριφορά, αλλά και το ότι οι Άγιοι που έχουν Χριστοποιηθεί, κάνουν λόγο για το επικίνδυνο αυτό σύμπτωμα που καταντά βαριά ασθένεια, τούτο σημαίνει ότι θα πρέπει να απασχολήσει κι εμάς. Να δούμε τι ακριβώς είναι η αχαριστία και στη συνέχεια πώς θεραπεύεται. Και πριν απ' όλα να τονίσουμε πως ο αχάριστος άνθρωπος, είναι και εμφανίζεται πάντοτε διπλά αχάριστος. Αρνείται να εκφράσει την ευχαριστία του προς τον Θεό, ο οποίος «τον ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους» (Ματθ. Ε' 45), και επιπλέον δένεται η γλώσσα του μπροστά στον άνθρωπο που τον βοήθησε ποικιλοτρόπως. Επομένως, η αχαριστία με την εμφάνισή της γεννά την αδικία. Την μεγάλη αυτή κατάρα που σε κάθε εποχή μαστίζει την κοινωνία. Όσο δε κι αν αυτό ακούγεται ως υπερβολή, είναι όμως πραγματικότητα και τούτο διότι, εφ' όσον έχεις δεχθεί ευεργεσίες, είναι απολύτως δίκαιο να ευχαριστήσεις και να δείξεις την ευγνωμοσύνη σου, την οποία υπαγορεύει η χριστιανική και όχι μόνο συμπεριφορά. Εάν δεν συμβεί αυτό, τότε πράγματι ο άνθρωπος ξεπέφτει στην αδικία. Ο Θεόπνευστος λόγος της Γραφής, σε μια μικρή φράση συμπυκνώνει όλη αυτή την πραγματικότητα που κάνει τον άνθρωπο να συνειδητοποιεί την αιώνια ευγνωμοσύνη του έναντι του Θεού: «τι έχεις ο ουκ έλαβες; ει δε και έλαβες, τι καυχάσαι ως μη λαβών;» (Α' Κορ. Δ' 7). Δηλ. ποιο χάρισμα έχεις το οποίο δεν έλαβες από τον Θεό; Όλα από το Θεό τα έχεις. Και εάν κάθε τι που έχεις το πήρες από το Θεό, γιατί λοιπόν καυχιέσαι σαν να μην πήρες τίποτε; Είναι μάλιστα πολύ χαρακτηριστική η φράση του Αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος Βλάχου, ο οποίος προφανώς είχε πικρή εμπειρία από τέτοιου είδους συμπεριφορές, όταν έλεγε: «ουδείς χειρότερος εχθρός από τον ευεργετηθέντα αχάριστο». Μάλιστα, έτσι δείχνει η ίδια η πραγματικότητα. Η μικρή κορυφή που φαίνεται λίγο επάνω από την επιφάνεια της ήρεμης ίσως προσωπικότητας, κρύπτει όγκο ολόκληρο αρνητικών προδιαγραφών και παγιωμένων ψυχικών και κοινωνικών συμπεριφορών. Και το πράγμα γίνεται έτι πλέον δραματικό γι΄ αυτόν που έχει βραχυκυκλωθεί στην κακία αυτής της αχαριστίας, Όταν ο ίδιος έχει βοηθηθεί, προωθηθεί και ευεργετηθεί από ανθρώπους της Εκκλησίας. Εκεί πλέον τα πράγματα είναι όντως τραγικά, αφού στο χώρο της Χάριτος, οι σχισμές και τα τραύματα φωτίζονται θέλοντας και μη, με αποτέλεσμα να δείχνουν καθ' υπερβολήν την ασχήμια της πληγής και ν' αποκαλύπτουν την αποφορά της πυορροούσης καρδίας. Και ναι μεν, αυτή είναι η ασθένεια και η πληγή, με τόσες άλλες παραμέτρους, που ενδεχομένως ο κάθε ένας να έχει υπόψιν του. Ας περάσουμε όμως τώρα να δούμε και την θεραπεία του πάθους. Να δούμε το πώς θα επανέλθει η υγεία στην προσβεβλημένη από την νόσο, άρρωστη ψυχή. Τι πρέπει λοιπόν να γίνει; Το πρώτο και βασικό είναι να καταστεί κατανοητόν και να συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος ότι η αχαριστία και η αγνωμοσύνη είναι μια εντελώς αφύσικη, παράλογη και καθαρώς αντιχριστιανική συμπεριφορά. Ταυτοχρόνως δε να έχουμε συνεχώς στο νου μας ότι ο ίδιος ο Θεός καταδικάζει την αχαριστία. Και όταν ο Θεάνθρωπος πονά για την συμπεριφορά αυτή και την στιγματίζει στον λόγο Του, τότε τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά. Χρειάζεται όμως και κάτι που είναι το ίδιο σημαντικό. Και αυτό ονομάζεται συστηματική προσπάθεια, στο να κρατούμε στην διάνοια και κυρίως στην καρδιά τις ποικίλες, αναρίθμητες και σκανδαλωδώς επαναλαμβανόμενες ευεργεσίες του Τριαδικού Θεού προς εμάς. Όταν με τη Χάρη του Θεού γίνει αυτό, τότε, φυσικώ τω τρόπω θα αισθανόμαστε και τις ευεργεσίες των ανθρώπων, των αδελφών μας. Τότε όντως θα γίνει το ευχάριστο και ευλογημένο. Θα ανοίξουν οι οφθαλμοί της καρδιάς μας και θα δούμε ότι όσο κι αν έχουμε πληγωθεί από κάποιους ανθρώπους, αυτοί που μας αγαπούν και ενδιαφέρονται για εμάς είναι πολλοί περισσότεροι από όσους νομίζουμε. Είναι πολύ μεγαλύτερος ο κύκλος των αδερφών μας που ειλικρινώς ενδιαφέρονται και πονούν για εμάς, παρά αυτοί που φανταζόμαστε ότι δήθεν μας αποστρέφονται. Όσο δε περισσότερο γλυκασμό στην ψυχή μας σταλάζει η χάρις της ευχαριστίας μας προς τους αδελφούς, τόσο και περισσότερο θα αυξάνει η ευγνωμοσύνη μας προς τον Κύριο Ιησού Χριστό. Έτσι, τώρα ο πιστός ευαισθητοποιείται στην σωστή έννοια και κατάσταση της ευαισθησίας και οι ψυχικές του κεραίες συλλαμβάνουν ακόμα και τις μικρές αφορμές για να ξεδιπλώσουν τους ύμνους ευχαριστίας και ν' ανταποδώσουν την αγάπη προς τους ομοιοπαθείς μας αδελφούς. Τι να πούμε αδελφοί μου πρώτο και τι ν' αφήσουμε δεύτερο για το θέμα αυτό. Το βέβαιο είναι ότι η ύπαρξή μας θα πρέπει να ξεχειλίζει από το άρωμα της ευγνωμοσύνης! Σε ποια, αλήθεια, από τις ευεργεσίες του Θεού να σταθούμε; Στην άφεση των αμαρτιών, που μας χαρίζει διά του Σώματος και του Αίματός του και που διά του Ιερωτάτου μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας μας προσφέρει; Στην Σταυρική του Θυσία ή στο μεγάλο μυστήριο της Θείας ενανθρωπήσεως και στην Ταπείνωση της Βαπτίσεώς Του υπό του Ιωάννου στα Ιορδάνια νάματα; Αδελφοί μου, οι δέκα ταλαίπωροι λεπροί, απαλλάχθηκαν από την φοβερή ασθένεια της λέπρας. Ας προσέξουμε όμως διότι υφίσταται μια άλλη πολύ χειρότερη λέπρα που ονομάζεται αχαριστία και αυτή προσβάλλει όχι το σώμα που θεραπεύεται, αλλά την αθάνατη ψυχή μας. Οπωσδήποτε, το να προλαμβάνει κανείς, είναι σοφότερο από το να θεραπεύει. Αλλά και στην περίπτωση κατά την οποία οι ακτινογραφίες του Ευαγγελικού μας Αναγνώσματος, δείξουν προσβολή από την νόσο της αχαριστίας και πάλι δεν χρειάζεται να μας καταλάβει σύγχυση και πανικός. Η μέθοδος της θεραπείας μέσω των Ιερών μυστηρίων, της θερμής προσευχής και της Ορθοδόξου Πνευματικότητος, θα επιφέρουν την ευλογημένη θεραπεία και την χαρά της ευχαριστίας. Η δε ευγνωμοσύνη θα μας κάνει ώστε συνεχώς να ανακαλύπτουμε ολοένα και περισσότερο τα ατίμητα δώρα της αγάπης του Θεού. Επομένως, δεν έχουμε παρά να συνοψίσουμε τώρα μελωδικώς, αυτές τις εκφάνσεις της Θείας Οικονομίας, δοξάζοντας τον ενανθρωπήσαντα Κύριο μας και Θεό μας Ιησούν Χριστόν. «Τι ανταποδώσωμεν τω Κυρίω περί πάντων ων ανταπέδωκεν ημίν; Δι ημάς Θεός εν ανθρώποις, δια την καταφθαρείσαν φύσιν ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, προς τους αχαρίστους ο Ευεργέτης, προς τους αιχμαλώτους ο Ελευθερωτής, προς τους εν σκότει καθημένους ο Ήλιος της δικαιοσύνης. Επί τον Σταυρόν ο απαθής, επί τον Άδην το φως, επί τον θάνατον η ζωή, η ανάστασις δια τους πεσόντας, προς ον βοήσωμεν , ο Θεός ημών δόξα Σοι» (Στιχηρό Αίνων του Βαρ. ήχου). Αμήν Άρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com

