HeadShort.png

12/7 Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (1924 - 1994)


Βιογραφία
Ο Όσιος πατήρ Παΐσιος ο Αγιορείτης γεννήθηκε από ευλαβείς γονείς, τον Πρόδρομος και την Ευλαμπία Ενζεπίδη, στα Φάρασα της Καππαδοκίας στις 25 Ιουλίου του 1924 μ.Χ., λίγες μέρες πριν από τη φυγή των Φαρασιωτών από την πατρώα γη για την Ελλάδα. Στη βάπτισή του, ο Όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης (βλέπε 10 Νοεμβρίου), ο πλήρης ημερών και αγιότητος βίου κοσμούμενος ιερέας των Φαράσων, τον ονόμασε Αρσένιο, «για να τον αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είπε.

Στην Ελλάδα, η οικογένεια του μικρού Αρσενίου εγκαταστάθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, όπου ο ίδιος πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Γαλουχούμενος με τις διηγήσεις για το θαυμαστό βίο του Αγίου Αρσενίου, έλεγε ότι θα γίνει μοναχός από την ηλικία των 5 ετών! Και αφού έμαθε να διαβάζει, αγαπημένη του ασχολία υπήρξε η ανἀγνωση των βίων των Αγίων, των οποίων εμιμείτο τους ασκητικούς αγώνες με θερμό ζήλο.

Μετά από τις εγκύκλιες σπουδές του δε θέλησε να συνεχίσει στα γράμματα, αλλά προτίμησε να μιμηθεί το Χριστό και μαθήτευσε στην τέχνη του ξυλουργού, την οποία άσκησε με επιμέλεια και δεξιοσύνη. Στην ηλικία των 15 ετών αξιώθηκε της θέας του Κυρίου, για ένα μόνο φιλότιμο λογισμό, μέσω του οποίου απέκρουσε μία δαιμονική προσβολή του πειρασμού της απιστίας. Από τότε φούντωσε μέσα του ακόμη περισσότερο η φλόγα της αγάπης του Θεού και ο πόθος για τη μοναχική ζωή.

Ακολούθησαν καιροί ταραχής και αναστάτωσης για την Ελλάδα, λόγω της ξένης Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου. Ο Όσιος όμως, τόσο ως πολίτης όσο και ως στρατιώτης κατά τη θητεία του (1945 - 1949 μ.Χ.), επέδειξε απαράμιλλο θάρρος και αυτοθυσία. Ήταν πρόθυμος να δώσει κάθε στιγμή και τη ζωή του ακόμα για τη σωτηρία των άλλων. Ευρισκόμενος μάλιστα συχνά μέσα στον καταιγισμό των φονικών πυρών, συνέβη να σώσει με τις θερμές προσευχές του πολλούς στρατιώτες, αλλά να σωθεί και ο ίδιος με τρόπο θαυμαστό.

Επειδή το μεγαλύτερο διάστημα της στρατιωτικής του θητείας το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή, πολλές εκδόσεις αφιερωμένες στη ζωή του Γέροντα τον αναφέρουν ως «Ασυρματιστή του Θεού». Μάλιστα, ο Γέροντας φέροντας ως παράδειγμα την ειδικότητα του στον στρατό, απάντησε σε κάποιον που αμφισβητούσε τη χρησιμότητα της μοναχικής ζωής ότι οι μοναχοί είναι «ασυρματιστές του Θεού», εννοώντας την θερμή τους προσευχή και την έγνοια τους για την υπόλοιπη ανθρωπότητα.

Ύστερα και από αυτές τις περιπέτειες, θέλησε να καταταγεί στο αγγελικό τάγμα των μοναχών, με τα φτερά που δίνει ο θείος έρωτας. Έτσι, μετέβη στο Άγιο Όρος, αναζητώντας έναν οδηγό για τη ζωή της κατά Θεόν ησυχίας. Δεν κατάφερε όμως να εκπληρώσει αμέσως τον πόθο του. Παράλληλα, οι δικοί του βρέθηκαν την ίδια περίοδο σε μεγάλη οικονομική δυσκολία, οπότε τον κάλεσαν να τους βοηθήσει. Έτσι, επέστρεψε στην Κόνιτσα και εργάστηκε ως μαραγκός. Μετά από 3 χρόνια όμως (1953 μ.Χ.), σε ηλικία 29 ετών πλέον, εγκατέλειψε τα πράγματα του κόσμου και επέστρεψε στην Αθωνική Πολιτεία.

Αφού περιήλθε σκήτες και καλύβες, ακολούθησε τελικά τη συμβουλή ενός σεβάσμιου γέροντα και εντάχθηκε στην αδελφότητα της Ιερά Μονή Εσφιγμένου, γνωστής τότε για την αυστηρή της τάξη. Εκεί έζησε μέσα στην ολοτελή υπακοή και επιδόθηκε σε υπέρμετρη άσκηση, υπερβάλλοντας σε κόπους για χάρη του Χριστού και των αδελφών του. Έτσι, στις 27 Μαρτίου 1954 μ.Χ. εκάρη μοναχός. Έλαβε ρασοευχή και το όνομα Αβέρκιος. Έχοντας όμως άσβεστο μέσα του τον πόθο για τον ησύχιο και απράγμονα βίο, πήρε την ευλογία του Ηγουμένου και πήγε να μονάσει στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, που ήταν τότε σε κατάσταση ιδιόρρυθμη. Εκεί προετοιμάστηκε για τη ζωή του ερημίτη, κάτω από την καθοδήγηση ενός διακριτικού και σοφού γέροντα, του γέροντα Συμεών. Στις 12 Μαρτίου 1956 μ.Χ., εκάρη μικρόσχημος μοναχός και έλαβε το όνομα «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του.

