HeadShort.png

7/7 Αγία Κυριακή: Η Αγία που διώχνει την κατάθλιψη

 

ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ:

Στις 7 Ιουλίου η Εκκλησία εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη της αγίας μεγαλομάρτυρος Κυριακής. Η αγία Κυριακή είναι από τα ιερά θύματα των τελευταίων αρχαίων διωγμών της Εκκλησίας. Μαρτύρησε στα χρόνια του Διοκλητιανού, που βασίλεψε από το 284 ως το 305. Οι αρχαίοι διωγμοί είναι από τις ενδοξότερες ημέρες στη ζωή της Εκκλησίας, αλλά και κάθε διωγμός, γιατί είναι αλήθεια ότι η Εκκλησία πάντα διώκεται.

Η αγία Κυριακή ήταν θυγατέρα ευσεβών γονέων. Ο πατέρας της Δωρόθεος κι η μητέρα της Ευσεβία δεν είχαν παιδιά. Προσεύχονταν και παρακαλούσαν το Θεό να τους δώσει ένα παιδί και να του το αφιερώσουν. Ο Θεός άκουσε την προσευχή των ευσεβών γονέων, και μια Κυριακή γεννήθηκε ένα ωραίο κοριτσάκι. Ο Δωρόθεος και η Ευσεβία, πιστοί στην υπόσχεση τους, το ονόμασαν Κυριακή και το ανάθρεψαν με κάθε φροντίδα και επιμέλεια, ως αφιερωμένο στο Θεό. Η ατεκνία πάντα είναι μεγάλη λύπη για τους συζύγους και μάλιστα για τούς Χριστιανούς, αλλά και η χαρά τους πάλι πολύ μεγάλη, όταν αποκτήσουν παιδί.

Γι’ αυτό με κάθε τρόπο, και πρώτα με το όνομα που δίνουν στο παιδί, δείχνουν την ευγνωμοσύνη τους στο Θεό. Στο διωγμό που κήρυξε ο Διοκλητιανός εναντίον των χριστιανών, η Κυριακή θα ήταν μια παιδούλα ούτε ως είκοσι ακόμα ετών. Τότε και οι γονείς και η θυγατέρα κατηγορήθηκαν και πιάστηκαν ως χριστιανοί. Και το πιο σκληρό ήταν ότι χωρίστηκε το κορίτσι από τους γονείς του· το Δωρόθεο και την Ευσεβία τους πήγαν προς την Αρμενία και την Κυριακή την οδήγησαν στη Νικομήδεια. Εκεί ο ηγεμόνας, ανακρίνοντας την παιδούλα και βλέποντας τη σταθερή της πίστη, έδωκε διαταγή να τη μαστιγώσουν σκληρά. Η Κυριακή σε κάθε ερώτηση απαντούσε- «Είμαι χριστιανή». Και σε κάθε απειλή του ηγεμόνα έλεγε· «Μην πλανιέσαι και μη σε ξεγελάει ο λογισμός σου· με βοηθάει ο Θεός και δεν θα με νικήσεις».

Ύστερα από εξαντλητική ανάκριση, οδήγησαν την αγία Κυριακή στο ναό, για να θυσιάσει στα είδωλα. Εκείνη, μπαίνοντας στο ναό, παρακαλούσε μέσα της το Χριστό να τη βοηθήσει. Ένας δυνατός τότε σεισμός κατατρόμαξε τους δημίους και τα αγάλματα του ναού έπεσαν κι έγιναν κομμάτια. Άναψαν ύστερα φωτιά για να την κάψουν ζωντανή, μα όπως τη βάτο του Μωυσή, την κύκλωσαν οι φλόγες, μα δεν την έκαψαν. Την έρριξαν ύστερα στα θηρία, μα κι εκείνα δεν την πείραξαν, παρόμοια όπως το Δανιήλ, όταν τον έρριξαν στο λάκκο των λεόντων. Θα περίμενε κανένας ο ηγεμόνας να ανοίξει τα μάτια του και να δει το θαύμα του Θεού, μα έξαλλος και τυφλωμένος από οργή έδωκε διαταγή να αποκεφαλίσουν το αθώο κι αγνό κορίτσι.