8/7 Κυριακή του παραλυτικού της Καπερναούμ - σχόλιο

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Ιερά Μητόπολις Σερβίων και Κοζάνης

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Μτθ. 9, 1–8)

Τό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ παραλυτικοῦ τῆς Καρπεναούμ ἔγινε ἀφορμή νά ἀποκαλυφθῆ γιά μιά ἀκόμα φορά ἡ θεία δύναμη καί ἡ ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ. Τά θαύματα του εἶναι βεβαίωση τῆς μεσσιακῆς ἰδιότητάς του, πιστοποιοῦν τήν ἀλήθεια καί τήν αὐθεντικότητα τοῦ λόγου του. Δηλώνουν κατά τόν σαφέστερο τρόπο τή νίκη τοῦ Θεοῦ πάνω στή δύναμη τοῦ διαβόλου καί τῆς ἁμαρτίας, αἰτίες τῆς ἀνθρώπινης κακοδαιμονίας, καί τήν ἔναρξη νέας ἐποχῆς, ἐποχῆς χάριτος καί σωτηρίας. Τά θαύματα τοῦ Χριστοῦ ἔχουν διπλῆ συνέπεια. Ἀποστομώνουν καί καταισχύνουν τούς ἐχθρούς του, πού εἶναι καί ἐχθροί τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου, καί ἐνισχύουν τήν πίστη τῶν ἁπλῶν στήν καρδιά καί ταπεινῶν πού τόν δέχονται γιά Σωτήρα καί Κύριό τους. Ὁ θαυμασμός καί ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ εἶναι τά ἐπακόλουθα κάθε θαύματος τοῦ Χριστοῦ. Στό σημερινό εὐαγγέλιο βλέπουμε ὅμως, ὅταν ὁ Κύριος θεραπεύει πρῶτα τήν ψυχή τοῦ παραλυτικοῦ μέ τή φράση «θάρσει τέκνον˙ ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου», οἱ γραμματεῖς καί οἱ φαρισαῖοι ἀντί νά χαροῦν καί νά εὐλογήσουν τό Θεό, διότι συγχωρεῖ διά τοῦ παντοδυνάμου καί παντογνώστου Υἱοῦ του τίς ἁμαρτίες ἑνός δυστυχισμένου ἀνθρώπου, στενοχωροῦνται καί σκέπτωνται: «Οὗτος βλασφημεῖ». Καί ὁ Κύριος ὡς παντογνώστης διαβάζει τίς καρδιές καί τίς σκέψεις τους, τούς ἀποκαλύπτει καί τούς βάζει μπροστά στό δίλημμα ἤ νά δεχθοῦν τή θεία του ἐξουσία νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες καί νά θεραπεύει τό σῶμα ἤ νά ἀρνηθοῦν καί τά δύο, τή θεραπεία τῆς ψυχῆς – ἄφεση ἁμαρτιῶν καί τή θεραπεία τοῦ παράλυτου σώματος. Γι’ αὐτό, γιά νά ἀποδείξει ὅτι «ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἁμαρτίας», λέγει στόν παραλυτικό: «Ἐγερθείς ἆρόν σου τήν κλίνην καί ὕπαγε εἰς τόν οἶκόν σου», σήκω, πάρε τό κρεββάτι σου καί πήγαινε στό σπίτι σου. Ἔτσι ἔγινε ὁλοφάνερο ὅτι ὁ Χριστός εἶναι γεμάτος ἀπό ἀγάπη γιά τά πλάσματά του, εἶναι παντοδύναμος καί παντογνώστης. Γιά τήν ἀγάπη καί τήν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ πολλές φορές ἀκούσαμε στά κηρύγματα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι λοιπόν ἀνάγκη σήμερα νά δοῦμε καί τήν παγγνωσία τοῦ Κυρίου. Ἄς ἐξετάσουμε τί σημαίνει γιά τόν καθένα μας τό γεγονός ὅτι ὁ Χριστός εἶναι παντογνώστης καί γνωρίζει κάθε λεπτομέρεια τῆς ζωῆς μας. Πρῶτον, μέ τή σκέψη ὅτι ὁ Χριστός εἶναι παντογνώστης ἐνθαρυνόμαστε καί παρηγορούμαστε. Εἶναι σπουδαία ἡ πληροφορία πού μᾶς δίνει ἡ πίστη ὅτι ὁ Κύριος εὑρίσκεται δίπλα μας γιά νά μᾶς ἐνισχύει, νά παρακολουθεῖ τίς ἐπιτυχίες καί τίς δυσκολίες μας καί νά ἐπεμβαίνει ὅταν οἱ περιστάσεις τό ἐπιβάλλουν καί τό ἀπαιτεῖ τό βαθύτερο πνευματικό μας συμφέρον. Τήν πραγματικότητα αὐτή τήν καταλαβαίνουμε ὅταν σέ στιγμές πνευματικῆς καί ψυχικῆς εὐφορίας, πού ἡ χάρη ἐγγίζει τήν ψυχή μας, αἰσθανόμαστε τόν Κύριο πολύ κοντά μας καί ἕνα αἴσθημα γλυκύτητας διαποτίζει τήν καρδιά μας. Ἀλλά καί ὅταν περνοῦμε κάποια δοκιμασία, μιά ἐπώδυνη ἀρρώστια, τότε πού κάθε ἀνθρώπινη βοήθεια εἶναι ἀνίσχυρη, ὅπως στήν περίπτωση ἑνός φοβεροῦ σεισμοῦ πού σαλεύει τή γῆ. Μακάριος τότε ἐκεῖνος πού μέ τήν πίστη βρίσκει καταφύγιο «εἰς τόν μόνον δυνάμενον σώζειν», τόν παντοδύναμο καί παντογνώστη Θεό. Καταφεύγει σ’ ἐκεῖνον μέ προσοχή καί γαληνεύει, πολλές φορές μάλιστα βλέπει τό χέρι τοῦ Θεοῦ φανερό νά τόν βοηθᾶ καί νά τον προστατεύει. Ἡ παγγνωσία τοῦ Θεοῦ, ὕστερα, μᾶς βοηθεῖ νά σκεφθοῦμε ὀρθά, νά νιώσουμε τόν ἅγιο φόβο του καί νά ἀποφεύγουμε τήν ἁμαρτία. Πραγματικά. Μόνον ὅταν ξεχάσει τήν πανταχοῦ παρουσία καί τήν παγγνωσία τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτάνει καί παραβαίνει χωρίς ἐντροπή τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Διότι ὁ ἐχθρός μας, ὁ διάβολος, προσπαθεῖ νά μᾶς πείσει ὅτι κανείς δέν μᾶς βλέπει καί κανείς δέν θά μάθει ποτέ τό κακό πού διαπράξαμε. Ἄνθρωπος βέβαια, ὅμως ὁ παντογνώστης Θεός τά ξέρει καί τά βλέπει ὅλα. Ἄς θυμηθοῦμε τόν Ἰωσήφ στό σπίτι τοῦ Πετεφρῆ στήν Αἴγυπτο. Πῶς κατόρθωσε ὁ εὐσεβής ἐκεῖνος νέος νά ἀποφύγει τήν ἁμαρτία; Νά ἡ σκέψη του: «Πῶς ποιήσω τό πονηρόν τοῦτο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μου;». Εἶχε ζωηρή τήν αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καί τῆς παγγνωσίας του. Ὕστερα ἀπό αὐτά, καί ἐμεῖς βρισκόμαστε μπροστά στό δίλημμα: Ἤ νά ἀρνηθοῦμε τήν παγγνωσία τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε ἀρνούμεθα συγχρόνως καί τήν πίστη σ’ Αὐτόν καί δέν πρέπει νά ἐλπίζουμε καμιά βοήθεια, ἀφοῦ ὁ Χριστός δέν εἶναι παντογνώστης καί δέν γνωρίζει τί μᾶς συμβαίνει. Ἤ νά δεχθοῦμε ὅτι εἶναι πράγματι παντογνώστης, ὁπότε γνωρίζει καί ὅλα τά ἁμαρτήματά μας καί συνεπῶς θά πρέπει νά ἐπιδιώξουμε μέ εἰλικρινή ἐξομολόγηση νά λάβουμε καί ἐμεῖς σάν τόν παραλυτικό τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἄν δέν τό κάνουμε αὐτό, τότε μαζί μέ τούς γραμματεῖς θά ἀνήκουμε σέ μιά ἀπό τίς κατηγορίες τῶν ἀθέων πού δέν παραδέχονται ὅτι ὑπάρχει Θεός καί μάλιστα παντογνώστης, τῶν θεϊστῶν πού παραδέχονται ὅτι ὑπάρχει Θεός ἀλλά δέν ἐπεμβαίνει στή ζωή τῶν ἀνθρώπων καί τοῦ κόσμου πού ὁ ἴδιος δημιούργησε, τῶν αἱρετικῶν πού πιστεύουν στό Χριστό ἀλλά δέν δέχονται τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως καί τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν. Ὁ Χριστός ὅμως, ὅπως τό εἴδαμε στό σημερινό εὐαγγέλιο, εἶναι παντοδύναμος καί παντογνώστης. Μέσα στήν Ἐκκλησία συνεχίζει τό ἴδιο θαῦμα. Συγχωρεῖ ἁμαρτίες καί σώζει ἀπό τή φθορά καί τό θάνατο. Ἀμήν. Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/

