HeadShort.png

17/9 Η Αγία Σοφία και οι Θυγατέρες της Πίστις, Έλπίς και Αγάπη

Το Συναξάρι των τεσσάρων αγίων

 

Μεταξύ των αρχαιότερων μαρτύρων της χριστιανικής πίστεως συγκαταλέγονται η αγία Σοφία και οι τρείς θυγατέρες της Πίστις, Έλπίς και Αγάπη, αφού πρόσφεραν την ζωή τους ως «λογική λατρεία» στον Ιησού Χριστό, κατά τα χρόνια που αυτοκράτορας στην Ρώμη ήταν ο Αδριανός

(117-138).

Η αγία ζωή τους και το μαρτυρικό τέλος των τριών θυγατέρων αποτελούσαν επί αιώνες παράδειγμα προς μίμηση των χριστιανών. Η μνήμη τους τιμόταν με ευλάβεια και οι διηγήσεις για την άθλησή τους αποτελούσαν προσφιλές άκουσμα και εποικοδομητικό ανάγνωσμα. Ιδιαίτερα μάλιστα κατά την βυζαντινή περίοδο, όποτε είχαν αναδειχθεί σημαντικοί συναξαριστές και αγιολόγοι. Το υλικό αυτό, διάσπαρτο σε διάφορες συλλογές, το περισυνέλεξε με ζήλο και με κόπο ο άγιος Συμεών (περί το 910-987).

Μεταξύ των έργων του, ο άγιος Συμεών (τιμάται στις 9 Νοεμβρίου), έγραψε και το «Μαρτύριον των αγίων γυναικών Σοφίας και των θυγατέρων αυτής Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης» (περιέχεται στον τόμο 115, στήλες 497-514 της Ελληνικής Πατρολογίας του J. - P.Migne), από το οποίο και αντλούνται όλα τα στοιχεία που παρατίθενται στη συνέχεια του παρόντος.

 

 

Χήρα με τρείς θυγατέρες στη Ρώμη


Στα χρόνια που βασίλευε στην κοσμοκράτειρα Ρώμη ο Αδριανός, σε μια πόλη της Ιταλίας (οι παλαιότερες πηγές αναφέρουν ότι αυτή βρισκόταν κοντά στα Μεδιόλανα, το σημερινό Μιλάνο), ζούσε η ευσεβής και πιστή στον Θεό Σοφία. Καταγόταν από σπουδαία οικογένεια, αλλά σχετικά νωρίς έμεινε χήρα με τρείς θυγατέρες. Για λόγους που δεν είναι γνωστοί, αργότερα η Σοφία πήρε τις τρείς κόρες της και πήγε στη Ρώμη, όπου συνέχισαν την ενάρετη ζωή τους. Ο συναξαριστής σημειώνει ότι οι θυγατέρες της ήταν και οι τρείς πολύ όμορφες αλλά και με άριστη αγωγή. Άλλωστε η μητέρα τους δεν είχε μόνο το όνομα Σοφία. Διέθετε και την όντως σοφία, που πηγάζει από τον Θεό, γιατί και έχει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της αγνότητας, της ειρήνης, της επιείκειας, της υπακοής, της ευσπλαχνίας και των καλών έργων.

Έτσι, δεν επέλεξε συμπτωματικά και τα ονόματα των τριών θυγατέρων της, αφού τους έδωσε τα ονόματα που συνοψίζουν τις τρείς βασικές αρετές του χριστιανού, τις οποίες επισημαίνει ο απόστολος Παύλος στον «ύμνο της αγάπης» (Α΄ Κορ. 13,13): νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη. Και τόσο με το παράδειγμα της όσο και με την ανατροφή που τους έδωσε, οι τρείς θυγατέρες της επιβεβαίωναν στην πράξη ότι όντως βίωναν και την πίστη και την ελπίδα και την αγάπη. Ήταν αντάξια προς τη ρίζα και τον κορμό κλαδιά!

Στη Ρώμη όπου ζούσαν πλέον μητέρα και κόρες, ο αυτοκράτορας Αδριανός, αν και διακρινόταν για τη μεγάλη μόρφωση του, για το πολιτιστικό του έργο και άλλα –σε αντίθεση με έτερους προκατόχους του πολλοί από τους οποίους ήταν αγροίκοι-, εντούτοις δεν έδειξε την απαιτούμενη προσπάθεια και ευελιξία για να κατανοήσει το πνεύμα και την ανωτερότητα της νέας χριστιανικής πίστεως, που κήρυξε ο Ιησούς Χριστός και οι απόστολοι του. Μένοντας προσκολλημένος στην ειδωλολατρία, κήρυξε το έτος 126 μ.Χ. διωγμό κατά των χριστιανών, τους οποίους άλλοτε με βασανιστήρια και άλλοτε με υποσχέσεις ή απειλές, προσπαθούσε να πείσει να αρνηθούν την πίστη τους και να θυσιάσουν στους ειδωλολατρικούς θεούς.

 

Συλλαμβάνονται και οδηγούνται στον αυτοκράτορα

 

Δεν άργησε να γίνει γνωστή στην Ρώμη η άφιξη της Σοφίας και των θυγατέρων της, όχι μόνο γιατί ήταν από σπουδαία οικογένεια, αλλά κυρίως από το γεγονός ότι μια χήρα γυναίκα με τρείς ωραιότατες κόρες ζούσαν με σύνεση και αρετή, σε μια κοινωνία κατά βάση έκφυλη και αμαρτωλή. Και ο αρχέκακος διάβολος που οθονεί και πολεμά την σωφροσύνη, την αγνότητα και την αφοσίωση στον Θεό, μηχανεύτηκε ένα τρόπο για να θέσει σε δοκιμασία τις τέσσερις αυτές ψυχές. Και πως ενήργησε;

Υποκίνησε τον Αντίοχο, που ήταν διοικητής της Ρώμης, να ενημερώσει τον αυτοκράτορα Αδριανό, «με δόλια γλώσσα και λόγια μίσους», ότι οι τέσσερις αυτές ψυχές πιστεύουν στον Θεό των χριστιανών και περιφρονούν τους δικούς τους θεούς.

Ο αυτοκράτορας εξοργίστηκε. Και έδωσε αμέσως εντολή στον επικεφαλής των σωματοφυλάκων του να σπεύσουν να συλλάβουν τη Σοφία και τις τρείς θυγατέρες της, προκειμένου να τις οδηγήσουν ενώπιόν του. Η εντολή εκτελέστηκε χωρίς καθυστέρηση. Καθώς δε οι σωματοφύλακες εμφανίστηκαν για να τις συλλάβουν, μητέρα και κόρες, ενωμένες πνευματικά και αποφασισμένες για να δώσουν ομολογία πίστεως «παντί τω αιτούντι», καθώς οδηγήθηκαν στο βήμα του ηγεμόνα, νοερά ζήτησαν την ενίσχυση του Χριστού, που είχε διαβεβαιώσει τους μαθητές και αποστόλους του, αλλά και κάθε χριστιανό: Να μη φοβηθείτε αυτούς που θανατώνουν το σώμα, δεν μπορούν όμως να θανατώσουν την ψυχή· και όταν σας οδηγήσουν σε ηγεμόνες και βασιλείς, θα σας φωτίσει ο Θεός για το τι θα πείτε.(Ματθ. 10, 18. 19. 28). Κάνοντας μάλιστα το σημείο του σταυρού πήραν δύναμη απομακρύνοντας κάθε ίχνος φόβου, αν και βρίσκονταν μπροστά στο φοβερό και αγέρωχο δικαστή, στον οποίο τις είχε παραπέμψει ο Αδριανός. Εκείνος καθώς τις αντίκρισε έτσι ευγενικές, όμορφες και με παρρησία να στέκονται μπροστά του και να ακτινοβολούν από ουράνια γλυκύτητα και σεμνότητα, δεν θέλησε να αρχίσει την εξέταση τους αμέσως. Επηρεάστηκε τόσο που για λίγα λεπτά της ώρας έμεινε να τις θαυμάζει.

 

Ομολογία πίστεως και μητρικές παραινέσεις

 

Στη συνέχεια, διέταξε να απομακρύνουν τις τρείς θυγατέρες από τη μητέρα τους και να τις φυλάνε σε άλλο μέρος, απευθυνόμενος σ’ αυτήν της είπε: Κυρία μου, είναι πολύ σοβαρό παράπτωμα να αρνηθείς τα πατροπαράδοτα έθη και τους σεβάσμιους θεούς μας. Γιατί προξένησες στη Ρώμη διχόνοια και ταραχή, διαδίδοντας ότι οι θεοί μας δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα και ότι είναι απλά ονόματα χωρίς περιεχόμενο; Πές μου, από πού κατάγεσαι, ποιο είναι το γένος σου, το όνομα σου και σε τι πιστεύεις!

Η αγία μητέρα απάντησε με παρρησία: Το πρώτο και εξαιρετικά πολύτιμο όνομά μου είναι αυτό που προέρχεται από το Χριστό, το όνομα «χριστιανή». Οι γονείς μου με ονόμασαν Σοφία. Ως προς το γένος μου; Ανήκω σε γενιά που κατείχε τα ανώτατα αξιώματα στην Ιταλία, που είναι και η επίγεια πατρίδα μου. Από όλα όμως αυτά υπερηφανεύομαι με σεμνότητα περισσότερο για την ιδιότητα της χριστιανής, γιατί φανερώνει ότι ανήκω στο Χριστό, στον οποίο με αφιέρωσαν μόλις γεννήθηκα οι γονείς μου, ενώ κι εγώ σ’ αυτόν έχω αφιερώσει τις τρείς θυγατέρες μου. Επιθυμούμε μάλιστα, μέσα στην ίδια τη Ρώμη, μένοντας ακλόνητες στην πίστης μας στο Θεό, να μεταβούμε «εκ του θανάτου εις την ζωήν» και να κληρονομήσουμε στον ουρανό τα αγαθά που μας ετοίμασε εκείνος.

Αφού τελείωσε η πρώτη αυτή εξέταση, προκειμένου να σκεφθεί το επόμενο βήμα του, ο δικαστής παρέδωσε τις τρείς θυγατέρες στη συγκλητική Παλλαδία για να τις κρατήσει στο σπίτι της, ώστε μετά από τρείς ημέρες να οδηγηθούν ενώπιόν του για να τις ανακρίνει. Έτσι η μητέρα τους Σοφία βρήκε την ευκαιρία και τον χρόνο να απευθύνει στις κόρες της τις απαραίτητες παραινέσεις, λέγοντας τα εξής:

«Εγώ, παιδιά μου αγαπημένα, ως μητέρα που σας έφερα στον κόσμο, σας ανέθρεψα εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Επειδή λοιπόν οι περιστάσεις σας καλούν σε πνευματικούς αγώνες, δείξτε ποιά από σας είναι ο άξιος καρπός των λόγων μου. Τη δε αρετή, στην οποία εδώ και χρόνια έχετε ασκηθεί, ας μη την καταβάλει το κακό που προσωρινά θα εκδηλωθεί εναντίον σας. Ούτε η αδύναμη πλάνη να υπερισχύσει της χριστιανικής αλήθειας, που είναι από καθετί πιο ισχυρή. Δεν σας κρύβω, βέβαια, ότι η νεαρή ηλικία σας μου προκαλεί μικρό φόβο. Γι’ αυτό δείξτε προσοχή και μη δειλιάσετε μπροστά στην απειλή, αφού ακατάβλητη δύναμή σας θα έχετε τη συμμαχία του Χριστού μας. Κάνετε ώστε με τον αγώνα σας να σκιρτήσουν από χαρά τα γηρατειά μου. Κρατήστε ανυποχώρητη την ομολογία της πίστεως σας στον Κύριο, για να σας στεφανώσει με τα ίδια τα χέρια του. Και τότε θα είστε για πάντα μαζί του, θα απολαμβάνετε την άφθαρτη και αιώνια χαρά και θα είστε μαζί με τους αγγέλους και όλους τους αγίους του. Άλλωστε, γνώρισμα των συνετών είναι να θυσιάζουν τα μικρά για τα μεγάλα, τα ασταθή για τα διαρκή, τα πρόσκαιρα για τα αιώνια. Διότι το πιο πολύτιμο πράγμα είναι το να εξαγοράσει ο άνθρωπος με το αίμα του μαρτυρίου του, που θα χύσει υπέρ του Χριστού, την ουράνια βασιλεία του».