Η αγία Κυριακή, πριν ο δήμιος εκτελέσει τη διαταγή, ζήτησε να την αφήσουνε να προσευχηθεί. Γονάτισε τότε κι άρχισε να προσεύχεται. Κανένας δεν άκουσε τα λόγια της, γιατί σε τέτοιες στιγμές η καρδιά του ανθρώπου, προσεύχεται «στεναγμοίς αλλαλήτοις». Δεν κινούνται τα χείλη, δεν ακούεται φωνή. Κι όμως ο Θεός ακούει, κι είναι σαν και να ρωτά τον προσευχόμενο, σαν και τότε το Μωυσή στην Ερυθρά θάλασσα· «Τι βοάς προς με;». Η αγία Κυριακή προσευχήθηκε για ώρα πολλή κι ύστερα έγειρε στη γη. Όταν ο δήμιος πλησίασε για να εκτέλεσει τη διαταγή, είδε πως η αγία Κυριακή ήταν νεκρή. Η ψυχή της παιδούλας πέταξε σαν μικρό πουλί, και φωτεινός άγγελος την πήρε, για να τη φέρει στο Νυμφίο Χριστό.

Ας μείνομε στο όνομα της αγίας Κυριακής, στο γεγονός δηλαδή ότι οι ευσεβείς γονείς της την ονόμασαν έτσι, επειδή γεννήθηκε σε ημέρα Κυριακή. Το όνομα συνδέεται στενά με το πρόσωπο και τη συνείδηση του άνθρωπου. Ενώ το όνομα είναι έξω από τον άνθρωπο και προστίθεται σ’ αυτόν ύστερα, όμως συνδέεται τόσο μαζί του, που γίνεται ένα μ’ αυτόν. Έτσι καταλαβαίνουμε την καλή συνήθεια των ευσεβών χριστιανών να δίνουν στα παιδιά τους ονόματα Αγίων της πίστης. Με αυτό τον τρόπο και με την ευκαιρία που η Εκκλησία κάθε χρόνο εορτάζει τα ιερά της πρόσωπα, ο κάθε χριστιανός στο όνομά του έχει μια συνεχή υπόμνηση της ευσέβειας. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει πως με το όνομα εισάγει «εις την οικίαν έκαστος την εαυτού τον άγιον». Αμήν.

(+ Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης Διονυσίου Δ. Ψαριανού, Εικόνες έμψυχοι, Εκδ. Αποστ. Διακονίας, σ.93-95)

8/6 Αγία Καλλιόπη

 

Έζησε στα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα, στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου. Χαρακτηριστική ήταν η ομορφιά του σώματος της, αλλά εκείνο πού τη διέκρινε ήταν η ομορφιά της ψυχής της. Πολλοί νέοι, θαμπωμένοι από τα κάλλη της, προσπάθησαν να τη δελεάσουν με διάφορους τρόπους στις ηδονές του κόσμου. Η Καλλιόπη, όμως, αφοσιωμένη στο Χριστό, έφραξε τα αυτιά της στις σειρήνες των σαρκικών ηδονών και με όλη της την ψυχή αφιερώθηκε στην περιποίηση των ασθενών και στη βοήθεια των φτωχών. Όταν ο Δέκιος εξαπέλυσε άγριο διωγμό κατά των χριστιανών, τότε συνελήφθη και η Καλλιόπη και οδηγήθηκε μπροστά στον κριτή. Αυτός μόλις την είδε, θαύμασε την ωραιότητά της και προσπάθησε με κάθε τρόπο να τη σύρει στη ζωή των ηδονών της ειδωλολατρίας. Αλλά η αγνή Καλλιόπη, με ηρωική σταθερότητα θέλησης, έμεινε αμετακίνητη στην πίστη της προς το Χριστό. Τότε ο έπαρχος διέταξε και τη μαστίγωσαν ανελέητα. Κατόπιν, τη χαράκωσαν με μαχαίρια και έκαψαν τις πληγές της. Τελικά την αποκεφάλισαν, και κατατάχθηκε στους ανθρώπους που «ουκ ήγάπησαν την ψυχήν αυτών άχρι θανάτου» <1>. Δηλαδή, που δεν αγάπησαν τη ζωή τους, αλλά την περιφρόνησαν μέχρι θανάτου για το Χριστό.

1. Αποκάλυψις Ιωάννου, ιβ’ 11

Απολυτίκιον. Ήχος α΄. Της ερήμου πολίτης.

Του Σωτήρος το κάλλος εκ ψυχής αγαπήσασα, καλλιπάρθενε κόρη, Καλλιόπη πανεύφημε, ηγώνισαι στερρώς υπέρ αυτού, και δόξης ηξιώθης θεϊκής· δια τούτο σου την μνήμην την ιεράν, τιμώμεν εκβοώντές σοι· δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω χορηγούντι δια σού, ημίν πταισμάτων άφεσιν.