19/11 Κυριακή Θ’ Λουκά: Η παραβολή του άφρονα πλουσίου (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


(Λουκ. ιβ’ 16-21)

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ήρθε στη γη για να θεραπεύσει τους ανθρώπους από τα φθοροποιά πάθη και τις ροπές τους. Τα πάθη κι οι ροπές είναι σοβαρές ψυχικές παθήσεις.
Κλέβει ποτέ ένας γιός από τον πατέρα του; Όχι. Ο δούλος όμως κλέβει από τ’ αφεντικό του. Τη στιγμή που ο Αδάμ εγκατέλειψε την ιδιότητα του υιού κι απόκτησε την ιδιότητα του δούλου, το χέρι του απλώθηκε για να πιάσει τον απαγορευμένο καρπό. Γιατί ο άνθρωπος κλέβει αυτό που ανήκει σ’ έναν άλλο; Είναι επειδή το χρειάζεται; Ο Αδάμ τα είχε όλα, δεν του έλειπε τίποτα. Παρ’ όλ’ αυτά όμως προχώρησε στην κλοπή.
Γιατί ο άνθρωπος κλέβει άλλον άνθρωπο κι ο δούλος άλλο δούλο; Επειδή έμαθαν πρώτα να κλέβουν από τ’ αφεντικό τους. Οι άνθρωποι συνήθως κλέβουν πρώτα από το Θεό κι έπειτα ο ένας από τον άλλο. Ο προπάτορας του ανθρώπινου γένους άπλωσε το χέρι του να κλέψει πρώτα αυτό που ανήκε στο Θεό κι έπειτα, σαν αποτέλεσμα, οι απόγονοί του άρχισαν να κλέβουν ο ένας τον άλλο.
Οι άνθρωποι κλέβουν από Θεό και ανθρώπους, από τη φύση κι από τον εαυτό τους. Ο άνθρωπος δεν κλέβει μόνο με τις σωματικές αισθήσεις του, αλλά και με την καρδιά, την ψυχή και το νου του. Δεν υπάρχει πράξη κλοπής που ο διάβολος να μην είναι συνεργός του ανθρώπου. Είναι ο υποβολέας και υποκινητής κάθε κλοπής. Είναι ο εισηγητής και καθοδηγητής κάθε σκέψης για κλοπή. Κανένας κλέφτης στον κόσμο δεν ήταν ποτέ μόνος του. Συνήθως υπάρχουν τουλάχιστο δύο που συμμετέχουν σε μια κλοπή κι ένας τρίτος που παρακολουθεί. Ο άνθρωπος κι ο διάβολος πάνε για να κλέψουν κι ο Θεός που τους βλέπει. Όπως η Εύα δεν έκλεψε μόνη της, αλλά παρέα με το διάβολο, έτσι κανένας άνθρωπος δεν έχει τελέσει μια πράξη κλοπής μόνος του, αλλά πάντα με την παρέα του διαβόλου.

