Ο άνθρωπος είναι φυσικό να στηρίζεται πάνω σε ορατά, αντικείμενα, πρόσωπα κ.λπ.
Όπως ήταν πολύ δύσκολο, πριν έρθει ο Θεός και πει Πνεύμα ο Θεός, να πιστέψει ο άνθρωπος σ’ έναν Θεό αόρατο, πνευματικό, ο οποίος ζούσε στο πνευματικό σύμπαν. Διότι το πνευματικό σύμπαν είναι αόρατο στις αισθήσεις του ανθρώπου και γίνεται γνωστόν μόνο με το ανώτερο μέρος της ψυχής, το πνεύμα.
Και γι’ αυτό το τονίζει ο Χριστός «Πνεύμα ο Θεός» και όποιοι θέλουν να τον γνωρίσουν και να τον προσκυνήσουν «εν Πνεύματι και αληθεία». Το πόσο δύσκολο ήταν το ξέρουμε διότι ενώ ο Θεός είχε κάνει τόσα θαύματα για να βγάλει τον λαό Ισραήλ από την Αίγυπτο, ακόμη και την Ερυθρά Θάλασσα έσκισε, όταν έφθασαν στο όρος Σινά, έπιασαν τον Ααρών και του είπαν: - Θέλουμε να μας κάνεις Θεό να προπορεύεται μπροστά μας. - Και έφτιαξαν τον χρυσό μόσχο, τον οποίο λάτρεψαν, διότι αυτή είναι η φυσική τάση του ανθρώπου.
Και υπάρχει και για μας ακόμη που ζούμε 2000 χρ. Αργότερα. Διότι είμαστε πνεύμα και σώμα και είναι φυσικό να στηριχθούμε σε κάτι ορατό παρά σε κάτι το αόρατο. Το φυσικό σύμπαν είναι μία εικόνα του πνευματικού. Στην αρχαιότητα είχε δημιουργηθεί μεταξύ των προηγμένων λαών το μεγάλο πρόβλημα. Πού στηρίζετε η γη; Βέβαια δεν ήξεραν ότι η γη είναι σφαιρική, ότι κινείται κ.λπ. Ήθελαν να ξέρουν που στηρίζεται η γη. Είναι φυσικό ο άνθρωπος να πει ότι η γη στηρίζεται σε κάτι το στέρεο. Όπως όταν χτίζουμε το σπίτι μας το στηρίζουμε στην γη και μάλιστα βάζουμε και γερά θεμέλια. Όλα στηρίζονται κάπου.
Δεν μπορούσε ο άνθρωπος να ξεφύγει όσο και αν με την φιλοσοφία είχε ανέβει σε πολύ υψηλά επίπεδα.
Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι η γη είναι δυνατόν να μην στηρίζεται. Γι’ αυτό οι μεν αρχαίοι Έλληνες έλεγαν ότι η γη στηρίζεται πάνω στην πλάτη του Άτλαντα. Οι Αιγύπτιοι έλεγαν ότι η γη είναι επίπεδη, ότι έχει τέσσερις κολώνες που την στηρίζουν και για μεγαλύτερη ασφάλεια έχει και στην μέση μία κολώνα.
Οι Ινδοί έλεγαν ότι η γη στηρίζεται πάνω σ’ έναν πελώριο ελέφαντα, ο οποίος ελέφαντας στηρίζεται πάνω σε μία χελώνα πελώριων διαστάσεων και η χελώνα πλέει στην θάλασσα. Όλα στηρίζονται.
Έρχετάι η Αγία Γραφή 1500 χρόνια π.Χ. και λέει ότι ο Θεός στήριξε και κρέμασε την γη στο κενό. Αυτό ήταν κάτι το αδιανόητο. Όχι μόνο στηρίζεται, αλλά και κινείται, έχει τροχιά και όχι μόνο η γη αλλά και όλα τα ουράνια σώματα στηρίζονται στο κενό.
Είναι βέβαια αδιανόητο, αλά η Αγία Γραφή μας το λέει καθαρά ότι η γη στηρίζεται στο κενό.
Και η Αγία Γραφή είναι το μόνο βιβλίο, για την εποχή εκείνη, που λέει ότι η Γη είναι στρογγυλή και ότι κινείται και ότι στηρίζεται στο κενό. Ας δούμε τώρα αν η Γη είναι ασφαλής ή όχι. Η Γη και όλα τα ουράνια σώματα τα οποία υπάρχουν 20 δις. εκατομμύρια χρόνια αν δεν στηρίζονταν στο κενό, δεν ξέρουμε αν ήταν ασφαλή. Οποιοδήποτε στήριγμα και αν είχαν. Ενώ τώρα στηρίζονται στο κενό, αλλάς του νόμους του Θεού.
Ο νόμος της βαρύτητας, φυσική, αστρονομική κ.λπ. όλα αυτά είναι νόμοι του Θεού. Γι’ αυτό και στηρίζονται και υπάρχουν και κρέμονται και κινούνται προ παντός και κινούνται, προ παντός κινούνται σε τροχιές αφάνταστα μεγάλες και δεν έχουν πάθει τίποτα.
Βλέπουμε το να στηρίζεσαι στον Θεό, είναι το ασφαλέστερο. Εμείς οι άνθρωποι δεν το καταλαβαίνουμε αυτό και βλέπουμε πολλούς κυρίως γυναίκες που έχασαν τους συντρόφους τους να λένε και να νιώθουν ότι είναι μόνες στην ζωή, χωρίς κανένα στήριγμα.
Είναι φυσικό να αισθάνεται έτσι, εκτός αν γνωρίσει το μυστικό, ότι είναι πιο ασφαλής όταν στηρίζεται στον Θεό παρά αν στηρίζεται σε άνθρωπο, έστω και αν αυτός είναι ένας αγαπημένος σύζυγος, διότι σήμερα υπάρχει ο σύζυγος ο αγαπημένος και αύριο φεύγει. Δεν ξέρουμε ποια θα είναι η ώρα που θα καλέσει ο Θεός τον καθένα μας.
Ή στηριζόμαστε σ΄ έναν άνθρωπο ο οποίος μας εγκατέλειψε ή μας απογοήτευσε. Είναι προτιμότερο λοιπόν για μας να ξέρουμε αυτό το μεγάλο μυστικό και όπως η γη στηρίζεται πάνω στους νόμους του Θεού και εμείς στηριζόμαστε στον Θεό. Το λέει καθαρά η Αγία Γραφή ότι η «ταχεία και αιώνια σωτηρία μας είναι ο Θεός». Νομίζεις ότι θα πέσεις στο κενό και ξαφνικά νιώθεις τους βραχίονες του Κυρίου μας να σε στηρίζουν. Καμιά φορά γίνεται ένα ατύχημα στο οποίο χάνεται ένας άνθρωπος και κατόπιν βλέπουμε πόσο προς το συμφέρον μας, της ψυχής μας εξελίχθηκαν τα πράγματα. Και αυτό είναι μία τρανή απόδειξη.
Αυτός είναι ένας ατομικός πειραματισμός. Διότι είναι τρεις οι τρόποι για να γνωρίσουμε τον Θεό.