 

 

Ο δικαστής κολακεύει, υπόσχεται και απειλεί

 

Ενώ μ’ αυτά τα λόγια ενίσχυε τις τρείς θυγατέρες της η μητέρα τους Σοφία, οι αντάξιες κόρες έτσι της απάντησαν: «Εσύ, σεβαστή μας μητέρα, να μας στηρίζεις με τις παραινέσεις σου, που τις θεωρούμε αγαθό φυλαχτό. Αλλά και ο Κύριός μας, που μας παρότρυνε να μη μεριμνήσουμε πως ή τι θα πούμε όταν μας οδηγήσουν ενώπιον ηγεμόνων και βασιλέων (πρβλ. Μ. 10, 18-19), εκείνος, όντας αξιόπιστος, δεν θα διαψευσθεί. Και ως παντοδύναμος που είναι θα τηρήσει την υπόσχεσή του και θα μας χαρίσει σοφία, με την οποία θα μπορέσουμε να νικήσουμε τη σοφία των ειδωλολατρών που είναι ανόητη».

Ύστερα λοιπόν από τρείς ημέρες, πήραν οι σωματοφύλακες τις αγνές κόρες από το σπίτι της συγκλητικής Παλλαδίας και τις έφεραν ενώπιον του δικαστή για εξέταση. Αυτός, έχοντας αρκετή εμπειρία αλλά και πανουργία, σκέφθηκε να αλλάξει το φρόνημα και την πίστη τους με κολακείες, ελπίζοντας πως κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δύσκολο, λόγω του νεαρού της ηλικίας τους. Έτσι απευθύνθηκε προς αυτές με τούτα τα λόγια:

«Βλέποντας, παιδιά μου την ομορφιά σας και τη γλυκύτητα της μορφής σας, νομίζω πως δεν γεννηθήκατε από ανθρώπους αλλά από κάποιους θεούς, για να σας θαυμάζουν όσοι σας βλέπουν. Γι’ αυτό κι εγώ, αγαπητές μου νέες, δείχνοντας και πατρική στοργή προς εσάς, παρακαλώ πολύ να μη θελήσετε να παρακούσετε σε μένα, που σαν πατέρας σας αγαπά. Άλλωστε, σκεφθείτε πρώτα τη μητέρα σας που στη γεροντική ηλικία της θα μαστιγωθεί, αν εσείς δεν πεισθείτε στα λόγια μου. Έπειτα σκεφθείτε τη δική σας νεαρή ηλικία. Είστε στο άνθος της ομορφιάς σας, την οποία μπορεί να θαυμάζω όπως κάθε άνθρωπος που σας βλέπει, δεν θα διστάσω όμως και να τη βλάψω –παρόλο που δεν θα το θελα- αν με λυπήσετε με την παρακοή σας και με εξοργίσετε. Και τότε θα χαθείτε με κακό και επώδυνο τρόπο. Ας μη οδηγηθούμε εκεί. Εσείς πρέπει να χαίρεστε, να είστε ευτυχισμένες, να απολαμβάνετε πλούτο, δόξα, βασιλική εύνοια και να ζείτε μες στα καλά του καιρού και της

ηλικίας σας».

Κι ενώ αυτά τα κολακευτικά και συνάμα απειλητικά λόγια έλεγε ο δικαστής, οι τρείς θυγατέρες της Σοφίας, η Πίστις, η Ελπίς, και η Αγάπη, έτσι του απάντησαν με παρρησία:

«Εμείς ούτε στις υποσχέσεις σου υποχωρούμε, ούτε τις απειλές για τα βασανιστήρια υπολογίζουμε, γιατί όλα τα γήινα τα περιφρονήσαμε και τα μόνα που επιθυμούμε είναι τα αιώνια αγαθά και ο ουράνιος νυμφίος μας Χριστός. Απειλείς να βασανίσεις τη μητέρα μας για να μας εκφοβίσεις, λόγω της φυσικής συμπάθειας μεταξύ μας, αλλά λησμονείς ή δεν γνωρίζεις ότι μ’ αυτό τον τρόπο φέρνεις εκείνη και εμάς πιο κοντά στα ουράνια αγαθά. Άλλωστε, υπάρχει κάτι πιο γλυκό και τέλειο για τους χριστιανούς από το να υφίστανται μαρτύρια για το όνομα του Χριστού; Ακόμα κι αν δεν ελπίζαμε σε ουράνια ανταπόδοση, και μόνο το να μαρτυρούσαμε για τον Κύριο μας και Πλάστη αποτελεί μεγάλη δόξα. Όταν μάλιστα μας περιμένει ουράνια βασιλεία και αιώνια αγαθά, το να προσπαθείς να μας πείσεις με υποσχέσεις για πρόσκαιρα αγαθά είναι ανόητο και ματαιοπονείς. Επομένως ούτε με κολακείες θα μας παρασύρεις, ούτε με απειλές βασανιστηρίων θα μας κάνεις να αρνηθούμε την πίστη μας στο Χριστό».

Και συνεχίζοντας οι τρείς θυγατέρες της αγίας Σοφίας είπαν στον δικαστή: «Σε πληροφορούμε πως αν τυχόν λυπηθείς το κάλος της νεότητας μας, που όπως είπες θεωρείς κάτι το εξαιρετικά σπουδαίο, και δεν μας υποβάλεις σε σκληρά βασανιστήρια, θα μας στεναχωρήσεις περισσότερο. Γιατί στην περίπτωση αυτή θα μας βλάψεις πραγματικά, αφού θα γίνεις αιτία να στερηθούμε την ανταπόδοση των μεγάλων και άφθαρτων αγαθών».

Η γενναιόφρονη στάση των τριών νεανίδων εξέπληξε τον δικαστή. Έτσι αποφάσισε να τις χωρίσει και να εξετάσει την κάθε μία ιδιαίτερα, ελπίζοντας να τις αποδυναμώσει και να επιτύχει στο σκοπό του. Στην αρχή φώναξε τη μητέρα τους Σοφία και τη ρώτησε για το όνομα και την ηλικία των θυγατέρων της. Εκείνη απάντησε πως η πρώτη ονομάζεται Πίστις και είναι δώδεκα χρονών, η δεύτερη Ελπίς και είναι δέκα και η Τρίτη Αγάπη και είναι εννέα χρονών.

 

 

Βασανίζεται και τελειούται η Πίστις

 

Αφού ο δικαστής έμαθε τα παραπάνω, άφησε την αγία Σοφία να βγει από την αίθουσα και πρόσταξε να οδηγηθεί μπροστά του η μεγαλύτερη από τις τρείς, η Πίστις. Οργισμένος της είπε: «Θυσίασε νεαρή μου, στη θεά Άρτεμη, όπως εδώ και πολλά χρόνια κάνουμε όλοι μας». Με έκπληξη του όμως διαπίστωσε ότι η εντολή του έπεσε στο κενό. Όχι μόνο δεν έδειξε την παραμικρή διάθεση να θυσιάσει η Πίστις, αλλά γεμάτη θάρρος που μόνον η συνειδητή πίστη στο Χριστό δίνει, είπε στο δικαστή τα επόμενα:

«Πόσο ανήκουστη είναι η πώρωση σας! Φτάνει μέχρι τα βάθη της ψυχή σας. Αν και είστε πνευματικά τυφλοί, θέλετε να είστε οδηγοί και των άλλων, τους οποίους αναγκάζετε να ακολουθούν το δρόμο που σας οδηγεί στην απώλεια. Ποιος όμως συνετός άνθρωπος θα μπορούσε να αρνηθεί τον αληθινό Θεό που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και όσα υπάρχουν στο σύμπαν, για να θυσιάσει σε θεούς κατασκευασμένους από χέρια ανθρώπων; Πως θα μπορούσε ένας μυαλωμένος άνθρωπος να λατρέψει θεούς χωρίς αισθήσεις που είναι μάλιστα ανύπαρκτοι και ψεύτικοι; Δεν θα ήταν κάτι παρόμοιο φοβερός παραλογισμός; Δεν θα φανέρωνε παραφροσύνη και αυτών που το προστάζουν και εκείνων που συμμορφώνονται σ’ αυτό; Κάνε λοιπόν αυτό που θέλεις. Διάταξε όποια βασανιστήρια επιθυμείς. Διότι είναι προτιμότερο να πάθω τα πάντα, παρά να πεισθώ να πράξω αυτό που θέλεις εσύ».

Η λογική και πειστική ομολογία της Πίστεως δεν συγκίνησε το δικαστή. Αντίθετα τον εξόργισε περισσότερο, αφού ήταν πωρωμένος με τη θρησκεία των ειδώλων. Έτσι πρόσταξε να αρχίσουν τα βασανιστήρια. Με πρώτο αυτό του ραβδισμού. Της αφήρεσαν την εσθήτα, της έδεσαν πισθάγκωνα τα χέρια και οι δήμιοι την έδειραν με χοντρές ράβδους. Άλλ’ ώ του θαύματος. Η τρυφερή δωδεκάχρονη μάρτυς του Χριστού φαινόταν όχι ραβδιζόμενη, αλλά έδειχνε σα να ραίνεται με ρόδα, ενώ στο σώμα της δεν υπήρχε ίχνος μωλωπισμού! Πράγμα που δεν συνέτισε το σκληρό δικαστή. Αντίθετα ερεθίστηκε περισσότερο και αγριεμένος διέταξε τους δήμιους να προχωρήσουν σε ωμότερες πράξεις· να αποκόψουν τους μόλις σχηματιζόμενους μαστούς της Πίστεως. Και τότε συνέβη το πρωτοφανές και εξαίσιο γεγονός: από τις τομές αντί για αίμα έτρεξε σαν από βρύση γάλα! Ούτε αυτό το θαύμα συνέτισε το δικαστή. Ο οποίος έξω φρενών διέταξε τους δήμιους να ξαπλώσουν την καλλίνικη μάρτυρα του Χριστού πάνω σε πυρακτωμένη σχάρα. Όσο όμως εκείνος επινοούσε βασανιστήρια, άλλο τόσο και ο Θεός των χριστιανών προστάτευε την πίστη του δούλη και τη δόξαζε. Έτσι και στην περίπτωση της σχάρας. Ο Κύριος απέβαλε την καυστική ιδιότητα της πυρακτωμένης σχάρας και η μάρτυς του Χριστού διατηρήθηκε τελείως αβλαβής.

Επόμενο μαρτύριο ήταν να τη ρίξουν σε ένα τεράστιο τηγάνι που ήταν πάνω από αναμμένη φωτιά, γεμάτο πίσσα και άσφαλτο. Η Πίστις πρόσταξε να επικαλεστεί την εξ’ ύψους βοήθεια. Και ο «ταχύς εις το ακούσαι» έστειλε αμέσως τη χάρη του: Η φωτιά και η πίσσα που κόχλαζε μεταβλήθηκαν σε δροσιά, η δε μάρτυς έδινε την εντύπωση ότι βρίσκεται σε δροσερό λιβάδι ή σε απαλή χλόη και όχι σε πίσσα και καυτή άσφαλτο. Το γεγονός προκάλεσε το θαυμασμό πολλών παρευρισκόμενων, που δόξαζαν τον Θεό των χριστιανών, όχι όμως και του δικαστή, ο οποίος φανερά εκνευρισμένος και για να προλάβει την προσχώρηση ειδωλολατρών στη χριστιανική πίστη, αποφάσισε τον δια ξίφους θάνατο της αγίας μάρτυρος.

Όταν εξήγγειλε την απόφαση του αυτή, η Πίστις χάρηκε. Και η χαρά της διακρινόταν καθαρά στο πρόσωπο της. Αμέσως δε παρακάλεσε την μεν μητέρα της να προσευχηθεί για να μείνει σταθερή ως το τέλος, τις δε δυο μικρότερες αδερφές της παρότρυνε να μη δειλιάσουν κα χάσουν το βραβείο της άνω κλήσεως. Συγκεκριμένα είπε: «Γνωρίζετε καλά ποιόν ακολουθήσαμε στη ζωή μας και με ποιού τη σφραγίδα σφραγιστήκαμε κατά τη βάπτιση μας. Ας μείνουμε λοιπόν ακλόνητες στην πίστη μας έως τέλους. Ας μη φοβηθούμε και υποχωρήσουμε. Κόρες μιας μητέρας είμαστε. Αυτή μας γέννησε, μας έθρεψε σωματικά και πνευματικά. Το ίδιο φρόνημα και το ίδιο τέλος ας έχουμε και οι τρείς αδερφές. Η πρώτη ας είναι παράδειγμα και για τις άλλες δύο».