Ο διάβολος όμως δεν είναι μόνο καθοδηγητής και συνοδός στην κλοπή, αλλά κι εκείνος που τη διαδίδει. Δεν τον ενδιαφέρουν τα κλεμμένα, αλλά η απώλεια της ψυχής του ανθρώπου, η διχόνοια και το μίσος ανάμεσα στους ανθρώπους κι η απώλεια ολόκληρης της ανθρωπότητας. Δεν πηγαίνει να κλέψει για χάρη της κλοπής, αλλ’ «ως λέων ορυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α' Πέτρ. ε’ 8). Το ότι είναι ο διάβολος που παρακινεί την ψυχή σε κάθε πονηρό έργο και σπέρνει κάθε πονηριά στην ψυχή, το βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος (βλ. Ματθ. ιγ' 39). Με κάθε κλοπή που κάνει ο άνθρωπος, ο διάβολος κλέβει ένα μέρος από την ψυχή του. Η ψυχή του κλέφτη συρρικνώνεται όλο και περισσότερο, μαραίνεται και πεθαίνει, όπως ο πνεύμονας που έχει προσβληθεί από φυματίωση.
Για ν’ απαλλαγεί κανείς από το πάθος της κλοπής, πρέπει να λογαριάσει πως όλα όσα έχει είναι του Θεού κι όχι δικά του. Όταν χρησιμοποιεί τα υπάρχοντά του, πρέπει νά ‘χει κατά νου πως αυτά είναι του Θεού, όχι δικά του. Όταν τρώει στο τραπέζι, πρέπει να ευχαριστεί το Θεό, γιατί το ψωμί δεν είναι δικό του, αλλά του Θεού. Για να θεραπευτεί ο άνθρωπος από την αρρώστια της κλοπής, πρέπει να λογαριάσει πως και τα υπάρχοντα των άλλων είναι του Θεού. Επομένως όταν κλέβει από τους ανθρώπους, είναι σα να κλέβει από το Θεό. Είναι δυνατό να κλέψει κανείς από Εκείνον που βλέπει τα πάντα; Για να καταδιώξει ο άνθρωπος τον πονηρό συνεργό του στην κλοπή, τον σπορέα κάθε κακού, πρέπει ν’ αγρυπνεί για την ψυχή του, ώστε ο διάβολος να μη σπείρει μέσα του επιθυμίες κλοπής. Κι όταν τις βρίσκει σπαρμένες μέσα του, πρέπει να παλέψει για να τις κάψει με τη φωτιά της προσευχής. Δεν είναι παράφρονας ο άνθρωπος που τρέχει πίσω από το κακό, όταν έχει γνωρίσει το καλλίτερο; Δεν είναι ανόητος και γελοίος ο κλέφτης που επισκέπτεται το σπίτι κάποιου άλλου τη νύχτα για να κλέψει βαμβακερά εμπορεύματα, όταν βλέπει το φίλο του να τον επισκέπτεται για να του χαρίσει ένα φορτίο γεμάτο βαμβακερά και μεταξωτά;
Ο Κύριος Ιησούς που αγαπά το ανθρώπινο γένος, έφερε μαζί Του και άνοιξε για τον άνθρωπο αμέτρητα κι ασύγκριτα ουράνια δώρα και κάλεσε όλους τους ανθρώπους να τα πάρουν, φανερά κι ελεύθερα, με έναν όρο: ν’ αποσπάσουν πρώτα την ψυχή τους από τα φθαρτά επίγεια αγαθά. Μερικοί άνθρωποι τον υπάκουσαν, πήραν τα δώρα τους και πλούτισαν. Άλλοι όμως δεν τον υπάκουσαν και έμειναν με τα φθαρτά και κλεμμένα πλούτη τους. Σαν προειδοποίηση σ’ αυτούς τους τελευταίους, ο Κύριος είπε την παραβολή του σημερινού ευαγγελίου.