Η επιστημονική φιλοσοφία 2) οι ιστορικές μαρτυρίες και 3) ο ατομικός πειραματισμός. Ένας άνθρωπος που έχει περάσει αυτήν την πείρα, γνωρίζει την προστασία του Θεού. Και αυτός ο άνθρωπος είναι αδύνατον να κλονιστεί με οτιδήποτε. Γι’ αυτό λέει ο Κύριος έρχεσθε και ίδετε» δηλαδή σας δίνω το δικαίωμα να με δοκιμάσετε. «ότι αγαθός ο Κύριος». Δεν λέει «πίστευε και μη ερεύνα» αλλά αντιθέτως «ερευνάτε τας Γραφάς και γεύσασθε» μας βάζει δηλαδή στον ατομικό πειραματισμό, να γευθείς και να καταλάβεις πόσο αγαθός είναι ο Κύριος.
Και η Αγία Γραφή το λέει ότι ο Κύριος προστατεύει χήρες και ορφανά και αυτό είναι αληθινό. (Λουκάς Ι΄ 38-42) «Εγένετο δε εν τω πορεύεσθαι αυτούς και αυτός εισήλθεν εις κώμην τινά, γυνή τις ονόματι Μάρθα υπεδέξατο αυτόν εις τον οίκον αυτής και τήδε ην αδελφή καλουμένη Μαρία, ή και παρακαθίσασα παρά τους πόδας του Ιησού ήκουε τον λόγον αυτόν η δε Μάρθα περιεσπάτο περί πολλήν διακονίαν, επιστάσα δε είπε, Κύριε, ου μέλει σοι ότι η αδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονείν; Ειπέ ουν αυτή ίνα μοι συναντιλάβηται, αποκριθείς δε είπεν αυτή ο Ιησούς. Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά, ενός δε έστι χρεία. Μαρία δε την αγαθήν μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ’ αυτής». (Λουκάς ΙΑ΄ 27-28) «Εγένετο δε εν τω λέγειν αυτόν ταύτα επάρασά τις γυνή φωνήν εκ του όχλου είπεν αυτώ. Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας. Αυτός δε είπε, μένουνγε μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν».
Όλο το Ευαγγέλιο το σημερινό επικεντρώνεται σε μία σύντομη φράση. «ενός δε εστί χρεία». Αυτό μας δείχνει να μην στεκόμαστε πολύ σ’ αυτά που μας κρατούν δέσμιους. Τον ορατό κόσμο και τον δεσμό που έχουμε με όλα τα πράγματα που μας περιβάλουν.
Βέβαια είναι φοβερά δύσκολο, δεν μπορούμε εύκολα ν’ απαλαγούμε από αυτό κάνοντας και προσπάθεια.
Μιλάμε για ανθρώπους κοινούς όπως εμείς, διότι υπάρχουν και άλλοι που ανεβαίνουν σε σφαίρες πνευματικές. Κάνουμε προσπάθειες αλλά μας κυριαρχούν οι μέριμνες και οι δυσκολίες της ζωής και αυτά μας κρατούν δέσμιους. Η προσπάθεια πρέπει να είναι πάρα πολύ μεγάλη, για να μπορούμε να είμαστε αφοσιωμένοι μόνο στον Θεό. Βέβαια ο Θεός δεν μας ζητάει να μην μεριμνούμε για την δουλειά μας και να μην φροντίζουμε. Στην σκέψη μας όμως είναι πάρα πολλά αυτά που μας απασχολούν, δεν είναι εύκολο.
Όμως υπάρχει τρόπος να είμαστε συνεπείς στις κοινωνικές μας υποχρεώσεις και να έχουμε και τον χρόνο να αφιερώνουμε στην σκέψη αυτή του «ενός εστί χρεία». Βέβαια ο Χριστός δεν επετίμησε την Μάρθα επειδή διακονούσε, γιατί και αυτό είναι απαραίτητο.
Μακαρίζέι όμως αυτούς που ακούνε τον λόγο του Θεού και τον τηρούν. Το χρήσιμο και αναγκαίο είναι η ακρόαση της διδασκαλίας. Και όχι η απλή ακρόαση του λόγου, αλλά να την εφαρμόζουμε σε κάθε μας πράξη. Από την πιο μικρή έως την πιο μεγάλη μας ενέργεια. Όλο αυτό το φως της διδασκαλίας να μας καταλάβει και να γίνουμε μέρος του φωτός.
Αυτή είναι η ουσία στο «ενός εστί χρεία» δηλαδή χρειάζεται αυτό για την κάθε μας κίνηση και ενέργεια, να λουόμεθα από το φως του Κυρίου εφόσον κάνουμε κτήμα μας όλη την διδασκαλία του Κυρίου.
Λέει ο ευαγγελιστής «γυνή δε τις ονόματι Μάρθα υπεδέξατο αυτόν εις τον οίκον αυτής». Φαίνεται καθαρά ότι η μεγαλύτερη αδελφή και οικοδέσποινα ήταν η Μάρθα. «ην αδελφή καλουμένη Μαρία, ή και παρακαθίσασα παρά τους πόδας του Ιησού ήκουε τον λόγον αυτού η δε Μάρθα περιεσπάτο περί πολλήν διακονίαν».
Γεννάται ένα πρόβλημα το οποίο αφορά την καθημερινή μας ζωή. Πρέπει δηλαδή να κάθομαι με τα χέρια σταυρωμένα, να προσεύχομαι και ν΄ ακούω τον λόγο του Θεού μόνο ή πρέπει και να διακονώ;
Η Μάρθα εδώ διακονούσε με λαχτάρα να φτιάξει πολλά φαγητά για να περιποιηθεί τον Κύριο και τους μαθητές του. Η Μάρθα καλά κάνει μέχρις ενός σημείου να τους περιποιηθεί αλλά, εκείνο το οποίο διακρίνει ο Κύριος με τα πνευματικά του μάτια είναι ότι δεν βάζει πρώτο στην Ιεραρχία τον λόγο του Θεού και κατόπιν τα υπόλοιπα. Σ’ αυτό την επιτιμά και της λέει ότι πρώτο είναι αυτό και τα άλλα μετά. «η δε Μάρθα περιεσπάτο περί πολλήν διακονίαν» περιεσπάτο σημαίνει ότι η σκέψη της ενώ έπρεπε να είναι αλλού, δηλαδή στον λόγο του Κυρίου, ήταν στην διακονία. Ο Κύριος την επιτιμά «Μάρθα, Μάρθα» λέει δύο φορές το όνομά της και αυτό δείχνει την τρυφερότητα που είχε και την οικειότητα με τον Λάζαρο και τις αδελφές Μάρθα και Μαρία. Ήταν φίλοι του. «Ο φίλος ημών εκοιμήθη» λέει για τον Λάζαρο, άρα ήταν μία φιλική οικογένεια στην οποία πολλές φορές είχε πάει ο Κύριος. Γι’ αυτό και η Μάρθα έχει το θάρρος να πάει στον Κύριο και να παραπονεθεί.
Και πάλι ο Κύριος της λέει «μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά» πάλι η λέξη «πολλά».
Δηλαδή δεν είναι λάθος το να διακονούμε, να υπηρετούμε, να φιλοξενούμε διότι εδώ πρόκειται για φιλοξενία.
Και από την Π.Δ. ξέρουμε ότι υπάρχει μεγάλη ευλογία στον άνθρωπο που φιλοξενεί, όπως η φιλοξενία του Αβραάμ Ο Απόστολος Παύλος λέει – Να μην σας διαφεύγει το να φιλοξενείτε διότι πολλοί και χωρίς να το ξέρουν φιλοξένησαν αγγέλους. –
Όπως ο Αβραάμ είδε τους τρεις ξένους και τους προσκάλεσε στο σπίτι του και τους φιλοξένησε.