21/5 Ο άγιος και ισαπόστολος, Μέγας Κωνσταντίνος


Ο Μέγας Κωνσταντίνος γεννήθηκε στη Ναϊσό της Άνω Μοισίας (Σερβία) μεταξύ των ετών 272-285 μ.Χ. Ο πατέρας του Κωνστάντιος ονομάστηκε Χλωρός επειδή ήταν πράγματι χλωμός στο πρόσωπο, κατείχε δε τον τίτλο του Δούκα (ηγεμόνα) και διέπρεψε ως ανώτερος στρατιωτικός. Ορίστηκε μάλιστα Καίσαρας στη Δύση. Η μητέρα του Αγία Ελένη είχε καταγωγή από τη Βιθυνία (Δρέπανο) και ήταν κόρη ενός πανδοχέα.
Αρχές του 4ου αιώνα ο Κωνσταντίνος υπηρετούσε στην αυλή του Διοκλητιανού ως χιλίαρχος και απέκτησε ικανή μόρφωση. Συμμετείχε σε εκστρατείες και έκανε εντύπωση με την φυσική παρουσία του, τις ικανότητες και την ευγένειά του. Κέρδισε την εύνοια του Διοκλητιανού και το θάρρος του ήταν απαράμιλλο. Κάποτε στην αρένα σκότωσε μαχόμενος ένα λιοντάρι Νουμιδίας, όταν προκλήθηκε από τον Γαλέριο δημοσίως. Ο Κωνσταντίνος βίωσε τόσο τους σκληρούς διωγμούς που εξαπέλυσε ο Διοκλητιανός κατά των χριστιανών, όσο και την ανεξίθρησκη πολιτική του πατέρα του και της μητέρας του (ήταν χριστιανή), που ουδέποτε εφάρμοσαν τα σκληρά διατάγματα του αυτοκράτορα.
Όταν παραιτήθηκαν Διοκλητιανός και Μαξιμιανός, ο Γαλέριος (Ανατολή) και Κωνστάντιος ο Χλωρός (Δύση) αναγορεύτηκαν ως Αύγουστοι. Στον Κωνσταντίνο δεν δόθηκε το αξίωμα του Καίσαρα στην Ανατολή από τον Γαλέριο, αλλά ορίστηκε καίσαρας  ο ανιψιός του Μαξιμίνος Δάιας και στη Δύση ο φίλος του Σεβήρος. Ο Κωνσταντίνος παρέμεινε όμηρος του Γαλέριου. Μετέβη όμως με τέχνασμα κοντά στον πατέρα του στα Τρέβηρα (Γερμανία) και κέρδισε την εύνοια του πατέρα του και του στρατού, διακριθείς στην εκστρατεία της Βρετανίας και λόγω των πολλών ικανοτήτων του.
Ο Θεός μερίμνησε στο να καταστεί ο Κωνσταντίνος σύντομα Αύγουστος- ‘Σεβαστός’, αφού παραιτήθηκαν όπως ήδη είπαμε οι Διοκλητιανός και Μαξιμιανός και ο πατέρας του Κωνσταντίνου (Καίσαρας στη Δύση) πέθανε το 306. Έτσι είχε μείνει Αύγουστος μόνο ο Γαλέριος στην Ανατολή. Αύγουστος ανακηρύχτηκε έντονα ο Κωνσταντίνος από τον στρατό στο Εβόρακο, για τις επαρχίες Γαλατίας και Βρετανίας. Παρέμεινε μάλιστα για έξι χρόνια στην Τριρ (Τρεβήρους) και την κατέστησε προσωρινά έδρα του.
Μετά από μια σειρά από δολοπλοκίες και συνασπισμούς με σκοπό την εξουσία μεταξύ των επίδοξων πολιτικών που ήταν και αρχηγοί στρατού, ο Μαξέντιος, γιος του Μαξιμιανού –ο Κωνσταντίνος είχε παντρευτεί την κόρη του Μαξιμιανού Φαύστα-, είχε σκοπό να εισβάλει στη Γαλατία, ο Κωνσταντίνος όμως κατάφερε να εισβάλει με το στρατό του στην Ιταλία την άνοιξη του 312. Κατέλαβε σημαντικές πόλεις της βόρειας Ιταλίας και το 312 κινήθηκε προς τη Ρώμη  για την τελική μάχη. Ενδιάμεσα έδειξε την ανεξίθρησκη πολιτική που σκόπευε να κρατήσει, αφού χρησιμοποιούσε στρατιώτες χωρίς να κάνει διάκριση μεταξύ εθνικών και χριστιανών.