Τον Αύγουστο του 1958 μ.Χ., υπακούοντας σε θεία βουλή, δεν εγκαταστάθηκε στην έρημο, για την οποία προετοιμαζόταν, αλλά στην κατεστραμμένη Ιερά Μονή της Παναγίας του Στομίου, που βρίσκεται κοντά στην Κόνιτσα. Σε αυτήν έζησε 4 χρόνια, ζώντας ισάγγελο βίο, παλεύοντας με τους πειρασμούς, ευεργετώντας τους ανθρώπους της περιοχής, σώζοντας πολλούς από τις διδασκαλίες των προτεσταντικών ομάδων που δρούσαν εκεί, και ανακαινίζοντας με πολύ μόχθο το Μοναστήρι.

Τo 1962 μ.Χ., όταν και ολοκληρώθηκε το έργο της ανακαίνισης και ο κίνδυνος από τις ετερόδοξες ομάδες εξέλιπε, ο Όσιος παρακαλούσε μέσα στους πειρασμούς, που καθημερινά τον πολιορκούσαν, θερμά το Θεό να του δείξει το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει. Έτσι, δέχθηκε ως θεόσταλτη την πρόσκληση κάποιου ιεροδιακόνου να τον συνοδεύσει στο θεοβάδιστο Όρος του Σινά. Πάνω σε κείνον τον άνυδρο και ξερό τόπο, στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, έζησε επιτέλους αυτό που χρόνια ποθούσε, την προς Θεόν μόνωση.

Αγωνιζόμενος με πολλή ταπείνωση, διαρκή νηστεία, ακατάπαυστη αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή, κατάφερε να υπερνικήσει τις παγίδες του μισόκαλου εχθρού, και να απολαύσει την ένωση με το Θεό. Γεμάτος από τη χάρη της θείας παρακλήσεως, απολάμβανε την κατά Θεόν ευφρόσυνη μέσα στο καμίνι της απαράκλητης ερήμου. Έγινε μάλιστα ιδιαίτερα αγαπητός στους Βεδουίνους, δίνοντάς τους τρόφιμα με χρήματα από την πώληση στους προσκυνητές ξύλινων σταυρών που έφτιαχνε ο ίδιος.

Δεν θα υπήρχε, έτσι, κανένας λόγος να εγκαταλείψει το στάδιο εκείνο της αρετής, εάν – φεύ! – δεν ενέσκηπτε η σωματική ασθένεια από το τραχύ κλίμα, η οποία τον ανάγκασε να επιστρέψει στην κατά σάρκα πατρίδα του. Επανερχόμενος στο Άγιο Όρος το 1964 μ.Χ., δεν ελάττωσε το πλήθος των ασκητικών αγώνων του, παρά την καταβολή του σώματος, καθώς στο πνεύμα διατηρούσε την πρότερη ζέση του. Ζώντας λοιπόν ως ξένος και παρεπίδημος στη γη, έφτασε να γίνει πολίτης του ουρανού.

Έχοντας, συνεπώς, την πράξη ως την «επίβασιν» της θεωρίας, έφτασε σε υψηλά μέτρα και έγινε κοινωνός θείων μυστηρίων. Εντρύφησε έτσι και στην ωραιότητα του Κυρίου, ενώ επιπλέον έτυχε και της Θεομητορικής ευλογίας. Συνομίλησε με αγίους που εμφανίστηκαν μπροστά του, βίωσε την όραση του Άγγελου Φύλακά του, άκουσε αγγελικούς ύμνους και καταυγάσθηκε από το ουράνιο φως.

Το 1966 μ.Χ. ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ελλάδας (Νοσοκομείο Παπανικολάου). Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μ.Χ. μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου (Βλάχικα).

Στις 12 Αυγούστου 1968 μ.Χ. ο Όσιος Παΐσιος, εισήλθε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα και μόνασε στο κελί του Τιμίου Σταυρού.

Το 1979 μ.Χ. αφήνει τον Τίμιο Σταυρό και αναζητώντας κελί πηγαίνει στην εγκαταλελειμμένη «Παναγούδα». Εκεί ο Όσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.

Σε όλη αυτήν την καθημερινή κούραση του γέροντος Παϊσίου έρχονται να προστεθούν και τα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του οι πόνοι από τις διάφορες αρρώστιες όπως κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά, βουβωνοκήλη και κυρίως από τον καρκίνο που του είχε διαγνωσθεί, γίνονταν όλο και περισσότεροι. Παρ' όλ' αυτα όμως αυτός ήταν ήρεμος και υπέμενε χωρίς να διαμαρτύρεται καθόλου. Αντιθέτως συνέχιζε να προσεύχεται για όλους.