Ας δούμε τι συνέβη με την Μάρθα όταν έμαθε το μάθημα. Βλέπουμε την Μάρθα να εφαρμόζει αυτό που της είπε ο Κύριος. Βλέπουμε την Μάρθα αργότερα σε άλλη σκηνή πως συμπεριφέρεται, διότι είχε πλέον μάθει την σωστή στάση. «Ο ουν Ιησούς προ εξ ημερών του Πάσχα, ήλθεν εις Βηθανίαν, όπου ην Λάζαρος ο τεθνηκώς, όν ήγειρεν εκ νεκρών. Εποίησαν ουν αυτώ δείπνον εκεί και η Μάρθα διηκόνει. Ο δε Λάζαρος εις ην των ανακειμένων συν αυτώ. Η ουν Μαρία, λαβούσα λίτραν μύρου νάδρου πιστικής πολυτίμου, ήλειψε τους πόδας του Ιησού και εξέμαξε ταις θριξίν αυτής τους πόδας αυτού. Η δε οικία επληρώθη εκ της οσμής του μύρου». Τώρα βλέπουμε την σωστή στάση. «Η Μάρθα διηκόνει».
Πάλι διακονεί, αλλά δεν «περιεσπάτο περί πολλήν διακονίαν». Δεν την είχε πιάσει άγχος, διότι μέριμνα σημαίνει ότι εργάζομαι με άγχος. «μεριμνάς και τυρβάζει περί πολλά». Δεν σημαίνει ότι δεν θα φροντίσουμε. Εδώ βρισκόμαστε πάλι σε τραπέζι «και εποίησαν αυτώ δείπνον εκεί».
Αλλά η Μάρθα εδώ απλώς διακονεί, δεν περισπάται, ούτε μεριμνά περί πολλά.
Ο Κύριος την επιτιμά για το πολύ και για την μέριμνα και ότι δεν είχε αξιοποιήσει σωστά.
Όταν βάλεις στον κατάλογο των αξιών σου, πρώτο τον λόγο του Θεού και την επιθυμία να τον γνωρίσεις και να συμμορφωθεί η ζωή σου με τον λόγο του Θεού, και κατόπιν όλα τ’ άλλα έχει την σωστή στάση.
Αλλά όταν βάζεις πρώτα την διακονία και πρώτα τα κοσμικά και τα υλικά, τότε όλα έχουν φύγει από την θέση τους. Το παν είναι να τοποθετήσει ο άνθρωπος στην σωστή του θέση το κάθε τι «ενός δε εστί χρεία. Μαρία δεν την αγαθήν μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ’ αυτής». «Αγαθή μερίδα» είναι ότι η Μαρία, όπως λένε οι ερμηνευταί, ενώ βοήθησε και αυτή την αδελφή της στην διακονία, μετά προτίμησε να καθίσει στους πόδας του Ιησού. Δεν ήθελε για κανένα λόγο να χάσει την ευκαιρία. - Ήρθε ο Κύριος στο σπίτι μας με τους μαθητές του και άρχισε να μιλάει και εγώ θα κοιτάξω το μαγείρεμα; Καλύτερε να καθίσω δίπλα του και να μην χάσω ούτε λέξη από την διδασκαλία Του.
Όλα αυτά έχουν εφαρμογή στην πρώτη Χριστιανική Εκκλησία, όπως διαβάζουμε στις Πράξεις Β΄ 44-47. «πάντες δε οι πιστεύοντες ήσαν επί τω αυτώ και είχον άπαντα κοινά, και τα κτήματα και τας υπάρξεις επίπροσκον και διεμέριζον αυτά πάσι καθότι αν τις χρείαν είχε, καθ’ ημέραν τε προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν εν τω ιερώ, κλώντες τε κατ’ οίκον άρτον, μετελάμβανον τροφής εν αγαλλιάσει και αφελότητι καρδίας, αινούντες τον Θεόν και έχοντες χάριν προς όλον τον λαόν, ο δε Κύριος προσετήθει τους σωζομένους καθ’ ημέραν τη Εκκλησία». Βλέπουμε ότι «μετελάμβανον τροφής» δεν έμεναν νηστικοί, αλλά «εν αγαλλιάσει και αφελότητι καρδίας» την απλότητα ζητάει ο Θεός.
Και μεις όταν φιλοξενούμε κάποιον, να τον περιποιηθούμε βέβαια, αλλά με απλότητα για να νοιώθει και ο άλλος πιο άνετα.
Στην Μάρθα και στην Μαρία αν τις βάλουμε μέσα στην κοινωνία, βλέπουμε τους δύο τύπους ανθρώπων. Ο μεν ένας τύπος αφήνει τα πάντα και προσκολλάται στον Κύριο τελείως και είναι η μορφή του μοναχισμού και ο άλλος τύπος είναι η μέριμνα της ζωής μεν, αλλά ο Κύριος συμβουλεύοντας πως ν’ αντιμετωπίζονται οι μέριμνες, βρίσκει τους δύο τύπους ανθρώπων ίσους. Δηλαδή στην ίδια κατηγορία θα βάλει και αυτόν που προσκολλάται πλήρως κοντά του και αυτόν ο οποίος μέσα από την μέριμνα της ζωής η οποία μέριμνα έρχεται σε δεύτερη μοίρα και βασικά είναι λουσμένοι μέσα στο πνεύμα του Χριστού.
Και οι δύο αυτοί αντιπροσωπευτικοί άνθρωποι είναι άνθρωποι της σημερινής κοινωνίας.
Οι μεν που δίνονται μόνο και αφήνουν τα πάντα και οι άλλοι που ζουν μέσα στην μέριμνα της ζωής, αλλά και αυτοί εξίσου αντιμετωπίζονται από τον Κύριο.
Απάντηση: Όχι, αυτό είναι λάθος, διότι είτε λαϊκός είσαι, είτε μοναχός είσαι, είσαι υποχρεωμένος να εργαστείς. Γι’ αυτό και στο Άγιον Όρος έχουν 8 ώρες εργασίας, 8 ώρες αναπαύσεως και 8 ώρες προσευχής.
Άρα δεν είναι έτσι τα πράγματα, εξάλλου ουδέποτε μίλησε ο Κύριος για μοναχισμό.
Μίλησε για ό,τι αφορά τον άνθρωπο που ζει μέσα στην κοινωνία, μέσα στην οικογένεια, τον κάθε άνθρωπο.
Μετά έγινε ο μοναχισμός, ήταν και οι διωγμοί τότε, ήταν άλλοι λόγοι ιστορικοί κ.λπ.
Ποτέ ο Κύριος δεν μίλησε για μοναχισμό, ούτε να συμβουλεύει κανέναν να πάει να ζήσει στην έρημο.
Μην τα μπερδεύουμε λοιπόν, διότι εδώ δεν πρόκειται για δύο διαφορετικών τύπων ζωής.
Είναι αντιθέτως ο τύπος της καθημερινής ζωής.
Υπάρχουν άνθρωποι Χριστιανοί, που είναι πιο δραστήριοι. Μεταξύ των δύο αδελφών ασφαλώς η Μάρθα θα ήταν πιο δραστήρια, δυναμική, εργατική κ.λπ. Η άλλη ήταν μία φύση που έκλεινε πιο πολύ προς τον μυστικισμό.
