HeadShort.png

21/5 Ο άγιος και ισαπόστολος, Μέγας Κωνσταντίνος


Ο Μέγας Κωνσταντίνος γεννήθηκε στη Ναϊσό της Άνω Μοισίας (Σερβία) μεταξύ των ετών 272-285 μ.Χ. Ο πατέρας του Κωνστάντιος ονομάστηκε Χλωρός επειδή ήταν πράγματι χλωμός στο πρόσωπο, κατείχε δε τον τίτλο του Δούκα (ηγεμόνα) και διέπρεψε ως ανώτερος στρατιωτικός. Ορίστηκε μάλιστα Καίσαρας στη Δύση. Η μητέρα του Αγία Ελένη είχε καταγωγή από τη Βιθυνία (Δρέπανο) και ήταν κόρη ενός πανδοχέα.
Αρχές του 4ου αιώνα ο Κωνσταντίνος υπηρετούσε στην αυλή του Διοκλητιανού ως χιλίαρχος και απέκτησε ικανή μόρφωση. Συμμετείχε σε εκστρατείες και έκανε εντύπωση με την φυσική παρουσία του, τις ικανότητες και την ευγένειά του. Κέρδισε την εύνοια του Διοκλητιανού και το θάρρος του ήταν απαράμιλλο. Κάποτε στην αρένα σκότωσε μαχόμενος ένα λιοντάρι Νουμιδίας, όταν προκλήθηκε από τον Γαλέριο δημοσίως. Ο Κωνσταντίνος βίωσε τόσο τους σκληρούς διωγμούς που εξαπέλυσε ο Διοκλητιανός κατά των χριστιανών, όσο και την ανεξίθρησκη πολιτική του πατέρα του και της μητέρας του (ήταν χριστιανή), που ουδέποτε εφάρμοσαν τα σκληρά διατάγματα του αυτοκράτορα.
Όταν παραιτήθηκαν Διοκλητιανός και Μαξιμιανός, ο Γαλέριος (Ανατολή) και Κωνστάντιος ο Χλωρός (Δύση) αναγορεύτηκαν ως Αύγουστοι. Στον Κωνσταντίνο δεν δόθηκε το αξίωμα του Καίσαρα στην Ανατολή από τον Γαλέριο, αλλά ορίστηκε καίσαρας  ο ανιψιός του Μαξιμίνος Δάιας και στη Δύση ο φίλος του Σεβήρος. Ο Κωνσταντίνος παρέμεινε όμηρος του Γαλέριου. Μετέβη όμως με τέχνασμα κοντά στον πατέρα του στα Τρέβηρα (Γερμανία) και κέρδισε την εύνοια του πατέρα του και του στρατού, διακριθείς στην εκστρατεία της Βρετανίας και λόγω των πολλών ικανοτήτων του.
Ο Θεός μερίμνησε στο να καταστεί ο Κωνσταντίνος σύντομα Αύγουστος- ‘Σεβαστός’, αφού παραιτήθηκαν όπως ήδη είπαμε οι Διοκλητιανός και Μαξιμιανός και ο πατέρας του Κωνσταντίνου (Καίσαρας στη Δύση) πέθανε το 306. Έτσι είχε μείνει Αύγουστος μόνο ο Γαλέριος στην Ανατολή. Αύγουστος ανακηρύχτηκε έντονα ο Κωνσταντίνος από τον στρατό στο Εβόρακο, για τις επαρχίες Γαλατίας και Βρετανίας. Παρέμεινε μάλιστα για έξι χρόνια στην Τριρ (Τρεβήρους) και την κατέστησε προσωρινά έδρα του.
Μετά από μια σειρά από δολοπλοκίες και συνασπισμούς με σκοπό την εξουσία μεταξύ των επίδοξων πολιτικών που ήταν και αρχηγοί στρατού, ο Μαξέντιος, γιος του Μαξιμιανού –ο Κωνσταντίνος είχε παντρευτεί την κόρη του Μαξιμιανού Φαύστα-, είχε σκοπό να εισβάλει στη Γαλατία, ο Κωνσταντίνος όμως κατάφερε να εισβάλει με το στρατό του στην Ιταλία την άνοιξη του 312. Κατέλαβε σημαντικές πόλεις της βόρειας Ιταλίας και το 312 κινήθηκε προς τη Ρώμη  για την τελική μάχη. Ενδιάμεσα έδειξε την ανεξίθρησκη πολιτική που σκόπευε να κρατήσει, αφού χρησιμοποιούσε στρατιώτες χωρίς να κάνει διάκριση μεταξύ εθνικών και χριστιανών.
Η μάχη της Μιλβίας γέφυρας στον ποταμό Τίβερη συνδέεται με το εξ Ουρανού όπως φαίνεται όραμα του Κωνσταντίνου, στα πρόθυρα της αποφασιστικής συμπλοκής των στρατευμάτων. Ο Κωνσταντίνος είδε λαμπερό σταυρό με την επιγραφή «Εν τούτω νίκα». Ο ιστορικός Ευσέβιος γράφει ότι είχε προσευχηθεί προηγουμένως ο Κωνσταντίνος στον Θεό και στον Ιησού Χριστό ώστε να του αποκαλυφθεί ο αληθινός Θεός, δεδομένου ότι όλοι στο περιβάλλον του ήταν πολυθεϊστές και οι γονείς του μόνο ήταν μονοθεϊστές (από ενοθεϊστική παράδοση). Το όραμα ήταν μεσημβρινό και το είδαν και οι στρατιώτες. Σε παρεμφερές όραμα της νυκτός, του εμφανίστηκε ο ίδιος ο Χριστός και του ζήτησε να τοποθετήσει τον σταυρό σε κάθε ασπίδα των στρατιωτών του. Αυτό και έγινε σε αντικατάσταση των αγαλμάτων των εθνικών θεών, που προηγούντο πάντα σε κάθε μάχη. Τον σταυρό τοποθέτησε εν συνεχεία ο αυτοκράτορας και στο στέμμα του. Πληροφορίες για το όραμα έχουμε και από τον χριστιανό ρήτορα Λακτάντιο, δάσκαλο του γιου του Κωνσταντίνου Κρίσπου. Ο δε Κωνσταντίνος απέδιδε κατόπιν τη νίκη του στη μάχη, και την θέση του ως μονοκράτορας, στην Πρόνοια και ενδυνάμωση από τον Θεό  των χριστιανών.   
Ο Μαξέντιος πνίγηκε κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης στον Τίβερη, ενώ ο Κωνσταντίνος μετά την ανακήρυξή του ως μοναδικού Αυγούστου για τη Δύση σταμάτησε τις διώξεις κατά των χριστιανών και προσωπικά αναζήτησε την αλήθεια στην χριστιανική διδασκαλία, χωρίς βέβαια να καταστείλει, ούτε καν μειώσει, τις τιμές που απέδιδαν πολλοί στους εθνικούς θεούς. Στα Μεδιόλανα (‘Διάταγμα των Μεδιολάνων’, του 313) επιτράπηκε η ακώλυτη τέλεση της χριστιανικής λατρείας, σε συναπόφαση με τον αυτοκράτορα Λικίνιο. Προστατεύτηκε ο Χριστιανισμός, οι θρησκευτικοί τόποι, οικονομικά ενισχύθηκαν οι χριστιανικές κοινότητες, τους επιστράφηκαν οι περιουσίες τους. Ο Κωνσταντίνος έγινε πολύ δημοφιλής ανάμεσα στους χριστιανούς, που είχαν αυξηθεί επίσης πολύ. Από το 320 και μετά, ακόμη και οι υπήκοοι του Λικίνιου συμπαθούσαν περισσότερο τον Κωνσταντίνο και αυτό οδήγησε τον Λικίνιο να εφαρμόσει διωγμό κατά των χριστιανών (για να προκαλέσει μάλλον τον Κωνσταντίνο). Ο ίδιος ο Λικίνιος γνώριζε ότι ο Κωνσταντίνος είχε συνειδησιακά ασπαστεί τον Χριστιανισμό, αν και δεν το παρουσίαζε φανερά.  Άλλωστε κατά τη γιορτή της δέκατης επετείου του από την ανακήρυξή του σε Αύγουστο, ο Κωνσταντίνος δεν θυσίασε στους ρωμαϊκούς θεούς και δεν απέφυγε έτσι να δυσαρεστήσει αρκετούς. Στον πόλεμο του 324, ο Κωνσταντίνος νίκησε τον Λικίνιο στην Αδριανούπολη, στην πόλη του Βυζαντίου και στην Χρυσούπολη της Μ. Ασίας. Συνελήφθη στην Νικομήδεια, εκτελέστηκε, καθώς και ο 11χρονος γιος του Λικινιανός. Κατέστη πλέον ο Κωνσταντίνος μονοκράτορας σε όλη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Το 325 ξεκίνησε την κατασκευή της νέας πρωτεύουσας (Κωνσταντινούπολη) στη θέση του αρχαίου Βυζαντίου, αποικίας των Μεγαρέων. Το 326 ή 327 εκτελείται η γυναίκα του Φαύστα. Το 330 εγκαινιάζεται η Κωνσταντινούπολη με πολύ πλούσια διακόσμηση. Το 337 μ.Χ. πεθαίνει ο Κωνσταντίνος στη Νικομήδεια. Το λείψανό του μεταφέρθηκε και με τιμές θάφτηκε αργότερα στο Ναό των Αποστόλων, στην Κωνσταντινούπολη.