Τα λόγια αυτά της Πίστεως γέμισαν θάρρος και δύναμη την Ελπίδα και την Αγάπη, που με τη σειρά τους έδωσαν κουράγιο στην αδερφή τους, ενώ την παρακάλεσαν να προσευχηθεί και για κείνες στο Σωτήρα Χριστό να μείνουν σταθερές και ακλόνητες για να αξιωθούν το στεφάνι της αιώνιας ζωής. Την ίδια στιγμή γενναιόφρονη στάση έδειξε και η μητέρας τους Σοφία. Κατανικώντας το μητρικό φίλτρο, δεν είπε ούτε έπραξε κάτι που να είναι κατώτερο των περιστάσεων. Ένα μόνο κρυφό φόβο είχε μέσα της: Μήπως οι δύο νεότερες κόρε της υπολείπονταν σε σύγκριση με την πρώτη και φαινόταν ότι η ίδια είναι μητέρα μιας μάρτυρος του Χριστού και όχι τριών. Τόση ήταν η αφοσίωση της στον Κύριο και η επιθυμία της να του χαρίσει για πάντα τα σπλάχνα της.

Προπέμποντας λοιπόν τη μεγαλύτερη κόρη στο μαρτύριο, της έλεγε: «Εγώ, παιδί μου, σε γέννησα υποφέροντας τις ωδίνες του τοκετού. Σε έθρεψα και σε έφτασα σ’ αυτή την ηλικία. Τώρα όμως παίρνω την αμοιβή για τους πόνους και τους κόπους μου και μάλιστα πολλαπλάσια. Και παρόλο που κανένα παιδί δεν μπορεί να ανταποδώσει στους γονείς του όσα εκείνοι του πρόσφεραν (και πάνω απ’ όλα την ύπαρξή του), εσύ μου ανταπέδωσες πολύ περισσότερα, αφού με ανέδειξες μητέρα μιας αθλήτριας και μάρτυρος του Χριστού. Πορεύου λοιπόν προς το Σωτήρα μας, τέκνο μου. Πήγαινε, όντας πορφυρωμένη από τα μαρτυρικά αίματα σου. Στάσου ενώπιον του στολισμένη με το κόκκινο χρώμα, που είναι ωραιότερο από κάθε κοκκινάδι και λουλούδι».

Στη συνέχεια η Πίστις, ενισχυμένη και από τα λόγια των αδερφών και της μητέρας της, έσκυψε τον αυχένα και ο δήμιος κατεβάζοντας με δύναμη το ξίφος του, της έκοψε το κεφάλι, ενώ η ψυχή της στεφανωμένη ανήλθε προς το νυμφίο της Χριστό, την κεφαλήν όλων.

 

Η άθληση και το τέλος της Ελπίδος


Το μένος και η καταισχύνη του δικαστή τον ώθησαν στην απόφαση να σκεπάσει την ουσιαστική ήττα του από μία δωδεκάχρονη, με το θάνατο και των δύο νεότερων αδερφών της. Που να ήξερε όμως ότι και από αυτές θα γνώριζε την ήττα και μάλιστα ακόμα πιο οδυνηρή.

Έδωσε λοιπόν εντολή και έφεραν μπροστά του τη δεύτερη, την Ελπίδα. Χωρίς περιστροφές της είπε: «Άκουσε με, νεαρή μου, και πέσε να προσκυνήσεις τη μεγάλη θεά Άρτεμη. Κι αφού το κάνεις αυτό, φύγε ελεύθερη και χαρούμενη». Η Ελπίς όμως δεν δίστασε να του απαντήσει: « Καθώς πίστεψες πως είμαι αδερφή της προηγούμενης, έτσι να πιστέψεις και στην απόφαση μου να δείξω και στην πράξη πως είμαι όντως αδερφή της. Και θέλω να ξέρεις ότι τίποτα απολύτως, ευχάριστο ή δυσάρεστο, δεν θα με κάνει να αλλάξω γνώμη, ούτε την πίστη μου στο Χριστό και Θεό μου».

Έχοντας ήδη την πείρα από τη μεγαλύτερη αδερφή της, ο δικαστής θεώρησε μάταιο να προσπαθήσει με υποσχέσεις ή απειλές να πείσει την Ελπίδα ν’ απαρνηθεί την πίστη της. Έδωσε εντολή ν’ αρχίσουν τα βασανιστήρια. Της αφήρεσαν τα ρούχα και τη μαστίγωσαν με ωμά βούνευρα. Η Ελπίς, όπως και η αδερφή της, έδειχνε ακατάβλητη υπομονή και καρτερία, γεγονός που εξόργισε ακόμα περισσότερο το δικαστή. Γι’ αυτό διέταξε να τη ρίξουν μέσα σε πυρωμένο καμίνι. Και στην περίπτωση αυτή επαναλήφθηκε το θαύμα της καμίνου στη Βαβυλώνα με τους Τρείς Παίδες (βλέπε Δανιήλ κεφ. 3ο). Ενώ οι φλόγες υψώνονταν, την ίδια στιγμή δεν την άγγιζαν. Αυτή παράμενε σώα και αβλαβής, ευχαριστώντας τον Θεό γιατί την προστάτευε και παρακαλώντας τον να εξακολουθήσει να την ενισχύει σε όσα θα ακολουθούσαν, ώστε οι μεν ασεβείς να ντροπιαστούν, ο δε Θεός να δοξαστεί.

Κι ενώ εκείνοι που παρακολούθησαν το θαύμα έμειναν έκπληκτοι από το γεγονός, ο δικαστής πρόσταξε να κρεμάσουν την Ελπίδα σε ένα ξύλο και οι δήμιοι να ξεσκίσουν το παιδικό της σώμα της με τα ειδικά σιδερένια νύχια, όργανο βασανισμού που χρησιμοποιούσαν κατά τους διωγμούς σε βάρος των χριστιανών. Και το μαρτύριο αυτό, ιδιαίτερα επώδυνο, υπέμεινε η αγία κόρη με ευψυχία και καρτερία. Τα μάτια της αυγάζονταν από μια θεϊκή λάμψη, το δε αιματωμένο σώμα της ανέδιδε άρρητη ευωδία, απόδειξη της χάριτος του Θεού. Η ίδια, επιστρατεύοντας ουράνια δύναμη και ένα μειδίαμα στα χείλη της είπε στο δικαστή! «Νομίζεις πως με τα βασανιστήρια θα με κάμψεις· εγώ όμως αντλώ θάρρος από το Χριστό, ο οποίος θα σε αποδυναμώσει γιατί κήρυξες αδυσώπητο πόλεμο σε μια νεαρή κόρη, που μόνο στήριγμα της έχει τον αληθινό Θεό».

Η παρρησία της νεαρής χριστιανής εξόργισε ακόμα περισσότερο τον δικαστή, ο οποίος έδωσε εντολή να ετοιμάσουν ένα λέβητα και αφού τον γεμίσουν με πίσσα και ρετσίνι να τον βάλουν πάνω σε δυνατή φωτιά ώσπου να κοχλάσουν τα υλικά αυτά κι ύστερα να ρίξουν μέσα την Ελπίδα. Ο Θεός όμως για μια ακόμα φορά έσωσε την καλλίνικη μάρτυρα: Πριν την ρίξουν στο μείγμα που κόχλαζε, ο λέβητας διαλύθηκε, το δε μείγμα χύθηκε τριγύρω, με αποτέλεσμα να κάψει πολλούς ειδωλολάτρες που παρακολουθούσαν με περιέργεια τα όσα συνέβαιναν.

Ούτε το συγκλονιστικό αυτό γεγονός συνέτισε το δικαστή, γιατί δεν μπορούσε να εννοήσει με ποια δύναμη επιτελούνταν τα θαυμαστά γεγονότα. Μη θέλοντας λοιπόν να υποστεί και άλλη ήττα μπροστά στα βλέμματα των παρευρισκομένων, αποφάσισε να θανατωθεί η μάρτυς Ελπίς δια του ξίφους, πράγμα που και η ίδια ενδόμυχα επιθυμούσε, ακολουθώντας και το παράδειγμα της αδερφής της Πίστεως που είχε προηγηθεί.

Καθώς η Ελπίς άκουσε την τελική απόφαση του δικαστή, ως τελευταία επιθυμία ζήτησε από τη μητέρα της να προσευχηθεί για κείνη, ενώ η ίδια παρότρυνε με λόγια θερμά τη μικρότερη αδερφή, την Αγάπη, να μην υποκύψει στις υποσχέσεις ή απειλές του δικαστή, αλλά να ακολουθήσει το παράδειγμα των δύο μεγαλύτερων αδερφών της.

Όταν την οδήγησαν στο σημείο όπου θα μαρτυρούσε για τον Ιησού Χριστό, η σορός της αδερφής Πίστεως, κείτονταν ακόμα, ακέφαλη, στο χώμα. Έπεσε στα γόνατα, το αγκάλιασε και το φιλούσε, τιμώντας το ως λείψανο μιας αγίας μάρτυρος, αλλά και σε εκδήλωση μεγάλης αδερφικής αγάπης. Στη σκέψη όμως ότι η αδερφή της μαρτύρησε για την πίστη στον μόνο αληθινό Θεό και Σωτήρα των ανθρώπων, πήρε μεγάλη χαρά και αγαλλίαση. Άλλωστε δεν ήταν πρέπον να κλάψει για μια αγία αδερφή, την οποία σύντομα θα συναντούσε για να είναι αιώνια μαζί, αφού τον ίδιο τρόπο μαρτυρίου θα γνώριζε σε λίγο. Έτσι ήρεμη και με ακλόνητη πίστη και αποφασιστικότητα, έκαμψε τον αυχένα της, το δε ξίφος του δημίου απέκοψε τη νεανική κεφαλή της, για να προστεθεί και η μάρτυς του Χριστού Ελπίς στο νέφος των αγίων του.

 

 

Το μαρτύριο της Αγάπης

Μετά το φρικτό μαρτύριο της Πίστεως και της Ελπίδος ο δικαστής, εξουθενωμένος κυριολεκτικά από το γεγονός ότι ούτε το αξίωμα και η εξουσία του, ούτε το κύρος και η εμπειρία του στάθηκαν ικανά να κάμψουν την πίστη και να πείσουν δύο νεαρότατες κόρες, σχεδόν παιδιά ακόμα, να θυσιάσουν στην ψεύτικη θεά Άρτεμη, σκέφθηκε ότι ίσως τα κατάφερνε με την τρίτη, την Αγάπη. Αυτή ήταν μόλις εννέα χρονών. Ασφαλώς και θα την έπειθε. Πιθανόν να είχε τρομάξει από το θάνατο των δύο μεγαλύτερων αδερφών της. Ίσως σκεφτόταν και τη μητέρα της και δεν θα ήθελε να την αφήσει μόνη στη ζωή.

Έδωσε λοιπόν εντολή να την φέρουν μπροστά του. Αφού τη ρώτησε διάφορα και τη κολάκεψε με καλά λόγια και υποσχέσεις, περίμενε πως θα είχε πεισθεί να θυσιάσει. Αλλά είχε κάνει λάθος στις εκτιμήσεις του, γιατί η Αγάπη του είπε με θάρρος τα εξής: «Μη ξεγελιέσαι από τη νεαρή ηλικία μου και νομίζεις πως θα με εξαπατήσεις και θα με παρασύρεις. Σύντομα θα διαπιστώσεις ότι κι εγώ, η μικρότερη, είμαι βλαστάρι από την ίδια ρίζα και κορμό. Από την ίδια μάνα είμαι γεννημένη, όπως και οι δύο αδερφές μου που μαρτύρησαν για το Χριστό. Γι’ αυτό κι εγώ δεν θα ντροπιάσω τη μητέρα και τις δύο αδερφές μου. Είμαι μάλιστα αποφασισμένη και να τις ξεπεράσω στην άθληση και την καρτερία, διότι ξέρω από τα όσα συνέβησαν μ’ αυτές ότι θα έχω αμέριστη τη βοήθεια του Κυρίου και Θεού μου».