Μετά το 1993 μ.Χ. παρουσίαζε αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Το Νοέμβριο του ίδιου έτους βγήκε για τελευταία φορά από το Άγιον Όρος και πήγε στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί έμεινε για λίγες μέρες και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Θεαγένειο, όπου έγινε διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Θεώρησε τον καρκίνο εκπλήρωση αιτήματός του προς το Θεό και ωφέλιμο για την πνευματική του υγεία. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 μ.Χ. χειρουργήθηκε. Παρότι η ασθένεια δεν έπαυσε, αλλά παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ, ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.

Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Κοιμήθηκε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 μ.Χ. και ώρα 11:00 και ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης.

Στις 13 Ιανουαρίου 2015 συνήλθε η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπόλεως και αποφάσισε την κατάταξη του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου έχει ως εξής:

«Συνῆλθεν, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τακτικήν συνεδρίαν αὐτῆς σήμερον, Tρίτην, 13ην Ἰανουαρίου 2015, πρός ἐξέτασιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων θεμάτων.

Κατ᾿ αὐτήν, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος: α) ὁμοφώνως ἀποδεχθεῖσα εἰσήγησιν τῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς ἀνέγραψεν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τόν μοναχόν Παΐσιον Ἁγιορείτην καί β) προτάσει τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, διά ψήφων κανονικῶν ἐξελέξατο παμψηφεί τόν Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτην κ. Εἰρηναῖον Ἀβραμίδην, διακονοῦντα ἐν Παρισίοις, Βοηθόν Ἐπίσκοπον παρά τῷ Σεβασμιωτάτῳ Μητροπολίτῃ Γαλλίας κυρίῳ Ἐμμανουήλ, ὑπό τόν τίτλον τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Ρηγίου.

Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 13ῃ Ἰανουαρίου 2015
Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου»


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α ́. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῶν Φαράσων τὸν γόνον, καὶ τοῦ Ἄθωνος κλέϊσμα, καὶ τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος ὁσίων, μιμητὴν καὶ ἰσότιμον, Παΐσιον τιμήσωμεν πιστοί, τὸ σκεῦος χαρισμάτων τὸ μεστόν, ὡς φυλάσσοντα ἐκ πάντων τῶν λυπηρῶν, τοὺς πίστει ἀνακράζοντας, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ ́. Θείας πίστεως.
Ὥσπερ ἄγγελος, φανεὶς ἐν κόσμῳ, ἐν τοῖς ἔτεσι, τοῖς τελευταίοις, χριστομίμητε Παΐσιε ὅσιε, ἀσκητικῶς γὰρ βιώσας ἐν Ἄθωνι, ὡς παμφαέστατος ἥλιος ἔλαμψας, καὶ κατηύγασας, πιστῶν τὰ πλήθη τῇ χάριτι, τοῖς ῥήμασι σημείοις καὶ τοῖς θαύμασι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ ́. Ταχὺ προκατάλαβε.
Παΐσιε γέγονας, τῶν ἀσκητῶν ἡ κρηπίς, τοῦ Ἄθωνος κλέϊσμα, καὶ Σουρωτῆς ὁ τροφός, Κονίτσης τὸ καύχημα, σὺ γὰρ ἐπὶ τὰ ἴχνη, Ἀρσενίου ὁδεύσας, εἴληφας χαρισμάτων, τὴν πληθὺν Παρακλήτου, ἀφθόνως τοῖς σὲ τιμῶσιν, παρέχων τὰ πρόσφορα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α ́. Τὸν Συνάναρχον Λόγον.
Τὸν πανεύφημον ἄνδρα, τοῦ ὄρους Ἄθωνος, τὸν ἐπ' ἐσχάτων τῶν χρόνων, καθάπερ φάος λαμπρόν, τὴν σκοτίαν τῶν πιστῶν διασκεδάσαντα, καὶ νοσήματα ψυχῶν, καὶ σαρκὸς ἐπιφοράς, ἰώμενον ὑπὲρ φύσιν, τῆς προοράσεως λύχνον, νέον Παΐσιον τιμήσωμεν.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ ́. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Ἁγίου Ὄρους ἀσκητὴν τὸν περιάκουστον, καὶ Ἐκκλησίας τὸν φωστῆρα τὸν νεόφωτον, ἐπαινέσωμεν ἐν ὕμνοις ὁλοκαρδίως, ποδηγῶν γὰρ τοὺς πιστοὺς πρὸς βίον ἄριστον, ποταμῶν τῶν δωρημάτων τούτους ἔπλησας, διὸ κράζουσι· Χαίροις πάτερ Παΐσιε.