***

«Είπε δε παραβολήν προς αυτούς λέγων· ανθρώπου τινός πλουσίου ευφόρησεν η χώρα. και διελογίζετο εν εαυτώ λέγων· τί ποιήσω, ότι ουκ έχω που συνάξω τους καρπούς μου;» (Λουκ. ιβ' 16, 17). Ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν απλά πλούσιος. Η σοδειά του ήταν τόσο πλούσια από το θερισμό, ώστε δεν είχε που να βάλει τους καρπούς. Ο πλούσιος αυτός άνθρωπος έβλεπε τα χωράφια με τα σιτηρά του, τα περιβόλια και τ’ αμπέλια του που έγερναν από το βάρος των καρπών, τους κήπους του που ήταν γεμάτοι από κάθε λογής λαχανικά και τις κυψέλες του που ήταν γεμάτες μέλι, αλλά δε γύρισε προς τον ουρανό ν’ αναφωνήσει: «Δόξα σοι, Ύψιστε και πολυέλεε Κύριε! Πόσα πλούτη έχει η δύναμη κι η σοφία Σου, πόσα βγάζεις από τη μαύρη γη! Με τις ακτίνες του ήλιου Σου δίνεις γλυκύτητα σ’ όλα τα φρούτα στη γη! Σε κάθε φρούτο έχεις δώσει ένα πανέμορφο σχήμα κι ένα καταπληκτικό άρωμα! Τους λιγοστούς μου κόπους τους αντάμειψες εκατονταπλάσια! Ελέησες το δούλο Σου κι έδωσες με τα χέρια Σου τόσο πλούσια δώρα στην αγκαλιά του! Παντοδύναμε Κύριε, δίδαξέ με να δώσω χαρά στ’ αδέρφια και στους συνανθρώπους μου με τα δώρα Σου αυτά. Έτσι εκείνοι θα ευχαριστήσουν και θα δοξολογήσουν μαζί μου το άγιο όνομά Σου και την ανέκφραστη αγαθότητά Σου».
Μήπως είπε τέτοια λόγια ο πλούσιος; Όχι! Αντί να θυμηθεί το Δοτήρα κάθε αγαθού, αρχικά σκέφτηκε που να μαζέψει και να φυλάξει τ’ αγαθά του, όπως ο κλέφτης που βρίσκει μια τσάντα με χρήματα στο δρόμο και δεν τον απασχολεί σε ποιόν ανήκουν αυτά, ποιος τά ‘χασε, αλλά πρώτη σκέψη του είναι που να τα κρύψει. Ο πλούσιος αυτός άνθρωπος στην πραγματικότητα είναι ένας κλέφτης. Δεν μπορεί να ισχυριστεί πως όλ’ αυτά τα αγαθά βγήκαν από δικούς του κόπους. Ο κλέφτης ασχολείται με την κλοπή και χρησιμοποιεί κάθε επιδεξιότητα κι εξυπνάδα. Συχνά χρησιμοποιεί περισσότερη εξυπνάδα και πονηριά από τον σποριά ή τον ζευγολάτη. Ο πλούσιος δεν είχε κάνει απολύτως τίποτα. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για τον ήλιο, τη βροχή, τους ανέμους και τη γη. Αυτά είναι τα τέσσερα κύρια στοιχεία - χώμα, αέρας, ήλιος και νερό - που με το θέλημα του Θεού κάνουν τα δέντρα και τα φυτά να καρποφορούν. Η αφθονία των φρούτων επομένως δεν είναι δικό του κατόρθωμα ούτε αποτέλεσμα της εργώδους προσπάθειάς του. Αλλ’ ούτε με το δικαίωμα κατοχής του ανήκουν, αφού δεν είναι δικά του ούτε ο ήλιος ούτε η βροχή ούτε ο άνεμος ούτε η γη.
Η αφθονία των καρπών είναι δώρο του Θεού. Στα μάτια των ανθρώπων φαίνεται αγνώμων εκείνος που δέχεται δώρο από έναν άλλο και δε λέει «ευχαριστώ» ούτε και δίνει κάποια προσοχή στο δωρητή, αλλά βιάζεται να κρύψει το δώρο σε ασφαλές μέρος. Ένας συμπαθής ζητιάνος, όταν του δίνουν ένα κομμάτι ξερό ψωμί, ευχαριστεί εκείνον που του το πρόσφερε. Ο πλούσιος όμως δεν έκανε ούτε μια σκέψη, δε βρήκε ούτε ένα λόγο να ευχαριστήσει το Θεό για τόσο πλούσια σοδειά. Ούτε ένα μικρό χαμόγελο χαράς δε ζωγραφίστηκε στα χείλη του για την τόσο θαυμαστή και μεγάλη χάρη που έλαβε από το Θεό. Αντί για προσευχή ευχαριστίας και δοξολογίας στο Θεό και καρδιακή χαρά, άρχισε αμέσως ν’ ανησυχεί, να σκέφτεται πως θα μαζέψει τόσα αγαθά και να τα διαχειριστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη μείνει πίσω ούτε ένα σπυρί για τα πουλιά, ούτε ένα μοναδικό μήλο να πέσει στα χέρια των φτωχών γειτόνων του.
«Και είπε· τούτο ποιήσω· καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω, και συνάξω εκεί πάντα τα γενήματά μου και τα αγαθά μου» (Λουκ. ιβ' 18). Προσέξτε σε τι μεγάλους κόπους προβαίνει ένας ασυλλόγιστος άνθρωπος! Αντί να προσπαθήσει να σκοτώσει τον παλαιό άνθρωπο μέσα του και ν’ αναστήσει το νέο, εξαντλεί όλες του τις προσπάθειες στο να γκρεμίσει τις παλιές αποθήκες, τους στάβλους και τα υποστατικά του, για να χτίσει καινούργια. Αν η πλούσια συγκομιδή του συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια, θα πρέπει να μεγαλώσει πάλι τις σιταποθήκες του ή να χτίσει καινούργιες. Έτσι οι σιταποθήκες του από χρόνο σε χρόνο αυξάνονται ή μεγεθύνονται, ενώ η ψυχή του ολοένα στενεύει και παλιώνει κι οι παλιοί καρποί του σαπίζουν, όπως κι η ψυχή του. Γύρω του σωρεύεται το μίσος κι εναντίον του εκτοξεύονται κατάρες. Οι φτωχοί θα βλέπουν με φθόνο τα πλούτη του κι οι πεινασμένοι θα καταριούνται τη σκληρότητα, τη φιλαυτία και την ιδιοτέλειά του. Έτσι τα πλούτη του φέρνουν την καταστροφή τόσο στον ίδιο όσο και στους ανθρώπους που ζουν κοντά του. Η ψυχή του θα χαθεί από τη σκληροκαρδία και τη φιλαυτία του. Οι ψυχές των άλλων θα βλαφτούν από το φθόνο και τις κατάρες. Βλέπετε πως χρησιμοποιεί τα δώρα του Θεού ένας άνθρωπος χωρίς επίγνωση, τόσο για τη δική του όσο και για των άλλων την απώλεια. Ο Θεός του έδωσε τα πλούτη για να βοηθήσουν στη σωτηρία τόσο τη δική του όσο και των άλλων, εκείνος όμως τα χρησιμοποίησε για κατάρα, για το κακό το δικό του, μα και των άλλων.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συμβουλεύει όλους εκείνους που είναι πρόθυμοι να δεχτούν συμβουλή: «Έφαγες μέχρι κορεσμού; Θυμήσου τους πεινασμένους. Ικανοποίησες τη δίψα σου; Θυμήσου τους διψασμένους. Ζεσταίνεσαι καλά; Θυμήσου αυτούς που κρυώνουν. Ζεις σ’ ένα πλούσια επιπλωμένο σπίτι; Βάλε μέσα και τους άστεγους. Ένιωσες ευτυχισμένος σε μια γιορτή; Προσπάθησε να χαροποιήσεις τους λυπημένους και τους θλιμμένους. Σε τιμούν ως άνθρωπο πλούσιο; Προσπάθησε να επισκεφτείς και ν’ ανακουφίσεις τους ενδεείς. Είσαι ευχαριστημένος από τον προ­ϊστάμενό σου; Κάνε και τους υφισταμένους σου χαρούμενους. Αν είσαι σπλαχνικός κι ευγενικός μαζί τους, θα βρεις έλεος κι ευσπλαχνία όταν η ψυχή σου αναχωρήσει από το σώμα σου».
Δύο μεγάλοι ασκητές στην έρημο της Αιγύπτου προσευχήθηκαν στο Θεό να τους αποκαλύψει αν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να υπηρετεί το Θεό καλύτερα απ’ αυτούς. Και τους αποκαλύφτηκε το εξής: Δέχτηκαν την εντολή να πάνε σ’ ένα συγκεκριμένο μέρος και σ’ ένα συγκεκριμένο άνθρωπο, για να βρουν απάντηση στο ερώτημά τους. Πήγαν στον τόπο που τους αποκαλύφτηκε και βρήκαν έναν απλοϊκό άνθρωπο που τον έλεγαν Ευχάριστο. Ήταν κτηνοτρόφος. Οι ασκητές δε βρήκαν τίποτα αξιόλογο στον άνθρωπο αυτό, αλλά τον ρώτησαν πώς προσπαθούσε να τηρήσει το θέλημα του Θεού. Ο Ευχάριστος δίστασε αρκετά κι υστέρα τους είπε πως μοίραζε όσα κέρδιζε από τα ζωντανά του σε τρία μερίδια: Το ένα μερίδιο το έδινε στους φτωχούς και τους άπορους, άλλο ένα για να περιποιείται τους ξένους και το τρίτο το κρατούσε για τον εαυτό του και τη σεμνή σύζυγό του. Οι ασκητές τ’ άκουσαν αυτά, ευχαρίστησαν τον ευεργέτη τους και γύρισαν στα κελλιά τους.