Το θάρρος της μικρής σε ηλικία χριστιανής δεν το ανέχθηκε ο ειδωλολάτρης δικαστής. Διέταξε να την κρεμάσουν και να την τεντώσουν με χοντρά σχοινιά τόσο πολύ, που να σπάσουν οι αρθρώσεις των χεριών και των ποδιών της. Η προστασία όμως του Θεού ήταν και εδώ άμεση. Τη διαφύλαξε σώα και αβλαβή. Έπειτα ετοιμάστηκε πυρακτωμένο καμίνι, αλλά προηγουμένως ο δικαστής έκανε άλλη μια απόπειρα να την πείσει με τούτα τα λόγια: «Βλέπεις το πυρακτωμένο καμίνι; Ο μόνος τρόπος για να σώσεις την ζωή σου είναι να σπεύσεις τώρα, να εκτελέσεις αυτό που ζητώ από σένα· να πεις απλά και μόνο ‘’μεγάλη η Άρτεμης’’ και όχι μόνο θα απαλλαγείς από κάθε κατηγορία, αλλά και θα σου φερθώ με μεγάλη επιείκεια». Εκείνη όμως του απάντησε χωρίς δισταγμό: «Ποτέ δεν θα γίνει αυτό. Μακριά από μένα παρόμοια σκέψη. Δεν θα κάνω κάτι που είναι ανούσιο, ούτε θα βάλω στη γλώσσα μου τέτοια ασεβή φράση, που είναι ξένη προς την πίστη μου στο μόνο αληθινό Θεό και δημιουργό της πλάσης.

Απογοητευμένος και οργισμένος ο δικαστής έδωσε αμέσως εντολή να ρίξουν την Αγάπη μέσα στο πυρακτωμένο καμίνι. Πόση όμως ήταν η έκπληξη όλων όταν είδαν τη νεαρή μάρτυρα του Χριστού να πηδάει μόνη της στο καμίνι, πριν προλάβουν να το κάνουν οι δήμιοι. Άλλ’ ώ του θαύματος και πάλι! Αντί να γίνει παρανάλωμα του πυρός, εκείνη στεκόταν ανάμεσα στις φλόγες και ένιωθε σα να βρίσκεται σε ευχάριστο λουτρό. Και το πιο αξιοθαύμαστο; Οι φλόγες σε λίγο διασκορπίστηκαν και άρχισαν να καίνε τους ειδωλολάτρες γύρω από το καμίνι! Ακόμα και στον δικαστή προκάλεσε εγκαύματα. Αυτό συνέβη, σημειώνει ο ιερός συναξαριστής, αφενός για να ελεγχθεί η περισσή ασέβεια του και αφετέρου για να μην αμφιβάλλει και να είναι ο ίδιος μάρτυρας της δυνάμεως του Θεού.

Τα εγκαύματα του δικαστή ήταν σοβαρά. Έτσι αυτός αναγκάστηκε να καλέσει κοντά του τη μάρτυρα Αγάπη. Όταν απεσταλμένοι του πήγαν να τη φέρουν, είδαν ότι κοντά της ήταν κάποιοι χαριτωμένοι και λευκοφορούντες άντρες [άγγελοι του Θεού] οι οποίοι με τη μορφή και την όλη παράστασή τους προκαλούσαν το θαυμασμό και το σεβασμό. Τις ίδιες μορφές είχαν δει και πριν μέσα στο πυρακτωμένο καμίνι να την προστατεύουν και να προσεύχονται μαζί της. Καθώς οι απεσταλμένοι, θέλησαν να πιάσουν τη μάρτυρα Αγάπη και να τη βγάλουν από το καμίνι, ένιωσαν να παραλύουν τα χέρια τους. Μη μπορώντας να κάνουν κάτι άλλο, φώναξαν ικετευτικά προς την Αγάπη: «Βγές από το καμίνι, δούλη του Θεού, γιατί σε θέλει ο δικαστής».

Θα περίμενε κανείς, μετά από όλα τα θαυμαστά που είχαν συμβεί με τις τρείς αδερφές και το πάθημα του ίδιου του δικαστή, αυτός να είχε ανανήψει. Όμως τα μάτια της ψυχής του ήταν κλειστά και ενώ έβλεπε, δεν έβλεπε αληθινά το φώς του Χριστού. Έτσι με τα εγκαύματα στο σώμα του, έδωσε νέα εντολή: Να τρυπήσουν τα μέλη του σώματός της καλλίνικης μάρτυρος με περόνια. Όταν έγινε κι αυτό και επειδή η Αγάπη λίγο νοιαζόταν για τα φρικτά βασανιστήρια, αφού είχε «βοηθό και σκεπαστή» της το Θεό, ο δικαστής έβγαλε την τελική του απόφαση, όμοια με των δύο άλλων αδερφών: τον δια ξίφους αποκεφαλισμό της τρίτης.

Την απόφαση άκουσε η Αγάπη με γενναιότητα και ανδρεία, θεωρώντας την ως την ασφαλή σφραγίδα και επιδοκιμασία της πίστεως και ομολογίας της προς τον Θεό, γι’ αυτό και του απηύθυνε από τα βάθη της καρδιά της την ακόλουθη προσευχή: «Σε ευχαριστώ, Παναγία Τριάδα, που είσαι μία θεότητα, μία δόξα και μία δύναμη, διότι και μένα την ελάχιστη με ανέδειξες άγια για τον ουράνιο νυμφώνα σου και με συναρίθμησες με τις δύο αδερφές μου, οι οποίες μαρτύρησαν για σένα. Και σε παρακαλώ, πανάγαθε θεέ μου, μετά το μαρτυρικό μου τέλος, να ευδοκήσεις να επιζήσει η μητέρα μου, για να επιτελέσει για μας τις δούλες σου όσα είναι καθιερωμένα και αρμόζουν στους κεκοιμημένους».

Αλλά και η μητέρα της ύψωσε στον ουρανό το βλέμμα και την ψυχή της και προσευχήθηκε θερμά. Όχι για να ζητήσει να αποφύγει το μαρτύριο η τρίτη κόρη της, ώστε να την έχει κοντά της στήριγμα και παρηγοριά στα γεράματα της, μιας και οι δύο μεγαλύτερες βρίσκονταν ήδη μάρτυρες στη Βασιλεία του Θεού. Δεν ζήτησε κάτι παρόμοιο, γιατί πίστευε ότι αυτό άρμοζε μόνο σε μητέρες χωρίς γενναιότητα, που έχουν το βλέμμα τους κολλημένο στα γήινα. Εκείνη, η αξιοθαύμαστη μητέρα Σοφία, ήταν συνεπής σε όσα πίστευε. Οι προθέσεις της επιβεβαιώθηκαν στην πράξη με τη θυσία που ακολούθησε. Έτσι λοιπόν, όπως έκανε με την Πίστη και την Ελπίδα, εμψύχωσε και την Αγάπη, στηρίζοντας την να πορευτεί αταλάντευτη προς το μαρτυρικό τέλος και λέγοντας:

«Έυγε, θυγατέρα μου! Είσαι ευλογημένος καρπός της γαστέρας μου, τίμησες τους γονείς σου και δόξασες με την καρτερία σου τον Θεό. Ποιος δεν θα σε παινέψει για την ανδρεία σου; Ποιος για την υπομονή σου; Ποιος για τη σταθερότητα σου; Πορεύσου λοιπόν προς το κοινό Κύριο μας, προς τον άφθαρτο νυμφώνα, προς την ευλογημένη ανάπαυση, για να λάβεις την ανταμοιβή των άθλων σου. Είναι τόσο ωραίο να βλέπω τους αγγέλους να χαίρονται αναμένοντας την τελείωσή σου! Είμαι ευλογημένη ως μητέρα, γιατί αξιώθηκα να τιμήσω την Αγία Τριάδα με τις μάρτυρες θυγατέρες! Ποια δώρα αξιώθηκα να προσφέρω σ’ αυτήν;». Με τέτοια λόγια ενίσχυε την κόρη της η αγία μητέρα και την προέπεμπε στην πορεία που ποθούσαν και οι δύο.

Φθάνοντας η μακαριστή Αγάπη στο τόπο του αποκεφαλισμού, έσκυψε πρόθυμα τον αυχένα της και ο δήμιος εκτέλεσε την εντολή του δικαστή. Έτσι ολοκληρώθηκε η τριπλή θυσία των αγίων και καλλινίκων παρθένων Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης.

Η μητέρα τους Σοφία παρακολουθούσε από κάποια απόσταση την τελευταία πράξη του μαρτυρίου. Κι αφού έφυγαν οι δήμιοι και οι ειδωλολάτρες που έβλεπαν τα γινόμενα, έσπευσε και αγκάλιασε το άψυχο σώμα της κόρης της Αγάπης. Το φιλούσε μη μητρική αγάπη, αλλά και σεβασμό, αφού αυτό άνηκε σε μια μάρτυρα του Χριστού. Στη συνέχεια, εκτελώντας όσα αρμόζουν στους κεκοιμημένους, ράντισε με μύρο το σώμα, το τύλιξε με πολυτελή σάβανα και το έβαλε δίπλα στους σορούς των λειψάνων των δύο άλλων θυγατέρων της, για τις οποίες είχε πράξει προηγουμένως τα ίδια. Κατόπιν εναπέθεσε και τα τρία σε μικρό ναό που είχε χτίσει με δαπάνη της. Με τον τρόπο αυτό η φιλόχριστη μητέρα Σοφία έκανε σε όλους τους χριστιανούς τη μεγάλη πνευματική δωρεά, να έχουν στους αιώνες έναν ανεκτίμητο πλούτο και έναν αδαπάνητο θησαυρό: τρείς αγίες μάρτυρες, κατά σάρκα και πνεύμα αδερφές, την Πίστη, την Ελπίδα και την Αγάπη. Με τις πρεσβείες τους θεραπεύονται ψυχικά και σωματικά πάθη, ενισχύονται οι πιστοί στον πνευματικό τους αγώνα, γνωρίζουν τον Θεό, σώζονται.

 

 

Η εν ειρήνη κοίμηση της αγίας Σοφίας

Τρείς ημέρες μετά το μαρτυρικό τέλος της Αγάπης και τον ενταφιασμό της, η μητέρα της Σοφία πήγε στο ναΐσκο για να τελέσει τα καθιερωμένα ιερά μνημόσυνα, των τριών καλλίνικων μαρτύρων θυγατέρων της. Εκεί ακριβώς και πάνω από τη λάρνακα που είχαν εναποτεθεί τα ιερά σώματα των αγίων, έκανε γονατιστή την ακόλουθη προσευχή:

«Τίμια σφάγια, που βρίσκεσθε πλέον κοντά στον Θεό, θυσίες που γίνατε ευπρόσδεκτες από τον Ιησού Χριστό, δεχθείτε τη μητέρα σας ως συγκάτοικο στην ίδια σκηνή, στην ουράνια κατοικία σας». Αυτά είπε με πίστη η γενναία και εξαίρετη αυτή μητέρα. Και ήταν τέτοια η επιθυμία της καρδιάς και του νου της, που εισακούσθηκαν τα λόγια της και «κοιμήθηκε τον ύπνο που αρμόζει στους δικαίους», γράφει ο άγιος Συμεών ο Μεταφραστής και συναξαριστής της. Έτσι ετελειώθη και πήγε να συναντήσει τις τρείς θυγατέρες της που μαρτύρησαν για το Χριστό.

Κάποιες ευσεβείς γυναίκες που ήταν μαζί της επιτέλεσαν και για την αγία Σοφία τα καθιερωμένα και αρμόζοντα, τοποθέτησαν σε τη σορό της στην ίδια λάρνακα όπου ήταν εναποτεθειμένα και τα λείψανα των τριών θυγατέρων της. Και το συναξάρι τους τελειώνει ως εξής: «Έπρεπε όντως, όπως των ψυχών τους, έτσι και των σωμάτων, μία να είναι η κατοικία, προς δόξαν του Πατρός και του Υιού και του Αγίου πνεύματος, που είναι μία θεότητα και στην οποία αρμόζει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, τώρα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν».

 

 

Τιμή σε Ανατολή και Δύση

Οι τρείς μάρτυρες θυγατέρες μαζί με τη μητέρα τους αγία Σοφία είναι πολύ αγαπητές και η τιμή τους πολύ διαδεδομένη τόσο στην Ορθόδοξη Ανατολή, όσο και στη Ρωμαιοκαθολική Δύση.