Κάθισμα
Ἦχος α ́. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Τῇ χάριτι Χριστοῦ, ὡς οἱ πάλαι Πατέρες, συνέζησας σεμνέ, τοῖς ἀλόγοις θηρίοις, καὶ φίλος ἐτέλεσας, πτερωτῶν καὶ τῶν ὄφεων, ὅθεν ἅπαντες, οἱ σὲ εἰδόντες θεόφρον, ἐξεπλάγησαν, καὶ Παντοκράτορα Λόγον, ἀνύμνησαν Ὅσιε.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος γ ́. Τὴν ὡραιότητα.
Τὸν πολυθαύμαστον, σεμνὸν Παΐσιον, τὸν καθαιρέσαντα, ὀφρὺν τοῦ δράκοντος, καὶ ἡδονὰς τὰς σαρκικάς, συντρίψαντα τῇ ἀσκήσει, Ἄθωνος τὸ κλέϊσμα, καὶ Φαράσων ἐκβλάστημα, τὸν εὐεργετήσαντα, πολυτρόπως τοῖς θαύμασι, τὰ πλήθη τῶν πιστῶν ὀρθοδόξων, πάντες τιμήσωμεν ἐνθέως.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ ́. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τῆς νεότητος ὤφθης παιδαγωγός, καὶ ἀκέστωρ ἀνθρώπων ναρκομανῶν, τοῖς σχοῦσι δυσίατα, πορνικὰ ἁμαρτήματα, ταῖς σαῖς εὐχαῖς ἐφάνης, θεράπων πανάριστος, καὶ ἐκ τῶν ἐκζητούντων, ὁδὸν τὴν σωτήριον, Πάτερ ἐπεγνώσθης, ἀκριβὴς ποδηγέτης, καὶ πάντων Παΐσιε, βακτηρία γεγένησαι, ἀσκητὰ θεοφώτιστε, διὸ ἐν Σουρωτῇ οἱ πιστοί, τὸν σὸν τάφον, προσκυνοῦντες χαίρουσι, καὶ σεμνῶς τὴν σὴν μνήμην, κατὰ χρέος προσμέλπουσι.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ ́.Ταχὺ προκατάλαβε.
Εὐχῆς ἐργαστήριον, ἡ σὴ ἁγία ψυχή, Παΐσιε γέγονε, τῇ συνεχεῖ προσευχῇ, καὶ θείαις δεήσεσι, σὺ γὰρ μακροχρονήσας, ἐν τῇ κέλλῃ σου πάτερ, ὤφθης καθάπερ στήλη, φωτεινὴ ἱκετεύων, Χριστὸν τὸν πάντων κτίστην, καὶ παντοκράτορα.

Ὁ Οἶκος
Ἄγγελος ὥσπερ ἄλλος, ἐν ἐσχάτοις τοῖς χρόνοις, Παΐσιε ἐφάνης ἐν Ἄθῳ, ὁσίως γὰρ ζήσας ἐν γῇ, ἀσκητῶν τῶν ἀρχαίων ἰσοστάσιος, ἐφάνης τοῖς συνοῦσί σοι, βοῶσί σοι θερμῶς τοιαῦτα·

Χαῖρε Φαράσων ὁ θεῖος γόνος·
χαῖρε τοῦ Ἄθωνος μέγας ὄλβος.

Χαῖρε τῆς Κονίτσης τὸ ἔνθεον καύχημα·
χαῖρε Σουρωτῆς κοινοβίου καλλώπισμα.

Χαῖρε βρύσις ἡ πολύκρουνος ὑπὲρ φύσιν δωρεῶν·
χαῖρε ῥεῦμα ἀκατάσχετον ἰαμάτων σωστικῶν.

Χαῖρε ὅτι κλεΐζεις τὴν Μονὴν Ἐσφιγμένου·
χαῖρε ὅτι οἰκεῖς ἐν τῷ ὄρει Σιναίου.

Χαῖρε βροτῶν ἀτύφων ὁ ἔξαρχος·
χαῖρε πολλῶν χαρίτων ὁ κάτοχος.

Χαῖρε δεινῶς ἀλγουμένων ὁ ῥύστης·
χαῖρε ἀνδρῶν μοναστῶν ὑποφήτης.

Χαίροις πάτερ Παΐσιε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῶν Φαράσων θεῖος βλαστός, Ἄθωνος τοῦ Ὄρους περιάκουστος ἀσκητής, χαίροις τῆς Ἑλλάδος ὁ φωτιστὴς ὁ νέος, Παΐσιε τῶν νέων μέγιστε σύμμαχε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Χαίροις ὁ διδάσκαλος Σουρωτῆς, τοῦ Σιναίου ὄρους ὁ σεμνότατος ἀσκητής, χαίροις ἐν Κονίτσῃ τῶν συμπατριωτῶν σου, κατοίκων ὄντως τύπος Πάτερ πρὸς μίμησιν.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Ἄνδρας καὶ γυναῖκας ναρκομανεῖς, καὶ πληθὺν ἀνθρώπων, δαιμονώντων ταῖς σαῖς λιταῖς, καὶ τοὺς ἀσθενοῦντας, πολυειδῶς θεόφρον, Παΐσιε μὴ παύσῃ, σώζων ἑκάστοτε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Μοναζόντων ὅσιε τὸν χορόν, ταῖς ἱκετηρίαις, πρὸς Δεσπότην διηνεκῶς, ὅσιε βοήθει, ὡς παῤῥησίαν ἔχων, Παΐσιε κρατίστην, θεομακάριστε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Ἔχοντες ὡς μέγιστον θησαυρόν, τὸν σὸν τάφον Πάτερ, ἀρυόμεθα οἱ πιστοί, δύναμιν καὶ θάρσος, ἐν τοῖς δεινοῖς τοῦ βίου, Παΐσιε παμμάκαρ, ἄνερ τῆς χάριτος.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Πάτερ ὁσιώτατε τοὺς βροτούς, τοὺς ὑμνολογοῦντας, πολιτείαν σου τὴν σεπτήν, τῇ ἐπισκοπῇ σου, προστάτευσον ἐκ βλάβης, βελίαρ τοῦ ἀρχαίου, τοῦ πολεμήτορος. Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων.