Βλέπουμε από το παράδειγμα αυτό πως ο Θεός λογαριάζει μεγαλύτερη αρετή την ελεημοσύνη και τη φιλανθρωπία από τον αυστηρό ασκητισμό. Ο άπληστος πλούσιος της παραβολής μας δε σκεφτόταν καθόλου το Θεό, την ψυχή του ή τη φιλανθρωπία. Μοναδική του σκέψη ήταν να επεκτείνει τις σιταποθήκες του, για να στοιβάσει μέσα όλα τα γεννήματα από τους αγρούς του. Και τί θα γίνει όταν θά ‘χει κάνει όλ’ αυτά; Ας ακούσουμε τον ίδιο:
«Και ερώ τη ψυχή μου· ψυχή, έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά· αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου» (Λουκ. ιβ' 19). Μπορεί η ψυχή να φάει ή να πιει; Το σώμα καταναλώνει τη σοδειά του, όχι η ψυχή. Ο πλούσιος άνθρωπος όταν μιλάει για την ψυχή του εννοεί το σώμα του. Η ψυχή αναπτύχθηκε μέσα στο σώμα του, έγινε ένα μαζί του, ο πλούσιος ξέχασε ως και τ’ όνομά της. Δεν μπορεί να βρεθεί καλλίτερη έκφραση για τον καταστροφικό θρίαμβο του σώματος κατά της ψυχής. Φανταστείτε ένα αρνί παγιδευμένο στη φωλιά ενός σκύλου, ξεχασμένο μέσα εκεί. Ο σκύλος γυρίζει και φέρνει στη φωλιά τροφή για τον ίδιο. Όταν γεμίσει τη φωλιά του με σάπια κρέατα και κόκκαλα, φωνάζει το πεινασμένο αρνί: «Τώρα, αγαπητό μου αρνί, φάγε, πίε, ευφραίνου. Έχουμε φαγητό για πολλές μέρες». Κι υστέρα πέφτει στο φαγητό και τρώει, ενώ το αρνί θα μείνει νηστικό και θα πεθάνει από την πείνα. Με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρεται στην ψυχή του ο πλούσιος, όπως κι ο σκύλος στο πεινασμένο αρνί.
Η ψυχή δεν τρέφεται με φθαρτή τροφή, αυτός όμως τέτοια τροφή της προσφέρει. Η ψυχή νοσταλγεί την ουράνια πατρίδα της. Εκεί βρίσκονται οι σιταποθήκες κι η πηγή της ζωής της. Αυτός όμως την καρφώνει στη γη. Ορκίζεται πως θα την κρατήσει έτσι καρφωμένη για πολλά χρόνια. Η ψυχή ευφραίνεται κοντά στο Θεό. Εκείνος όμως δεν προφέρει ποτέ τ’ όνομα του Θεού με τα χείλη του. Η ψυχή τρέφεται με αγάπη κι ευσπλαχνία. Σ’ αυτόν όμως δεν έτυχε ποτέ να χρησιμοποιήσει τα πλούτη του για να δείξει αγάπη κι έλεος στους φτωχούς, στους άπορους και τους ανάπηρους που βρίσκονταν στη γειτονιά του. Η ψυχή επιθυμεί αγνή αγάπη, ουράνια. Εκείνος όμως ρίχνει λάδι στο καμίνι των παθών του, λιβανίζει την ψυχή του με το δύσοσμο άρωμα που αυτά παράγουν. Η ψυχή αναζητά το στολισμό της, δηλαδή αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότητα, αγαθοσύνη, πίστη, πραότητα, εγκράτεια (πρβλ. Γαλ. ε’ 22, 23). Εκείνος όμως τη φορτώνει με μέθη, λαιμαργία, μοιχεία και ματαιότητα. Πώς θα μπορούσε να μην πεθάνει ένα χορτοφάγο αρνί, όταν έχει για συντροφιά ένα σαρκοβόρο σκυλί; Πώς μπορεί να ζήσει η ψυχή όταν καταπιέζεται από ένα βαρύ πτώμα;
Ολόκληρη η ανοησία του πλουσίου βέβαια δεν εξαντλείται στο γεγονός ότι προσφέρει κρέας στο αρνί ή μάλλον σαρκική τροφή στην ψυχή. Είναι και το ότι μεταβάλει τον εαυτό του σε κυρίαρχο του χρόνου και της ζωής. Βλέπουμε πως προετοιμάζει για τον εαυτό του τροφές και ποτά για έτη πολλά. Ας ακούσουμε εδώ όμως και τη φωνή του Θεού:
«Είπε δε αυτώ ο Θεός· άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· α δε ητοίμασας τίνι έσται;» (Λουκ. ιβ' 20). Έτσι μίλησε ο Κύριος της ζωής και του κόσμου, ο δημιουργός του χρόνου και του θανάτου, που «εν χειρί αυτού ψυχή πάντων ζώντων και πνεύμα παντός ανθρώπου» (Ιώβ, ιβ' 10).
Ανόητε άνθρωπε! Γιατί σκέφτεσαι με την κοιλιά σου κι όχι με το νου σου; Όπως δεν ήταν στη δική σου δύναμη να ορίσεις την ημέρα που θα γεννηθείς, έτσι δεν μπορείς να ορίσεις και τη μέρα που θα πεθάνεις. Ο Κύριος άναψε το καντήλι της επίγειας ζωής σου όταν Εκείνος έκρινε πως ήταν ο κατάλληλος χρόνος. Ο ίδιος θα το σβήσει όταν το αποφασίσει. Όπως τα πλούτη σου δεν όρισαν το χρόνο της έλευσής σου στον κόσμο, έτσι δεν μπορούν να καθυστερήσουν και το χρόνο της αναχώρησής σου. Μήπως η αυγή ή το σούρουπο εναπόκειται σε σένα; Όχι, βέβαια. Το ίδιο δεν εναπόκειται σε σένα κι ο χρόνος που θα διανύσεις στη γη, οι σιταποθήκες και τα κελλάρια σου, τα πρόβατα κι οι στάνες σου. Όλ’ αυτά ανήκουν στο Θεό, όπως κι η ψυχή σου. Κάθε μέρα και κάθε ώρα ο Θεός μπορεί να πάρει αυτά που ανήκουν σε σένα και να τα δώσει σε κάποιον άλλο. Όσο ζεις όλα είναι δικά Του, όπως δικά Του θα είναι και μετά το θάνατό σου. Η ζωή κι ο θάνατός σου βρίσκονται στα χέρια Του. Γιατί λοιπόν προγραμματίζεις για έτη πολλά; Η ζωή σου είναι μετρημένη ως το τελευταίο λεπτό. Η τελευταία σου στιγμή θα τελειώσει τούτη τη νύχτα. Μη λοιπόν σκέφτεσαι το αύριο, τι θα φας ή τι θα πιεις ή τι θα φορέσεις. Σκέψου όμως και ξανασκέψου την ψυχή σου που θα παρουσιάσεις ενώπιον του Θεού, του Δημιουργού και Κυρίου σου. Σκέψου περισσότερο τη βασιλεία του Θεού, γιατί αυτή αποτελεί την τροφή της ψυχής σου (βλ. Ματθ. στ’ 31-33).
Ο Κύριος τέλειωσε την παραβολή με τα εξής λόγια: «Ούτως ο θησαυρίζων εαυτώ, και μη εις Θεόν πλουτών» (Λουκ. ιβ' 21). Τί θα πάθει ο πλούσιος; Θ’ αποχωριστεί ξαφνικά τα πλούτη του, όπως κι η ψυχή του θα χωριστεί από το σώμα του. Τα πλούτη του θα δοθούν σε άλλους, το σώμα του θα παραδοθεί στη γη κι η ψυχή του θα οδηγηθεί σε τόπο σκοτεινό, όπου «ο βρυγμός και ο τρυγμός των οδόντων». Ούτε ένα καλό έργο δε θα βρεθεί για να τον υποδεχτεί στη βασιλεία των ουρανών, να βρει η ψυχή του κάποιον τόπο εκεί. Το όνομά του δε θα βρεθεί γραμμένο στο Βιβλίο της Ζωής. Δε θα τον γνωρίσουν και δε θα βρεθεί ανάμεσα στους ευλογημένους του Πατρός. Την ανταπόδοσή του την έλαβε ολόκληρη στη γη, τ’ αρίφνητα ουράνια πλούτη του Θεού δε θ’ αποκαλυφτούν στο πνεύμα του.
Πόσο φοβερός είναι ο ξαφνικός θάνατος! Όταν ο άνθρωπος νομίζει πως είναι σταθερά εγκατεστημένος, πως πατάει γερά στη γη, η ίδια γη ανοίγει ξαφνικά και τον καταπίνει, όπως κατάπιε τον Δαθάν και τον Αβειρών (βλ. Αριθ. ιστ’ 32). Όταν κάποιος αγνοεί το Θεό κι επιδιώκει για πολλά χρόνια αποκλειστικά την ευωχία, πέφτει φωτιά από τον ουρανό και τον κατακαίει, όπως τα Σόδομα και τα Γόμορα (βλ. Γέν. ιθ' 24). Όταν ο άνθρωπος πιστεύει πως έχει εξασφαλίσει τη θέση του και τά ‘χει καλά τόσο με το Θεό όσο και με τον συνάνθρωπό του, θα πεθάνει ξαφνικά, όπως ο Ανανίας και η Σαπφείρα (βλ. Πράξ. ε’ 5, 10).