Η Μάρθα ήταν ο τύπος του Χριστιανού ο οποίος την αγάπη που έχει προς τον Θεό, την καταναλίσκει και την αξιοποιεί στο να διακονεί πάλι τον Κύριο.
Διότι όταν βοηθάς τον συνάνθρωπό σου, βοηθάς τον ίδιο τον Κύριο. «εμέ εποιήσατε» μας είπε.
Όταν διακονούμε τον άλλο με όποιον τρόπο, διακονούμε τον Χριστό, διότι ο κάθε Χριστιανός είναι μέλος του σώματος του Χριστού. Άρα υπηρετούμε το σώμα του Χριστού. Ο άλλος τύπος είναι αυτός που του αρέσει να μελετά, να διαβάζει, να προσεύχεται. Άλλα και οι δύο πρέπει να έχουν και ώρες εργασίας και ώρες μελέτης και προσευχής.
Δεν εξαιρείσαι από την εργασία, διότι η εργασία είναι εντολή του Θεού. Έξι μέρες θα εργάζεσαι, είπε ο Θεός.
Εδώ αυτό που θέλει να τονίσει είναι ότι «την αγαθήν μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ’ αυτής».
Διότι μεταξύ των δύο, δηλαδή, της διακονίας του σώματος και της ανυψώσεως του πνεύματος, πιο σπουδαίο είναι το δεύτερο. Το μεν ένα χρειάζεται ασφαλώς και σ’ επαινεί ο Θεός διότι τον Κύριο φιλοξενείς και τα μέλη του σώματός του διακονείς και περιποιείσαι, αλλά μην σταματάς μόνο εκεί και μην το κάνεις αυτό σε υπερβολικό βαθμό ώστε να χάνεις το δεύτερο. Η ζωή του κάθε Χριστιανού βρίσκεται σε μία πολύ δύσκολη ισορροπία, είναι σαν να περπατάς πάνω σ’ ένα τεντωμένο σκοινί.
Δεν ξέρουμε μέχρι που πρέπει να διακονούμε και να εργαζόμαστε και μέχρι πιο σημείο να λατρεύουμε τον Θεό μας και να γνωρίσουμε την αλήθεια Του.
Και εκεί ακριβώς δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε.
Η συνταγή που μας δίνει εδώ ο Κύριος είναι ότι θα εργάζεσαι, θα υπηρετείς, θα διακονείς, αλλά ανώτερο και σπουδαιότερο είναι το πνευματικό. Μην αφήνεις καμία ευκαιρία για κάτι το πνευματικό που θα πας και θα ωφεληθείς. Για να πάμε την Κυριακή στην Εκκλησία μαγειρεύουμε από το Σάββατο. Ούτε να μείνουμε νηστικοί την Κυριακή, ούτε ν’ αφήσουμε την Εκκλησία μας.
Το παν είναι τι έχεις στο μυαλό σου σαν ηθικές αξίες, τι βάζεις πρώτο. Είναι η κατάταξη.
Αν βάλεις πρώτα τα πνευματικά «ζητείτε πρώτον τα πνευματικά και ταύτα πάντα προστεθήσεται» θα σου προστεθούν και όλα τ’ άλλα. Αλλά αν βάλεις πρώτα τα υλικά, τότε χάνεις τα πάντα. Αυτό είναι το μεγάλο μάθημα που θέλει να μας διδάξει εδώ ο Κύριος.
Ήταν η Μαρία, η Μάρθα και ο Λάζαρος. Ο καθένας είχε τον δικό του χαρακτήρα. Αυτό που είναι σπουδαίο, είναι το ότι παρ΄ όλες αυτές τις διαφορές, θα δούμε πως αναστρέφονται οι όροι. (Ιωαν. ΙΑ΄ 1-2) «Ην δε τις ασθενών Λάζαρος από Βηθανίας, εκ της κώμης Μαρίας και Μάρθας της αδελφής αυτής, ην δε Μαρία η αλείψασα τον Κύριον μύρω και εκμάξασα τους πόδας αυτού ταις θριξίν αυτής, ης ο αδελφός Λάζαρος ησθένει». Στον Λουκά Ι΄ 38 διαβάζουμε «Μάρθα και Μαρία η αδελφή αυτής» ενώ εδώ βάζει πρώτα την Μαρία, διότι η Μαρία είναι η πιο σωστή.
Και μεταξύ των Χριστιανών ήταν πιο γνωστή η Μαρία από την Μάρθα. Γι’ αυτό ο Ιωάννης αναφέρει πρώτα την Μαρία και «Μάρθας της αδελφής αυτής». Καταλαβαίνουμε πόση ανωτερότητα είχε η Μαρία από την Μάρθα (Ιωάν. ΙΑ΄ 5) «ηγάπα δε ο Ιησούς την Μάρθαν και την αδελφήν αυτής και τον Λάζαρον». Αγαπούσε ο Ιησούς και τους τρεις αυτούς τύπους ανθρώπων. (Λουκ. Ι΄ 42) «....ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ’ αυτής» αυτό που αποκτάς κανένας δεν μπορεί να στο αφαιρέσει.
Το μόνο πράγμα που δεν μπορεί κανείς να σου αφαιρέσει είναι αυτή η μερίδα που διάλεξες δηλαδή, να καθίσεις παρά τους πόδας του Ιησού ν’ ακούσεις τον λόγο του.
Όπως έκανε και η Μαρία η οποία άκουσε και κατόπιν εφάρμοσε την διδασκαλία Του.
Εν τω μεταξύ και η Μάρθα έχει γίνει πιο σωστή και στην περίπτωση της ασθενείας του αδελφού της και κατόπιν του θανάτου του, είναι αυτή ανώτερη. (Ιωάν. ΙΑ΄ 3) «απέστειλον ουν αι αδελφαί προς αυτόν λέγουσαι, Κύριε, ίδε ον φιλείς ασθενεί». Του στέλνουν μήνυμα ότι αυτός που αγαπάει είναι άρρωστος. Μήπως και ο Λάζαρος δεν τον αγαπούσε; Βεβαίως, αλλά ποια σχέση έχει η αγάπη που έχουμε εμείς, με την αγάπη που έχει ο Ιησούς για μας. (Ιωάν. ΙΑ΄ 4-6) «ακούσας δε ο Ιησούς είπεν, αύτη η ασθένεια ουκ έστι προς θάνατον, αλλ΄ υπέρ της δόξης του Θεού, ίνα δοξασθή ο υιός του Θεού δι’ αυτής. Ηγάπα δε ο Ιησούς την Μάρθαν και την αδελφήν αυτής και τον Λάζαρον, ως ουν ήκουσεν ότι ασθενεί, τότε μεν έμεινεν εν ω ην τόπω δύο ημέρας». Αφού μας βεβαιώνει προηγουμένως ότι ο Ιησούς αγαπούσε τα τρία αδέλφια, φυσικό ήταν να τρέξει, αλλά επειδή τους αγαπούσε έμεινε στο ίδιο μέρος.