www.saint.gr

8/7 Βίος του Αγίου Προκοπίου

Αρχική » Ερωτήσεις - Απαντήσεις » Γιατί στην τελετή του Γάμου μνημονεύεται ο Άγιος Προκόπιος; (8 Ιουλίου – βίος, απολυτίκιο)
Γιατί στην τελετή του Γάμου μνημονεύεται ο Άγιος Προκόπιος; (8 Ιουλίου – βίος, απολυτίκιο)

Ο άγιος Προκόπιος παρουσιάζεται κατά το όνομα του, ως τρόπον τινά η ενσάρκωση της προκοπής και ευχή για προκοπή. Ότι λέγεται με λόγια στην τελευταία ευχή ευλογίας.

«Ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνέυμα, η Παναγία Τριάς…παράσχοι υμίν…προκοπήν βίου και πίστεως…», λέγεται στην απόλυση με ένα εποπτικότερο και λαϊκότερο τρόπο, με την μνημόνευση της Προκοπής του αγίου.

Μας ξενίζει ίσως το λαϊκότροπο του πράγματος, αλλά η θεία λατρεία δεν είναι αμέτοχη του λαϊκού αυτού στοιχείου. Δεν προορίζεται μόνον για τους λογίους, αλλά και για τον πολύ λαό του Θεού. Υπάρχει περιθώριο να το δουν οι λογιότεροι με περισσότερη συμπάθεια και κατανόηση.
Εξ άλλου η περίπτωση του αγίου Προκοπίου είναι ιδιάζουσα και και ιδιαίτερα εντυπωσιακή. Κατά το συναξάριο του, το όνομα «Προκόπιος» του ΄δωσε ο Κύριος κατά την εμφάνιση Του σ’αυτόν κατά την διάρκεια του μαρτυρίου του:»Ουκ ετι συ Νεανίας (αυτό ήταν το όνομα του μάρτυρος), αλλά Προκόπιος έτη φερωνύμος καλούμενος. Ίσχυε τοιγαρούν και ανδρίζου, προκόπτων γαρ προκόψεις…»
Από τους ιερούς υμνογράφους εγκωμιάζεται ως «προκόπτων εν Θεώ» (δοξαστικό αίνων) ή «τη πίστει προκόπτων» (κοντάκιο-οίκος) ή «φερωνύμος προκόπτων» (εξαποστειλάριο). Στο πρώτο δε ιδιόμελο των στιχηρών των αίνων, χαρακτηριστικά συσχετίζεται προς την προκοπή των πιστών:»ως προκόπτων εν Θεώ, πάντας πρέσβευε, αθλοφόρε, προκόπτειν εν αυτή…εν θεαρέστοις οδοίς και θείαις πράξεσιν ευαρεστούντας αυτώ» Ειδικά δηλαδή στο να θεωρηθεί ο άγιος Προκόπιος ταυτόσημος με την προκοπή συντρέχουν όλοι οι ανωτέρω λόγοι: το όνομα του, το συναξάριο του, η λαϊκή ευσέβεια και η ιερή υμνογραφία…

Ι.Μ. Φουντούλη: «Απαντήσεις εις Λειτουργικάς Απορίας»
Βίος Αγίου Προκοπίου

Ο Άγιος Προκόπιος, έζησε και μεγάλωσε στην Ιερουσαλήμ τα χρόνια που αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Διοκλητιανός. Ο πατέρας του, ο Χριστοφόρος, ήταν ευσεβής άνθρωπος, σε αντίθεση με την μητέρα του που πίστευε στα είδωλα. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του τον πήγε στον αυτοκράτορα, ο οποίος τον έκανε ηγεμόνα της πόλης των Αλεξανδρέων και του έδωσε εντολή να καταδιώκει και να βασανίζει τους χριστιανούς. Έτσι ο Προκόπιος ξεκίνησε για την Αλεξάνδρεια. Κατά την πορεία του όμως, ξαφνικά άρχισαν να πέφτουν αστραπές και βροντές και ταυτόχρονα άκουσε φωνή να τον καλεί με το όνομά του, που τον απειλούσε με θάνατο επειδή θα κατεδίωκε τους χριστιανούς και ταυτόχρονα και τον Αληθινό Θεό. Μετά από αυτό το γεγονός ο Προκόπιος παρακάλεσε Εκείνον πού του μιλάει να του φανερωθεί περισσότερο για να δει ποίος είναι. Τότε εμφανίστηκε μπροστά του ένας Σταυρός από κρύσταλλο και ακούστηκε μία φωνή να του λέει: «Εγώ είμαι ο Εσταυρωμένος Υιός του Θεού». Μετά από αυτό το θαύμα πίστευσε και έγινε χριστιανός. Λίγο αργότερα επιστρέφοντας από νικηφόρα αποστολή, η μητέρα του προσπάθησε να τον πείσει να θυσιάσει στα είδωλα. Κατάλαβε όμως ότι είχε γίνει χριστιανός και τον πρόδωσε στον αυτοκράτορα. Εκείνος διέταξε τον ηγεμόνα της Καισάρειας Ουλκιο να τον ανακρίνει. Αυτός τον χτύπησε πολύ μέχρι λιποθυμίας και μετά τον έκλεισε στην φυλακή. Με την χάρη του Κυρίου όμως οι πληγές επουλώθηκαν και απελευθερώθηκε από τα δεσμά. Στη συνέχεια οδηγήθηκε στον ναό των ειδώλων όπου με την προσευχή του κατάφερε και συνέτριψε τα είδωλα. Το θαύμα αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πιστεύσουν σ’ αυτόν πολλοί ανάμεσα τους και η μητέρα του. Αμέσως δόθηκε εντολή να αποκεφαλιστούν όλοι όσοι είχαν πιστεύσει. Μετά από αυτό, δόθηκε εντολή να γίνουν φρικτά βασανιστήρια στον Προκόπιο. Ο Άγιος υπέμενε με πάρα πολύ μεγάλη καρτερία όλα αυτό και μάλιστα κατάφερνε να τα ξεπερνά με την βοήθεια του Θεού. Τέλος δόθηκε εντολή να τον αποκεφαλίσουν και έτσι παρέλαβε το στεφάνι της αιωνίου ζωής.