Στην μεν Ανατολή η μνήμη τους εορτάζεται στις 17 Σεπτεμβρίου, στη δε Δύση την 1η Αυγούστου και την 30ή Σεπτεμβρίου. Σώζεται ένα παλαιστινογεωργιανό ημερολόγιο, που ανάγεται στον 10ο αιώνα, και στο οποίο ως ημέρες εορτασμού των αγίων αυτών γυναικών μνημονεύονται η 21η Σεπτεμβρίου, η 24η και 25η Νοεμβρίου και η 4η Αυγούστου.

Ως προς τα ονόματά τους Σοφία, Πίστις, Ελπίς και Αγάπη σημειώνουμε ότι στα συναξάρια και τα λειτουργικά βιβλία της Δύσης, αναφέρονται άλλοτε στα λατινικά: Sapientia, Fides, Spes και Charitas, και άλλοτε στα ελληνικά (με λατινικούς χαρακτήρες): Sophia, Pistis, Elpis και Agape. Για τον ακριβή τόπο όπου μαρτύρησαν και ενταφιάστηκαν, άλλες μεν αρχαίες πηγές αναφέρουν την Via Aurelia, κοντά στη Ρώμη, άλλες δε την Via Appia.

Ιδιαίτερα στον ελλαδικό χώρο οι ορθόδοξοι χριστιανοί τις τιμούν όχι μόνο με την ανέργεση και αφιέρωση σ’ αυτές μεγαλοπρεπών ιερών ναών ή ταπεινών παρεκκλησίων, αλλά και με το ότι δίνουν στις κόρες τους ένα από τα πλήρη νοήματος ονόματα τους: Σοφία, Πίστις, Ελπίς και Αγάπη.

 

 

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ

Χαίρει ἔχουσα ἡ Ἐκκλησία, σὲ καὶ τέκνα σου βλάστημα θεῖον, καὶ γηθοσύνως εὐφημεῖ σε κραυγάζουσα. Σύ μου ὑπάρχεις τὸ κλέος και καύχημα, καὶ τῶν σῶν τέκνων τὰ πάντιμα λείψανα, μάρτυρες ἔνδοξοι, Σοφία, Πίστις, Ἐλπὶς καὶ Ἀγάπη, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύσατε σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Πηγή: http://www.agiasofianeoupsychikou.gr
                

27/12 Άγιος Στέφανος ο Πρωτομάρτυρας

ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΑΣ

Ο Άγιος Στέφανος

Ο Άγιος Στέφανος ήταν ένας από τους πιο διακεκριμένους μεταξύ των επτά διακόνων, πρώτος στη σειρά, που εξέλεξε η Εκκλησία της Ιερουσαλήμ για να διακονεί στα γεύματα και να μεριμνά για τις χήρες και τους φτωχούς, μετά από υπόδειξη των δώδεκα Αποστόλων (Πράξ. 6,1-6).

Ήταν επίσης και ο πρώτος Χριστιανός μάρτυρας (πρωτομάρτυρας) που αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη (Πράξ. 22,20). Το πότε και που γεννήθηκε ο Στέφανος, δε γίνεται γνωστό μέσα από τις Πράξεις των Αποστόλων.

Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΠΤΑ ΔΙΑΚΟΝΟΥΣ

Στην πρώτη χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων υπήρχαν δύο ομάδες πιστών: τη μια αποτελούσαν Ιουδαίοι, που μιλούσαν εβραϊκά, και την άλλη ελληνιστές Ιουδαίοι, που είχαν ζήσει σε ελληνιστικό περιβάλλον, είχαν γνωρίσει τα αγαθά του ελληνικού πολιτισμού και είχαν υποστεί επίδραση στη νοοτροπία και στη γλώσσα.

Από μέρους των Ελληνιστών υπήρξαν παράπονα ότι κατά την καθημερινή διανομή των τροφίμων παραμελούνταν οι χήρες τους. Οι Απόστολοι, αφού συγκέντρωσαν όλη την Εκκλησία, τους παρότρυναν να εκλέξουν επτά άντρες με καλή φήμη και γεμάτους σοφία, για να ασχοληθούν με τη διακονία των τραπεζών της αγάπης, ώστε εκείνοι να αφοσιωθούν απερίσπαστοι στο κήρυγμα. Πράγματι η Εκκλησία εξέλεξε επτά άντρες και οι Απόστολοι τους χορήγησαν το Άγιο Πνεύμα. Αυτοί οι επτά ονομάστηκαν Διάκονοι, γιατί το έργο τους ήταν η ανιδιοτελής προσφορά υπηρεσιών στην Εκκλησία. Όλοι είχαν ελληνικά ονόματα Στέφανος, Φίλιππος, Πρόχορος, Νικάνορας, Τίμωνας, Παρμενίωνας, Νικόλαος (Πράξ. 6,1-6).

Οι εφτά διάκονοι, επομένως, είχαν ιδιαίτερη θέση στη ζωή της πρώτης Εκκλησίας, το γεγονός ότι τα ονόματα τους ήταν ελληνικά, διευκόλυνε το άνοιγμα της Εκκλησίας στον ειδωλολατρικό κόσμο. Οι Πράξεις των Αποστόλων αναφέρουν ιδιαίτερες πληροφορίες για τη δράση δύο εκ των επτά διακόνων, του Στεφάνου και του Φιλίππου.

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Ο Στέφανος ήταν άνθρωπος γεμάτος πίστη και πνευματικά χαρίσματα. Ήταν άνθρωπος "πλήρης πίστεως και Αγίου Πνεύματος" και είχε αφιερώσει τη ζωή του στο κήρυγμα του ευαγγελικού λόγου και στη φιλανθρωπική δράση. Για την προσφορά και τις αρετές του τιμήθηκε με το χάρισμα της θαυματουργίας.

Πέρα από τη διακονία που είχε στην εκκλησία ο Στέφανος έβρισκε καιρό και δύναμη για να κηρύττει το Ευαγγέλιο του Χριστού (Πραξ. 6,8-15. 7,1-60). Ταυτόχρονα ο Στέφανος έκανε μεγάλα και καταπληκτικά θαύματα ανάμεσα στο λαό, που προκαλούσαν κατάπληξη και αποδείκνυαν την αλήθεια του χριστιανικού κηρύγματος. Ακόμη, σε συζητήσεις που είχε με ανθρώπους της συναγωγής, η δύναμη και η σοφία του Αγίου Πνεύματος που πλήρωνε το Στέφανο, τους έκανε να μην μπορούν να τον αντιμετωπίσουν (Πράξ. 6,9-11).

Το κρίσιμο θέμα, γύρω από το οποίο περιστρέφονταν οι συζητήσεις, ήταν η σχέση του χριστιανικού μηνύματος με τον Ιουδαϊσμό. Ο Στέφανος απευθύνονταν στους αδελφούς και πατέρες του, όπως τους ονόμαζε, και τους έλεγε ότι ο Ναός και η ιδιαιτερότητα του ιουδαϊκού λαού ήταν πράγματα σεβαστά, αλλά σε μεγάλο βαθμό ξεπερασμένα. Είναι σκαλοπάτια στο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου, που ξεπεράστηκαν με το έργο του Χριστού.

Αντίθετα, κατά τη γνώμη των Ιουδαίων, με επικεφαλής το ιερατείο, τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, ο Θεός ήταν αποκλειστικά δικός τους, έπρεπε να λατρεύεται στο Ναό και ο Μωσαϊκός Νόμος ήταν αιώνιος.

Με τη βαθιά θεολογική του κατάρτιση ανέτρεπε εύκολα τις κακοδοξίες των Ιουδαίων για το έργο του Χριστού, προκαλώντας την οργή και το φθόνο τους. Οι Ιουδαίοι επειδή δεν μπορούσαν να αντικρύσουν τα επιχειρήματά του κατέφυγαν στο δόλο και στη βία. Ξεσήκωσαν το λαό και τους προεστούς με ψευδομάρτυρες που έλεγαν ότι τον άκουσαν να διδάσκει βλάσφημα για το Μωυσή, το Ναό και το Θεό, τον άρπαξαν με μίσος και τον οδήγησαν μπροστά στο Συνέδριο, τάχα για να απολογηθεί.

Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Η απολογία του Στεφάνου αποτελεί πρότυπο πίστης, τόλμης και θάρρους. Ο Στέφανος στην απολογία του, χωρίς να φοβηθεί καθόλου, έκανε μια εκτενή αναδρομή στην ιστορική πορεία του εβραϊκού λαού. Τους επισήμανε τις ευεργεσίες του Θεού προς το λαό, αλλά και τις παραλείψεις που πολλές φορές έδειξε ο λαός απέναντί στη συμφωνία με το Θεό. Τόνισε ιδιαίτερα την εχθρική στάση τους απέναντι στους Προφήτες, τους οποίους οι ίδιοι θανάτωσαν. Στη συνέχεια είπε ότι ο Θεός δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς και ολοκλήρωσε την απολογία του με οξύτατη κριτική στους θρησκευτικούς άρχοντες των Ιουδαίων (Πράξεις κεφ. 7).

Στο τέλος της απολογίας του και καθώς οι αρχιερείς εξαγριωμένοι έτριζαν τα δόντια τους, σηκώνοντας το βλέμμα του στον ουρανό και βλέποντας τη δόξα του Θεού και τον Ιησού να στέκεται στα δεξιά του Θεού είπε: "Βλέπω τον ουρανό ανοιχτό και τον Υιό του Ανθρώπου να στέκεται στα δεξιά του Θεού" (Πράξ. 7,55-56).

Στο άκουσμα των λόγων αυτών, τα μέλη του Συνεδρίου όρμησαν με μανία πάνω στο Στέφανο και τον έβγαλαν έξω από την πόλη για να τον θανατώσουν με λιθοβολισμό (Πράξ. 8,1). Ένας νεαρός, που τον έλεγαν Σαούλ, ανέλαβε να φυλάει τα ρούχα αυτών που λιθοβολούσαν. Αυτός ο νεαρός είναι ο μετέπειτα Απόστολος Παύλος.

Κατά το μαρτύριό του ο διάκονος Στέφανος προσευχόμενος είπε: "Κύριε Ιησού, δέξου το πνεύμα μου". Κατόπιν πέφτοντας στα γόνατα ακολούθησε πιστά το παράδειγμα του Διδασκάλου του, ζητώντας από το Θεό να συγχωρήσει τους εκτελεστές του. Φώναξε δυνατά "Κύριε μην τους λογαριάσεις αυτή την αμαρτία" και ξεψύχησε, δίνοντας με τον τρόπο αυτό την ομολογία της πίστεως του.

Ήταν ο πρώτος Χριστιανός που μαρτύρησε για την πίστη του, γι' αυτό και ονομάστηκε Πρωτομάρτυρας. Η μορφή του είναι η αρχή της γενιάς των μαρτύρων, μιας λαμπρής γενιάς στην ιστορία της χριστιανικής Εκκλησίας. Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία με ιδιαίτερη λαμπρότητα στις 27 Δεκεμβρίου, ενώ η ανακομιδή των λειψάνων του στις 2 Απριλίου.

Τον νεκρό πλέον Στέφανο τον έθαψαν και τον θρήνησαν (Πράξ. 8, 2), ενώ μετά το θάνατό του ακολούθησε διωγμός κατά των Χριστιανών. Κατά την παράδοση το λείψανό του μεταφέρθηκε από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο στην Κωνσταντινούπολη.

Η ΑΓΙΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο ο Στέφανος αγιογραφείται ως νεαρός διάκονος, φορώντας ωμοφόριο και ιερατικό χιτώνα. Σε παλαιότερες αναπαραστάσεις όμως φορά απλά ένα ιερατικό χιτώνα για διάκονο της ύστερης αρχαιότητας. Σε μία από τις αρχαιότερες αναπαραστάσεις στο Σαν Λορέντζο της Ρώμης με το βιβλίο του Ευαγγελίου, αργότερα εμφανίζεται σε αναπαραστάσεις με βράχο στο κεφάλι του, σαν σύμβολο της κατάληξής του. Στη Δύση πολλές φορές απεικονίζεται μαζί με ένα ακόμα διάκονο και μάρτυρα, τον Άγιο Λαυρέντιο της Ρώμης (+258).

ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Βασίλειον διάδημα, ἐστέφθη σὴ κορυφή, ἐξ ἄθλων ὧν ὑπέμεινας, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, Μαρτύρων Πρωτόαθλε· σὺ γὰρ τὴν Ἰουδαίων, ἀπελέγξας μανίαν, εἶδες σου τὸν Σωτῆρα, τοῦ Πατρὸς δεξιόθεν. Αὐτὸν οὖν ἐκδυσώπει ἀεί, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον

Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ὁ Δεσπότης χθὲς ἡμῖν, διὰ σαρκὸς ἐπεδήμει, καὶ ὁ δοῦλος σήμερον, ἀπὸ σαρκὸς ἐξεδήμει· χθὲς μὲν γάρ, ὁ Βασιλεύων σαρκὶ ἐτέχθη, σήμερον δέ, ὁ οἰκέτης λιθοβολεῖται· δι᾽ αὐτὸν καὶ τελειοῦται, ὁ Πρωτομάρτυς καὶ θεῖος Στέφανος.

12/12 Άγιος Σπυρίδωνας

Ο Άγιος των Κερκυραίων, και πολιούχος του νησιού, ο θαυματουργός Άγιος, που έσωσε πολλές φορές το νησί των Φαιάκων με τα θαύματα του από την καταστροφή και την πείνα, στον οποίο προστρέχουν χιλιάδες πιστοί μέχρι και σήμερα αναζητώντας παρηγοριά και βοήθεια, ο Άι-Σπυρίδωνας δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στο νησί.

Γεννήθηκε σε μία φτωχή οικογένεια στην Τριμυθούντα της Κύπρου, κοντά στη Σαλαμίνα, το 270 μ.Χ. Αν και ήταν ένας απλός και αγράμματος βοσκός ξεχώριζε για την πίστη του στο Θεό, την ταπεινοφροσύνη του και τη φιλανθρωπία του. Από το γάμο του απέκτησε μία κόρη, την Ειρήνη. Όταν χήρεψε στράφηκε ολοκληρωτικά στο Θεό και έγινε κληρικός. Η φήμη που απέκτησε ήταν τόσο μεγάλη που όταν εκοιμήθη ο επίσκοπος Τριμυθούντος ο ίδιος ο πιστός λαός τον ανακήρυξε επίσκοπο.

Ακόμα και τότε ο Σπυρίδωνας δεν ξεχώριζε από τους υπόλοιπους φτωχούς ανθρώπους, που αποτελούσαν το ποίμνιο του. Φορούσε τα ίδια απλά και φτωχικά ρούχα με πριν, τον ίδιο σκούφο από φύλλα φοίνικα ενώ και ο βίος του ήταν το ίδιο φτωχικός καθώς όλα του τα υπάρχοντα εξακολουθούσε να τα μοιράζεται με τους φτωχούς. Παντού εξακολουθούσε να πηγαίνει με τα πόδια, ασχολείτο με τις αγροτικές εργασίες και συνέχιζε, ως καλός ποιμένας, να φυλάει το κοπάδι του. Η φήμη του μεγάλωσε ακόμη περισσότερο όταν με τα θαύματα του βοήθησε ανθρώπους που προσέτρεχαν στη βοήθεια του.

Ο Άγιος Σπυρίδωνας στην Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 314 μ.Χ.

Ο Σπυρίδωνας ως επίσκοπος Τριμυθούντα πήρε μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 314 μ.Χ., την οποία συγκάλεσε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, προκειμένου να αποφανθούν οι Πατέρες της Εκκλησίας περί των θεωριών του Αρείου.

Ό Άρειος, μορφωμένος Πατέρας από την Αλεξάνδρεια, θεωρούσε το Χριστό κτίσμα του Θεού και απέρριπτε την τρισυπόστατη φύση του. Ο Σπυρίδωνας, ήδη πολύ γνωστός για το θεόπνευστο κήρυγμα του, μολονότι ουσιαστικά αμόρφωτος, επέτυχε να αντιταχθεί στο λόγο του Αρείου και να αποδείξει την αληθινή φύση του Θεού, το ομοούσιο της Αγίας Τριάδας, με το γνωστό θαύμα με το κεραμίδι.

Αφού συνέκρινε την Αγία τριάδα –Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα- με το κεραμίδι και τα τρία συστατικά του που το κάνουν Ένα – φωτιά, νερό και χώμα- κράτησε στο χέρι του ένα κεραμίδι και αμέσως ξεπετάχτηκε από το χέρι του φωτιά. Στη συνέχεια έτρεξε προς τη γη νερό και στο τέλος απέμεινε στο χέρι του μόνο χώμα. Μπροστπά σ’ αυτό το θαύμα ο Άρειος καταντροπιασμένος ζήτησε συγνώμη.

Ο Σπυρίδωνας εκοιμήθη σε βαθιά γεράματα, στις 12 Δεκεμβρίου του 358 μ.Χ. σε ηλικία 88 ετών και ανακηρύχτηκε Άγιος από την Εκκλησία μας.

Ο Άγιος Σπυρίδωνας «φτάνει» στην Κέρκυρα

Όταν οι Σαρακηνοί πάτησαν το νησί της Κύπρου πιστοί άνοιξαν τον τάφο του Άγιου Σπυρίδωνα, προκειμένου να μεταφέρουν τα οστά του στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό να τα γλιτώσουν από τα χέρια των απίστων. Με έκπληξη όμως διαπίστωσαν ότι το σκήνωμα του Αγίου διατηρείτο άθικτο ενώ ο τάφος του μοσχοβολούσε βασιλικό.

Το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στη Βασιλεύουσα όπου και παρέμεινε μέχρι το 1456. Τότε, τρία χρόνια μετά την Άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς, ένας πρεσβύτερος, κερκυραϊκής καταγωγής, ο πάτερ Γεώργιος Καλοχαιρέτης, έκρυψε το ιερό σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνα καθώς και της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, μέσα σ’ ένα καλάθι και αφού τα σκέπασε με χόρτα, τα φυγάδευσε από την τουρκεμένη Κωνσταντινούπολη.

Διασχίζοντας με μεγάλο κίνδυνο τη Θράκη, τη Μακεδονία και την Ήπειρο έφτασε στην Κέρκυρα. Τα ιερά λείψανα, που τοποθετήθηκαν αρχικά στο ναό του Αγίου Αθανασίου, τα κληρονόμησαν οι τρεις γιοί του του Καλοχαιρέτη, Μάρκος, Λουκάς και Φίλιππος. Το μερίδιο του ο Μάρκος, το σκήνωμα της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, το δώρισε το 1483 στο λαό της Κέρκυρας. Οι κληρονόμοι του λειψάνου του Αγίου Σπυρίδωνα προσπάθησαν να μεταφέρουν το άγιο λείψανο εκτός της Κέρκυρας αλλά συνάντησαν τη σθεναρή αντίσταση των Κερκυραίων και εγκατέλειψαν το σχέδιο τους. Εν τέλει μεταβίβασαν τα δικαιώματα τους στην κόρη του Φιλίππου, Ασημίνα.

Το λείψανο πέρασε τελικά στην ιδιοκτησία της οικογένειας Βούλγαρη, ως προίκα της Ασημίνας, όταν παντρεύτηκε το Σταματέλλο Βούλγαρη το 1520. Από τότε και για τέσσερις αιώνες έως το 1925, βρισκόταν στην κυριότητα της οικογένειας. Αρχικά και μέχρι το 1528 το λείψανο μεταφέρθηκε στον καθεδρικό ναό του Ταξιάρχου Μιχαήλ στο Καμπιέλο. Το 1528 ο Σταματέλλος Βούλγαρης το μετέφερε στο ναό, που έχτισε η οικογένεια προς τιμήν του Αγίου στο προάστιο του Σαρόκκου (Αγίου Ρόκκου). Ωστόσο το 1537,κατά τη διάρκεια της πρώτης πολιορκίας της Κέρκυρας από τους Τούρκους, το σκήνωμα μεταφέρθηκε για ασφάλεια στο ναό των Αγίων Αναργύρων στο Παλαιό Φρούριο και επέστρεψε μετά τη λύση της πολιορκίας.

Το 1577 αποφασίστηκε η κατεδάφιση του ναού, καθώς έπρεπε να επεκταθούν τα τείχη. Το λείψανο μεταφέρθηκε προσωρινά και πάλι στο ναό του Αγίου Νικολάου των Ξένων στη Γαρίτσα, μέχρι και το 1589, οπότε και πραγματοποιήθηκαν τα θυρανοίξια του σημερινού ναού, η ολοκλήρωση του οποίου έγινε περίπου το 1594, και παραμένει εκεί μέχρι και σήμερα.

Το 1967 ο ιερός ναός του Αγίου Σπυρίδωνος της Κέρκυρας αναγνωρίστηκε επισήμως ως ίδιον Ν.Π.Δ.Δ με Προεδρικό Διάταγμα, υπό την επωνυμία «Ιερόν Προσκύνημα Αγίου Σπυρίδωνος Κερκύρας».
Πηγή: http://www.kerkyrainfo.gr

5/12 Ο βίος του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου

Ο Άγιος Σάββας ο Ηγιασμένος εορτάζει στις 5 Δεκεμβρίου

Καταγωγή και παιδική ηλικία
Στο χωριό Μουταλάσκη, κοντά στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, κατά το έτος 439 έφεραν στο φως της ζωής τον Σάββα, οι «χριστιανοί και ευγενέστατοι» γονείς του Ιωάννης και Σοφία, που διακρίνονταν για την ευσέβειά τους. Ήταν μόλις πέντε χρονών, όταν οι γονείς του μετοίκησαν στην Αλεξάνδρεια, αφήνοντας το γιο τους στο θειο του Ερμεία, φοβούμενοι «το μήκος της οδού». Επειδή όμως η γυναίκα του Ερμεία ήταν δύστροπη και στενοχωρούσε με τη συμπεριφορά της το παιδί, ο θειος το έδωσε στον αδελφό του Γρηγόριο, στο σπίτι του οποίου βρήκε σχετική ηρεμία, παρόλο που οι δύο θείοι δεν έπαυσαν να φιλονικούν μεταξύ τους, για το ποιος «είναι κύριος αυτού», επειδή υπέβλεπαν την αξιόλογη περιουσία που είχαν αφήσει στον Σάββα οι γονείς του στη Μουταλάσκη.

Καθώς μεγάλωνε το παιδί, διδάχθηκε τα γράμματα δείχνοντας ζηλευτή επιμέλεια, ενώ διακρινόταν για το ήθος και τη διαγωγή του. Τον ελεύθερο χρόνο πήγαινε στην εκκλησία και διακονούσε τον ιερέα, προσευχόταν με κατάνυξη, βίωνε την ιερή επιβλητικότητα και μεταρσίωνε νου και καρδιά προς τα άνω. Σταδιακά μάλιστα άρχισε να κυριεύεται από διάπυρο πόθο να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή, απαρνούμενος τα εγκόσμια. Πλην της εσωτερικής κλίσεως που ένιωθε γι' αυτό, δύο ακόμα λόγοι τον παρακινούσαν να πάρει τη σχετική απόφαση: Οι φιλονικίες των δύο θείων του και το γεγονός ότι για αρκετά χρόνια δεν είχε ειδήσεις για τους γονείς του. Έτσι όταν ανακοίνωσε στο θειο του Γρηγόριο την επιθυμία να μονάσει, εκείνος πρόθυμα συμφώνησε, και για να απαλλαγεί από την οποία ευθύνη της προστασίας του και για ιδιοτελείς λόγους.