Εδώ υπάρχει μία πολύ μεγάλη πνευματική αλήθεια. «ως ούν» επειδή τους αγαπούσε έμεινε εκεί δύο ημέρες. Αργεί να παρουσιασθεί και εδώ βρισκόμαστε σ΄ ένα τεράστιο πρόβλημα. Στο πρόβλημα γιατί ο Θεός αργεί ν΄ απαντήσει στην προσευχή μας. Όσο πιο πολύ μας αγαπά τόσο πιο πολύ αργεί. Στην αρχή όταν ζητήσουμε κάτι όταν είμαστε αρχάριοι μας απαντάει αμέσως, δεν θ’ αργήσει να μας απαντήσει. Όσο πιο προχωρημένος Χριστιανός είσαι, σου αυξάνει την πίστη με το να περιμένεις. Υπάρχει και μία ιστορία σχετική.
Μία γυναίκα ζητούσε κάτι στην προσευχή της από τον Θεό, όμως εκείνος αργούσε να της απαντήσει.
Βλέπει στ΄ όνειρό της γονατισμένες τρεις γυναίκες να κλαίνε, διότι είχαν κάποιο πρόβλημα.
Έρχεται ο Ιησούς, σταματάει μπροστά στην μία και της μιλάει επί πολλή ώρα. Στην δεύτερη γυναίκα στέκεται λίγη ώρα και στην τρίτη περνάει χωρίς να της μιλήσει. Σκέφθηκε ότι την Τρίτη γυναίκα δεν την αγαπάει, αλλά αγαπάει την πρώτη. Και στ’ όνειρό της ακούει μια φωνή, όχι κάνεις λάθος την τρίτη αγαπάει. Αυτό βέβαια είναι πολύ δύσκολο να το καταλάβει ο άνθρωπος που υποφέρει. Όταν είναι δυνατή η πίστη δεν χρειάζεται άμεση απάντηση, όταν είναι αδύνατη η πίστη την χρειάζεσαι την περιποίηση.
Ο καλός ποιμήν το μικρό και αδύνατο προβατάκι παίρνει στην αγκαλιά του, το άλλο δεν χρειάζεται.
Τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά απ’ ότι εμείς το νομίζουμε, διότι το λέει καθαρά μέσα στην Αγία Γραφή. «Οι δικές μου οι σκέψεις και οι δικές μου αποφάσεις και τα δικά μου μέτρα είναι διαφορετικά». «Όσο απέχουν οι ουρανοί από της γης τόσο απέχουν οι σκέψεις οι δικές μου από τις σκέψεις τις δικές σας». Εμείς θα λέγαμε ότι στον άνθρωπο τον αφοσιωμένο και δοκιμασμένο θ’ απαντήσει αμέσως, ενώ γίνεται το αντίθετο. Όλοι είμαστε μέλη του σώματος του Χριστού.
Και ο Χριστός φροντίζει το πιο ασθενικό και πονεμένο μέλος του σώματός του. Το άλλο μέλος που είναι γερό και δυνατό δεν το κοιτάζει. Βέβαια στην παρούσα περίπτωση είχαν σοβαρό πρόβλημα τ’ αδέλφια.
Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει ο άνθρωπος είναι η σχέση του με τον Θεό. Εμείς τοποθετούμε αλλού τα προβλήματά μας, ενώ ο Θεός τα βλέπει αλλιώς διότι ο Θεός ζει στην αιωνιότητα και ενδιαφέρεται για την αιωνιότητα.
Πρέπει να μάθουμε και εμείς να κοιτάζουμε με το πρίσμα της αιωνιότητας, διαφορετικά είμαστε πολύ μακριά.
Χάνουμε τα πάντα αν δεν μπορέσουμε να καταλάβουμε ότι είμαστε δημιουργημένοι για την αιωνιότητα, ότι μας περιμένει η αιωνιότητα. Πολλοί άνθρωποι έχοντας ένα σοβαρό πρόβλημα φθάνουν στην αυτοκτονία, αλλά δεν ξέρουν ότι όσοι πεθαίνουν, λέει ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός «ούτε καν δύνανται αποθανείν πλέον». Αυτός λοιπόν αυτοκτονεί για ν’ απαλλαγεί και όχι μόνο δεν μπορεί ν’ απαλλαγεί αλλά υποφέρει αιωνίως. Αυτή είναι η μεγάλη παρεξήγηση.
Όλα τα μαθαίνουμε εδώ και για όλα ενδιαφερόμαστε, αλλά για το μεγάλο ταξίδι που θα κάνουμε δεν ενδιαφερόμαστε. «αύτη η ασθένεια ουκ έστι προς θάνατον, αλλ΄ υπέρ της δόξης του Θεού, ίνα δοξασθή ο υιός του Θεού δι’ αυτής».
Για τον καθένα μας είναι μία προσωπική εμπειρία το να περάσει κάποιες δυνατές δοκιμασίες, το γιατί δεν το βλέπει εκείνη την ώρα, αλλά αργότερα θα δει ότι όλα αυτά έγιναν προς δόξαν Θεού (Ιωάν. ΙΑ΄ 11) «ταύτα είπε και μετά τούτο λέγει αυτοίς, Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται, αλλά πορεύομαι ίνα εξυπνήσω αυτόν είπον ουν οι μαθηταί αυτού. Κύριε, ει κεκοίμητε, σωθήσεται, ειρήκει δε ο Ιησούς περί του θανάτου αυτού, εκείνοι δε έξοξαν ότι περί κοιμήσεως του ύπνου λέγει, τότε ουν είπεν αυτοίς ο Ιησούς παρρησία. Λάζαρος απέθανε, και χαίρω δι’ υμάς ίνα πιστεύσητε, ότι ουκ ήμην εκεί, αλλ’ άγωμεν προς αυτόν. Είπεν ουν Θωμάς ο λεγόμενος Δίδυμος τοις συμμαθηταίς. Άγωμεν και ημείς ίνα αποθάνωμεν μετ΄ αυτού».
Λέει ο Ιησούς «Λάζαρος ο φίλος ημών» ο δικός μας.
Όταν ο Θεός σ’ αγαπάει είσαι φίλος με όλους. «αλλά πορεύομαι ίνα εξυπνήσω αυτόν». Αυτοί βέβαια δεν κατάλαβαν, αλλά για τον Ιησού ήταν τόσο εύκολο να αναστήσει ένα νεκρό όσο για μας να ξυπνήσουμε έναν άνθρωπο. Είπαν οι μαθηταί «ει κεκοίμηται, σωθήσεται» αφού ήταν άρρωστος και κοιμήθηκε θα πει ότι θα σωθεί, του κάνει καλό.
Από την φράση «ο Λάζαρος κεκοίμηται» έχει βγει η λέξη κοιμητήριο όπως ονομάζουμε το νεκροταφείο, διότι μετά έρχεται η ανάσταση όπως και στον Λάζαρο.
Πολλοί άνθρωποι νομίζουν ότι η ανάσταση αφορά την ψυχή, ενώ όταν λέμε «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών» θα πει ότι ο νεκρός κοιμάται και ότι θα ξυπνήσει στην Β΄ Παρουσία.
Εκείνο που φθείρεται είναι μόνο το σώμα, ενώ η ψυχή δεν πεθαίνει, δεν κοιμάται, δεν είναι ύπνος της ψυχής. «είπεν ο Θωμάς, άγωμεν και ημείς ίνα αποθάνωμεν μετ΄ αυτού». Αυτή η σκηνή γίνεται στην Περσία, προηγουμένως στα Ιεροσόλυμα τον είχαν λιθοβολήσει να τον σκοτώσουν και αναγκάστηκε ο Κύριος να φύγει. Έκανε μία ημέρα να πάει, δύο που έμεινε αφότου έμαθε ότι ο Λάζαρος ήταν άρρωστος και μία να γυρίσει, γίνονται τέσσερις μέρες. «τεταρταίος γαρ» Κάθε άνθρωπος έχει και την σκουριά του, έχει και το χρυσάφι του. Εδώ ο Θωμάς τον οποίο έχουμε παρεξηγήσει, μας δείχνει το χρυσάφι του.