Εορτάζουμε τη μνήμη του στις 8 Ιουλίου.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀγρευθεὶς οὐρανόθεν πρὸς τὴν εὐσέβειαν, κατηκολούθησας χαίρων ὥσπερ ὁ Παῦλος Χριστῷ, τῶν Μαρτύρων καλλονὴ Μάρτυς Προκόπιε· ὅθεν δυνάμει τοῦ Σταυροῦ, ἀριστεύσας εὐκλεῶς, κατῄσχυνας τὸν Βελίαρ· οὗ τῆς κακίας ἀτρώτους, σῶζε τοὺς πόθῳ σε γεραίροντας.

 

http://orthodoxanswers.gr/

Ο άγιος Παντελεήμων και η πνευματική μας υγεία


1. Σήμερα, ἀδελφοί μου χριστιανοί, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν μνήμη τοῦ μεγαλομάρτυρος ἁγίου Παντελεήμονος, τοῦ ἰαματικοῦ. Θά χρειαζόταν ὥρα πολλή γιά νά διηγηθεῖ κανείς ὁλόκληρο τόν βίο καί τά λαμπρά θαύματα τοῦ ἁγίου αὐτοῦ. Ὀλίγα μόνο θά σᾶς πῶ, ὅσα μπορεῖ κανείς νά πεῖ σέ ἕνα σύντομο λειτουργικό κήρυγμα. Ὁ ἅγιος Παντελεήμων, ἀγαπητοί μου, ἦταν ἰατρός στήν ἰδιότητα. Ἀπό κάθε ἐπάγγελμα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς ἔχουμε ἁγίους: Καί ἀπό διδασκάλους καί ἀπό δικαστές καί ἀπό μαγείρους καί ἀπό κηπουρούς καί γενικά λέγουμε ὅτι καμμιά τίμια ἀσχολία δέν ἐμποδίζει τόν ἄνθρωπο νά ἁγιάσει. Ἔτσι λοιπόν ὁ ἅγιός μας, ὁ ἅγιος Παντελεήμονας, ἦταν ἰατρός. Εἰδικά γιά τόν ἰατρό ἔχουμε ἐντολή ἀπό τήν ἴδια τήν Ἁγία Γραφή νά τόν τιμοῦμε, γιατί ὁ Θεός εἶναι πού φωτίζει τούς ἰατρούς νά βρίσκουν φάρμακα ἀπό τήν γῆ, γιά νά θεραπεύονται οἱ ἀσθένειες: «Τίμα ἰατρόν... – λέγει ἡ Σοφία Σειράχ –καί γάρ αὐτόν ἔκτισε Κύριος. Ἐπιστήμη ἰατροῦ ἀνυψώσει κεφαλήν αὐτοῦ καί ἔναντι μεγιστάνων θαυμασθήσεται. Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς φάρμακα» (38,1-4).