Στη Μονή των Φλαβιανών και τους Αγίους Τόπους
Ο νέος ακόμη κατά την ηλικία αλλά φιλοσοφημένος κατά τον βίο Σάββας, «υπεριδών αθρόον πλούτου, συγγενών, χρημάτων και των άλλων», όσα έθελγαν κατεξοχήν τις ψυχές των συνομηλίκων του, οδήγησε τα βήματά του στη Μονή των Φλαβιανών, που βρισκόταν σε απόσταση είκοσι περίπου σταδίων (3.700 μέτρα) από τη Μουταλάσκη. Από την πρώτη στιγμή επέδειξε υπακοή, εργατικότητα, ευσέβεια, ταπεινοφροσύνη και ιλαρότητα, ενώ ταυτόχρονα ασκήθηκε στην εφαρμογή των μοναχικών κανόνων και καλλιέργησε την ψαλτική τέχνη, προκύπτοντας κατά Θεόν. Ιδιαίτερη προσπάθεια κατέβαλε για ν' αποκτήσει την εγκράτεια και την αποχή από ότι «γλυκαίνει τον φάρυγγα και την ευπάθεια και θεραπεία της κοιλιάς», όπως μαρτυρεί και το επόμενο περιστατικό:

Εργαζόταν κάποτε στον κήπο του Μοναστηριού, όταν πρόσεξε κάποια ωραία μήλα που κρέμονταν από τις μηλιές και του άνοιγαν την όρεξη ώστε να τα φάει πριν την ώρα τους.
Νικήθηκε λοιπόν από την ωραία όψη τους γιατί κι αυτός άνθρωπος ήταν και είχε ανθρώπινες επιθυμίες και έκοψε ένα μήλο. Αμέσως όμως συνειδητοποίησε την παγίδα του πονηρού, ο οποίος, όπως το συνηθίζει, προτάσσει σαν δέλεαρ την ευχαρίστηση, πράγμα που έπραξε και όταν με την ευχαρίστηση από τη βρώση του μήλου έκανε να χάσουν οι Πρωτόπλαστοι τον παράδεισο, με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν τόσα δεινά. Καθώς σκέφθηκε όλα αυτά, πέταξε κάτω το μήλο και το πάτησε με τα πόδια του, «συμπατεί μετά του μήλου και την επιθυμίαν», βάζει δε εφόρου ζωής κανόνα να μη φάει ποτέ μήλο, ούτε να επιτρέψει παρόμοιες ορέξεις στην κοιλιά του!

Αφού έμεινε όχι μεγάλο διάστημα στη Μονή των Φλαβιανών, όπου όμως έθεσε τις στέρεες βάσεις της μετέπειτα ηθικής του ζωής, το 456, σε ηλικία 18 ετών, πήγε στα Ιεροσόλυμα. Αρχικά έμεινε λίγο στη Μονή του Πασσαρίωνος. Κατόπιν προσήλθε στον Μέγα Ευθύμιο και τον παρακάλεσε να τον δεχθεί μεταξύ των συμμοναστών του.
Η απάντηση του μεγάλου αυτού ασκητού και καθηγητού της ερήμου ήταν χαρακτηριστική: «Τέκνον, δεν νομίζω πως είναι σωστό σε τόσο νεαρή ηλικία να μένεις σε λαύρα (κοινόβιο) διότι ούτε η λαύρα ωφελείται να περιλαμβάνει στους κόλπους της νέο στην ηλικία μοναχό, ούτε ο νέος να βρίσκεται μεταξύ αναχωρητών πήγαινε λοιπόν, τέκνο μου, στην κάτω Μονή, κοντά στον αββά Θεόκτιστο, όπου σίγουρα θα ωφεληθείς πολύ». Προέβλεψε μάλιστα ο άγιος Ευθύμιος «το μέγα εν τω μέλλοντι στάδιον του νεαρού μοναχού».

Στο κοινόβιο του αγίου Θεοκτίστου, αφού έγινε δεκτός, εγκαταβίωσε επί δέκα έτη, ασκούμενος με αξιομίμητη επιμονή, «κόπω μεν σωματικώ διημερεύων», διανυκτερεύοντας και δοξολογώντας τον Θεό, έχοντας ως ρίζα και θεμέλιο της ζωής του την ταπεινοφροσύνη και την υπακοή, πηγαίνοντας στην Εκκλησία πρώτος και αποχωρώντας τελευταίος.
Οι πνευματικοί αυτοί αγώνες εντυπωσίασαν ακόμα και τον Μέγα Ευθύμιο, ο οποίος αποκαλούσε τον άγιο Σάββα «παιδαριογέροντα» (δηλ. παιδάριο, νεαρό, με φρόνηση και σύνεση γέροντος), ενώ απέσπασαν και τον θαυμασμό όλων των συνασκητών του.

Κατά το δέκατο έτος από την είσοδό του στη Μονή του αββά Θεοκτίστου και με την άδειά του συνόδεψε ένα μοναχό, τον Ιωάννη, στην Αλεξάνδρεια όπου συνάντησε και τους γονείς του. Αυτοί προσπάθησαν να τον κρατήσουν κοντά τους, αλλά ματαίως. Ο μακάριος ασκητής αφού τους αποχαιρέτησε με συγκίνηση, επέστρεψε στον τόπο όπου αναπαυόταν πνευματικά η ψυχή του. Τότε μάλιστα εκπληρώθηκε και η επιθυμία του να τεθεί κάτω από την καθοδήγηση τού Μεγάλου Ευθυμίου, αφού ο διδάσκαλος αυτός των μοναχών τον δέχθηκε στη Λαύρα του. Επιτέλους ο ασκητής είχε την ευκαιρία να παρακολουθεί τον σοφό Γέροντα, να ακούει τα λόγια του, να μελετά τις εκφράσεις, τη στάση, την καλοκαγαθία και την κατάνυξη, προσπαθώντας μάλιστα να γίνει μιμητής του.

Ιδρυτής και ηγούμενος Μονής
Λίγα χρόνια αργότερα απεδήμησε προς Κύριον ο Μέγας Ευθύμιος. Ο άγιος Σάββας, ιδιαίτερα λυπημένος για το γεγονός, αναζήτησε νέα ασκητικά πρότυπα αρετής, αρχικά στην έρημο του Ιορδάνη. Πορευόμενος προς αυτήν συνάντησε ομάδα τεσσάρων βαρβάρων πολεμιστών, ταλαιπωρημένων από την κούραση και την πείνα. Αφού τους πλησίασε, τους πρόσφερε με αγάπη ότι φαγώσιμο είχε μαζί του, γεγονός που εντυπωσίασε εκείνους. Αργότερα, όταν ξανασυναντήθηκαν, αυτοί του ανταπέδωσαν την καλοσύνη, δίδοντάς του άρτους και χουρμάδες. Καθώς εκείνοι αποχώρησαν, ο άγιος Σάββας αναστενάζοντας μονολόγησε, όπως μας παραδίδει ο βιογράφος του: «Αλίμονο, ψυχή μου! Οι βάρβαροι αυτοί, τη μικρή μου ευεργεσία δεν την ξέχασαν κι έσπευσαν με φιλοτιμία να την ανταποδώσουν. Εμείς όμως, ενώ δεχόμαστε τόσες ευεργεσίες και αγαθά από τον Δημιουργό μας, δεν κάνουμε τίποτε ώστε να του δείξουμε την ευγνωμοσύνη μας με την εφαρμογή των εντολών του. Άραγε τι θα απολογηθούμε; Ποιά συγγνώμη θα ζητήσουμε;». Με τις σκέψεις αυτές κατανυσσόταν η ψυχή του για πολλές ημέρες.

Αφού έμεινε για σύντομο διάστημα στο κοινόβιο του Θεοκτίστου, κατόπιν και για μια πενταετία διέτριψε σ' ένα κοντινό σπήλαιο, ασκούμενος σκληρά, με την άδεια του νέου ηγουμένου Λογγίνου. Στο κοινόβιο κατέβαινε μόνο τα Σαββατοκύριακα, φέρνοντας κάθε φορά και 50 καλάθια που έπλεκε μες στην εβδομάδα. Αφού μετείχε στις λατρευτικές συνάξεις με τους άλλους μοναχούς, επέστρεφε στο σπήλαιο του, παίρνοντας μαζί του άρτο και νερό για τη νέα εβδομάδα.

Το έτος 473 άφησε το σπήλαιο του και πήγε να εγκαταβιώσει πλησίον του αγίου Γερασίμου, ενώ δεν έπαυσε να επισκέπτεται τις γύρω Μονές (στο Σαραντάριο όρος, του Προδρόμου στον Ιορδάνη και του Ιωάννου Χοζεβίτου). Αφού λοιπόν προπαρασκευάστηκε ασκητικά, απεφάσισε να συστήσει δική του Λαύρα, κατά το πρότυπο εκείνης του Μεγάλου Ευθυμίου. Πράγμα που και πάλι δεν έσπευσε να πραγματοποιήσει αμέσως. Προηγήθηκε η εγκατάστασή του κατόπιν οράματος σε απρόσιτο σπήλαιο κοντά στον χείμαρρο των Κέδρων. Αφού έμεινε σ' αυτό επί πέντε χρόνια, λόγω της φήμης της αγιότητός του, αρκετοί από τους αναχωρητές που ασκούνταν στις γύρω σπηλιές, άρχισαν από το 484 να έρχονται προς αυτόν και να τον παρακαλούν να γίνει ο χειραγωγός και Γέροντάς τους στην πνευματική ζωή. Δεν πέρασε πολύς καιρός και είχαν συναθροισθεί γύρω στους 70, ανάμεσά τους και μερικοί που αργότερα έγιναν οι ίδιοι ιδρυτές η ηγούμενοι μοναστηριών. Στον καθένα που προσερχόταν μεριμνούσε να του παραχωρηθεί κελί, ενώ άρχισε και η οικοδόμηση της Λαύρας που ίδρυσε στη δεξιά πλευρά του χειμάρρου των Κέδρων.

Σταδιακά κτίσθηκαν κελιά, ένας πύργος στις βορινές πηγές του χειμάρρου και ευκτήριος οίκος για την κοινή λατρεία, ενώ το σπήλαιο του μετέτρεψε σε ναΐσκο που ονομάστηκε «θεόκτιστος», επειδή διέσωζε «ναού Θεού τύπωμα».
Τα εγκαίνια της Λαύρας έγιναν στις 12 Δεκεμβρίου του έτους 491. Ο όσιος Σάββας ίδρυσε επίσης ένα κοινόβιο για την προετοιμασία εκείνων που επιθυμούσαν να μονάσουν άλλο κοινόβιο (των Καστελλίων) για τους γέροντες και ανίκανους προς εργασία ασκητές, καθώς και τον μεγάλο ναό, το καθολικό, αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Η Μονή αυτή, παρόλο ότι στο διάβα των 15 αιώνων από τότε γνώρισε ημέρες ακμής και παρακμής, υπέστη δηώσεις και καταστροφές, ανακαινίσεις και επεκτάσεις, σώζεται μέχρι σήμερα, η δε συμβολή της στην εδραίωση, καλλιέργεια και ανάπτυξη της μοναστικής ζωής υπήρξε τόσο σημαντική, ώστε κατά τους ειδικούς να ταυτίζεται η ιστορία της προς την ιστορία της Σιωνίτιδος Εκκλησίας, δηλαδή του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, αφού αναδείχθηκε το σπουδαιότερο μοναστικό κέντρο της Παλαιστίνης, ο πρόδρομος των άλλων μοναστηριών, η μονή της μετανοίας εκκλησιαστικών ποιητών και μελωδών, το επίκεντρο των θεολογικών και δογματικών συζητήσεων, η ασπίδα κατά επιδρομέων.

Στο μεταξύ αυξανόταν ο αριθμός των μοναχών της Λαύρας του οσίου Σάββα. Σύντομα έφτασαν τους 170. Και δυστυχώς, μερικοί από αυτούς, το έτος 486 πήγαν στο νέο Πατριάρχη Ιεροσολύμων και κατάγγειλαν τον ηγούμενο τους «ως ανίκανον περί την διακυβέρνησιν αυτών». Ο πατριάρχης Σαλλούστιος όχι μόνο δεν πίστεψε τις συκοφαντίες τους, αλλά κάλεσε τον άγιο, τον χειροτόνησε πρεσβύτερο και είπε προς τους μοχθηρούς και στασιαστές μοναχούς! «Ιδού έχετε τον πατέρα υμών και της Λαύρας της καθ' υμάς αφηγούμενον, όν Θεός άνωθεν και ουκ άνθρωπος εψηφίσατο, ημείς δε τούτο μόνον, τω Αγίω Πνεύματι χείρας εχρήσαμεν, ουκ αυτόν, αλλ' εαυτούς μάλλον ευεργετήσαντες».
(Να, έχετε τον πνευματικό σας πατέρα και ηγούμενο της Μονής σας, τον οποίο όρισε ο ουράνιος Πατέρας και όχι άνθρωπος• εμείς μόνον αυτό κάναμε, ότι τον χειροτονήσαμε επικαλούμενοι το Άγιο Πνεύμα και δεν ευεργετήσαμε αυτόν αλλά κυρίως τον εαυτό μας). Στη συνέχεια, καθώς αναφέρει Κύριλλος ο Σκυθοπολίτης, ο βιογράφος του αγίου Σάββα, αφού ο πατριάρχης συμβίβασε τους μοναχούς, μαζί με όλους πήγε στη Λαύρα και τέλεσε τα εγκαίνια του «θεόκτιστου» ναού (491), «έπειτα δε και θυσιαστήριον έπηξε».

Οργανωτής του μοναχικού βίου και πολέμιοι του Μονοφυσιτισμού
Αφού λοιπόν ο άγιος Σάββας ολοκλήρωσε την ανοικοδόμηση των κτιριακών εγκαταστάσεων και των λατρευτικών οίκων, «περί την επιμέλειαν εξής των αδελφών εποιείτο».
Έριξε το κύριο βάρος του έργου του στην πνευματική καλλιέργεια των μοναχών. Όντας μάλιστα ευφυής και έχοντας συσσωρεύσει πλούσια ασκητική πείρα, φερόταν προς τους ασκούμενος αδελφούς με πολύ μεγάλη φρόνηση και διάκριση. Άλλους παρακαλούσε, άλλους νουθετούσε, κάποιους επιτιμούσε, και όλους γενικά προετοίμαζε να αντιμετωπίζουν με γενναιότητα τις παγίδες του πονηρού, να μη δείχνουν μικροψυχία στις δυσκολίες της ερημικής ζωής, να μην αθυμούν αλλά να αντλούν θάρρος από την ελπίδα των μελλόντων. Με αυτά και άλλα παρόμοια παραινώντας τους μαθητές του, τους βοηθούσε να αναδεικνύονται ανώτεροι των περιστάσεων και να θεωρούν εύκολο τον αγώνα για την απόκτηση της αρετής.

Για την αντιμετώπιση των δυσκολιών που ταλαιπωρούσαν υπέρμετρα τους μοναχούς προσευχόταν και ζητούσε λύση εκ μέρους του Θεού. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο βιογράφος του το έξης; Οι μοναχοί στενοχωρούνταν και κουράζονταν, διότι έπρεπε να μεταφέρουν στη Μονή νερό από πολύ μακρινή πηγή. Μην αντέχοντας ο μακάριος εκείνος άνθρωπος να τους βλέπει λυπημένους, ένα βράδυ προσευχήθηκε θερμότατα στον Θεό με τούτα τα λόγια: «Δέσποτα Κύριε, Θεέ μας• αν είναι μέσα στο σχέδιο της θείας και σοφής σου οικονομίας, αν ευαρεστείται η χάρη σου και θέλεις να κατοικηθεί ο τόπος τούτος και να γεμίσει με άντρες που σέβονται το όνομά σου, εσύ ρίξε μας το σπλαχνικό σου βλέμμα και κάνε να πηγάσει για την αναψυχή μας νερό εδώ κοντά». Και, ω του θαύματος, ανέβλυσε από τα σπλάχνα της γης νερό, που έκτοτε και μέχρι σήμερα ρέει στο μέσον της Λαύρας, «μήτε θέρους ελλείπον»

Ιδιαίτερη μέριμνα και σοφία επέδειξε ο άγιος Σάββας κατά τον διακανονισμό των σχέσεων των Ελλήνων μοναχών προς τους, σχετικά λίγους, Αρμένιους και Ίβηρες που εγκαταβιούσαν στη Λαύρα του. Στους μεν Αρμένιους παρεχώρησε για να κατοικούν το παλαιό κελί του με τον παρακείμενο ευκτήριο οίκο και τους επέτρεψε να ψάλλουν τις Ακολουθίες στην αρμενική γλώσσα. Το ίδιο έπραξε, ως προς την ψαλμωδία, και με τους Ίβηρες. Επειδή όμως ο Τρισάγιος ύμνος είχε νοθευθεί από τους Μονοφυσίτες στις δύο αυτές γλώσσες, ο άγιος Σάββας καθόρισε ο ύμνος να ψάλλεται από όλους μόνο στην ελληνική.

Μιμούμενος το πρότυπο του, τον Μέγα Ευθύμιο, ο άγιος μας καθιέρωσε, «μικρόν τι περί τον καιρόν εξαλλάττων» την 20η Ιανουαρίου να απομακρύνεται από τη Λαύρα, να πηγαίνει σε τελείως έρημη τοποθεσία, και να περνάει τις ημέρες της νηστείας, «αθέατος τω παντί μένων και ανομίλητος», μέχρι την εορτή των Βαΐων.

Μερίμνησε επίσης για την στοιχειώδη εξασφάλιση της συντήρησης των μοναχών, κυρίως αξιοποιώντας τη δωρεά της μητέρας του: Όταν πέθανε ο πατέρας του στην Αλεξάνδρεια, η μητέρα του Σοφία, ελκυόμενη «ισχυρώς» από «την του παιδός φημην», πούλησε τη μεγάλη περιουσία και έσπευσε κοντά στο γιο της, τον άγιο Σάββα, «συχνόν τι χρυσίον επαγομένη» (μεταφέροντας αρκετό χρυσάφι, από την πώληση της περιουσίας). Εκείνος την έπεισε να απαρνηθεί τον κόσμο για να λάβει την «πρέπουσαν αντιμισθίαν» στον ουρανό. Λίγο αργότερα πέθανε και εκείνη και ο άγιος μας την έθαψε χριστιανοπρεπώς, τα δε χρήματά της «καθοσιοί τω Θεώ», δηλαδή τα διέθεσε για την διαμόρφωση κήπων στη Λαύρα, την ανέγερση στην Ιεριχώ ξενώνος, την αγορά άλλου ξενώνος κοντά στον πύργο του Δαβίδ (Ιεροσόλυμα) κ.λπ., στους οποίους φιλοξενούνταν προσκυνητές και περιθάλπονταν ασθενείς.

Η μακρά πείρα και η αγιότης του βίου ανέδειξαν τον άγιο Σάββα σε πραγματικό νομοθέτη του αναχωρητικού βίου στην Παλαιστίνη και όλων εκείνων που επέλεγαν να ζουν σε κοινόβια, έργο στο οποίο πρόσφερε τα μέγιστα και ο σύγχρονος του άγιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης (424-529).Η συμβολή των δύο αυτών οσίων, όπως και του άλλου συγχρόνου τους Μεγάλου Ευθυμίου, ανύψωσε την Εκκλησία των Ιεροσολύμων σε περίοπτη θέση, τα δε ονόματά τους συνδέθηκαν με τα γεγονότα της χρυσής εποχής της, κυρίως στον τομέα της υπερασπίσεως της Ορθοδοξίας.

Την περίοδο αυτή (τέλος 5ου αρχές 6ου αιώνος) η Εκκλησία του Χριστού ταλανιζόταν ακόμα από τους Μονοφυσίτες. Συνεπής και δυνατός υπέρμαχος της δογματικής αλήθειας υπήρξε και ο άγιος Σάββας. Όταν, για παράδειγμα, στα χρόνια της βασιλείας του Αναστασίου γινόταν σφοδρή πολεμική κατά των αποφάσεων της Δ΄ οικουμενικής Συνόδου (Χαλκηδόνα, 451) και υποστηριζόταν οι αιρετικές διδασκαλίες του Διοσκόρου και του Σεβήρου, εξορίστηκε δε ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Ηλίας και μερικοί κληρικοί φυλακίσθηκαν, ο άγιος Σάββας, παρόλο που ήταν ήδη 70 χρονών, πήγε στην Κωνσταντινούπολη (το 512) ως πρέσβυς υπέρ της διωκόμενης Εκκλησίας και του πατριάρχη.
Ενώ στην αρχή ο αυτοκράτορας ήταν σκληρός και αμετάπειστος, στο τέλος κάμφθηκε από τα επιχειρήματα του αγίου και την όλη ηθική του παράσταση επανέφερε στον πατριαρχικό θρόνο τον Ηλία και ελευθέρωσε τους κληρικούς.

Είκοσι σχεδόν χρόνια αργότερα, υπερήλικας πλέον, χρειάστηκε να μεταβεί εκ νέου στην πρωτεύουσα Πόλη, ως απεσταλμένος του πατριάρχη Πέτρου (το 531), για να υποστηρίξει εκκλησιαστικά και άλλα ζητήματα. Ήταν μάλιστα η φήμη της σοφίας και αγιότητός του τόσο διαδεδομένη και στην Κωνσταντινούπολη, ώστε και ο ίδιος ο αυτοκράτορας, ο μέγας Ιουστινιανός, «περιχαρής γεγονώς, τους βασιλικούς δρόμωνας απέστειλεν εις συνάντησιν αυτού...». Ο ίδιος έσπευσε, προσκύνησε τον άγιο Σάββα και με χαρά και δάκρυα φίλησε τη θεία του κεφαλή και αφού ευλογήθηκε από τον άγιο, δέχθηκε από τα χέρια του τα αιτήματα της Παλαιστίνης στη συνέχεια τον έπεισε να πάει μαζί του στα ανάκτορα και να ευλογήσει και την αυγούστα Θεοδώρα.

Το μακάριο τέλος
Επιστρέφοντας στη Λαύρα του πλησίαζε και στο τέλος της επίγειας ζωής του. Ήταν ήδη 93 ετών. Την 5η Δεκεμβρίου του έτους 532 εκοιμήθη εν Κυρίω. Την εξόδιο Ακολουθία του τέλεσε ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Πέτρος, συμπαραστατούμενος από πολλούς επισκόπους, ενώ πλήθος μοναχών και λαϊκών παρακολουθούσε τον πρόσκαιρο αποχωρισμό. Το τίμιο λείψανο του κατατέθηκε «εν τη μεγίστη Λαύρα μεταξύ των δύο εκκλησιών », στο σημείο όπου είχε αξιωθεί πριν από χρόνια να δει «τον στύλον του πυρός».

Όταν το 548, 16 χρόνια μετά την ταφή του, ανοίχθηκε ο τάφος για να ενταφιασθεί και ο ηγούμενος Κασσιανός, οι μοναχοί διεπίστωσαν ότι η σορός του αγίου ήταν σώα και αδιάφθορη. Γράφει ο βιογράφος του «... εύρον το σώμα του θείου πρεσβύτου σώον και αδιάλυτον πεφυλαγμένον• και θαυμάσας εδόξασα τον Θεόν τον δοξάσαντα τον δούλον αυτού και τη αφθαρσία τιμήσαντα αυτόν προ της κοινής αναστάσεως και καθολικής».

Αργότερα το αδιάφθορο λείψανο του αγίου Σάββα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά την περίοδο της Λατινοκρατίας (13ος αιώνας) κάποιος Ενετός το έκλεψε και το πήγε στη Βενετία όπου φυλασσόταν ακέραιο στον εκεί ιερό ναό του Αγίου Αντωνίου, μέχρι το έτος 1965, όποτε ανακομίσθηκε στην Ιερά Μονή του.

Στίχος
Ψυχὴν ὄπισθεν τοῦ Θεοῦ κολλῶν πάλαι, Ἔμπροσθεν αὐτοῦ νῦν παρίσταται Σάββας. Θεσπεσίοιο πόλου πέμπτῃ Σάββας ἐντὸς ἐσήχθη.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. δ’
Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς, τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας· καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας· καὶ γέγονας φωστήρ, τῇ
οἰκουμένῃ λάμπων τοῖς θαύμασι, Σάββα Πατὴρ ἡμῶν Ὅσιε, Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἠμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης
Tῶν ὁσίων ἀκρότης καὶ ἀγγέλοις ἐφάμιλλος ὡς γὰρ ἡγιασμένος ἐδείχθης ἐκ παιδός, Σάββα ὅσιε. Οὐράνιον γὰρ βίον ἀπελθῶν, πρὸς ἔνθεον ζωὴν χειραγωγεῖς διὰ λόγου
τε καὶ πράξεως ἀληθοῦς, τοὺς πίστει ἐκβοῶντας σοι. Δόξα τῷ δεδοκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ
Ὡς ἀπὸ βρέφους τῷ Θεῷ θυσία ἄμωμος, προσενεχθεὶς δι᾽ ἀρετῆς, Σάββα μακάριε, τῷ σε πρὶν γεννηθῆναι ἐπισταμένῳ· ἐχρημάτισας Ὁσίων ἐγκαλλώπισμα, πολιστής τε
τῆς ἐρήμου ἀξιέπαινος· διὸ κράζω σοι, Χαίροις Πάτερ ἀοίδιμε.
Πηγή: http://xristianos.gr

Σελίδα 1 από 2