***

O αμαρτωλός δημιουργεί διπλή απώλεια με τον ξαφνικό του θάνατο: πρώτα στον εαυτό του κι έπειτα στην οικογένειά του. Στον εαυτό του επειδή πεθαίνει αμετανόητος. Στην οικογένειά του επειδή αιφνιδιάζει τους συγγενείς του μ’ ένα αναπάντεχο χτύπημα κι αφήνει πίσω του εκκρεμότητες. Μακάριος είναι εκείνος που προτού πεθάνει δοκιμάζεται από κάποια αρρώστια, από τον πόνο. Σ’ αυτόν δίνεται η ευκαιρία να κάνει μία ανασκόπηση της ζωής του, να εξετάσει τις αμαρτίες του, να μετανοήσει για όλα τα κακά που έχει κάνει, για όλα τα καλά που δεν έκανε, να θρηνήσει με μετάνοια ενώπιον του Θεού, να καθαρίσει την ψυχή του με δάκρυα και να ζητήσει συχώρεση από το Θεό. Θά ‘χει την ευκαιρία να συγχωρέσει κι αυτός εκείνους που τον πρόσβαλαν, που τον έβλαψαν στη ζωή του, να χαιρετήσει όλους τους φίλους ή εχθρούς του, να θυμήσει στα παιδιά του το φόβο του Θεού, νά ‘χουν στο νου την ώρα του δικού τους θανάτου και να οπλίσουν την ψυχή τους με πίστη, προσευχή και καλά έργα.
Ας δούμε στην Παλαιά Διαθήκη πως πέθαναν οι άνθρωποι που ευαρέστησαν στο Θεό: ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ, ο Ιωσήφ, ο Μωυσής κι ο Δαβίδ. Προτού πεθάνουν, όλοι τους είχαν αρρωστήσει. Όσο κράτησε η αρρώστια τους, το όνομα του Θεού δεν έλειπε από τα χείλη τους. Άφησαν όλοι καλή κληρονομιά στους απογόνους τους και τους ευλόγησαν. Αυτός είναι θάνατος δίκαιου ανθρώπου.
Ίσως διερωτηθείς: Μα δεν πέθαναν πολλοί από τους δίκαιους στη μάχη, απροετοίμαστοι; Όχι! Οι δίκαιοι ποτέ δεν πεθαίνουν απροετοίμαστοι! Προετοιμάζονται πάντα για το θάνατό τους, περιμένουν από μέρα σε μέρα την αναχώρησή τους απ’ αυτή τη ζωή. Η καρδιά τους βρίσκεται σε διαρκή μετάνοια, εξομολογούνται στο Θεό και τον δοξολογούν. Οι δίκαιοι το κάνουν αυτό σε καιρούς ειρήνης και ευμάρειας. Το κάνουν όμως πολύ περισσότερο σε περιόδους πολέμου, βίας και ταραχών. Η ζωή τους ολόκληρη είναι μια διαρκής προετοιμασία για το θάνατο κι έτσι δεν πεθαίνουν ποτέ απροετοίμαστοι.
Προετοιμασία για το θάνατο σημαίνει επίσης το «να πλουτίζει κανείς εν Χριστώ». Μόνο εκείνοι που πιστεύουν πραγματικά στο Θεό και στη μέλλουσα ζωή προετοιμάζονται για το θάνατο, για την αιώνια ζωή. Οι άπιστοι δεν προετοιμάζονται ποτέ για το θάνατο. Το μόνο που φροντίζουν, είναι να ζήσουν όσο γίνεται περισσότερο στη γη. Φοβούνται ακόμα και να σκεφτούν το θάνατο και κάνουν ελάχιστη προσπάθεια για «να πλουτίσουν εν Χριστώ». Όποιος προετοιμάζεται για το θάνατο, προετοιμάζεται και για την αιώνια ζωή. Τη φύση της προετοιμασίας αυτής για την αιώνια ζωή, τη γνωρίζει κάθε χριστιανός.
Ο συνετός άνθρωπος δοκιμάζει κάθε μέρα την πίστη του στο Θεό, προφυλάσσει την καρδιά του από την απιστία, την αμφιβολία και την κακία, όπως ο συνετός αγρότης προφυλάσσει το αμπέλι του από τα έντομα και τις ακρίδες. Ο συνετός άνθρωπος δοκιμάζει καθημερινά τον εαυτό του αν τηρεί τις εντολές του Θεού με πράξεις συγγνώμης, αγάπης και ελεημοσύνης. Μ’ αυτόν τον τρόπο «πλουτίζει εν Χριστώ». Ο συνετός άνθρωπος δεν αποθηκεύει τα αγαθά του σε αποθήκες, αλλά τα εμπιστεύεται στη φύλαξη του Θεού. Το πιο πολύτιμο πράγμα γι’ αυτόν είναι η ψυχή του. Είναι ο μεγαλύτερος θησαυρός του, το μόνο που δε φθείρεται και δεν πεθαίνει. Ο συνετός άνθρωπος ρυθμίζει τα θέματά του με τον κόσμο ισορροπημένα, καθημερινά. Είναι έτοιμος κάθε στιγμή να πεθάνει με σταθερή την πίστη πως θα παρουσιαστεί ενώπιον του Θεού και κει τον περιμένει ζωή αιώνια. Ο όσιος Αντώνιος έλεγε: «Να σκέφτεσαι μέσα σου και να λες: “Σήμερα είναι η τελευταία μέρα της ζωής μου”. Έτσι δε θ’ αμαρτήσεις ποτέ στο Θεό».
Δεν υπάρχει πιο ανόητο πράγμα από το να πεις: «Καλύτερα να πεθάνω ξαφνικά, να μη νιώσω το θάνατό μου!». Έτσι μιλάνε οι ελαφρόμυαλοι κι οι άθεοι. Ο συνετός κι αφοσιωμένος πιστός λέει: «Γενηθήτω το θέλημα του Θεού!» Καλύτερα να μείνεις χρόνια στο κρεβάτι με αρρώστιες και πόνους, παρά να πεθάνεις απροετοίμαστος κι αμετανόητος. Οι πόνοι σ’ αυτόν τον κόσμο περνούν γρήγορα, όπως κι οι χαρές. Στον άλλο κόσμο όμως δεν υπάρχει τίποτα εφήμερο και παροδικό. Όλα είναι αιώνια, είτε βάσανα είτε χαρά. Γι’ αυτό είναι καλύτερα να υποφέρεις λίγο εδώ παρά εκεί, όπου το μέτρο τόσο του πόνου όσο και της χαράς είναι ασύγκριτα μεγαλύτερο.
Γενηθήτω το θέλημα του Θεού! Προσευχόμαστε στον παντεπόπτη Θεό μας να μη μας στείλει ξαφνικό θάνατο, ενώ βρισκόμαστε μέσα στην αμαρτία, στις κακές μας πράξεις, αλλά να μας λυπηθεί, όπως λυπήθηκε το βασιλιά Εζεκία (βλ. Ησ. λη' 1-5) και να μας δώσει χρόνο μετάνοιας. Να μας ελεήσει και να μας δώσει κάποια ένδειξη ότι ο θάνατος είναι κοντά, ώστε να βιαστούμε να ζήσουμε κάπως καλύτερα και να γλιτώσουμε την ψυχή μας από το «αιώνιο πυρ». Έτσι τα ονόματά μας θα γραφτούν στη Βίβλο της Ζωής και τα πρόσωπά μας θα είναι ορατά στη βασιλεία του Χριστού, του Θεού μας.
Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, στον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Γ’ – ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤ’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2014)

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2014/11/blog-post_64.html#ixzz4yniSxzLD

8/7 Κυριακή ΣΤ΄Ματθαίου [Ι.Μ.Μεσογαίας]

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. θ΄ 1-8)
8 Ἰ­ου­λίου 2018

Τὸ θαῦμα τῆς θε­ρα­πείας τοῦ πα­ρα­λυ­τι­κοῦ τῆς Καρ­πε­να­ούμ ἔγινε ἀ­φορμὴ νὰ ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ γιὰ μιὰ ἀ­κόμα φορὰ ἡ θεία δύ­ναμη καὶ ἐ­ξου­σία τοῦ Χρι­στοῦ. Νὰ πι­στο­ποι­η­θεῖ ἡ ἀ­λή­θεια καὶ ἡ αὐ­θεντικό­τητα τοῦ λόγου Του. Νὰ δη­λω­θεῖ, κατὰ τὸν σα­φέ­στερο τρόπο, ἡ νίκη τοῦ Θεοῦ πάνω στὴ δύ­ναμη τοῦ δι­α­βό­λου καὶ τῆς ἁ­μαρ­τίας.