Μέ τήν ἰατρική του σοφία λοιπόν, ἀλλά ἰδιαίτερα μέ τήν φώτιση τοῦ Θεοῦ, ὁ ἅγιος Παντελεήμων θεράπευε πολλούς ἀσθενείς καί μάλιστα θεράπευε δύσκολες περιπτώσεις ἀσθενῶν, πού οἱ ἄλλοι ἰατροί δέν μποροῦσαν νά τίς θεραπεύσουν. Ἀλλά αὐτό πού πρέπει νά μᾶς κάνει μεγάλη ἐντύπωση εἶναι ὅτι ὁ ἰατρός Παντελεήμων ἐξασκοῦσε τό ἔργο του χωρίς νά ζητάει ἀμοιβή. Ἦταν καί αὐτός ἀνάργυρος. Ὁ ἴδιος ἀναζητοῦσε περιπτώσεις ἀσθενῶν, καί μάλιστα φτωχῶν ἀσθενῶν, γιά νά προσφέρει σ᾽ αὐτούς χωρίς ἀμοιβή τήν θεραπεία τους. Εἶχε πολλή ἀγάπη, πολύ ἔλεος! Γι᾽ αὐτό καί ἐνῶ πρῶτα τό ὄνομά του ἦταν Παντελέων, ὅμως ἔπειτα, γιά τήν πολλή του ἀγάπη, γιά τήν πολλή του ἐλεημοσύνη, τόν ὀνόμασαν «Παντελεήμονα»!
2. Ἀλλ᾽ ἐνῶ, ἀγαπητοί μου, ὁ ἅγιος ἦταν ἰατρός καί ὄχι ἱερωμένος, ἐνῶ εἶχε τόσο πολύ ἐργασία, γιατί ὅλοι ἔτρεχαν σ᾽ αὐτόν γιά θεραπεία, ὅμως πάντοτε, ὅλη τήν ἡμέρα καί σέ κάθε στιγμή τῆς ἡμέρας ἔνοιωθε τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί ζοῦσε κατά τό ἅγιο θέλημά Του. Μέσα του, στήν ψυχή καί τήν καρδιά του, εἶχε τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό ποῦ ἔμαθε τόν Χριστό ὁ ἅγιος Παντελεήμων; Τόν ἔμαθε ἀπό τόν πνευματικό του πατέρα, τόν ἅγιο μάρτυρα Ἑρμόλαο, τόν ὁποῖο χθές ἑόρτασε ἡ Ἐκκλησία μας. Ἦταν δεμένος πολύ μέ τόν πνευματικό του ὁ ἅγιος Παντελεήμων, ἀλλά καί ὁ πνευματικός του ἦταν δεμένος πολύ μέ αὐτόν. Καί ἔτσι πρέπει νά γίνεται, γιατί στήν ὀρθόδοξη παράδοση ἡ ἀναγέννηση τῆς ψυχῆς καί ἡ πρόοδός της συνδέεται μέ τόν πνευματικό πατέρα, μέ τόν ἀββᾶ, πού λένε τά ἀσκητικά κείμενα. Γιά τό πόσο εἶναι ὑψηλή ἡ ἔννοια τοῦ πνευματικοῦ πατέρα, διαβάζουμε στόν βίο τοῦ ἁγίου Παντελεήμονα τό ἑξῆς: Ὅταν ἔφεραν τόν ἅγιο στόν εἰδωλολάτρη βασιλιᾶ Μαξιμιανό καί αὐτός τόν ἀνέκρινε γιά τήν πίστη του καί τόν ἀπειλοῦσε μέ μαρτύρια, ἐμφανίστηκε στόν ἅγιο Παντελεήμονα ὁ Χριστός, γιά νά τόν ἐνδυναμώσει. Ἀλλά ὁ Χριστός, λέει τό ἱερό Συναξάριο, τοῦ ἐμφανίστηκε μέ τήν μορφή τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα, τοῦ ἁγίου Ἑρμολάου. Καί ὅταν πάλι πέταξαν τόν ἅγιο σέ βρασμένο μόλυβδο καί στήν θάλασσα ἔπειτα, ὁ ἅγιος ἔβλεπε ὅτι μαζί του, στόν καυτό μόλυβδο καί στήν θάλασσα, εἶναι καί ὁ πνευματικός του πατέρας. – Ἄς διδαχθοῦμε, ἀδελφοί μου χριστιανοί, ἀπό τόν βίο τοῦ ἁγίου τήν ἀγάπη, τήν ὁποία αὐτός μέ πολλή θυσία πρόσφερε στούς πονεμένους ἀδελφούς, καί τόν σύνδεσμό του μέ τόν πνευματικό του πατέρα, στόν ὁποῖον ὄφειλε τήν στερεά του πίστη στόν Χριστό, γιά τήν ὁποία, μέ συνοδό, ὅπως εἴπαμε, τόν πνευματικό του, ἔφτασε μέχρι τό μαρτύριο.
3. Ἀλλά κάτι ἄλλο μέ τήν εὐκαιρία τοῦ σήμερα ἑορταζομένου ἁγίου Παντελεήμονα θέλω νά σᾶς πῶ, ἀδελφοί μου. Ὁ ἅγιος, εἴπαμε, ἦταν ἰατρός. Τήν θεολογία μας καί τήν ποιμαντική μας οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τήν παραλληλίζουν μέ τήν ἰατρική ἐπιστήμη. Νά πῶς γίνεται αὐτό: Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο ὑγιῆ, κοσμημένο δηλαδή μέ ἀρετές. Ἀλλά ἡ ἁμαρτία τόν παραπλάνησε καί τόν ἔκανε νά ἁμαρτήσει. Αὐτό στά ἱερά μας βιβλία λέγεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀρρώστησε. Ἠσθένησε ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, γιατί αὐτός εἶναι πού παραπλανήθηκε καί ἀποκόπηκε ἀπό τόν Θεό. Ὁ Θεός ὅμως