Είναι βέβαιος ότι θα σκοτώσουν τον Ιησού και δεν μιλάει κανένας ούτε ο Πέτρος ούτε ο Ιωάννης και μιλάει μόνο ο Θωμάς «ο άπιστος Θωμάς». Λέει, πάμε και μεις να πεθάνουμε μαζί του. Το ότι θα πέθαιναν δεν υπήρχε αμφιβολία γι’ αυτόν. Και εδώ βλέπουμε την μεγάλη αγάπη που είχε ο Θωμάς για τον Ιησού. Η πνευματική ένωση και η πνευματική συγγένεια την οποία έχουν απαιτήσει με τον Κύριο, που αν ήταν εξ αίματος συγγένεια δεν θα πήγαιναν να πεθάνουν μαζί του. (Ιωάν. ΙΑ΄ 17-21) «ελθών ουν ο Ιησούς εύρεν αυτόν τέσσαρας ημέρας ήδη έχοντα εν τω μνημείω, ην δε η Βηθανία εγγύς των Ιεροσολύμων ως από σταδίων δέκαπέντε, και πολλοί εκ των Ιουδαίων εληλύθεισαν προς τας περί Μάρθαν και Μαρία ίνα παραμυθήσωνται αυτάς περί του αδελφού αυτών. Η ουν Μάρθα ως ήκουσεν ότι ο Ιησούς έρχεται υπήντησεν αυτώ». Η πρώτη που υποδέχεται είναι πάλι η Μάρθα «Μαρία δεν εν τω οίκω εκαθέζετο. Είπεν ουν η Μάρθα προς τον Ιησούν. Κύριε ει ης ώδε, ο αδελφός μου ουκ αν ετεθνήκει». Του κάνει παράπονα. Τον είχαν προσκαλέσει με πολύ ευγενικό τρόπο. Δεν του είπαν ο αδελφός μας είναι άρρωστος, έλα. Απλώς τον ειδοποιούν. «Εκείνος τον οποίο εσύ αγαπάς, ασθενεί» τίποτε άλλο.
Ήξεραν ότι μόλις θα το μάθαινε ο Κύριος θα έτρεχε αμέσως. Το πρώτο που του λέει μόλις τον συναντά είναι αυτό το παράπονό της. «Κύριε, ει ης ώδε, ο αδελφός μου ουκ αν ετεθνήκει». Είμαι βεβαία ότι αν ήσουν εδώ εσύ που κάνεις καλά τόσους και τόσους, ο αδελφός μου δεν θα πέθαινε. (Ιωάν. ΙΑ΄ 22) «αλλά και νυν οίδα ότι όσα αν αιτήση τον Θεόν, δώσει σοι ο Θεός». Και τώρα το ξέρω θετικά, ό,τι και να ζητήσεις από τον Θεό, θα σου το δώσει ο Θεός.
Βλέπουμε εδώ την τεράστια πίστη που είχε η Μάρθα, μπροστά σ’ ένα τετελεσμένο γεγονός και γεγονός το οποίο ήταν θάνατος που συνέβει πριν από τέσσερις ημέρες. «και νυν» και τώρα ακόμα το ξέρω, όχι ελπίζω, αλλά το ξέρω, είμαι σίγουρη. (Ιωάν. ΙΑ΄ 23-24) «λέγει αυτή ο Ιησούς, αναστήσεται ο αδελφός σου. Λέγει αυτώ Μάρθα. Οίδα ότι αναστήσεται εν τη αναστάσει εν τη εσχάτη ημέρα».
Το ξέρω ότι θ’ αναστηθεί την έσχατη ημέρα, αλλά εμείς τώρα μένουμε μόνες. Αυτό δεν με παρηγορεί, γιατί θα περάσουν αιώνες για ν’ αναστηθεί «εν τη εσχάτη ημέρα» (Ιωάν. ΙΑ΄ 25-26) «είπεν αυτή ο Ιησούς, εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη, ζήσεται, και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα. Πιστεύεις τούτο;». Εδώ της αναγγέλλει μία τεράστια αλήθεια δηλαδή η ανάσταση και η ζωή την οποία εσύ τοποθετείς στον έσχατο καιρό, την έχεις εδώ μπροστά σου «εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή».
Και συνεχίζει να της λέει ότι, όποιος πιστεύει σε μένα όταν πεθάνει, συνεχίζει να ζει, συνεχίζει να υπάρχει. «και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνει εις τον αιώνα» δεν πρόκειται να πεθάνει ποτέ και εννοεί τον δεύτερο θάνατο, δηλαδή της ψυχής.
Και μετά την ρωτάει, το πιστεύεις αυτό; Ιωάν. ΙΑ΄ 27) «λέγει αυτώ, ναι, Κύριε, εγώ πεπίστευκα ότι συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεού ο εις τον κόσμον ερχόμενος». Ο Χριστός της λέει να του απαντήσει σε μία συγκεκριμένη ερώτηση, διότι δεν καταλαβαίνει καλά – καλά. Αλλά του απαντά. – Μπορεί να μην καταλαβαίνω ακριβώς τι μου λες, αλλά εγώ πιστεύω σε σένα. – Πιστεύεις τούτο; Δεν ξέρω Κύριε, αλλά σε σένα πιστεύω. Και όταν πιστεύουμε σ΄ Αυτόν όλα είναι δυνατά. (Ιωάν. ΙΑ΄ 28-32) «και ταύτα ειπούσα απήλθε και εφώνησε Μαρίαν την αδελφήν αυτής λάθρα ειπούσα, ο διδάσκαλος πάρεστι και φωνεί σε. Εκείνη ως ήκουσεν εγείρεται ταχύ και έρχεται προς αυτόν. Ούπω δε εληλύθει ο Ιησούς εις την κώμην, αλλ΄ ην εν τω τόπω όπου υπήντησεν αυτώ η Μάρθα. Οι ουν Ιουδαίοι οι όντες μετ΄ αυτής εν τη οικία και παραμυθούμενοι αυτή, ιδόντες την Μαρίαν ότι ταχέως ανέστη και εξήλθεν, ηκολούθησαν αυτή, λέγοντες ότι υπάγει εις το μνημείον ίνα κλαύση εκεί. Η ουν Μαρία ως ήλθεν όπου ην ο Ιησούς ιδούσα αυτόν έπεσεν αυτού εις τους πόδας (πάλι στους πόδας του Ιησού) λέγουσα αυτώ. Κύριε, ει ης ώδε ουκ απέθανέ μου ο αδελφός». Ό,τι είχε πει και η Μάρθα, αλλά ως εκεί διότι η Μάρθα πρόσθεσε ότι γνωρίζω πως και τώρα ό,τι ζητήσεις από τον Θεό θα σου το δώσει. (Ιωάν. ΙΑ΄ 33) «Ιησούς ουν ως είδεν αυτήν κλαίουσαν και τους συνελθόντες αυτή Ιουδαίους κλαίοντας, ενεβριμήσατο τω πνεύματι και ετάραξεν εαυτόν».