Τὰ θαύ­ματα ἐ­νι­σχύ­ουν τὴν πί­στη τῶν ἁ­πλῶν καὶ τα­πει­νῶν ἀν­θρώ­πων στὴν καρ­διὰ ποὺ δέ­χον­ται γιὰ Σω­τῆρα καὶ Κύ­ριό τους τὸν Χρι­στό. Ἡ δοξο­λο­γία τοῦ Θεοῦ εἶ­ναι τὸ φυ­σικὸ ἐ­πα­κό­λουθο κάθε θαύ­μα­τος.

Στὸ ση­με­ρινὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο, ὅ­μως, βλέ­πουμε τοὺς γραμ­μα­τεῖς καὶ τοὺς φα­ρι­σαί­ους νὰ στε­νο­χω­ροῦν­ται καὶ νὰ ἐκ­φρά­ζον­ται ἀρ­νη­τικὰ γιὰ τὸ θαῦμα ποὺ ζοῦν, λέ­γον­τες «Οὗ­τος βλα­σφη­μεῖ», ὅ­ταν ὁ Κύ­ριος θε­ρα­πεύει πρῶτα τὴν ψυχὴ τοῦ πα­ρα­λυ­τι­κοῦ μὲ τὴ φράση «θάρ­σει τέ­κνον˙ ἀ­φέ­ων­ταί σοι αἱ ἁ­μαρ­τίαι σου». Καὶ ὁ Κύ­ριος ὡς παν­το­γνώ­στης δι­α­βά­ζει τὶς καρ­διὲς καὶ τὶς σκέ­ψεις τους, καὶ ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας ὅτι «ἐ­ξου­σίαν ἔ­χει ὁ υἱὸς τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­φι­έ­ναι ἁ­μαρ­τίας», λέ­γει στὸν πα­ρα­λυ­τικὸ «Ἐ­γερ­θεὶς ἆ­ρον σου τὴν κλί­νην καὶ ὕ­παγε εἰς τὸν οἶ­κόν σου». Ἔτσι ἔ­γινε ἔμ­πρα­κτα φα­νερὸ ὅτι ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι παν­το­δύ­να­μος καὶ παν­το­γνώ­στης, γε­μᾶ­τος ἀ­γάπη γιὰ τὰ πλά­σματά Του.

Τί ση­μαί­νει ὅ­μως γιὰ τὸν κα­θένα μας τὸ γε­γο­νὸς ὅτι ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι παν­το­γνώ­στης καὶ γνω­ρί­ζει κάθε λε­πτο­μέ­ρεια τῆς ζωῆς μας;

Μὲ τὴ σκέψη ὅτι ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι παν­το­γνώ­στης πα­ρη­γο­ρούμεθα. Εἶναι ἀ­πο­τε­λε­σμα­τικὸ νὰ ξέ­ρουμε ὅτι ὁ Κύ­ριος εἶ­ναι δί­πλα μας, γιὰ νὰ μᾶς ἐνι­σχύει, νὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὶς δυ­σκο­λίες μας καὶ νὰ ἐ­πεμ­βαί­νει, ὅ­ταν τὸ ἀπαι­τεῖ τὸ πνευ­μα­τικό μας συμ­φέ­ρον. Τὴν πρα­γμα­τι­κό­τητα αὐτὴ τὴν κα­τα­λα­βαί­νουμε σὲ στι­γμὲς πνευ­μα­τι­κῆς πλη­ρό­τη­τας, ποὺ ἡ χάρη Του δι­α­πο­τί­ζει τὴν καρ­διά μας. Ἀλλὰ καὶ ὅ­ταν περ­νοῦμε κά­ποια δο­κι­μα­σία, ποὺ κάθε ἀν­θρώ­πινη βο­ή­θεια εἶ­ναι ἀ­νί­σχυρη, βρί­σκουμε κα­τα­φύ­γιο «εἰς τὸν μό­νον δυ­νά­με­νον σώ­ζειν».

Ἡ βε­βαι­ό­τητα ὅτι εἶ­ναι Παν­το­γνώ­στης μᾶς βο­ηθεῖ ἐ­πί­σης νὰ σκε­φθοῦμε ὀρθά, ἐ­πειδὴ ὁ ἐ­χθρός μας δι­ά­βο­λος προ­σπα­θεῖ νὰ μᾶς πεί­σει ὅτι κα­νεὶς δὲν μᾶς βλέ­πει καὶ κα­νεὶς δὲν θὰ μά­θει ποτὲ τὸ κακὸ ποὺ κά­νουμε.

Τέ­λος, ἡ βε­βαι­ό­τητα ὅτι ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι Παν­το­γνώ­στης, πα­ρη­γο­ρεῖ τὸν ἀ­γῶνα μας, ὅ­πως φαί­νε­ται καὶ στὴν πε­ρί­πτωση τοῦ πα­ρα­λυ­τι­κοῦ τῆς ση­με­ρι­νῆς Εὐ­αγ­γε­λι­κῆς πε­ρι­κο­πῆς, στὸν ὁ­ποῖον ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος ὁ Χρι­στὸς εἶπε «Θάρ­σει τέ­κνον», ἐ­νι­σχύ­ον­τας ἔτσι τὶς δυ­νά­μεις του καὶ κάθε ἄν­θρωπο, ποὺ σή­μερα πε­ρισ­σό­τερο ἀπὸ ποτὲ ἔ­χει ἀ­νάγκη ἀπὸ ἐλ­πίδα καὶ ψυ­χικὴ στή­ριξη.

Ἀ­δελ­φοί μου, ὅ­λοι ἔ­χουμε ἀ­νάγκη τὴν σῴ­ζουσα καὶ ζων­τανὴ πί­στη, ἡ ὁ­ποία, ὅ­ταν ὑ­πη­ρε­τεῖ τὸν πλη­γω­μένο ἄν­θρωπο, βε­βαι­ώ­νει μὲ τὸν πιὸ χει­ρο­πι­α­στὸ τρόπο ὅτι ἡ παν­το­δυ­να­μία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶ­ναι ὑ­πό­θεση τοῦ μυ­α­λοῦ μας ἀλλὰ τῆς καρ­διᾶς μας.

Αὐτό, βέ­βαια, δὲν ση­μαί­νει ἕ­να πρό­χειρο συ­ναι­σθη­μα­τι­σμὸ ποὺ ἀφορᾶ ἐ­πι­φα­νει­ακὰ θρη­σκευ­ό­με­νους ἀν­θρώ­πους, ἀλλὰ εἶ­ναι τὸ βα­θύ­τερο γνώ­ρι­σμα τῶν ἀ­γω­νι­στῶν ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὴν οὐ­σία τῆς ὕ­παρ­ξής τους. Αὐ­τοὶ εἶ­ναι οἱ νι­κη­τὲς τῆς πα­ρού­σας ζωῆς καὶ οἱ κλη­ρο­νό­μοι τῆς αἰ­ώ­νιας πρα­γμα­τι­κό­τη­τας.

www.imml.gr

Σελίδα 1 από 9