Τέσσερις πολύ σημαντικές του αποφάσεις επέφεραν ουσιαστικές αλλαγές στην ιστορία:
•    Με το Διάταγμα των Μεδιολάνων (313) καθιερώθηκε η ανεξιθρησκία, που έκτοτε είναι αίτημα κάθε εποχής (οι χριστιανοί μπορούσαν τώρα να ανεβαίνουν στην στρατιωτική ιεραρχία, να μην διώκονται, να διαθέτουν περιουσίες, να συναντιούνται λατρευτικά όταν και όποτε το επιθυμούν, δεν εργαζόντουσαν τις Κυριακές και τα Χριστούγεννα κ.α.).    
•    Μετέφερε την πρωτεύουσα από την Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη, που οδήγησε σε ευρείας έκτασης εξελίξεις, πολιτικές και γεωστρατηγικές.
•    Συγκάλεσε και ο ίδιος προήδρευσε στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αποδεχόμενος τους ιερείς ως ποιμένες της Εκκλησίας και εισάγοντας το Οικουμενικό Σύστημα ως ανώτατη αρχή της Εκκλησίας και για την επίλυση σημαντικότατων ζητημάτων, δογματικών, λατρευτικών κ.λπ. Μάλιστα, προς τους επισκόπους ανέφερε το γνωστό «περί της πίστεως σπουδάσωμεν» και φρόντισε να αποσταλούν οι αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου προς τις κυριότερες Εκκλησίες των άλλων πατριαρχείων.
•    Πραγματοποίησε την μετάβαση σε δύο κέντρα θεόθεν εξουσίας: (α) το ιερατικό, το οποίο εκπροσωπούσε στη γη ο πατριάρχης (πεντακόρυφο κράτος πατριαρχών) και (β) στο αυτοκρατορικό, που εκπροσωπούνταν από τον ίδιο (και τον καθένα στο εξής βυζαντινό βασιλέα) ως  ε λ έ ω  Θ ε ο ύ  πλέον αυτοκράτορα των Ρωμαίων, που υπάγεται στη χριστιανική διδασκαλία (και όχι ως θεοκρατικό και τυραννικό σύστημα διακυβερνήσεως).

Παρόλα αυτά ο Κωνσταντίνος ποτέ δεν έπαψε να διαθέτει το αξίωμα τού pontifex maximus ως αυτοκράτορας, κάλυψε οικονομικά τις εθνικές θυσίες και τελετές και οικογενειακά υπήρξε αρχικά λάτρης του θεού Ήλιου ως κεντρικού ενοθεϊστικού θεού με συγκρητιστικές υποδεέστερες προεκτάσεις. Δεν ποδοπάτησε τα δικαιώματα των εθνικά πιστών, σεβάστηκε τα προνόμιά τους και τους έκτισε μάλιστα και ναούς. Μόνο τις ηθικά ανεπίτρεπτες και νυχτερινές εθνικές τελετές απαγόρευσε, που δεν μπορούσε το ποιόν τους να ελεγχθεί. Η πορεία του προς τις αλήθειες του Χριστιανισμού υπήρξε συνεχής, υπαρξιακή, και φάνηκε κατά τη βάπτισή του στο τέλος της ζωής του, το οποίο είχε προαισθανθεί. Στο ναό των Μαρτύρων βλέπουμε τον αυτοκράτορα της Ρωμανίας να αναπέμπει ικετήριες ευχές και ύμνους προς τον Θεό. Τον δε βαπτιστικό του χιτώνα ουδέποτε απέβαλε, αλλά παρέμεινε με αυτόν ενδεδυμένος μέχρι τον θάνατόν του, που συνέβη το 337 μ.Χ., κατά την εορτή της Πεντηκοστής. Σε κάποιο προάστιο της Νικομήδειας, συγκαλεί τους Επισκόπους και τους αναφέρει: «Ο Θεός, που γνωρίζει το συμφέρον, μας αξιώνει να λάβουμε το βάπτισμα εδώ. Ας μην υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία. Γιατί και εάν ακόμη είναι θέλημα του Κυρίου της ζωής και του θανάτου να συνεχισθεί η επίγεια ζωή μας και να συνυπάρχω με το λαό του Θεού, θα πλαισιώσω τη ζωή μου με όλους εκείνους τους κανόνες που αρμόζουν στον Θεό».
Διαρκής ήταν η πεποίθησή του ότι είχε αποστολή από το Θεό να οδηγήσει σε ενότητα και ειρήνη τους υπηκόους του μέσα στην χριστιανική πια ατμόσφαιρα της πίστεως. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν έκανε σοβαρά λάθη. Ένα μεγάλο λάθος του ήταν η εξορία του Μ. Αθανασίου και η εύνοια που έδειξε (από άγνοια) σε κάποιες φάσεις στον Αρειανισμό, εχθρό της Εκκλησίας. Για τις εκτελέσεις του γιου του Κρίσπου και της γυναίκας του Φαύστας, το 326, τον κατηγορούν ορισμένοι ιστορικοί. Οι πηγές πάντως είναι ασαφείς, δυτικόφερτες, όχι φερέγγυες, ή και αλληλοαναιρούνται. Ουσιαστικά, ο Μ. Κωνσταντίνος αθωώνεται από τους ιστορικούς Σωζομενό και Ευάγριο τον Σχολαστικό (βλ. λ.χ. oodegr. co/ neopaganismos/ sykofanties/ kwnst2. htm/ oodegr.co/ neopaganismos/ sykofanties/ krispos1. htm/ oodegr. co/ neopaganismos/ sykofanties/ krispos2. htm και oodegr.co/ neopaganismos/ sykofanties/ kwnst1. htm). Ιστορικά κρίνεται κανείς πάντως στο τέλος της ζωής του, σύμφωνα με το «μηδένα προ του τέλους μακάριζε», ή ακόμη ‘από το τέλος παίρνει αξία και η αρχή’. Η ωριμότητα έρχεται σε πολλούς με τα χρόνια, και σημασία έχουν όχι τα ατοπήματα της νιότης αλλά η ταπείνωση και η μετάνοια της πλήρους πνευματικής ανάπτυξης του καθενός.
Το γεγονός είναι ότι ο Άγιος Κωνσταντίνος οδήγησε την ιστορία σε διαφορετικούς και πνευματικούς ατραπούς, φάνηκε η καθοδήγηση του Θεού στα ανθρώπινα, και ότι ο Θεός δεν αφήνει το πλάσμα του τον άνθρωπο να χαθεί ή να υποφέρει (όπως τότε υπέφεραν με τόσα φρικτά βασανιστήρια και διωγμοί οι χριστιανοί) αλλά προξενεί αλλαγές στην ιστορία, προς εδραίωση του θελήματός Του και λύτρωση του κόσμου. Γι’ αυτό, λόγω της αληθούς μεταστροφής του, και για την εξαιρετική του συμβολή ως όργανο του Θεού στην λαμπρή χριστιανική εποχή, που ανέτειλε, τόσο ριζικά, πάνω πλέον και όχι κάτω από το έδαφος, όπου οι χριστιανοί προηγουμένως ήταν αναγκασμένοι να λατρεύουν το Θεό, ονομάστηκε Μέγας, Άγιος, και τιμήθηκε από την Εκκλησία μάλιστα και ως ισαπόστολος.      