Η μάχη της Μιλβίας γέφυρας στον ποταμό Τίβερη συνδέεται με το εξ Ουρανού όπως φαίνεται όραμα του Κωνσταντίνου, στα πρόθυρα της αποφασιστικής συμπλοκής των στρατευμάτων. Ο Κωνσταντίνος είδε λαμπερό σταυρό με την επιγραφή «Εν τούτω νίκα». Ο ιστορικός Ευσέβιος γράφει ότι είχε προσευχηθεί προηγουμένως ο Κωνσταντίνος στον Θεό και στον Ιησού Χριστό ώστε να του αποκαλυφθεί ο αληθινός Θεός, δεδομένου ότι όλοι στο περιβάλλον του ήταν πολυθεϊστές και οι γονείς του μόνο ήταν μονοθεϊστές (από ενοθεϊστική παράδοση). Το όραμα ήταν μεσημβρινό και το είδαν και οι στρατιώτες. Σε παρεμφερές όραμα της νυκτός, του εμφανίστηκε ο ίδιος ο Χριστός και του ζήτησε να τοποθετήσει τον σταυρό σε κάθε ασπίδα των στρατιωτών του. Αυτό και έγινε σε αντικατάσταση των αγαλμάτων των εθνικών θεών, που προηγούντο πάντα σε κάθε μάχη. Τον σταυρό τοποθέτησε εν συνεχεία ο αυτοκράτορας και στο στέμμα του. Πληροφορίες για το όραμα έχουμε και από τον χριστιανό ρήτορα Λακτάντιο, δάσκαλο του γιου του Κωνσταντίνου Κρίσπου. Ο δε Κωνσταντίνος απέδιδε κατόπιν τη νίκη του στη μάχη, και την θέση του ως μονοκράτορας, στην Πρόνοια και ενδυνάμωση από τον Θεό  των χριστιανών.   
Ο Μαξέντιος πνίγηκε κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης στον Τίβερη, ενώ ο Κωνσταντίνος μετά την ανακήρυξή του ως μοναδικού Αυγούστου για τη Δύση σταμάτησε τις διώξεις κατά των χριστιανών και προσωπικά αναζήτησε την αλήθεια στην χριστιανική διδασκαλία, χωρίς βέβαια να καταστείλει, ούτε καν μειώσει, τις τιμές που απέδιδαν πολλοί στους εθνικούς θεούς. Στα Μεδιόλανα (‘Διάταγμα των Μεδιολάνων’, του 313) επιτράπηκε η ακώλυτη τέλεση της χριστιανικής λατρείας, σε συναπόφαση με τον αυτοκράτορα Λικίνιο. Προστατεύτηκε ο Χριστιανισμός, οι θρησκευτικοί τόποι, οικονομικά ενισχύθηκαν οι χριστιανικές κοινότητες, τους επιστράφηκαν οι περιουσίες τους. Ο Κωνσταντίνος έγινε πολύ δημοφιλής ανάμεσα στους χριστιανούς, που είχαν αυξηθεί επίσης πολύ. Από το 320 και μετά, ακόμη και οι υπήκοοι του Λικίνιου συμπαθούσαν περισσότερο τον Κωνσταντίνο και αυτό οδήγησε τον Λικίνιο να εφαρμόσει διωγμό κατά των χριστιανών (για να προκαλέσει μάλλον τον Κωνσταντίνο). Ο ίδιος ο Λικίνιος γνώριζε ότι ο Κωνσταντίνος είχε συνειδησιακά ασπαστεί τον Χριστιανισμό, αν και δεν το παρουσίαζε φανερά.  Άλλωστε κατά τη γιορτή της δέκατης επετείου του από την ανακήρυξή του σε Αύγουστο, ο Κωνσταντίνος δεν θυσίασε στους ρωμαϊκούς θεούς και δεν απέφυγε έτσι να δυσαρεστήσει αρκετούς. Στον πόλεμο του 324, ο Κωνσταντίνος νίκησε τον Λικίνιο στην Αδριανούπολη, στην πόλη του Βυζαντίου και στην Χρυσούπολη της Μ. Ασίας. Συνελήφθη στην Νικομήδεια, εκτελέστηκε, καθώς και ο 11χρονος γιος του Λικινιανός. Κατέστη πλέον ο Κωνσταντίνος μονοκράτορας σε όλη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Το 325 ξεκίνησε την κατασκευή της νέας πρωτεύουσας (Κωνσταντινούπολη) στη θέση του αρχαίου Βυζαντίου, αποικίας των Μεγαρέων. Το 326 ή 327 εκτελείται η γυναίκα του Φαύστα. Το 330 εγκαινιάζεται η Κωνσταντινούπολη με πολύ πλούσια διακόσμηση. Το 337 μ.Χ. πεθαίνει ο Κωνσταντίνος στη Νικομήδεια. Το λείψανό του μεταφέρθηκε και με τιμές θάφτηκε αργότερα στο Ναό των Αποστόλων, στην Κωνσταντινούπολη.

Τέσσερις πολύ σημαντικές του αποφάσεις επέφεραν ουσιαστικές αλλαγές στην ιστορία:
•    Με το Διάταγμα των Μεδιολάνων (313) καθιερώθηκε η ανεξιθρησκία, που έκτοτε είναι αίτημα κάθε εποχής (οι χριστιανοί μπορούσαν τώρα να ανεβαίνουν στην στρατιωτική ιεραρχία, να μην διώκονται, να διαθέτουν περιουσίες, να συναντιούνται λατρευτικά όταν και όποτε το επιθυμούν, δεν εργαζόντουσαν τις Κυριακές και τα Χριστούγεννα κ.α.).    
•    Μετέφερε την πρωτεύουσα από την Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη, που οδήγησε σε ευρείας έκτασης εξελίξεις, πολιτικές και γεωστρατηγικές.
•    Συγκάλεσε και ο ίδιος προήδρευσε στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αποδεχόμενος τους ιερείς ως ποιμένες της Εκκλησίας και εισάγοντας το Οικουμενικό Σύστημα ως ανώτατη αρχή της Εκκλησίας και για την επίλυση σημαντικότατων ζητημάτων, δογματικών, λατρευτικών κ.λπ. Μάλιστα, προς τους επισκόπους ανέφερε το γνωστό «περί της πίστεως σπουδάσωμεν» και φρόντισε να αποσταλούν οι αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου προς τις κυριότερες Εκκλησίες των άλλων πατριαρχείων.
•    Πραγματοποίησε την μετάβαση σε δύο κέντρα θεόθεν εξουσίας: (α) το ιερατικό, το οποίο εκπροσωπούσε στη γη ο πατριάρχης (πεντακόρυφο κράτος πατριαρχών) και (β) στο αυτοκρατορικό, που εκπροσωπούνταν από τον ίδιο (και τον καθένα στο εξής βυζαντινό βασιλέα) ως  ε λ έ ω  Θ ε ο ύ  πλέον αυτοκράτορα των Ρωμαίων, που υπάγεται στη χριστιανική διδασκαλία (και όχι ως θεοκρατικό και τυραννικό σύστημα διακυβερνήσεως).

Παρόλα αυτά ο Κωνσταντίνος ποτέ δεν έπαψε να διαθέτει το αξίωμα τού pontifex maximus ως αυτοκράτορας, κάλυψε οικονομικά τις εθνικές θυσίες και τελετές και οικογενειακά υπήρξε αρχικά λάτρης του θεού Ήλιου ως κεντρικού ενοθεϊστικού θεού με συγκρητιστικές υποδεέστερες προεκτάσεις. Δεν ποδοπάτησε τα δικαιώματα των εθνικά πιστών, σεβάστηκε τα προνόμιά τους και τους έκτισε μάλιστα και ναούς. Μόνο τις ηθικά ανεπίτρεπτες και νυχτερινές εθνικές τελετές απαγόρευσε, που δεν μπορούσε το ποιόν τους να ελεγχθεί. Η πορεία του προς τις αλήθειες του Χριστιανισμού υπήρξε συνεχής, υπαρξιακή, και φάνηκε κατά τη βάπτισή του στο τέλος της ζωής του, το οποίο είχε προαισθανθεί. Στο ναό των Μαρτύρων βλέπουμε τον αυτοκράτορα της Ρωμανίας να αναπέμπει ικετήριες ευχές και ύμνους προς τον Θεό. Τον δε βαπτιστικό του χιτώνα ουδέποτε απέβαλε, αλλά παρέμεινε με αυτόν ενδεδυμένος μέχρι τον θάνατόν του, που συνέβη το 337 μ.Χ., κατά την εορτή της Πεντηκοστής. Σε κάποιο προάστιο της Νικομήδειας, συγκαλεί τους Επισκόπους και τους αναφέρει: «Ο Θεός, που γνωρίζει το συμφέρον, μας αξιώνει να λάβουμε το βάπτισμα εδώ. Ας μην υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία. Γιατί και εάν ακόμη είναι θέλημα του Κυρίου της ζωής και του θανάτου να συνεχισθεί η επίγεια ζωή μας και να συνυπάρχω με το λαό του Θεού, θα πλαισιώσω τη ζωή μου με όλους εκείνους τους κανόνες που αρμόζουν στον Θεό».
Διαρκής ήταν η πεποίθησή του ότι είχε αποστολή από το Θεό να οδηγήσει σε ενότητα και ειρήνη τους υπηκόους του μέσα στην χριστιανική πια ατμόσφαιρα της πίστεως. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν έκανε σοβαρά λάθη. Ένα μεγάλο λάθος του ήταν η εξορία του Μ. Αθανασίου και η εύνοια που έδειξε (από άγνοια) σε κάποιες φάσεις στον Αρειανισμό, εχθρό της Εκκλησίας. Για τις εκτελέσεις του γιου του Κρίσπου και της γυναίκας του Φαύστας, το 326, τον κατηγορούν ορισμένοι ιστορικοί. Οι πηγές πάντως είναι ασαφείς, δυτικόφερτες, όχι φερέγγυες, ή και αλληλοαναιρούνται. Ουσιαστικά, ο Μ. Κωνσταντίνος αθωώνεται από τους ιστορικούς Σωζομενό και Ευάγριο τον Σχολαστικό (βλ. λ.χ. oodegr. co/ neopaganismos/ sykofanties/ kwnst2. htm/ oodegr.co/ neopaganismos/ sykofanties/ krispos1. htm/ oodegr. co/ neopaganismos/ sykofanties/ krispos2. htm και oodegr.co/ neopaganismos/ sykofanties/ kwnst1. htm). Ιστορικά κρίνεται κανείς πάντως στο τέλος της ζωής του, σύμφωνα με το «μηδένα προ του τέλους μακάριζε», ή ακόμη ‘από το τέλος παίρνει αξία και η αρχή’. Η ωριμότητα έρχεται σε πολλούς με τα χρόνια, και σημασία έχουν όχι τα ατοπήματα της νιότης αλλά η ταπείνωση και η μετάνοια της πλήρους πνευματικής ανάπτυξης του καθενός.
Το γεγονός είναι ότι ο Άγιος Κωνσταντίνος οδήγησε την ιστορία σε διαφορετικούς και πνευματικούς ατραπούς, φάνηκε η καθοδήγηση του Θεού στα ανθρώπινα, και ότι ο Θεός δεν αφήνει το πλάσμα του τον άνθρωπο να χαθεί ή να υποφέρει (όπως τότε υπέφεραν με τόσα φρικτά βασανιστήρια και διωγμοί οι χριστιανοί) αλλά προξενεί αλλαγές στην ιστορία, προς εδραίωση του θελήματός Του και λύτρωση του κόσμου. Γι’ αυτό, λόγω της αληθούς μεταστροφής του, και για την εξαιρετική του συμβολή ως όργανο του Θεού στην λαμπρή χριστιανική εποχή, που ανέτειλε, τόσο ριζικά, πάνω πλέον και όχι κάτω από το έδαφος, όπου οι χριστιανοί προηγουμένως ήταν αναγκασμένοι να λατρεύουν το Θεό, ονομάστηκε Μέγας, Άγιος, και τιμήθηκε από την Εκκλησία μάλιστα και ως ισαπόστολος.      


Βοηθήματα:
•    www.saint.gr/1685/saint.aspx
•    el.wikipedia.org/wiki/Κωνσταντίνος_Α΄
•    «Το άγνωστο Βυζάντιο», Κώστα Παπαδημητρίου, εκδ. Σμυρνιωτάκης,  Αθ. 1994
•    «Σύντομη ιστορία του Βυζαντίου», J.J. Norwich, εκδ. Γκοβόστη, 1997
•    «Εκκλησιαστική ιστορία Στεφανίδου», εκδ. Αστήρ, 1978
•    «Ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας», Α.Α. Vasiliev, εκδ. ΜΠΕΡΓΑΔΗ, τόμος α΄
•    «Κωνσταντίνος ο Μέγας και ο Χριστιανισμός», Αλκιβιάδη ΝΕΤΤΑ, Θεσσαλ. 1999
•    «Μεγάλοι αυτοκράτορες του Βυζαντίου»,  Ελευθεροτυπία Ε ΙΣΤΟΡΙΚΑ, Ιαν. 2010

Μιχαήλ Χούλης, Θεολόγος

21/5 Μέγας Κωνσταντίνος: Ο Μεγάλος της Εκκλησίας και της Ιστορίας



     Στις 21 Μαΐου η Εκκλησία μας εορτάζει και πανηγυρίζει λαμπρά τη μνήμη των αγίων ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης. Τόσο ο Μέγας Κων/νος, όσο και η αγία μητέρα του Ελένη ανήκουν στις μεγάλες προσωπικότητες της Εκκλησίας μας, διότι η συμβολή τους για την κατάπαυση των διωγμών και την εδραίωση της Εκκλησίας υπήρξε καθοριστική. Επίσης ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν είναι μεγάλος μόνο για την Εκκλησία μας, αλλά και για την παγκόσμια ιστορία, διότι ανήκει στους μεγάλους ηγέτες όλων των εποχών, έχοντας βάλλει τη δική του σφραγίδα στη ροή των ιστορικών πραγμάτων, και για τούτο δικαία του απονεμήθηκε ο τίτλος του μεγάλου.
        Ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν γιος του ελληνοϊλλυρικής καταγωγής Ρωμαίου αξιωματούχου Κωνστάντιου Χλωρού, ο οποίος κατόπιν ανακηρύχτηκε Καίσαρας και Αύγουστος και ανέλαβε τη διοίκηση των δυτικών επαρχιών της απέραντης αυτοκρατορίας. Η μητέρα του Ελένη, ελληνικής καταγωγής, από το Δρέπανο της Βηθυνίας της Μ. Ασίας, στολισμένη με εξαιρετικό κάλλος σώματος και ψυχής, ασπάστηκε νωρίς τον Χριστιανισμό, ο οποίος βρισκόταν ακόμη σε απηνή διωγμό από τους ειδωλολάτρες αυτοκράτορες, τα σκοταδιστικά ειδωλολατρικά ιερατεία και τους δεισιδαίμονες όχλους. Το 274 γέννησε τον Κωνσταντίνο στην πόλη Ναϊσό, σημερινή Νίσσα της Σερβίας.

      Το 293 ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός κράτησε το νεαρό Κωνσταντίνο κοντά του στην Ανατολή, μαζί με τη διαζευγμένη από τον Καίσαρα Κωνστάντιο, μητέρα του Ελένη, για ασφάλεια υποταγής του δευτέρου στην εξουσία του ως το 305. Εκεί δόθηκε η ευκαιρία στην αγία μητέρα του να τον αποσπάσει από την ειδωλολατρία και να τον γαλουχήσει στη νέα πίστη.
      Ο νεαρός Κωνσταντίνος διακρινόταν για την ωραιότητα του σώματός του, την ευγένεια της ψυχής του και τα εξαιρετικά του πνευματικά και φυσικά χαρίσματα. Το 305 ανάλαβαν τη διοίκηση της αυτοκρατορίας ο μεν Γαλέριος στην Ανατολή, ο δε Κωνστάντιος στη Δύση. Το ίδιο χρόνο ο Κωνσταντίνος μετέβη στα Τρέβηρα της Γαλατίας, όπου συνάντησε τον άρρωστο πατέρα του, ο οποίος του ανέθεσε εκστρατεία στη Μ. Βρετανία. Στις 7 Ιουλίου του 307 πέθανε ο Κωνστάντιος και ο στρατός ανακήρυξε τον Κωνσταντίνο αυτοκράτορα της Δύσης. Παντρεύτηκε τη Μινερβίνα και απέκτησε ένα γιο, τον Κρίσπο. Εγκαταστάθηκε στην πόλη Αρελάτη και άσκησε μια πρωτόγνωρη φιλολαϊκή εξουσία, και γι’ αυτό αγαπήθηκε από το λαό.
      Το Σεπτέμβριο του 212 στράφηκε εναντίον του τυραννικού συναυτοκράτορά του της Δύσης Μαξεντίου. Καθ’ οδόν προς τη Ρώμη είδε το γνωστό και μεγαλειώδες όραμα του Τιμίου Σταυρού στον μεσημεριανό ουρανό, ο οποίος έγραφε: «Εν Τούτω Νίκα». Την επόμενη νύχτα είδε στον ύπνο του το Χριστό με το σημείο του Σταυρού, παροτρύνοντάς τον να κατασκευάσει λάβαρο με το Σταυρό, προκειμένου να νικήσει τον ασεβή και τυραννικό Μαξέντιο. Ο Κωνσταντίνος υπάκουσε και νίκησε τον αντίπαλό του και μπήκε θριαμβευτής και ελευθερωτής στη Ρώμη.
      Η πρώτη του ενέργεια ήταν να σταματήσει τον συνεχιζόμενο φοβερό διωγμό των Χριστιανών με το περίφημο «Διάταγμα των Μεδιολάνων» του 313. Αυτό ο μεγάλος άνδρας όρισε για πρώτη φορά στην ιστορία της ελευθερία της θρησκευτικής πίστεως.
     Το 324 συγκρούεται με τον αυτοκράτορα της Ανατολής Λικίνιο, τον οποίο νικά και γίνεται μονοκράτορας σε όλη την αυτοκρατορία, αρχίζοντας το μεγαλειώδες μεταρρυθμιστικό και κοινωνικό του έργο. Έγινε προστάτης όλων των πολιτών, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική τους πίστη, για το λόγο αυτό δεν έγινε ακόμη  Χριστιανός και διατηρούσε τον τίτλο του pontifix maximus, δηλαδή του ύπατου αρχιερέα της αρχαίας θρησκείας. Απελευθέρωσε όλους τους Χριστιανούς από τις φυλακές, που είχε κλείσει ο Λικίνιος και ανακάλεσε όσους βρισκόταν στην εξορία. Απέδωσε τους ναούς και την περιουσία στην Εκκλησία. Έκαμε πράξη με διατάγματα την κοινωνική διδασκαλία της Εκκλησίας. Καθιέρωσε την υποχρεωτική δίκη στους παραβάτες. Καθιέρωσε την Κυριακή αργία. Κατάργησε τη δουλεία. Η αγία Ελένη αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στο εκκλησιαστικό έργο, ιδρύοντας ναούς και  ενισχύοντας την Εκκλησία. Με δικά της έξοδα πήγε στην Ιερουσαλήμ και ανακάλυψε τον Τίμιο Σταυρό.
      Ο Μ. Κωνσταντίνος συνέβαλλε τα μέγιστα να ηρεμήσει η Εκκλησία από την αρειανική αίρεση, συγκαλώντας την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο το 325. Εγκαινίασε έτσι έναν νέο τρόπο, απόλυτα δημοκρατικό, διακυβέρνησης της Εκκλησίας.
      Ως πολιτικός άρχων ο Μ. Κωνσταντίνος υπήρξε πρωτοπόρος. Μετέφερε το 325 την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας στο Βυζάντιο, κόβοντας έτσι κάθε δεσμό με το ειδωλολατρικό παρελθόν και βάζοντας τα θεμέλια για τη νέα χριστιανική αυτοκρατορία, η οποία θα ζήσει χίλια χρόνια.
      Το 337 σε μια περιοδεία του στη Νικομήδεια αρρώστησε και συναισθάνθηκε το τέλος του. Ζήτησε να λάβει το άγιο Βάπτισμα και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Δεν ξαναφόρεσε τα αυτοκρατορικά ενδύματα, αλλά φορούσε το λευκό χιτώνα του Βαπτίσματος ως το θάνατό του, στις 22 Μαΐου του 337. Η Εκκλησία μας του αναγνώρισε τις πολύτιμες υπηρεσίες του και γι’ αυτό τον ανακήρυξε άγιο και ισαπόστολο, μαζί με την αγία μητέρα του. Το ίδιο και η ιστορία αναγνωρίζοντας τη μοναδική του προσφορά τον ανακήρυξε μέγα.
       Πολλοί εμπαθείς και ανιστόρητοι επιχειρούν να σπιλώσουν την προσωπικότητά του, χαρακτηρίζοντας τον ως «θηριώδη δολοφόνο», επειδή αναγκάστηκε να εφαρμόσει το νόμο απέναντι στον γιό του Κρίσπο και τη σύζυγό του Φαύστα. Ξεχνούν όμως ότι τότε ο Κωνσταντίνος ήταν ακόμη ειδωλολάτρης, και ο οποίος για το θλιβερό αυτό συμβάν έκλαιγε και θρηνούσε σε όλη του τη ζωή! Ξεχνούν επίσης πως ο χαρακτηρισμός ενός ανθρώπου δεν πρέπει εξαρτάται από μεμονωμένα συμβάντα, αλλά από τη συνολική αξιολόγηση της ζωής του και του έργου του!

Λάμπρος Σκόντζος, θεολόγος