Βλέπουμε εδώ ότι η Μάρθα διορθώθηκε, συνέχιζε βέβαια να διακονεί αλλά βρήκε την ισορροπία και να διακονεί και να πιστεύει, και να ακούει τον λόγο του Θεού και να τον εφαρμόζει στην ζωή. Άρα δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος ο οποίος είναι δραστήριος και εργάζεται είναι κατώτερος, όχι καθόλου, είναι ανώτερος. «ενεβριμήσατο = εταράχθη (Ιωάν. ΙΑ΄ 34-35) και είπε, που τεθείκατε αυτόν; Λέγουσιν αυτώ – Κύριε, έρχου και ίδε, εδάκρυσεν ο Ιησούς».
Γιατί δάκρυσε εφόσον ήξερε ότι πήγαινε να τον αναστήσει; Δάκρυσε για το κατάντημα του ανθρώπου, διότι ο θάνατος δεν ήταν στο σχέδιο του Θεού. Δάκρυσε ακόμα για να μας δείξει το μέτρο της λύπης. Θα δακρύσουμε, θα κλάψουμε, αλλά όχι με απελπισία. Ένα δάκρυ υπαγορεύει στον άνθρωπο πως ν’ αντιμετωπίσει τον θάνατο: μ΄ ένα δάκρυ. Όχι ότι δεν θα πονέσουμε, αλλά όχι υπερβολές οι οποίες δεν ωφελούν και την ψυχή του αποθανόντος. Γι’ αυτό μας δείχνει το μέτρο. (Ιωάν. ΙΑ΄ 36-37) «έλεγον ουν οι Ιουδαίοι, ίδε πως εφίλει αυτόν, τινές δε εξ αυτών είπον ουκ ηδύνατο ούτος, ο ανοίξας τους οφθαλμούς του τυφλού, ποιήσαι ίνα μη και ούτος αποθάνη;».
Αυτοί είναι εκείνοι που νομίζουν ότι ξέρουν παραπάνω από ό,τι ξέρει ο Θεός. (38). «Ιησούς ουν πάλιν εμβριμώμενος εν ευατώ, έρχεται εις το μνημείον, ην δε σπήλαιον, και λίθος επέκειτο επ΄ αυτώ (39) λέγει ο Ιησούς, άρατε τον λίθον»
Εκείνος που είχε την δύναμη ν’ αναστήσει έναν νεκρό, δεν είχε την δύναμη να σηκώσει την πέτρα; Όμως θέλει την συμβολή και την συμμετοχή των ανθρώπων, ακόμα και σε αυτό το τεράστιο θαύμα που πρόκειται να κάνει.
Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε άλλο παρά να βγάλουν την ταφόπετρα. Επίσης πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η ανάσταση του σώματος συμβολίζει πάντα την ανάσταση της ψυχής. Εμείς όπως και οι μαθητές του δεν έχουμε την δύναμη ν΄ αναστήσουμε νεκρό, αλλά έχουμε την δύναμη να βγάλουμε τα εμπόδια.
Εμείς δεν έχουμε την δύναμη ν’ αναστήσουμε την ψυχή, αυτή την δύναμη μόνο ο Θεός την έχει. Αλλά την δύναμη που έχουμε εμείς να την χρησιμοποιήσουμε. Γι΄ αυτό μας θέλει να πηγαίνουμε δεξιά και αριστερά και να μιλάμε κ.λπ.
Διότι, εσύ θα βγάλεις την πέτρα, δηλαδή, τα εμπόδια.
Τίποτε άλλο δεν μπορείς να κάνεις, αλλά αυτό που μπορείς θα το κάνεις. Γιατί αν δεν το κάνεις σπας την συνεργασία. Εσύ θα προσφέρεις το μισό και εγώ το ένα εκατομμύριο, αλλά το μισό θα το προσφέρεις. Όσο μπορείς θα δώσεις. (Ιωάν. ΙΑ΄ 39-40) «λέγει αυτώ η αδελφή του τεθνηκότος Μάρθα. Κύριε, ήδη όξει, τεταρταίος γαρ έστι. Λέγει αυτή ο Ιησούς. Ουκ είπον σοι ότι εάν πιστεύσης, όψει την δόξαν του Θεού;»
Το παν είναι η πίστη, η εμπιστοσύνη «αναπαύου εν Κυρίω και πρόσμενε εν αυτώ». Μπορεί να κάνει χρόνια να απαντήσει, αλλά θα απαντήσει. Τριακόσια χρόνια πριν προσηύχοντο οι Χριστιανοί να πάψουν οι διωγμοί.
Μετά από 300 χρόνια παύουν οι διωγμοί, αλλά στο μεταξύ είχαν πεθάνει εκατομμυρια.
Όταν απάντησε ο Θεός στις προσευχές τους αυτό έγινε με θαύμα «εν τούτω νίκα» είδε ο Μ. Κων/νος στον ουρανό. Η απάντηση που έδωσε ο Θεός στους Χριστιανούς ήταν μεγαλύτερη από αυτή που περίμεναν. Όχι μόνο παύουν οι διωγμοί, αλλά κηρύσσεται η Χριστιανική θρησκεία, επίσημη θρησκεία όλου του τότε γνωστού κόσμου. Όταν αργεί ν΄απαντήση, η απάντηση είναι πάρα πάνω από αυτό που έχεις ζητήσει και περιμένεις.
Φτάνει να έχεις την εμπιστοσύνη και την υπομονή να περιμένεις. (Ιωάν. ΙΑ΄ 41) «ήραν ουν τον λίθον ου ην ο τεθνηκώς κείμενος. Ο δε Ιησούς ήρε τους οφθαλμούς άνω και είπε, πάτερ, ευχαριστώ σοι ότι ήκουσάς μου». Δεν κάνει τίποτε χωρίς τον πατέρα «εγώ και ο πατήρ μου εις εσμέν». (Ιωάν. ΙΑ΄ 42-43) «εγώ δε ήδειν ότι πάντοτέ μου ακούεις, αλλά δια τον άλλον του περιεστώτα είπον, ίνα πιστεύσουσιν ότι συ με απέστειλας». «και ταύτα ειπών φωνή μεγάλη εκραύγασε. Λάζαρε, δεύρο έξω». Ο Λάζαρος δεν κοιμότανε, αλλά βρισκόταν σ΄ έναν τόπο εις τον οποίο μπορούσε μόνο ν΄ ακούσει και να υπακούσει στην φωνή του Κυρίου. Τον φωνάζει με τ΄ όνομά του. Το σώμα του είχε αρχίσει ν΄ αποσυντίθεται, η ψυχή του όμως έμενε ακεραία και δεν άλλαξε προσωπικότητα, γιατί θ΄ άλλαζε όνομα.
Λάζαρε, τον φώναξε. Ακόμα και στον ύπνο μας όταν βλέπουμε όνειρα κρατάμε την συνείδησή μας. Το σώμα μας εν τω μεταξύ κάθε 7 χρόνια αλλάζει, αλλά από μικρά παιδιά είμαστε το ίδιο πρόσωπο. Δεν αλλάζει η συνείδηση ότι είμαι εγώ. Αυτό συμβαίνει και μετά τον θάνατο.
Μετά τον θάνατο θα ξέρω ότι είμαι εγώ. «Λάζαρε, δεύρο έξω». Τον διατάζει. Βλέπουμε την διαφορά μεταξύ του Παύλου και του Πέτρου και άλλων οι οποίοι είχαν αναστήσει νεκρούς, αλλά με προσευχή στον Θεό.
Εδώ όμως είναι διαταγή. (Ιωάν. ΙΑ΄ 44) «και εξήλθεν ο τεθνηκώς δεδεμένος τους πόδας και τα χείρας κειρίαις, και η όψις αυτού σουδαρίω περιεδέδετο , λέγει αυτοίς ο Ιησούς, λύσατε αυτόν και άφετε υπάγειν».
Εδώ είναι μία εικόνα της αναστάσεως της ψυχής του ανθρώπου, όταν ανίσταται η ψυχή, η ψυχή αυτή είναι δεμένη με όλα που έχουν προηγηθεί, τις αμαρτίες κ.λπ.
Οι δεσμοί της ύλης, κάθε άνθρωπος έχει διάφορα δεσμά.
Είμαστε σαν βάρκες δεμένες στο μουράγιο και τα σκοινιά είναι χοντρά. Μπορεί να μην είναι τίποτε το αμαρτωλό αυτό που μας κρατάει δεμένους. Άλλος έχει την εργασία του, άλλος το παιδί του κ.ο.κ. Βέβαια το σουδάριο και οι επίδεσμοι είναι νεκρικά ενδύματα που έχουν σχέση με τον θάνατο, αλλά δεν είμαστε πάντα δεμένοι με την αμαρτία. Μπορεί να είμαστε δεμένοι με ένα σωρό άλλα πράγματα. ΄Ομως πάντα είμαστε δεμένοι.
Και η εντολή του Κυρίου είναι «λύσατε αυτόν» ν΄ αποδεσμευτεί από το σώμα του.
Σ΄ αυτόν τον κόσμο να μην έχουμε από πουθενά εξάρτηση, παρά μόνον από την Κύριο.
Αυτός είναι νόμος και όποιος του τον παραβεί, έχει και το ανάλογο τίμημα. Δεν θα πει βέβαια το να μην δενόμαστε με τίποτα, ότι δεν θα πλησιάζουμε και δεν θα προσφέρουμε, αντιθέτως μάλιστα.
Εφόσον ζεις μέσα στην κοινωνία έχεις και υποχρεώσεις. Με το να μην στηρίζομαι σε τίποτε άλλο εκτός από τον Θεό, αυτό δεν σημαίνει ότι αυτό με απαλλάσσει και από τις υποχρεώσεις μου. Αν δεν τα αναπτύξουμε όλα αυτά σωστά, χωρούν πολλές παρεξηγήσεις.
Γι΄ αυτό είπαμε ότι η ζωή του Χριστιανού είναι ζωή ισορροπίας. Αποτυγχάνεις αν είσαι μόνο το ένα ή είσαι μόνο το άλλο. Όμως «τ’ αδύνατα παρά τοις ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ». Ζητάμε την δύναμη από τον Θεό και το πνεύμα της διακρίσεως να καταλάβουμε μέχρι ποίου σημείου θα κάνουμε αυτό και μέχρι ποίου σημείου θα κάνουμε το άλλο.
Εξάλλου άλλα τα μέτρα του Θεού και άλλα τα δικά μας. Βλέπουμε εμείς έναν άνθρωπο ο οποίος είναι τελείως παραδομένος στον Θεό και όμως μπορεί ο Θεός να βλέπει σ΄ έναν άλλο άνθρωπο, ο οποίος δεν διακονεί από το πρωί μέχρι την νύχτα, και όμως σ΄ αυτόν τον άλλο άνθρωπο ο οποίος ασχολείται περισσότερο με την δουλειά του και τις υποχρεώσεις του, να βλέπει ο Θεός μεγαλύτερη προσκόλληση και αφιέρωση και αφοσίωση σ΄ Αυτόν απ’ ότι ο άλλος που διακονεί νύχτα – μέρα.
Εμείς δεν το βλέπουμε, όμως ο Κύριος το βλέπει. Γι΄ αυτό δεν μπορούμε να έχουμε κρίση για κανέναν.
Ο Θεός βλέπει την διάθεση και την επιθυμία του καθενός. «και την πράξη τιμά και την διάθεση» λέει ο Χρυσόστομος. Το παν είναι η πρόθεση και το πόσο εγώ θέλω αυτό το πράγμα.
Ο Θεός δεν βλέπει τις πράξεις μόνο ή τα λόγια βλέπει το εσωτερικό. Ο ίδιος ο Θεός λέει ότι δεν μπορεί να κρίνει κανένας άνθρωπος τον άλλον.
Την επομένη ημέρα έγινε η θριαμβευτική είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. «Ωσαννά........».
Διότι ο άνθρωπος βλέπει την επιφάνεια εγώ όμως βλέπω την καρδιά. Τότε απεφάσισαν οι αρχιερείς και οι Γραμματείς να σκοτώσουν τον Κύριο. Και μαζί με αυτόν και τον Λάζαρο που ήταν η απόδειξη της εξουσίας του Κυρίου στον θάνατο. Διότι εν γνώσει τους ότι ήταν Θεός τον σκότωσαν. Από φθόνο, όπως διαβάζουμε σε πολλά σημεία μέσα στο Ευαγγέλιο. Και ο Πιλάτος το κατάλαβε ότι από φθόνο τον παρέδωσαν σ’ αυτόν. Η σταυρική θυσία του Χριστού έχει μεγάλη σημασία για τον άνθρωπο, γιατί ήταν θυσία αντιπροσωπευτική και εξιλαστήρια.
Αντιπροσωπευτική = περιελάμβανε στην ανθρώπινη φύση του, όλους τους ανθρώπους και σήκωνε πάνω του όλες τις αμαρτίες. Εξιλαστήρια = διότι με το αίμα που χύθηκε στον Σταυρό διαγράφηκε η ύβρις που είχε δημιουργήσει η ανυπακοή του ανθρώπου στον Θεό, σβήστηκε η ενοχή που βάραινε την ανθρώπινη ψυχή. Όμως η θυσία του Κυρίου δεν σταμάτησε στον Γολγοθά. Επαναλαμβάνεται μέσα στην Εκκλησία στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. «εις άφεσιν αμαρτιών και ωήν την αιώνιον». Όταν μεταλαμβάνουμε μπαίνει μέσα μας ο σπόρος της αναστάσεως, εφόσον ο Χριστός ανεστήθη.
Ο Απόστολος Παύλος λέει ότι αν ο Χριστός δεν είχε αναστηθεί, τότε η πίστη μας θα ήταν κενή. «χάριτι εστί σεσωσμένοι. Ο Θεός μας συνήγειρε και μας συνεκάθισε εν τοις ουρανοίς εν Χριστώ Ιησού». Έχουμε σωθεί από χάρη και όχι από δικά μας κατορθώματα. Μας ανέστησε μάζί με τον Χριστό και μας έβαλε να καθίσουμε μαζί του στα επουράνια. Η ανάσταση και η ανύψωσή μας αυτή έγινε δια της ενώσεώς μας με τον Χριστό.
Γι΄ αυτό το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας είναι πολύ σπουδαίο, διότι μας εξασφαλίζει δύο πολύ σπουδαία πράγματα. Την άφεση των αμαρτιών και την αιώνιο ζωή.