Βοηθήματα:
•    www.saint.gr/1685/saint.aspx
•    el.wikipedia.org/wiki/Κωνσταντίνος_Α΄
•    «Το άγνωστο Βυζάντιο», Κώστα Παπαδημητρίου, εκδ. Σμυρνιωτάκης,  Αθ. 1994
•    «Σύντομη ιστορία του Βυζαντίου», J.J. Norwich, εκδ. Γκοβόστη, 1997
•    «Εκκλησιαστική ιστορία Στεφανίδου», εκδ. Αστήρ, 1978
•    «Ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας», Α.Α. Vasiliev, εκδ. ΜΠΕΡΓΑΔΗ, τόμος α΄
•    «Κωνσταντίνος ο Μέγας και ο Χριστιανισμός», Αλκιβιάδη ΝΕΤΤΑ, Θεσσαλ. 1999
•    «Μεγάλοι αυτοκράτορες του Βυζαντίου»,  Ελευθεροτυπία Ε ΙΣΤΟΡΙΚΑ, Ιαν. 2010

Μιχαήλ Χούλης, Θεολόγος

21/5 O Μέγας Κωνσταντίνος και η Αγία Ελένη


Ὡς κοινὸν εἶχον γῆς Βασιλεῖς τὸ στέφος,
Ἔχουσι κοινὸν καὶ τὸ τοῦ πόλου στέφος.


Ξύνθανε μητέρι εἰκάδι πρώτῃ Κωνσταντῖνος.


Βιογραφία
Ως γενέτειρα πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου αναφέρεται τόσο η Ταρσός της Κιλικίας όσο και το Δρέπανο της Βιθυνίας. Ωστόσο η άποψη που επικρατεί φέρει τον Μέγα Κωνσταντίνο να έχει γεννηθεί στη Ναϊσό της Άνω Μοισίας (σημερινή Νις της Σερβίας). Το ακριβές έτος της γεννήσεώς του δεν είναι γνωστό, θεωρείται όμως ότι γεννήθηκε μεταξύ των ετών 272-288 μ.Χ.


Πατέρας του ήταν ο Κωνστάντιος, που λόγω της χλωμότητος του προσώπου του ονομάσθηκε Χλωρός, και ήταν συγγενής του αυτοκράτορα Κλαυδίου. Μητέρα του ήταν η Αγία Ελένη, θυγατέρα ενός πανδοχέως από το Δρέπανο της Βιθυνίας.


Το 305 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος ευρίσκεται στην αυλή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού στη Νικομήδεια με το αξίωμα του χιλίαρχου. Το ίδιο έτος οι δύο Αύγουστοι, Διοκλητιανός και Μαξιμιανός, παραιτούνται από τα αξιώματά τους και αποσύρονται. στο ύπατο αξίωμα του Αυγούστου προάγονται ο Κωνστάντιος ο Χλωρός στη Δύση και ο Γαλέριος στην Ανατολή. Ο Κωνστάντιος ο Χλωρός πέθανε στις 25 Ιουλίου 306 μ.Χ. και ο στρατός ανακήρυξε Αύγουστο τον Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι όμως που δεν αποδέχθηκε ο Γαλέριος. Μετά από μια σειρά διαφόρων ιστορικών γεγονότων ο Μέγας Κωνσταντίνος συγκρούεται με τον Μαξέντιο, υιό του Μαξιμιανού, ο οποίος πλεονεκτούσε στρατηγικά, επειδή διέθετε τετραπλάσιο στράτευμα και ο στρατός του Κωνσταντίνου ήταν ήδη καταπονημένος.


Από την πλευρά του ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε κάθε λόγο να αισθάνεται συγκρατημένος. δεν είχε καμία άλλη επιλογή εκτός από την επίκληση της δυνάμεως του Θεού. Ήθελε να προσευχηθεί, να ζητήσει βοήθεια, αλλά καθώς διηγείται ο ιστορικός Ευσέβιος, δεν ήξερε σε ποιόν Θεό να απευθυνθεί. Τότε έφερε νοερά στη σκέψη του όλους αυτούς που μαζί τους συνδιοικούσε την αυτοκρατορία. Όλοι τους, εκτός από τον πατέρα του, πίστευαν σε πολλούς θεούς και όλοι τους είχαν τραγικό τέλος. Άρχισε, λοιπόν, να προσεύχεται στον Θεό, υψώνοντας το δεξί του χέρι και ικετεύοντάς Τον να του αποκαλυφθεί. Ενώ προσευχόταν, διαγράφεται στον ουρανό μία πρωτόγνωρη θεοσημία. Περί τις μεσημβρινές ώρες του ηλίου, κατά το δειλινό δηλαδή, είδε στον ουρανό το τρόπαιο του Σταυρού, που έγραφε «τούτῳ νίκα». Και ενώ προσπαθούσε να κατανοήσει τη σημασία αυτού του μυστηριακού θεάματος, τον κατέλαβε η νύχτα. Τότε εμφανίζεται ο Κύριος στον ύπνο του μαζί με το σύμβολο του Σταυρού και τον προέτρεψε να κατασκευάσει απομίμηση αυτού και να το χρησιμοποιεί ως φυλακτήριο πιο πολέμους.


Έχοντας ως σημαία του το Χριστιανικό λάβαρο, αρχίζει να προελαύνει προς την Ρώμη εκμηδενίζοντας κάθε αντίσταση.


Όταν φθάνει στη Ρώμη ενδιαφέρεται για τους Χριστιανούς της πόλεως. Όμως το ενδιαφέρον του δεν περιορίζεται μόνο σε αυτούς. Πολύ σύντομα πληροφορείται για την πενιχρή κατάσταση της Εκκλησίας της Αφρικής και ενισχύει από το δημόσιο ταμείο τα έργα διακονίας αυτής.


Το Φεβρουάριο του 313 μ.Χ., στα Μεδιόλανα, όπου γίνεται ο γάμος του Λικινίου με την Κωνσταντία, αδελφή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, επέρχεται μια ιστορική συμφωνία μεταξύ των δύο ανδρών που καθιερώνει την αρχή της ανεξιθρησκείας.


Τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο Μέγας Κωνσταντίνος ήσαν πολλά. Η αιρετική διδασκαλία του Αρείου, πρεσβυτέρου της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ήλθε να ταράξει την ενότητα της Εκκλησίας. Η διδασκαλία αυτή, που ονομάσθηκε αρειανισμός, κατέλυε ουσιαστικά το δόγμα της Τριαδικότητας του Θεού.


Μόλις ο Μέγας Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε τα όσα θλιβερά συνέβαιναν στην Αλεξάνδρεια, απέστειλε με τον πνευματικό του σύμβουλο Όσιο, Επίσκοπο Κορδούης της Ισπανίας, επιστολή στον Επίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο (313 - 328 μ.Χ.) και τον Άρειο. Η προσπάθεια επιλύσεως του θέματος δεν ευδοκίμησε. Έτσι αποφασίσθηκε η σύγκλιση της Α' Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ.


Η περιγραφή της εναρκτήριας τελετής από τον ιστορικό Ευσέβιο είναι ομολογουμένως ενδιαφέρουσα. στο μεσαίο οίκο των ανακτόρων είχαν προσέλθει όλοι οι σύνεδροι. Επικρατούσε απόλυτη σιγή και όλοι περίμεναν την είσοδο του αυτοκράτορα, τον οποίο οι περισσότεροι θα έβλεπαν για πρώτη φορά. Ο Κωνσταντίνος εισήλθε ταπεινά, με σεμνότητα και πραότητα. στην ομιλία του προς τη Σύνοδο χαρακτηρίζει τις ενδοεκκλησιαστικές συγκρούσεις ως το μεγαλύτερο δεινό και από τους πολέμους. Ο λόγος του υπήρξε ευθύς και σαφής. Δεν ήθελε να ασχοληθεί παρά μονάχα με θέματα που αφορούσαν στην ορθοτόμηση της πίστεως. Η κρίσιμη φράση του, «περὶ τῆς πίστεως σπουδάσωμεν», διασώζεται σχεδόν από όλους τους ιστορικούς συγγραφείς.


Μετά το πέρας των εργασιών της Συνόδου ο αυτοκράτορας ανέλαβε πρωτοβουλίες για την εδραίωση των αποφάσεών της. Απέστειλε εγκύκλιο επιστολή προς την Εκκλησία της Αιγύπτου, Λιβύης, Πενταπόλεως, Αλεξανδρείας, στην οποία γνωστοποιεί τις αποφάσεις της Συνόδου. Ο ίδιος γνωστοποιεί προς όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας την καταδίκη του Αρείου και απαγορεύει την απόκτηση και την απόκρυψη των συγγραμμάτων του. Η εντυπωσιακή του όμως ενέργεια είναι η επιστολή του προς τον Άρειο. Επιτιμά τον αιρεσιάρχη και τον καταδικάζει με αυστηρότητα για τις κακοδοξίες του.


Όμως περί τα τέλη του 327 μ.Χ. ο Μέγας Κωνσταντίνος καλεί τον Άρειο στα ανάκτορα. Ο αιρεσιάρχης φυσικά δεν χάνει την ευκαιρία και υποβάλλει μία ομολογία γεμάτη από έντεχνες θεολογικές ανακρίβειες, πείθοντας μάλιστα τον Μέγα Κωνσταντίνο ότι αυτή δεν διαφέρει ουσιαστικά από όσα είχε αποφασίσει η Α' Οικουμενική Σύνοδος. Τελικά ο αυτοκράτορας συγκαλεί νέα Σύνοδο, το Νοέμβριο του 327 μ.Χ., η οποία ανακαλεί τον Άρειο από την εξορία και αποκαθιστά τους εξόριστους Επισκόπους Νικομηδείας Ευσέβιο και Νικαίας Θεόγνιο. Η ανάκληση του Αρείου και η αποκατάσταση των περί αυτών πυροδότησε νέες έριδες πιο κόλπους της Εκκλησίας. Ο Επίσκοπος Αλεξανδρείας Αλέξανδρος και στην συνέχεια ο διάδοχός του Μέγας Αθανάσιος αρνούνται να δεχθούν τον Άρειο στην Αλεξάνδρεια. Ο Μέγας Κωνσταντίνος απειλεί με καθαίρεση τον Μέγα Αθανάσιο, ενώ σε Σύνοδο που συνήλθε στην Αντιόχεια το 330 μ.Χ. καθαιρείται και εξορίζεται από τους αιρετικούς ο Άγιος Ευστάθιος, Επίσκοπος Αντιοχείας (τιμάται 21 Φεβρουαρίου). Η Σύνοδος της Τύρου της Συρίας, που συνήλθε το 335 μ.Χ., καταδικάζει ερήμην με την ποινή της καθαιρέσεως τον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος φεύγει, για να συναντήσει τον Μέγα Κωνσταντίνο.


Είναι γεγονός πως ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν έδειξε να αποδέχεται το αίτημα του Μεγάλου Αθανασίου για ακρόαση. Πείσθηκε όμως να τον ακούσει, όταν ο Μέγας Αθανάσιος του απηύθυνε την ρήση: «Δικάσει Κύριος ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ». Ο Μέγας Κωνσταντίνος κατενόησε την κατάφωρη αδικία και τις άθλιες μεθοδεύσεις σε βάρος του Μεγάλου Αθανασίου και έκανε δεκτό το αίτημά του νά προσκληθούν όλοι οι συνοδικοί της Τύρου και η διαδικασία να λάβει χώρα ενώπιόν του.


Ο Ευσέβιος Νικομηδείας αγνόησε την αυτοκρατορική εντολή. Πήρε μόνο ελάχιστους από τους συνοδικούς και εμφανίσθηκε στον αυτοκράτορα. Ξέχασε όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες και για πρώτη φορά έθεσε το θέμα της δήθεν παρακωλύσεως της αποστολής σιταριού προς την Βασιλεύουσα. Ο αυτοκράτορας εξοργίζεται και εξορίζει τον Μέγα Αθανάσιο στα Τρέβιρα της Γαλλίας. Παρά ταύτα δεν επικυρώνει την απόφαση της Συνόδου της Τύρου για καθαίρεση και ούτε διατάσσει την αναπλήρωση του επισκοπικού θρόνου της Αλεξάνδρειας.


Η τελευταία περίοδος της ζωής του Μεγάλου Κωνσταντίνου είναι αυτή που τον καταξιώνει στην εκκλησιαστική συνείδηση και τον οδηγεί στο απόγειο της πνευματικής του πορείας. Ο Άγιος, κατά τον Απρίλιο του 337 μ.Χ., αισθάνεται τα πρώτα σοβαρά συμπτώματα κάποιας ασθένειας. Οι πηγές μάς πληροφορούν πως ο Μέγας Κωνσταντίνος κατέφυγε σε ιαματικά λουτρά. Βλέποντας όμως την υγεία του να επιδεινώνεται θεώρησε σκόπιμο να μεταβεί στην πόλη Ελενόπολη της Βιθυνίας, που είχε ονομασθεί έτσι λόγω της Αγίας μητέρας του. Εκεί παρέμεινε στο ναό των Μαρτύρων, όπου ανέπεμπε ικετήριες ευχές και λιτανείες προς τον Θεό. Ο Μέγας Κωνσταντίνος αντιλαμβάνεται πως η επίγεια ζωή του πλησιάζει στο τέλος της. Η μνήμη του θανάτου καλλιεργείται στην καρδιά του και τον οδηγεί στο μυστήριο της μετάνοιας και του βαπτίσματος. Μετά από αυτά καταφεύγει σε κάποιο προάστιο της Νικομήδειας, συγκαλεί τους Επισκόπους και τους απευθύνει τον εξής λόγο: «Αυτός ήταν ο καιρός που προσδοκούσα από παλιά και διψούσα και ευχόμουν να καταξιωθώ της εν Θεώ σωτηρίας. Ήλθε η ώρα να απολαύσουμε και εμείς την αθανατοποιό σφραγίδα, ήλθε η ώρα να συμμετάσχουμε στο σωτήριο σφράγισμα, πράγμα που κάποτε επιθυμούσα να κάνω στα ρείθρα του Ιορδάνου, στα οποία, όπως παραδίδεται, ο Σωτήρας μας έλαβε το βάπτισμα εις ημέτερον τύπον. Ο Θεός όμως, που γνωρίζει το συμφέρον, μας αξιώνει να λάβουμε το βάπτισμα εδώ. Ας μην υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία. Γιατί και εάν ακόμη είναι θέλημα του Κυρίου της ζωής και του θανάτου να συνεχισθεί η επίγεια ζωή μας και να συνυπάρχω με το λαό του Θεού, θα πλαισιώσω τη ζωή μου με όλους εκείνους τους κανόνες που αρμόζουν στον Θεό».


Μετά το βάπτισμα ο Άγιος Κωνσταντίνος δεν ξαναφόρεσε τον αυτοκρατορικό χιτώνα, αλλά παρέμεινε ενδεδυμένος με το λευκό ένδυμα του βαπτίσματος, μέχρι την ημέρα της κοιμήσεώς του το 337 μ.Χ. Ήταν η ημέρα εορτασμού της Πεντηκοστής, γράφει ο ιστορικός Ευσέβιος.


Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει ο Ευσέβιος τα γεγονότα, τα οποία ακολούθησαν την κοίμηση του Αγίου. Όλοι οι σωματοφύλακες του αυτοκράτορα, αφού έσχισαν τα ρούχα τους και έπεσαν στο έδαφος, έκλαιγαν και φώναζαν δυνατά, σαν να μην έχαναν το βασιλέα τους, αλλά τον πατέρα τους. Οι ταξίαρχοι και οι λοχαγοί έκλαιγαν τον ευεργέτη τους. Οι δήμοι ήσαν λυπημένοι και κάθε κάτοικος της Κωνσταντινουπόλεως πενθούσε, σαν να έχανε το κοινό αγαθό.


Αφού οι στρατιωτικοί τοποθέτησαν το σκήνωμα του Αγίου σε χρυσή λάρνακα, το μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη και το εναπέθεσαν σε βάθρο στον βασιλικό οίκο. Το ιερό λείψανό του ενταφιάσθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων.


Δίκαια η ιστορία τον ονόμασε Μέγα και η Εκκλησία Ισαπόστολο.


Σημείωση: Σύμφωνα με άλλες πηγές, ο Άγιος Κωνσταντίνος κατηχήθηκε και βαπτίστηκε από τον Άγιο Σιλβέστρο, Πάπα Ρώμης (βλέπε 2 Ιανουαρίου). Διαβάστε εδώ την πολύ ωραία ανάλυση του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη σχετικά με το θέμα αυτό.


Η Αγία Ελένη γεννήθηκε στο Δρέπανο της Βιθυνίας της Μικράς Ασίας περί το 247 μ.Χ. Φαίνεται ότι ήταν ταπεινής καταγωγής. στην ιστοριογραφία υπάρχει σχετική διχογνωμία ως προς το αν η μητέρα του Αγίου Κωνσταντίνου υπήρξε σύζυγος ή νόμιμη παλλακίδα του Κωνσταντίου του Χλωρού.


Μεταξύ των ετών 272 - 288 μ.Χ. γέννησε στη Ναϊσό της Μοισίας τον Κωνσταντίνο. Όταν, πέντε έτη αργότερα, ο Κωνσταντίνος Χλωρός έγινε Καίσαρας από τον Διοκλητιανό, αναγκάσθηκε να την απομακρύνει, για να συζευχθεί τη Θεοδώρα, θετή κόρη του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, και να έχει έτσι το συγγενικό εκείνο δεσμό, ο οποίος θα εξασφάλιζε τη στερεότητα του Διοκλητιανού τετραρχικού συστήματος. Παρά το γεγονός αυτό ο Μέγας Κωνσταντίνος τιμούσε ιδιαίτερα τη μητέρα του. Της απένειμε τον τίτλο της αυγούστης, έθεσε τη μορφή της επί νομισμάτων και έδωσε το όνομά της σε μία πόλη της Βιθυνίας.


Η Αγία έδειξε την ευσέβειά της με πολλές ευεργεσίες και την ανοικοδόμηση νέων Εκκλησιών στη Ρώμη (Τιμίου Σταυρού), στην Κωνσταντινούπολη (Αγίων Αποστόλων), στη Βηθλεέμ (βασιλική της Γεννήσεως) και επί του Όρους των Ελαιών (βασιλική της Γεθσημανή). Η Αγία Ελένη πήγε το 326 μ.Χ. στην Ιερουσαλήμ, όπου «μὲ μέγαν κόπον καὶ πολλὴν ἔξοδον καὶ φοβερίσματα ηὗρεν τὸν τίμιον σταυρὸν καὶ τοὺς ἄλλους δύο σταυροὺς τῶν ληστῶν», όπως γράφει ο Κύπριος Χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς. Επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη, ένα χρόνο μετά την εύρεση του Τιμίου Σταυρού του Κυρίου, η Αγία Ελένη πέρασε και από την Κύπρο.


Η Αγία Ελένη κοιμήθηκε με ειρήνη μάλλον το 327 μ.Χ. σε ηλικία ογδόντα ετών. Ο ιστορικός Ευσέβιος γράφει ότι η Αγία προαισθάνθηκε το θάνατό της και με διαθήκη άφησε την περιουσία της στον υιό της και τους εγγονούς της.


Όπως ήταν φυσικό ο υιός της μετέφερε το τίμιο λείψανό της στην Κωνσταντινούπολη και την ενταφίασε στο ναό των Αγίων Αποστόλων.


Η Σύναξη αυτών ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία, στο ναό των Αγίων Αποστόλων και στον ιερό ναό αυτών στην κινστέρνα του Βώνου.


Οι Βυζαντινοί τιμούσαν ιδιαίτερα τον Μέγα Κωνσταντίνο και την Αγία Ελένη. Απόδειξη τούτου αποτελεί το γεγονός ότι κατά το Μεσαίωνα ήταν πολύ δημοφιλής στους Βυζαντινούς η απεικόνιση του πρώτου Χριστιανού βασιλέως με τη μητέρα του, που κρατούσαν στο μέσον Σταυρό. Η παράδοση αυτή διατηρείται μέχρι και σήμερα με τα κωνσταντινάτα.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Πρῶτος πέφηνας, ἐν Βασιλεῦσι, θεῖον ἕδρασμα, τῆς εὐσεβείας, ἀπ’ οὐρανοῦ δεδεγμένος τὸ χάρισμα· ὅθεν Χριστοῦ τὸν Σταυρὸν ἐφανέρωσας, καὶ τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν ἐφήπλωσας. Κωνσταντῖνε Ἰσαπόστολε, σὺν Μητρὶ Ἑλένῃ τῇ θεόφρονι, πρεσβεύσατε ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.


Ἕτερον Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος πλ. δ’.
Τοῦ Σταυροῦ σου τὸν τύπον ἐν οὐρανῷ θεασάμενος, καὶ ὡς ὁ Παῦλος τὴν κλῆσιν οὐκ ἐξ ἀνθρώπων δεξάμενος, ὁ ἐν βασιλεῦσιν, Ἀπόστολός σου Κύριε, Βασιλεύουσαν πόλιν τῇ χειρὶ σου παρέθετο· ἣν περίσωζε διὰ παντὸς ἐν εἰρήνη, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.


Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Κωνσταντῖνος σήμερον, σὺν τῇ μητρὶ τῇ Ἑλένη, τὸν Σταυρὸν ἐμφαίνουσι, τὸ πανσεβάσμιον ξύλον, πάντων μὲν τῶν Ἰουδαίων αἰσχύνην ὄντα, ὅπλον δὲ πιστῶν, ἀνάκτων κατ᾽ ἐναντίων, δι᾽ ἡμᾶς γὰρ ἀνεδείχθη, σημεῖον μέγα, καὶ ἐν πολέμοις φρικτόν.

Ορθόδοξος Συναξαριστής

7/7 Αγία Κυριακή: Η Αγία που διώχνει την κατάθλιψη

 

ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ:

Στις 7 Ιουλίου η Εκκλησία εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη της αγίας μεγαλομάρτυρος Κυριακής. Η αγία Κυριακή είναι από τα ιερά θύματα των τελευταίων αρχαίων διωγμών της Εκκλησίας. Μαρτύρησε στα χρόνια του Διοκλητιανού, που βασίλεψε από το 284 ως το 305. Οι αρχαίοι διωγμοί είναι από τις ενδοξότερες ημέρες στη ζωή της Εκκλησίας, αλλά και κάθε διωγμός, γιατί είναι αλήθεια ότι η Εκκλησία πάντα διώκεται.

Η αγία Κυριακή ήταν θυγατέρα ευσεβών γονέων. Ο πατέρας της Δωρόθεος κι η μητέρα της Ευσεβία δεν είχαν παιδιά. Προσεύχονταν και παρακαλούσαν το Θεό να τους δώσει ένα παιδί και να του το αφιερώσουν. Ο Θεός άκουσε την προσευχή των ευσεβών γονέων, και μια Κυριακή γεννήθηκε ένα ωραίο κοριτσάκι. Ο Δωρόθεος και η Ευσεβία, πιστοί στην υπόσχεση τους, το ονόμασαν Κυριακή και το ανάθρεψαν με κάθε φροντίδα και επιμέλεια, ως αφιερωμένο στο Θεό. Η ατεκνία πάντα είναι μεγάλη λύπη για τους συζύγους και μάλιστα για τούς Χριστιανούς, αλλά και η χαρά τους πάλι πολύ μεγάλη, όταν αποκτήσουν παιδί.

Γι’ αυτό με κάθε τρόπο, και πρώτα με το όνομα που δίνουν στο παιδί, δείχνουν την ευγνωμοσύνη τους στο Θεό. Στο διωγμό που κήρυξε ο Διοκλητιανός εναντίον των χριστιανών, η Κυριακή θα ήταν μια παιδούλα ούτε ως είκοσι ακόμα ετών. Τότε και οι γονείς και η θυγατέρα κατηγορήθηκαν και πιάστηκαν ως χριστιανοί. Και το πιο σκληρό ήταν ότι χωρίστηκε το κορίτσι από τους γονείς του· το Δωρόθεο και την Ευσεβία τους πήγαν προς την Αρμενία και την Κυριακή την οδήγησαν στη Νικομήδεια. Εκεί ο ηγεμόνας, ανακρίνοντας την παιδούλα και βλέποντας τη σταθερή της πίστη, έδωκε διαταγή να τη μαστιγώσουν σκληρά. Η Κυριακή σε κάθε ερώτηση απαντούσε- «Είμαι χριστιανή». Και σε κάθε απειλή του ηγεμόνα έλεγε· «Μην πλανιέσαι και μη σε ξεγελάει ο λογισμός σου· με βοηθάει ο Θεός και δεν θα με νικήσεις».

Ύστερα από εξαντλητική ανάκριση, οδήγησαν την αγία Κυριακή στο ναό, για να θυσιάσει στα είδωλα. Εκείνη, μπαίνοντας στο ναό, παρακαλούσε μέσα της το Χριστό να τη βοηθήσει. Ένας δυνατός τότε σεισμός κατατρόμαξε τους δημίους και τα αγάλματα του ναού έπεσαν κι έγιναν κομμάτια. Άναψαν ύστερα φωτιά για να την κάψουν ζωντανή, μα όπως τη βάτο του Μωυσή, την κύκλωσαν οι φλόγες, μα δεν την έκαψαν. Την έρριξαν ύστερα στα θηρία, μα κι εκείνα δεν την πείραξαν, παρόμοια όπως το Δανιήλ, όταν τον έρριξαν στο λάκκο των λεόντων. Θα περίμενε κανένας ο ηγεμόνας να ανοίξει τα μάτια του και να δει το θαύμα του Θεού, μα έξαλλος και τυφλωμένος από οργή έδωκε διαταγή να αποκεφαλίσουν το αθώο κι αγνό κορίτσι.

Η αγία Κυριακή, πριν ο δήμιος εκτελέσει τη διαταγή, ζήτησε να την αφήσουνε να προσευχηθεί. Γονάτισε τότε κι άρχισε να προσεύχεται. Κανένας δεν άκουσε τα λόγια της, γιατί σε τέτοιες στιγμές η καρδιά του ανθρώπου, προσεύχεται «στεναγμοίς αλλαλήτοις». Δεν κινούνται τα χείλη, δεν ακούεται φωνή. Κι όμως ο Θεός ακούει, κι είναι σαν και να ρωτά τον προσευχόμενο, σαν και τότε το Μωυσή στην Ερυθρά θάλασσα· «Τι βοάς προς με;». Η αγία Κυριακή προσευχήθηκε για ώρα πολλή κι ύστερα έγειρε στη γη. Όταν ο δήμιος πλησίασε για να εκτέλεσει τη διαταγή, είδε πως η αγία Κυριακή ήταν νεκρή. Η ψυχή της παιδούλας πέταξε σαν μικρό πουλί, και φωτεινός άγγελος την πήρε, για να τη φέρει στο Νυμφίο Χριστό.

Ας μείνομε στο όνομα της αγίας Κυριακής, στο γεγονός δηλαδή ότι οι ευσεβείς γονείς της την ονόμασαν έτσι, επειδή γεννήθηκε σε ημέρα Κυριακή. Το όνομα συνδέεται στενά με το πρόσωπο και τη συνείδηση του άνθρωπου. Ενώ το όνομα είναι έξω από τον άνθρωπο και προστίθεται σ’ αυτόν ύστερα, όμως συνδέεται τόσο μαζί του, που γίνεται ένα μ’ αυτόν. Έτσι καταλαβαίνουμε την καλή συνήθεια των ευσεβών χριστιανών να δίνουν στα παιδιά τους ονόματα Αγίων της πίστης. Με αυτό τον τρόπο και με την ευκαιρία που η Εκκλησία κάθε χρόνο εορτάζει τα ιερά της πρόσωπα, ο κάθε χριστιανός στο όνομά του έχει μια συνεχή υπόμνηση της ευσέβειας. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει πως με το όνομα εισάγει «εις την οικίαν έκαστος την εαυτού τον άγιον». Αμήν.

(+ Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης Διονυσίου Δ. Ψαριανού, Εικόνες έμψυχοι, Εκδ. Αποστ. Διακονίας, σ.93-95)