εἶναι ἀγάπη, εἶναι ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ, καί δέν θέλει τό πλάσμα του ὁ ἄνθρωπος νά ζεῖ ἀρρωστημένος, ἀποκομμένος δηλαδή ἀπό Αὐτόν. Γι᾽ αὐτό ἔκανε ἕνα Νοσοκομεῖο καί μέσα σ᾽ αὐτό ἔβαλε ἰατρούς, πού ἔχουν θεραπευτικά φάρμακα, γιά νά θεραπεύονται οἱ ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Τό Νοσοκομεῖο αὐτό, ἀδελφοί μου, στό ὁποῖο ὅλοι πρέπει νά μποῦμε γιά νά θεραπευτοῦμε, γιατί ὅλοι μας εἴμαστε ἁμαρτωλοί, τό Νοσοκομεῖο αὐτό, λέγω, εἶναι ἡ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Τήν τάξη καί τήν θέση τῶν ἰατρῶν τήν ἔχουμε ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς καί ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι, ἐννοεῖται, πρέπει νά ξέρουμε ἐμπειρικά ἀπό τόν ἑαυτό μας πῶς θεραπεύεται ἡ ψυχή καί πρέπει νά γνωρίζουμε τά φάρμακα θεραπείας γιά κάθε ψυχική ἀρρώστια. Εἶναι μία τέχνη αὐτό, εἶναι μία θεία ἐπιστήμη. Τήν ἐπιστήμη αὐτή τήν ξέρουν καλά οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας. Καί αὐτοί, σάν ἄνθρωποι, ἔφεραν μέσα τους τό πταῖσμα τοῦ Ἀδάμ. Ἀλλά μέσα στήν Ἐκκλησία, τό θεῖο αὐτό Ἰατρεῖο, ἔπαιρναν, μέ τήν συμβουλή καί καθοδηγία τοῦ πνευματικοῦ τους ἰατροῦ καί αὐτοί, τά φάρμακα θεραπείας τους καί ἔγιναν ὑγιεῖς. Τά ἔπαιρναν τά φάρμακά τους, ἐπειδή ἦταν ταπεινοί καί ἔνοιωθαν τόν ἑαυτό τους ὡς ἁμαρτωλό, ὡς ἄρρωστο δηλαδή. Ἔτσι ἀπέκτησαν σταθερή ὑγεία, σταθερή δηλαδή πορεία πρός τόν Θεό. Αὐτοί εἶναι οἱ ἅγιοι, ἀδελφοί μου. Ἀφοῦ πέρασαν τό στάδιο θεραπείας τους, τῆς ἄσκησής τους δηλαδή καί τοῦ ἀγώνα τους γιά τόν καθαρμό τῆς ψυχῆς τους, λάμπουν τώρα ἀπό ὑγεία. Κοιτᾶξτε τά εἰκονίσματά τους ἐδῶ στήν Ἐκκλησία! Κοιτᾶξτε ὀμορφιές, κοιτᾶξτε φωτοστέφανα καί λαμπρές μορφές. Εἶναι ἡ δόξα πού γεύονται στόν οὐρανό. Χριστιανοί μου, ὁ Παντελεήμων Χριστός μᾶς καλεῖ στό ἰατρεῖο Του, τήν ἁγία Του Ἐκκλησία, γιά νά μᾶς θεραπεύσει. Μή λέμε, ὅπως λένε πολλοί, «δέν ἔχω τίποτα» καί «δέν ἔχω τίποτα». Ἔχουμε πολλά καρκινώματα μέσα μας – τά ἁμαρτωλά μας πάθη ἐννοῶ. Ὅλοι μας πρέπει νά πάρουμε τά «φαρμακάκια» μας, γιά νά βροῦμε τήν ψυχική μας ὑγεία καί νά ἀπολαύσουμε τήν δόξα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἕνας ἄρρωστος πού πονάει δέν μπορεῖ νά ἀπολαύσει εὐχάριστα ἕνα ὡραῖο ἄκουσμα καί θέαμα. Καί ὅταν λοιπόν εἶναι ἀρρωστημένη ἡ ψυχή μας ἀπό τά ψυχικά πάθη, δέν θά μποροῦμε νά ἀντέξουμε τήν λαμπρότητα καί τίς χαρές τοῦ Παραδείσου. Γιατί αὐτές οἱ χαρές εἶναι γιά τούς καθαρούς, εἶναι γιά τούς πνευματικά ὑγιεῖς.
4. Σᾶς εὔχομαι, ἀγαπητοί μου, τήν ὑγεία σας, καί τήν σωματική, ἀλλά καί τήν πνευματική σας ὑγεία. Ἄς βοηθήσει καί γιά τίς δύο ὑγεῖες ὁ ἅγιος Παντελεήμων, πού ἑορτάζουμε σήμερα. Τέλος, σᾶς δίνω μία προσευχή, πού βρῆκα γραμμένη σέ ἕνα λειτουργικό βιβλίο. Στήν προσευχή αὐτή ὁ ἁμαρτωλός ὀνομάζει τόν ἑαυτό του «παν­τλήμονα», πολύ δυστυχισμένο δηλαδή. Ἀλλά θαρρεύει καί καταφεύγει στόν παντελεήμονα Χριστό, στόν Ὁποῖο ὁμολογεῖ τήν ἁμαρτία του καί τόν παρακαλεῖ νά ἔχει καλά τέλη. Λέγει ἀκριβῶς ἡ προσευχή: «Τέλος ἀγαθόν, Χριστέ Παντελεῆμον, δός μοι δέομαι του βίου ὁ παντλήμων· εἰς Σέ γάρ θαρρῶ ἀδιστάκτῳ καρδίᾳ, εἰ καί ἥμαρτον ἐν γνώσει καί ἀγνοίᾳ».
Μέ πολλές εὐχές,
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας